Χωρίς προτάσεις για έξοδο απ’ την κρίση και χωρίς προοπτική η «Σπίθα» του Μ. Θεοδωράκη

15/04/2011
Comments off
538 Views

Η «Σπίθα» του Μίκη Θεοδωράκη έχει μπει ως ένα βαθμό στο πολιτικό προσκήνιο. Με αρκετό κόσμο στις συγκεντρώσεις της στη Θεσσαλονίκη, στην Κεφαλονιά και σε αρκετές άλλες περιοχές, με παρουσία με μπλοκ στη συγκέντρωση της τελευταίας γενικής απεργίας και με υλικό της που μοιράζεται σε πολλές κινητοποιήσεις, όπως στη συγκέντρωση του κινήματος ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ, επιδιώκει να κάνει αισθητή την παρουσία της. Και είναι λογικό αρκετός κόσμος, απογοητευμένος από το ξεπούλημα των συνδικαλιστικών ηγεσιών από τη μια και απογοητευμένος από τα χάλια της επίσημης Αριστεράς (ΚΚΕ και ΣΥΝ) από την άλλη να παρακολουθεί τις πρωτοβουλίες που επιχειρεί να πάρει.

Κάθε κίνηση σήμερα που φαίνεται ότι αντιστέκεται στο Μνημόνιο, στην Τρόικα και εντέλει στην κυβερνητική πολιτική δεν μπορεί παρά να προκαλεί το ενδιαφέρον. Και καθώς φαίνεται ότι η Αριστερά δεν μπορεί να παίξει το ρόλο που της αντιστοιχεί, κινήσεις όπως της Σπίθας θα φαίνονται πάντα ελπιδοφόρες. Ειδικά από τη στιγμή που εμπνευστής και επικεφαλής της είναι ο Μίκης Θεοδωράκης. Μια από τις σημαντικές προσωπικότητες στην Ελλάδα, όχι μόνο στο χώρο της μουσικής αλλά συνδεδεμένος και με τους αγώνες ενάντια στη δικτατορία, με φυλακές και εξορίες, με παρουσία στο κίνημα εκείνης της περιόδου κλπ.

Όμως…

Όμως, η διακήρυξη της Σπίθας διαψεύδει αυτές τις ελπίδες. Οι θέσεις του Μ. Θεοδωράκη όχι μόνο είναι ανεπαρκείς για το κίνημα, για τους εργαζόμενους και την ελληνική κοινωνία γενικότερα, αλλά αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Στην ουσία τους όχι μόνο δεν δίνουν διέξοδο αλλά καταλήγουν να στηρίζουν το ίδιο το σύστημα και αυτούς που προκάλεσαν την κρίση. Η απουσία προτάσεων για να αντιμετωπίσουν οι εργαζόμενοι  τις επιθέσεις που δέχονται μαζί με έντονο εθνικισμό διαπερνούν όλη τη διακήρυξη.

Η ανάλυση του Μ. Θεοδωράκη είναι ρηχή κι αυτό φαίνεται από τις πρώτες γραμμές της διακήρυξης. Είναι σε αυτές τις γραμμές που συμπυκνώνεται και το κεντρικό νόημα της πρότασής του.

«…σύντομα αποδείχθηκε, ότι όχι μόνο δεν υπήρχε τέτοιο πρόγραμμα αλλά ούτε σχέδιο διακυβέρνησης, με πλήθος νέων άπειρων υπουργών που αυτοσχεδίαζαν, ενώ οι περισσότεροι δεν ήξεραν τι να κάνουν, αφού τους έλειπε ο συντονισμός. Ενώ γύρω μας φούντωνε απειλητικά η γενική κρίση, που έκανε αναγκαία τη λήψη άμεσων μέτρων, για να μη φτάσουμε στην απόλυτη χρεωκοπία… Αυτή ήταν κατά την άποψή μου η πιο δραματική και ατυχής στιγμή για τη χώρα μας (δηλαδή οι πρώτοι μήνες της νέας διακυβέρνησης) γιατί χάθηκε πολύτιμος χρόνος, τόσο πολύτιμος, που ήταν πια αδύνατο να επανορθωθεί το κακό.»

Σύμφωνα λοιπόν με το Θεοδωράκη η πιο δραματική και ατυχής στιγμή για τη χώρα ήταν οι πρώτοι μήνες επειδή είχαμε πλήθος νέων άπειρων υπουργών που αυτοσχεδίαζαν και επίσης τους έλειπε ο συντονισμός! Δηλαδή οι κυβερνητικές επιθέσεις, τα ψέματα του ΠΑΣΟΚ κατά την προεκλογική περίοδο, η προσφυγή στο ΔΝΤ και η υποταγή στις αγορές δεν οφείλονται σε τίποτα άλλο από την «απειρία», από την «έλλειψη συντονισμού» κοκ.

Στην πραγματικότητα όμως δεν φταίει η απειρία της κυβέρνησης, ούτε η έλλειψη συντονισμού. Η κυβέρνηση προχώρησε συνειδητά στο ΔΝΤ και συνειδητά περνά τα μέτρα ενάντια στην κοινωνία, συνειδητά εφαρμόζει πιστά το πρόγραμμα της Τρόικας. Και ο λόγος είναι ένας. Το ΠΑΣΟΚ έχει διαλέξει πλευρά. Δε «μπορεί» και δεν θέλει να τα βάλει με τις αγορές, με τους κερδοσκόπους και με τους τραπεζίτες, αφού με όλους αυτούς βρίσκονται στο ίδιο στρατόπεδο. Γι’ αυτό το λόγο και για κανέναν άλλο βλέπουν ως μόνη λύση το χτύπημα της υπόλοιπης κοινωνίας. Για την κυβέρνηση και για όσους στηρίζουν τις επιλογές της η μόνη λύση είναι η εξής: την κρίση να πληρώσουν οι εργαζόμενοι.

Σωτήριες οι πολιτικές! Το πρόβλημα είναι οι επιτηρητές!

Σε αυτό το σημείο της διακήρυξης βρίσκεται και το βασικό πρόβλημα της Σπίθας: στην απουσία οποιασδήποτε κατανόησης  ότι η κυβέρνηση δεν είναι σύμμαχος των εργαζομένων αλλά εχθρός τους.

Το ζήτημα αυτό είναι διάχυτο σε όλο το κείμενο της διακήρυξης. Προχωρώντας πιο κάτω διαβάζουμε:

«Όσον αφορά τη δικαιολογία ότι χάρη στην Τρόικα η κυβέρνηση τολμά να κάνει αυτές τις σωτήριες τομές [σημ: η υπογράμμιση δική μας] στο Δημόσιο και στην κοινωνία, πρέπει να μας κάνει όλους να ντρεπόμαστε, αν δεχθούμε ότι θα έπρεπε να έρθουν ως επιτηρητές μερικοί ξένοι υπάλληλοι, για να αντικαταστήσουν τους εκλεγμένους εκπροσώπους ενός λαού και μάλιστα την ίδια την κυβέρνηση, λες και εμείς είμαστε ανίκανοι, υπανάπτυκτοι, άτολμοι και δειλοί για να κάνουμε τις αναγκαίες αλλαγές. Όμως θα δούμε παρακάτω πότε και από ποιους όφειλαν να γίνουν αυτές οι απαραίτητες αλλαγές, που επί τόσες δεκαετίες αποτελούσαν τροχοπέδη για την εθνική μας ανάπτυξη.»

Εδώ η Σπίθα μας λέει τα εξής: τα μέτρα που παίρνονται από την κυβέρνηση όχι μόνο δεν είναι άσχημα αλλά είναι και σωτήρια! Το πρόβλημα των μέτρων δεν είναι τα μέτρα αυτά καθαυτά! Το πρόβλημα είναι ότι μας τα επιβάλουν άλλοι (η Τρόικα) ενώ θα μπορούσαμε να τα επιβάλουμε μόνοι μας στον εαυτό μας! 

Εδώ ο Θεοδωράκης επιβεβαιώνει το γεγονός ότι είναι ξεκομμένος από την πραγματικότητα. Γιατί πρέπει κάποιος να είναι πολύ μακριά από την κοινωνία, να ζει έξω από αυτή και να μην έχει καμιά αίσθηση της καθημερινότητας του μέσου εργαζόμενου για να υποστηρίζει ότι οι μειώσεις των μισθών και των συντάξεων, το ξεπούλημα όλου του δημοσίου τομέα, η διάλυση των εργασιακών σχέσεων, η κατάρρευση της δημόσιας Παιδείας και Υγείας, οι απολύσεις και η μαζική φτωχοποίηση που όλα αυτά προκαλούν είναι απαραίτητα, αναγκαία και σωτήρια!

Κίνα και Ρωσία – οι «καλοί» καπιταλιστές

Ως εκ τούτου δεν είναι καθόλου έκπληξη κάποιες από τις προτάσεις που κάνει και που κινούνται απόλυτα εντός της κυβερνητικής πολιτικής. Μια εξ αυτών είναι και η αξιοποίηση του μοντέλου του ξεπουλήματος του λιμανιού του Πειραιά στην κινεζική Cosco και η επέκτασή του και για την υπόλοιπη περιουσία του Δημοσίου. Συγκεκριμένα γράφει:

«…να απευθυνθούμε στη Ρωσία και την Κίνα, οι οποίες είναι πολύ πιθανό όχι μόνο να μας χρεώσουν φθηνότερα αλλά και να είναι διατεθειμένες να πληρωθούν είτε σε είδος είτε με τη δημιουργία κοινοπραξιών, όπως έγινε με την Cosco, σε μια σειρά έργα που θα συμβάλουν στην ανάπτυξη της χώρας.»

Και σε άλλο σημείο:

«Διερωτάται κανείς τι ακριβώς μπορεί να συμβαίνει, και στους 12 μήνες που κυβερνά αυτή η κυβέρνηση δεν έχει πάρει ούτε ένα αξιόλογο αναπτυξιακό μέτρο. Όσο για τις ξένες επενδύσεις, ο κ. πρωθυπουργός δεν είχε να αναφέρει παρά μόνο την κινέζικη Cosco, της οποίας η παρουσία, όπως είναι γνωστό, πολεμήθηκε με φανατισμό από το ΠΑΣΟΚ και επέζησε μόνο και μόνο γιατί οι Κινέζοι φρόντισαν να θέσουν σκληρούς οικονομικούς όρους σε περίπτωση που η Ελλάδα δεν θα τηρούσε τους όρους του συμβολαίου. …»

Ουσιαστικά η Σπίθα προτείνει να γίνει αυτό που έγινε με την Cosco μοντέλο της κυβερνητικής πολιτικής και για αυτό προτείνει και κοινοπραξίες με εταιρίες από τη Ρωσία και την Κίνα. Και θεωρεί ότι το μόνο καλό που έχει κάνει μέχρι τώρα η κυβέρνηση για «την ανάπτυξη της χώρας» είναι το ξεπούλημα του λιμανιού του Πειραιά στην κινεζική εταιρία. Πόσο απέχει αυτό από τη σημερινή κυβερνητική πολιτική; Καθόλου. Η ελληνική κυβέρνηση ήδη προχωρά στην αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου μέσα από κοινοπραξίες με ξένες επιχειρήσεις. Το πρώην αεροδρόμιο του Ελληνικού υποτίθεται μάλιστα ότι έχει μπει σε διαπραγματεύσεις με «επενδυτές» από το Κατάρ. Η ίδια συζήτηση υπάρχει και για χιονοδρομικά κέντρα, παραλίες, λιμάνια, μικρά νησιά, δάση και πολλά άλλα. Η ίδια η Τρόικα πρότεινε, έπειτα από συγκατάθεση της ελληνικής κυβέρνησης την αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας αξίας 50 δις ευρώ.

Τι διαφορετικό προτείνει λοιπόν η Σπίθα; Η μόνη πρόταση που κάνει είναι αυτές οι κοινοπραξίες να διατεθούν σε Ρώσους και Κινέζους. Με την λογική του Θεοδωράκη οι Ρώσοι και Κινέζoι καπιταλιστές είναι προφανώς «καλοί» ενώ οι Γερμανοί Γάλλοι, Άραβες, Αμερικάνοι κλπ είναι οι «κακοί»….

Εθνικισμός χωρίς όρια!

Στο επίπεδο της ανάλυσης ο Θεοδωράκης και η Σπίθα δεν είναι μόνο ρηχοί αλλά ουσιαστικά ακίνδυνοι για το σύστημα, την κυβέρνηση, την ίδια την Τρόικα. Και αυτό, όπως θα δούμε παρακάτω, αποτυπώνεται και στις προτάσεις τους. Ωστόσο, τα πιο εντυπωσιακά σημεία του κειμένου της διακήρυξης είναι αυτά που αφορούν την «εθνική κυριαρχία». Αυτά είναι τα σημεία που αποδεικνύουν τη σύγχυση της Σπίθας και αντανακλούν έναν φοβισμό και μια μισαλλοδοξία απέναντι σε όλα τα άλλα κράτη – εκτός βέβαια της Κίνας και της Ρωσίας.

Και όπως κάθε «πατριωτικό ρεύμα» έτσι και η Σπίθα, ξεκινά από την αναγκαιότητα της εθνικής ομοψυχίας. Στη διακήρυξη, αφού παρατηρεί ότι πλέον στα υπουργεία δόθηκαν καινούρια ονόματα, χωρίς τη λέξη «εθνικό» ή «εθνικός» και ότι καταργήθηκαν τα υπουργεία Μακεδονίας και Αιγαίου καταλήγει:

«Ποιος έχει συμφέρον να εξαλείψει τη λέξη και την έννοια «Έθνος», που αποτελεί την κύρια συγκολλητική δύναμη που μας ενώνει όλους, Δεξιούς, Κεντρώους, Αριστερούς, πλούσιους, φτωχούς, μορφωμένους, αμόρφωτους, όλους ανεξαιρέτως τους …;»

Και πιο κάτω:

«Έχουμε μήπως συνειδητοποιήσει ότι η σημερινή κρίση αφορά εξίσου όλους ανεξαιρέτως τους κατοίκους αυτής της χώρας στον ίδιο βαθμό, αδιάφορο αν ο ένας θίγεται σήμερα περισσότερο από τον άλλο; Δεδομένου ότι αν αυτή η χώρα βουλιάξει, τότε θα πνιγούμε όλοι μαζί. Πλούσιοι και φτωχοί, Αριστεροί και Δεξιοί, Κεντρώοι, αναρχικοί. Με άλλα λόγια, έχουμε συνειδητοποιήσει ότι είμαστε ένας λαός στον ίδιο χώρο, στην ίδια πατρίδα; Και συνεπώς ότι αν σωθούμε, θα σωθούμε ή όλοι μαζί ή κανένας;»

Σε αυτό το σημείο δεν μπορείς να πεις παρά ένα μεγάλο ΟΧΙ. Δεν θιγόμαστε όλοι το ίδιο, δεν θα πνιγούμε όλοι μαζί, δεν έχουμε όλοι τα ίδια συμφέροντα, δεν γίνεται να σωθούμε ή να βουλιάξουμε όλοι μαζί, πλούσιοι και φτωχοί, όπως λέει ο Θεοδωράκης. Οι επιθέσεις της Τρόικας σήμερα δεν απευθύνονται σε όλους. Αφήνουν στο απυρόβλητο το μεγάλο κεφάλαιο και χτυπάνε τους φτωχούς, τους εργαζόμενους και τη νεολαία. Οι τράπεζες, οι εφοπλιστές, οι μεγάλες επιχειρήσεις και καπιταλιστές δεν χτυπιούνται από την κυβέρνηση αλλά, αντίθετα, παίρνουν αλλεπάλληλα μπόνους, διευκολύνσεις και δώρα. Όταν χτυπιούνται οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα ποιος ευνοείται και ποιος πλήττεται; Όταν οι εργοδοτικές εισφορές χαρίζονται στους εργοδότες, όταν τα όρια απολύσεων απελευθερώνονται, όταν καταργούνται οι συλλογικές συμβάσεις ποιος ευνοείται και ποιος την πληρώνει τελικά; Όταν η εισφοροδιαφυγή του μεγάλου κεφαλαίου και η φοροκλοπή όχι μόνο δεν μειώνονται αλλά μεγαλώνουν ποιος είναι ο ευνοημένος από την κρίση και ποιος ο ριγμένος; Όταν η φορολογία όλων των αγαθών και υπηρεσιών εκτοξεύεται για τα λαϊκά στρώματα, αλλά η φορολογία των κερδών των επιχειρήσεων μειώνεται από 24% επί κυβέρνησης Καραμανλή, σε 20%, αυτό τι σημαίνει; Και τι σημαίνει το γεγονός ότι ενώ τα νοικοκυριά στενάζουν από τα πιο ακριβά τιμολόγια των ΔΕΚΟ, η τιμή του ρεύματος μειώνεται για τις επιχειρήσεις;

Η ουσία αυτών που λέει η Σπίθα δεν είναι κάτι καινούριο. Είναι το ίδιο παραμύθι που ακούμε από όλα τα κυβερνητικά στελέχη και τα παπαγαλάκια τους στα κανάλια και τις εφημερίδες. Μας λένε ότι πρέπει να πληρώσουμε όλοι την κρίση αλλά αυτό που εννοούν είναι να την πληρώσουν οι εργαζόμενοι και να βγουν λάδι οι μεγάλες επιχειρήσεις. Και αυτή την κυβερνητική προπαγάνδα ο Θεοδωράκης την έχει υιοθετήσει στο έπακρο. Ειδικά όταν σε πολλά σημεία της διακήρυξής του μιλάει για «αδηφάγο Δημόσιο», μια φράση που χρησιμοποιούν όλοι, από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο μέχρι τον πρόεδρο του ΕΒΕΑ Μίχαλο και τον ΣΕΒ, και από τον Σαμαρά μέχρι τον Καρατζαφέρη. Και μάλιστα φτάνει η Σπίθα να αποδώσει τις ευθύνες για την κρίση στην «εθνική νοοτροπία».

«Το να ζούμε πάνω από τις δυνάμεις μας, να καταναλώνουμε περισσότερο από όσα παράγουμε, αυτή η τακτική δεν πάει άλλο»

Ποιος ζει πέρα από τις δυνάμεις του, κ. Θεοδωράκη;

Αυτά που περιγράφει ο Μ. Θεοδωράκης και η Σπίθα, δεν αποτελούν καθόλου νοοτροπία ή «τακτική» του μέσου εργαζόμενου ή του μέσου νεολαίου. Τα λαϊκά στρώματα βρίσκονται κάτω από αδιάκοπα κύματα λιτότητας εδώ και 25 χρόνια και οι εργαζόμενοι είναι οι μόνοι που δεν μπορούν να κατηγορηθούν ότι καταναλώνουν περισσότερα από όσα παράγουν.

Αυτοί που έχουν ξεπεράσει κάθε όριο είναι οι Έλληνες καπιταλιστές οι οποίοι όσες επιδοτήσεις και αν πήραν τα τελευταία χρόνια, όσες χαριστικές ρυθμίσεις και αν έγιναν για τα χρωστούμενά τους, όσο και αν η φορολογία τους έχει μειωθεί, σήμερα κλείνουν τις επιχειρήσεις τους, απολύουν χιλιάδες εργαζόμενους και συνεχίζουν να ζητάνε θυσίες από εμάς και διευκολύνσεις για να συνεχίσουν να έχουν κέρδη.

Μαζί με τον εθνικισμό και η αναπόφευκτη μισαλλοδοξία

Από τη στιγμή που ο Θεοδωράκης ξεκινά με βασική αιχμή την εθνική ομοψυχία, με το «όλοι φταίμε και όλοι πρέπει να πληρώσουμε», από εκεί και πέρα είναι λογικό να καταλήγει στη λογική που θέλει τους κακούς ξένους να φταίνε για όλα. Έτσι αφού αναρωτιέται:

«Αλήθεια, μήπως καταλάβατε εσείς γιατί μας μισούν τόσο πολύ οι Αμερικανοί; Τι τους κάναμε;» ,

πηγαίνει στα πιο συγκεκριμένα.

Η Αλβανία «είναι το χαϊδεμένο παιδί των Αμερικάνων στα Βαλκάνια. Μετά έρχονται τα Σκόπια».

»Στη χώρα μας ζουν και εργάζονται εκατοντάδες χιλιάδες Αλβανοί, που με τα χρήματά τους αναγεννήθηκε η πατρίδα τους. Εκ των πραγμάτων λοιπόν υπάρχουν φιλικές σχέσεις, που δείχνουν ότι τουλάχιστον από τη δική μας πλευρά στην πράξη θεωρούμε την Αλβανία ως φιλική χώρα.

».Πώς συνδυάζονται όμως όλα αυτά με την εθνική τους προπαγάνδα, που με βάση τη δημιουργία της Μεγάλης Αλβανίας κυκλοφορούν χάρτες που περιλαμβάνουν το Κόσσοβο, τα μισά Σκόπια, ένα τμήμα της Σερβίας και ολόκληρη τη δική μας Ήπειρο, από τα σύνορα ως την Πρέβεζα;»

Για τα «Σκόπια»:

«Τυπώνουν κι αυτοί χάρτες της «Μεγάλης Μακεδονίας» που φτάνουν ως τον Όλυμπο και θεωρούν τη Θεσσαλονίκη μελλοντική τους πρωτεύουσα, που σήμερα είναι ”πόλη Μακεδονική που τελεί υπό ελληνική κατοχή”»!!!

»Σ’ αυτές λοιπόν τις δύο χώρες πρέπει να πούμε, καθαρά και ξάστερα, ότι δεν ταιριάζουν οι φιλικές και οικονομικές σχέσεις με την ιδεολογία που καλλιεργούν στη χώρα τους αρχίζοντας από τα σχολικά θρανία και που έχει στόχο της την εδαφική μας ακεραιότητα.»

Για τη μειονότητα της Θράκης:

«Για να μην αναφερθούμε στις ανησυχίες που διατυπώνουν κάθε λίγο και λιγάκι για την ”τουρκική μειονότητα”, όπως αποκαλούν τους Μουσουλμάνους της Θράκης.»

»…θεωρώ ότι κι εδώ θα πρέπει να κοπεί με το μαχαίρι η νόθα κατάσταση που επικρατεί»

»Και θα πρέπει επίσης να αντιμετωπίσουμε σοβαρά το θέμα της άνευ λόγου παρουσίας σ’ αυτή την τόσο ευαίσθητη περιοχή και του ρόλου του Τουρκικού Προξενείου…»

Και καταλήγει:

«Έτσι, οι μεν μας λένε ότι θα χαθεί το Αιγαίο, οι άλλοι διεκδικούν την Ήπειρο και τη Μακεδονία, ενώ κάποιοι τρίτοι (Τούρκοι και Αμερικανοί) φαίνεται πως κάτι σκαρώνουν στην Ανατολική Μακεδονία και στη Θράκη.»

Τα σημεία αυτά δεν είναι τυχαία. Κυριαρχούν μάλιστα στο κείμενο του Θεοδωράκη και είναι αυτά τα οποία ιεραρχεί ως πρώτα στο ζήτημα της σημερινής κατάστασης και της κρίσης. Και η ιεράρχησή τους αποτυπώνεται και στις προτάσεις που κάνει στο τέλος. Εκεί βάζει ως βασική προτεραιότητα

«την Άμυνα της χώρας λόγω του εχθρικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε».

Και πιο συγκεκριμένα:

«Η Εθνική Άμυνα θα πρέπει να ενισχυθεί σοβαρά με την προμήθεια υπερσύγχρονου στρατιωτικού αμυντικού υλικού από τη Ρωσία και την Κίνα.»

«Εκπόνηση νέου εθνικού αμυντικού δόγματος εκτός των σχεδίων του ΝΑΤΟ, με τη δυνατότητα πραγματοποίησης συντριπτικών αμυντικών χτυπημάτων σε περίπτωση εχθρικής ενέργειας που να θέτει σε κίνδυνο την ακεραιότητα της χώρας.»

Όποιος  θεωρεί ότι το πρόβλημα της κρίσης είναι εθνικό και όχι ταξικό είναι φυσικό να καταλήγει σε προτάσεις σαν και αυτές που κάνει ο Θεοδωράκης. Ο οποίος καταρχήν βγάζει λάδι τις ελληνικές κυβερνήσεις και την πολιτική τους απέναντι στους γείτονες. «Ξεχνά» να αναφέρει το ρατσισμό της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στους μετανάστες από την Αλβανία. Ξεχνά να αναφέρει τα εθνικιστικά συλλαλητήρια για τη Μακεδονία και το εμπάργκο της κυβέρνησης Μητσοτάκη (στην οποία ήταν υπουργός) προς τη FYROM, ξεχνά την καταπίεση της μειονότητας στη Δυτική Θράκη και τη στέρηση δικαιωμάτων που έχει υποστεί τις τελευταίες δεκαετίες, ακόμα και του δικαιώματος του αυτοπροσδιορισμού (η ίδια η μειονότητα θεωρεί ότι είναι τουρκική και όχι μουσουλμανική). Και φυσικά, «ξεχνώντας» όλα αυτά καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «εμείς» είμαστε καλοί γείτονες και έχουμε αποδείξει έμπρακτα τη φιλία μας απέναντί τους κι αυτοί για κάποιους «ακατανόητους» λόγους είναι κακοί μαζί μας.

Γιατί όμως είναι όλοι, χωρίς εξαίρεση, οι γείτονες μας κακοί; Είναι το DNA τους τέτοιο;  Ή μήπως, απλά, οι Έλληνες καπιταλιστές τρώγονται με όλους τους γείτονες, γιατί είναι στη φύση των καπιταλιστών να τρώγονται – κι επομένως το ζήτημα δεν είναι εθνικό αλλά ταξικό, δεν υπάρχει κάποιος καλός και κάποιοι κακοί αλλά είναι όλοι τους το ίδιο υπεύθυνοι;  

Ο εχθρός είναι εδώ, δεν είναι έξω!

Ουσιαστικά αυτές οι θέσεις δεν λένε τίποτα που να σημαίνει κάτι για τους εργαζόμενους που χάνουν μισθούς, συντάξεις, εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα. Αντίθετα ο αγώνας ενάντια στους γειτονικούς λαούς, πέρα από την εθνικιστική υστερία που προκαλεί, καταλήγει σε προτάσεις αύξησης των πολεμικών δαπανών όπως αυτές που κάνει ο Θεοδωράκης. Ο αγώνας ενάντια στην Τουρκία, την Αλβανία κοκ δεν μπορεί να δώσει καμία προοπτική σε κανέναν αγώνα του σήμερα. Αντίθετα αν αυτές οι θέσεις της Σπίθας κυριαρχούσαν οι εργατικοί αγώνες θα έχαναν το στόχο τους. Γιατί ο εχθρός δεν είναι έξω από τη χώρα αλλά μέσα σε αυτή. Είναι η κυβέρνηση, ο ΣΕΒ, οι τράπεζες, οι εργοδότες. Αυτοί περνάνε τα μέτρα, αυτοί ευθύνονται για την κρίση, αυτοί ωφελούνται από τα μέτρα, μαζί με τους συνεταίρους τους στην ΕΕ – τους ευρωπαίους τραπεζίτες και καπιταλιστές  με τους οποίους έχουν αγαστή συνεργασία με κοινό στόχο το δικό μας ξεζούμισμα.

Για να κερδίσουν οι εργαζόμενοι τις δουλειές τους, το βιοτικό τους επίπεδο, τα δικαιώματά τους πρέπει να ανατρέψουν τους Έλληνες καπιταλιστές κι όχι να παλέψουν μαζί τους ενάντια στους Τούρκους, τους Αλβανούς και κάθε άλλο γειτονικό  μας λαό.

Η κρίση είναι διεθνής και είναι του καπιταλιστικού συστήματος

Ο Θεοδωράκης και η Σπίθα θεωρούν ότι το πρωτεύον ζήτημα της κρίσης και των επιπτώσεών της στην Ελλάδα είναι το ζήτημα της εθνικής ανεξαρτησίας και από εκεί ξεκινά για να δώσει απαντήσεις. Αυτό είναι ένα τεράστιο λάθος. Η κρίση δεν ξεκίνησε από την Ελλάδα, ούτε αφορά μόνο την Ελλάδα. Η κρίση δεν ήρθε λόγω της κακής μας νοοτροπίας, ούτε λόγω των κακών διαθέσεων των γύρω χωρών. Η κρίση είναι κρίση του ίδιου του συστήματος. Ξεκίνησε από την αγορά κατοικίας των ΗΠΑ και επεκτάθηκε σε όλο τον κόσμο με την μορφή απειλής κατάρρευσης ολόκληρου του τραπεζικού συστήματος. Και η τακτική που ακολούθησαν οι κυβερνήσεις σε όλον τον πλανήτη ήταν παντού η ίδια: να σώσουν τις ιδιωτικές τράπεζες χρηματοδοτώντας τις και παράλληλα φορτώνοντας αυτό το κόστος στους εργαζόμενους.

Η ελληνική κρίση χρέους είναι μόνο η αντανάκλαση της διεθνούς κρίσης χρέους και ήδη ο διεθνής χαρακτήρας της κρίσης φαίνεται ορατά σε χώρες όπως η Ιρλανδία και η Πορτογαλία σήμερα και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες αύριο. Τι προκύπτει από αυτό; Ότι οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία και σε όλη την Ευρώπη δεν έχουν κανένα λόγο και καμία υποχρέωση να πληρώσουν τα σπασμένα. Πρέπει να αρνηθούν να πληρώσουν το χρέος που τους έχουν φορτώσει γιατί δεν είναι δικό τους. Και πρέπει να εθνικοποιήσουν το τραπεζικό σύστημα γιατί είναι αυτό που δημιούργησε την κρίση και αυτό που συνεχίζει να απαιτεί όλο και περισσότερες θυσίες από όλους μας προκειμένου να συνεχίσει να κερδοφορεί.

Αυτό που χρειάζεται είναι η διεθνής αλληλεγγύη των εργαζομένων και οι κοινοί αγώνες απέναντι στο διεθνές κεφάλαιο. Και ήδη βλέπουμε σημάδια αυτής της διεθνούς αλληλεγγύης στους αγώνες που γίνονται. Στην Ιρλανδία, στη Γαλλία και στην Ισπανία στις τελευταίες κινητοποιήσεις είδαμε συνθήματα υπέρ αυτών των αγώνων με αναφορά μάλιστα στο ελληνικό εργατικό κίνημα και στις μάχες που δίνει.

Αντί του διεθνισμού, παράνοια!

Αντί για όλα αυτά ο Θεοδωράκης προτάσσει τη φοβία απέναντι στους «ξένους» και τον εθνικό απομονωτισμό. Λέει συγκεκριμένα:

«Έχουμε μήπως συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει σήμερα ούτε ίχνος διεθνούς αλληλεγγύης, επομένως κι εμείς ως ένα ξεχωριστό εθνικό σύνολο δεν έχουμε φίλους, δεδομένου, όπως είπαμε, ότι ο καθένας κοιτάζει τον εαυτό του και το μόνο που μπορεί να φέρει τον ένα λαό κοντά στον άλλο είναι αποκλειστικά το αμοιβαίο συμφέρον.»

Η φοβία του Θεοδωράκη φτάνει στον παραλογισμό και αγγίζει το ρατσισμό σε πολλά σημεία του κειμένου. Το πιο χαρακτηριστικό όμως είναι το εξής:

«Και σκέπτομαι τώρα έντρομος: εάν αποφασίσουν να γεμίσουν ένα νομό της Ελλάδας, λ.χ. τη Λακωνία, ή ένα νησί όπως η Κρήτη, με ξένους δικής τους επιλογής και με τις γνωστές μηχανορραφίες προκαλέσουν όπως στο Κόσοβο, τοπικές εκλογές, όπου η πλειοψηφία δεν θα είναι Έλληνες, τότε τι θα γίνει με αυτόν το νομό και με αυτό το νησί; Θα αναγνωριστούν από τη διεθνή κοινότητα – όπως έγινε με το Κόσοβο ως λ.χ. αλβανική, σκοπιανή, τουρκική ή όποια άλλη εθνικότητα – ως ανεξάρτητο έθνος έξω και ενάντια στην Ελλάδα;

Και μήπως δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή επικρεμάμενοι κίνδυνοι σε βάρος της χώρας μας, πίσω από τους οποίους βρίσκεται η αμέριστη συμμετοχή και βοήθεια των Αμερικανών, όπως η Αλβανία, τα Σκόπια  ή και αυτή η Τουρκία; Ας πάψουμε λοιπόν να κοιμόμαστε και ας αποφασίσουμε επί τέλους να δούμε κατάματα την πραγματικότητα..»

Εδώ μιλάμε για παραλήρημα. Όχι μόνο γιατί το παράδειγμα του Κοσόβου είναι εντελώς άστοχο καθώς οι Αλβανοί στο Κόσοβο υπήρχαν από αιώνες και δεν τους έφεραν οι ιμπεριαλιστές. Ούτε γιατί αυτά που σκέπτεται έντρομος απλά δεν γίνονται. Αλλά γιατί αυτές οι «λογικές» βάζουν νερό στο μύλο του κάθε ρατσιστή και φασίστα που με το ίδιο σκεπτικό φωνάζει: Έξω οι ξένοι.

Οι «θέσεις» της Σπίθας για έξοδο από την κρίση

Στο ίδιο πνεύμα με τα παραπάνω κινούνται και οι θέσεις του Θεοδωράκη όταν προσπαθεί να τις κάνει συγκεκριμένες. Ανώδυνες για το σύστημα, στην κατεύθυνση της ήδη καθορισμένης κυβερνητικής πολιτικής, μαζί με την απαραίτητη εθνική ενότητα. Ενδεικτικά κάποιες από αυτές που περιλαμβάνονται στα κεφάλαια «Οι τελικές θέσεις» και «Άμεσες ενέργειες»:

«Πρώτον, [απεύθυνση] στη Μόσχα και το Πεκίνο, για να διαπραγματευθούμε

α) τη σύναψη δανείου με το χαμηλότερο δυνατό επιτόκιο και με εξόφληση ύστερα από 20 τουλάχιστον έτη,

β) την αποπληρωμή σε είδος και με τη δημιουργία κοινοπραξιών που να συμβάλουν στην εκμετάλλευση του εθνικού μας πλούτου, στην προώθηση της οικονομικής μας ανάπτυξης και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.»

 «Να αξιοποιηθεί μέρος της Κρατικής Περιουσίας με εξαίρεση τις στρατηγικής σημασίας ΔΕΚΟ, της ενέργειας και των τηλεπικοινωνιών.»

«…προσαρμογή του επί πλέον των πραγματικών μας αναγκών προσωπικού του Δημοσίου και των ΔΕΚΟ, ώστε να απαλλαγεί ο κρατικός Προϋπολογισμός από το ασήκωτο βάρος ενός τερατώδους παρασιτικού μηχανισμού, [η υπογράμμιση δική μας] που απορροφά το μεγαλύτερο μερίδιο του Προϋπολογισμού και καθηλώνει τη χώρα στην υπανάπτυξη»

«ΠΑΙΔΕΙΑ ελληνοκεντρική, ανθρωπιστική, απολύτως εκσυγχρονισμένη.»

Στις προτάσεις του το ένα «λάθος» διαδέχεται το άλλο.

Ας αρχίσουμε με την πρόταση που κάνει όχι μόνο εδώ αλλά και σε πολλά σημεία της διακήρυξης για δανεισμό από Κίνα, Ρωσία κλπ για την αποπληρωμή του χρέους και για αποπληρωμή σε είδος.

Το βασικό λάθος αυτής της πρότασης (με την οποία για ένα διάστημα φλέρταραν και πολλά στελέχη της αριστεράς) είναι ότι αποδέχεται το χρέος και την ευθύνη του ελληνικού λαού να το ξεπληρώσει. Αν αποδεχτεί κανείς ότι το χρέος είναι των εργαζομένων και ότι πρέπει να το ξεπληρώσουν δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος εκτός από αυτόν που προτείνει η κυβέρνηση και που επί της ουσίας ενστερνίζεται και ο Θεοδωράκης. Γιατί η αξιοποίηση της κρατικής περιουσίας δεν είναι μια καινούρια πρόταση αλλά το βασικό μοντέλο όχι μόνο του ΠΑΣΟΚ αλλά και της ΝΔ εδώ και 20 χρόνια. Οι ιδιωτικοποιήσεις που ξεκίνησε ο Μητσοτάκης συνεχίστηκαν επί ΠΑΣΟΚ και είχαν τα αποτελέσματα που ξέρουμε. Επρόκειτο για ξεπουλήματα που όχι μόνο δεν βοήθησαν στη συγκράτηση των ελλειμμάτων, στο όνομα των οποίων πάντα γίνονταν, αλλά εν μέρει μας οδήγησαν και στη σημερινή κρίση.

Επίσης, η πρόταση για προσαρμογή του προσωπικού των ΔΕΚΟ που κάνει η Σπίθα τι άλλο μπορεί να σημαίνει παρά απολύσεις, ενοποιήσεις οργανισμών, κατάργηση θέσεων, με λίγα λόγια αυτά που ήδη κάνει το ΠΑΣΟΚ εδώ και δυο χρόνια.

Με λίγα λόγια οποιαδήποτε πρόταση αποδέχεται το χρέος ως «δικό μας» αναγκαστικά, στην προσπάθεια αποπληρωμής του θα καταλήγει σε πολιτικές σκληρής, πολύ σκληρής λιτότητας. Σε αυτή την παγίδα πέφτει ο Θεοδωράκης. Όσον αφορά στο δανεισμό από Κίνα και Ρωσία και όχι από το ΔΝΤ, πραγματικά πρόκειται για δευτερεύουσας σημασίας λεπτομέρειες. Η Κίνα και η Ρωσία δεν αντιπροσωπεύουν τους καλούς καπιταλιστές/ιμπεριαλιστές του πλανήτη γιατί αυτό το «πράγμα» δεν υπάρχει – ο καπιταλιστής είναι καπιταλιστής και η μόνη δουλειά που ξέρει είναι να βγάζει κέρδη εκμεταλλευόμενος τους εργαζόμενους. Έχει ποτέ ασχοληθεί ο Μ. Θεοδωράκης με τα χαρακτηριστικά του κινεζικού καπιταλισμού όπου οι εργαζόμενοι ζουν στο μεσαίωνα χωρίς δικαιώματα και κάτω από μια από τις πιο σκληρές δικτατορίες; Έχει ποτέ ασχοληθεί με το τι γίνεται στη Ρωσία όπου το καθεστώς καταργεί συνεχώς ακόμα και τα στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα;

Το γεγονός ότι κινέζικος και ρωσικός ιμπεριαλισμός έχουν ανταγωνιστικές σχέσεις με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό δεν τις τοποθετεί αυτόματα στους «καλούς φίλους» μας, γιατί δεν παύουν το μόνο που επιθυμούν να είναι να ικανοποιήσουν τα δικά τους συμφέροντα με τους δικούς τους όρους.

Οι εργαζόμενοι δεν έχουν κανένα λόγω να διαλέξουν το δανειστή τους (ή αλλιώς τον νταβατζή τους). Ούτε πρέπει να πάρουν θέση ανάμεσα σε διαφορετικά καπιταλιστικά μπλοκ που το καθένα προσπαθεί να εξασφαλίσει τα κέρδη του εις βάρους τους. Η μόνη πρόταση που μπορεί να συσπειρώσει τους εργαζόμενους και να δώσει προοπτική στους αγώνες τους είναι η άρνηση πληρωμής του δημόσιου χρέους. Δεν είναι χρέος των εργαζομένων – δεν είναι υποχρεωμένοι να το πληρώσουν. Και αν οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα και τον ευρωπαϊκό Νότο υιοθετούσαν καταρχήν μια τέτοια θέση θα έβρισκαν απέναντί τους όχι μόνο τις ΗΠΑ, την ΕΕ και το ΔΝΤ αλλά και την Κίνα και τη Ρωσία!

Αυτό που χρειάζεται η ελληνική εργατική τάξη είναι ένα κίνημα διεθνούς αλληλεγγύης, την ενότητα των εργαζομένων όλων των ευρωπαϊκών χωρών που αντιμετωπίζουν τις ίδιες επιθέσεις από το ευρωπαϊκό κεφάλαιο και την κοινή δράση για να αντιμετωπίσουν αυτές τις επιθέσεις.

Βέβαια η λογική της Σπίθας κινείται στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Όπως λέει ξεκάθαρα ο Θεοδωράκης «δεν έχουμε φίλους» και «ο καθένας κοιτάζει τον εαυτό του».

Όσον αφορά την «ελληνική παιδεία», είναι να αναρωτιέται κανείς αν αυτό αποτελεί πρόταση για την έξοδο από την κρίση ή απλά τον καημό του Θεοδωράκη. Αυτό που σήμερα η νεολαία χρειάζεται δεν είναι η ελληνοκεντρική παιδεία αλλά η διαφύλαξη και η υπεράσπιση του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα της. Για τις επιθέσεις της κυβέρνησης στο δημόσιο πανεπιστήμιο και το δημόσιο σχολείο η διακήρυξη της Σπίθας δεν λέει κουβέντα και φαίνεται μάλιστα να μην την απασχολεί.

Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας

Και ποιος θα κάνει όλα αυτά όλα αυτά που προτείνει η Σπίθα; Και η απάντηση του Θεοδωράκη: Μα μια κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας.

«Γι’ αυτό πιστεύω ότι θα έπρεπε να συμφωνήσουν όλα τα κόμματα σε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, η οποία να κυβερνούσε έχοντας την ευρύτατη συναίνεση του εκλογικού σώματος…»

Και αυτό επειδή:

«η εθνική σύμπνοια που θα πρέπει να αποτελεί το ΑΛΦΑ και το ΩΜΕΓΑ τόσο για την ομαλότητα όσο και για την πρόοδο του συνόλου μιας κοινωνίας.»

Το συμπέρασμα αυτό βγαίνει λογικά από το κείμενο του Θεοδωράκη. Εφόσον είμαστε όλοι, πλούσιοι και φτωχοί, το ίδιο, εφόσον φταίμε όλοι, λόγω νοοτροπίας, εφόσον τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση είναι σωστά αλλά θα μπορούσαμε και μόνοι μας να τα επιβάλουμε στον εαυτό μας, χωρίς την Τρόικα, ας προχωρήσουμε όπως είμαστε. Με μια κυβέρνηση που θα την αποτελούν όλοι αυτοί που κυβέρνησαν τόσα χρόνια, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ, ο Καρατζαφέρης, η Ντόρα και τα κόμματα της αριστεράς μαζί.

Εδώ αποκαλύπτονται όλα τα αδιέξοδα των προτάσεων της Σπίθας. Γιατί δεν γίνεται αυτοί που έχουν την ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση να έχουν και τη λύση. Μια τέτοια κυβέρνηση θα είναι μια κυβέρνηση επίθεσης σε κάθε κατάκτηση των εργαζομένων, σε ότι έχει μείνει όρθιο στο δημόσιο.

Επίλογος

Αν κάποιος περιμένει να ακούσει προτάσεις και τρόπους διεξόδου από την κρίση από την πλευρά των εργαζομένων δεν θα τις βρει στη Σπίθα. Σήμερα, που οι εργαζόμενοι στις μεταφορές, στο Δημόσιο, στα ΜΜΕ, στις εταιρίες τηλεπικοινωνίας και σε πολλούς άλλους χώρους δίνουν τις μάχες τους απέναντι στις επιθέσεις της κυβέρνησης, οι προτάσεις τις Σπίθας δεν μπορούν να τους χρησιμεύσουν. Δεν υπάρχει σε αυτές καμιά πρόταση για την οργάνωση των εργαζομένων, για το πώς θα συντονίσουν τους αγώνες τους, για το πώς να προχωρήσουν. Αντίθετα στις προτάσεις τις Σπίθας και του Θεοδωράκη θα βρει κανείς είτε αυτούσιες κυβερνητικές θέσεις, είτε θέσεις αναμασημένες κατά καιρούς από εθνικιστές και «πατριώτες» που καμιά διέξοδο δεν δίνουν και ίσα ίσα, αν κυριαρχούσαν, θα μας βύθιζαν ακόμα περισσότερο στην απελπισία και τη φτώχεια.

Όλα αυτά ξεκινούν από τη θεμελιώδη αδυναμία του Θεοδωράκη να διαχωρίσει το ταξικό συμφέρον από το εθνικό. Για αυτόν και για τη Σπίθα όλοι οι Έλληνες είναι το ίδιο. Ο πρόεδρος του ΣΕΒ με έναν νέο εργαζόμενο των 590 ευρώ, ο Μίχαλος με έναν συνταξιούχο, ο μεγαλοεκδότης και μεγαλοεργολάβος Μπόμπολας με έναν απολυμένο. Θεωρεί ότι όλοι πλήττονται εξίσου από την κρίση και ότι έχουν τις ίδιες ευθύνες για τη δημιουργία της. Αυτή η θεμελιώδης αδυναμία κατανόησης της ταξικότητας της κρίσης οδηγεί από το ένα τραγικό «λάθος» στο άλλο και καταλήγει τελικά στην πρόταση για κυβέρνηση, επί της ουσίας, Παπανδρέου – Σαμαρά, αυτών δηλαδή που μας έφτασαν ως εδώ, αυτών που ακόμα και με τη λογική του Θεοδωράκη έχουν υποκύψει στην Τρόικα.