Χ. ΚΕΦΑΛΗΣ: Το αποτέλεσμα των εκλογών, η νέα πολιτική κατάσταση και η κομμουνιστική αριστερά

Αναδημοσιεύουμε άρθρο του Χρήστου Κεφαλή*

Οι βουλευτικές εκλογές του Ιούλη 2019 έκλεισαν ένα κεφάλαιο στην πολιτική ιστορία του τόπου, το οποίο είχε ανοίξει με την ουσιαστική χρεοκοπία της χώρας και την επιβολή των μνημονίων το 2010. Το αποτέλεσμά τους διαμορφώνει νέα δεδομένα, που παρμένα στο σύνολό τους αποτυπώνουν μια ξεκάθαρη δεξιά, συντηρητική μετατόπιση: σοβαρή ενίσχυση του δικομματισμού, σαφής νίκη της ΝΔ, αντοχή του ΣΥΡΙΖΑ, αναδιάταξη στον ακροδεξιό/νεοφασιστικό χώρο, μεγάλη υποχώρηση της κομμουνιστικής και ευρύτερης ριζοσπαστικής Αριστεράς. Ιδιαίτερα για την κομμουνιστική ή «κομμουνιστογενή» Aριστερά –χρησιμοποιούμε αυτόν τον όρο για ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ΛΑΕ ως υποδήλωση για τις ιστορικές ρίζες τους, παρότι και οι τρεις σχηματισμοί εκθέτουν επί της ουσίας τις παραδόσεις του κομμουνιστικού κινήματος– αυτό που προβάλλει είναι η χρεοκοπία των ηγεσιών και η ανάγκη ανασύνταξης του χώρου με το σχηματισμό ενός νέου πολιτικού φορέα. Θα επισημάνουμε και θα εξετάσουμε πρώτα μερικά ευρύτερα στοιχεία του εκλογικού αποτελέσματος και κατόπιν θα περάσουμε σε αυτό το κυρίως θέμα του άρθρου μας.

Η νέα πολιτική κατάσταση

Χωρίς να είναι απροσδόκητο, το εκλογικό αποτέλεσμα δεν είναι ακριβώς αυτό που αναμενόταν, με βάση την εικόνα της προεκλογικής περιόδου και τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών. Αποτυπώνει καίριες ανακατατάξεις στην πολιτική και κοινωνική ζωή, συντελεσμένες ιδιαίτερα μετά τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, και δημιουργεί νέα δεδομένα, που μπορεί να συνοψιστούν στα εξής σημεία:

1. Η σοβαρή ενίσχυση του δικομματισμού. Από 63,6% τον Ιανουάριο του 2015 και 64,10% το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, το άθροισμα των ποσοστών ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ εκτινάχθηκε στο 71,4%. Αυτός ο νέος δικομματισμός δεν έχει βέβαια την αριθμητική ισχύ και την αντοχή του παλιού δικομματισμού ΝΔ-ΠΑΣΟΚ που κυριάρχησε στην περίοδο 1981-2010. Ωστόσο, δεν παύει να αποτελεί ένα μεγάλο πισωγύρισμα από την αρχή της κρίσης, όταν το αστικό πολιτικό σύστημα είχε καταρρεύσει με την απομάκρυνση των ψηφοφόρων από τα παραδοσιακά αστικά κόμματα. Αρκεί να θυμηθούμε ότι στις εκλογές του Μάη του 2012 το άθροισμα των τριών πρώτων κομμάτων, ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ μετά βίας έφτανε στο 48,8%. Σήμερα αντίθετα είναι περίπου 80%, με τον ΣΥΡΙΖΑ να έχει πάρει τη θέση του παλιού ΠΑΣΟΚ και το ΚΙΝΑΛ-ΠΑΣΟΚ να λειτουργεί σαν μικρομέγαλος μπαλαντέρ μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων.

Η ενίσχυση του δικομματισμού γίνεται ακόμη πιο ξεκάθαρη αν λάβει κανείς υπόψη τη μεγάλη προσέγγιση που επήλθε στις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ μετά τη συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ το 2015. Ο ΣΥΡΙΖΑ που πήρε σήμερα 31,5% δεν έχει σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ που διακήρυσσε το 2015 την ανατροπή των μνημονίων και ένα πρόγραμμα που θα ανακούφιζε ουσιαστικά τα λαϊκά στρώματα. Είναι ένα κόμμα που έχει αποδεχτεί το μνημονιακό πλαίσιο και η αντίθεσή του με τη ΝΔ περιορίζεται στους τρόπους διαχείρισης όψεων αυτού του πλαισίου. Γι’ αυτό, ακόμη και αν ένα μέρος του κόσμου που ψήφισε τον ΣΥΡΙΖΑ είναι δυσαρεστημένο και εξακολουθεί να προσβλέπει σε μια άλλη, γνήσια αριστερή πολιτική προοπτική, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι η ψήφος που δόθηκε στα δυο μεγάλα κόμματα είναι μια συστημική ψήφος, μια ψήφος που ενισχύει άμεσα τη σταθερότητα του αστικού συστήματος.

2. Η ΝΔ πήρε ένα μεγάλο ποσοστό, σχεδόν 40%, απορροφώντας σημαντικό μέρος από τους ακροδεξιούς (αντιμετανάστες, κοκ) ψηφοφόρους, που πρόκριναν στη συγκυρία την απομάκρυνση του ΣΥΡΙΖΑ. Παράλληλα, επωφελήθηκε από την απαξίωση των ιδεών της Αριστεράς στα τέσσερα χρόνια της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για να επαναπατρίσει ένα μέρος του εκλογικού σώματος που είχε ριζοσπαστικοποιηθεί μετά το 2011.

Η νέα κυβέρνηση θα είναι μια επιθετική δεξιά κυβέρνηση. Γι’ αυτό δεν μαρτυρούν μόνο οι ισχυρές ρεβανσιστικές διαθέσεις στο εσωτερικό της ΝΔ, που εκφράστηκαν στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, παρά την υποτιθέμενη μετριοπάθεια. Πρόκειται πρώτα και κύρια για την πιεστική ανάγκη της αστικής τάξης να δοθούν ακόμη πιο αποφασιστικά αντιδραστικές λύσεις στα εκκρεμή ζητήματα και τις αντιθέσεις του συστήματος (ιδιωτικοποιήσεις, ασφαλιστικό, επιβολή της «τάξης»). Τις απαντήσεις αυτές το κατεστημένο τις θεωρεί ως όρο για την καπιταλιστική ανάκαμψη, με τη διαμόρφωση ενός πλαισίου για επενδύσεις με εγγυημένα υψηλά κέρδη, χωρίς λαϊκή αντίσταση, κοκ.

Χωρίς να υποτιμούνται οι εμπλεκόμενοι, άμεσοι και έμμεσοι, κίνδυνοι για το λαό, ακόμη και αν εκπληρωθεί ένα μέρος του κυβερνητικού σχεδίου της ΝΔ, δεν φαίνεται να έχει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Σε ένα διεθνές, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο περιβάλλον στασιμότητας και έντασης των αντιθέσεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αρχής εμπορικών πολέμων, κ.λπ., είναι απίθανο να υπάρξει στην Ελλάδα μια κάπως σταθερή καπιταλιστική ανάπτυξη, που θα έδινε μια έστω προσωρινή διέξοδο στις αντιθέσεις του συστήματος. Ακόμη και αν γίνουν μερικές αναιμικές «πρόοδοι», οπωσδήποτε θα αναπτυχθούν στην πορεία οι λαϊκές αντιστάσεις απέναντι σε μια αστική πολιτική που θα επιβάλλει νέα βάρη χωρίς να προσφέρει οτιδήποτε ουσιαστικό στους εργαζόμενους.

3. Ο ΣΥΡΙΖΑ επέδειξε αξιοσημείωτη αντοχή, συσπειρώνοντας στις τελευταίες μέρες πριν την κάλπη ένα υπολογίσιμο μέρος των ψηφοφόρων του από τις εκλογές του 2015, οι οποίοι στις ευρωεκλογές είχαν απόσχει. Αυτό το κομμάτι των αριστερών, απογοητευμένων ψηφοφόρων δεν επανήλθε στον ΣΥΡΙΖΑ γιατί διέκρινε κάτι θετικό στις θέσεις και την πολιτική του. Ο πολιτικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ ήταν μια κενόλογη αναπαραγωγή της αντιδεξιάς ρητορικής του ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του 1990, που ελάχιστη έλξη μπορεί να ασκεί σήμερα στον κόσμο. Το πραγματικό κίνητρο της ενίσχυσης του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ο φόβος για τις συνέπειες που θα είχε μια συντριπτική νίκη της ΝΔ στις εκλογές.

Όπως έδειξε και η στάση των ιδεολογικών ταγών του κατεστημένου, ιδιαίτερα οι σχολιασμοί των δημοσιογράφων του ΣΚΑΪ το βράδυ των εκλογών, όταν κατηγορούσαν τον ΣΥΡΙΖΑ σαν ένα «ανορθολογικό» κόμμα και μιλούσαν για την ανάγκη «πλήρους ρήξης» με το αριστερό του παρελθόν, αυτή η συγκράτηση δυνάμεων έχει και κάτι θετικό. Σημαίνει έναν περιορισμό της ασυδοσίας της ΝΔ, της ικανότητάς της, επικαλούμενη μια συντριπτική νίκη που δεν ήρθε, να περάσει σε μια ολομέτωπη επίθεση για την πλήρη επιβολή της νεοφιλελεύθερης ατζέντας της στην ελληνική κοινωνία. Οι ταγοί του συστήματος φοβούνται ότι όταν αυτή η επίθεση εκδηλωθεί –και θα εκδηλωθεί αναπόφευκτα στο κοντινό μέλλον– ο ΣΥΡΙΖΑ θα υποχρεωθεί να υποστηρίξει τις λαϊκές αντιδράσεις και θα έχουμε μια επανάληψη των μαζικών κινημάτων του 2011-2012, με εκατοντάδες χιλιάδες λαού να διαδηλώνουν στο Σύνταγμα. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα ηγηθεί ενός μεγάλου λαϊκού κινήματος· στην κρίσιμη στιγμή, ακόμη και αν το υποστηρίξει αρχικά, ο ρεφορμισμός θα κάνει πίσω. Ο πραγματικός φόβος των απολογητών είναι ότι το κίνημα θα μπορούσε τότε να ξεπεράσει τις ηγεσίες και να έχουμε ένα μεγάλο ξέσπασμα της λαϊκής οργής με καταστάσεις τύπου Αργεντινής. Φοβούνται ότι μπορεί να τεθεί σε κίνηση η πλειοψηφία του λαού που είπε το «Όχι» στο δημοψήφισμα το 2015 και γι’ αυτό προσπαθούν να ξορκίσουν εκ των προτέρων μια τέτοια εξέλιξη, καθυβρίζοντας ό,τι συντείνει σε αυτή ως «ανορθολογικό», «λαϊκίστικο» κοκ.

Συνολικά, ωστόσο, η συσπείρωση που πέτυχε ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μακροχρόνια ένα αρνητικό πρόσημο. Θα του επιτρέπει να εμφανίζεται ως ο κύριος εκφραστής του αριστερού χώρου, βάζοντας εμπόδια σε οποιαδήποτε πραγματικά ριζοσπαστική αναδιάταξή του.

4. Στις ευρωεκλογές και τις εθνικές εκλογές εκμηδενίστηκαν πλήρως ή εν μέρει τα νέα μικροαστικά κόμματα που εμφανίστηκαν από το 2012 (ΑΝΕΛ, Ποτάμι, αργότερα Πλεύση Ελευθερίας, Ένωση Κεντρώων, κ.λπ.). Από τα ενδιάμεσα, «κεντρώα» κόμματα, επιβίωσε μόνο το ΚΙΝΑΛ-ΠΑΣΟΚ. Το σύστημα μπόρεσε έτσι να κλείσει ουσιαστικά τη μικρή ρωγμή που αντιπροσώπευε στο παλιό πολιτικό οικοδόμημα η εμφάνιση αυτών των δυνάμεων, στο βαθμό που ορισμένες μπορούσε να υιοθετούν μια αντιμνημονιακή ρητορική είτε να ευαγγελίζονται μια «ανανέωση» σε σχέση με τις παλιές δυνάμεις.

5. Σημαντική εξέλιξη είναι η αλλαγή φρουράς στον ακροδεξιό/νεοφασιστικό χώρο με την υποχώρηση της Χρυσής Αυγής και την ανάδειξη σε κύριο εκφραστή του της Ελληνικής Λύσης του Βελόπουλου.

Ο αποκλεισμός της Χρυσής Αυγής από τη Βουλή, έστω και οριακά, είναι ασφαλώς το πιο θετικό στοιχείο του εκλογικού αποτελέσματος. Δικαιώνει και επιστεγάζει τους αγώνες του κινήματος που από τη μέρα της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα και πιο πριν βρέθηκε στους δρόμους για να φράξει το δρόμο στην αναβίωση του φασισμού.

Δεν θα πρέπει όμως να θεωρήσουμε το εκλογικό αποτέλεσμα ως μια οριστική ήττα της ακροδεξιάς και του νεοφασισμού. Το άθροισμα των δυνάμεων του χώρου (παλιότερα Χρυσή Αυγή και ΛΑΟΣ, σήμερα Χρυσή Αυγή και Ελληνική Λύση) περιορίστηκε σε κάποιο βαθμό στις εθνικές εκλογές, όχι όμως σημαντικά. Επιπρόσθετα, ο ερχομός της Ελληνικής Λύσης στο προσκήνιο συμβαδίζει με την προσπάθεια του κατεστημένου, που έχει ήδη προωθηθεί σε χώρες όπως οι Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία, κ.ά., να αντικατασταθούν τα ανοικτά φασιστικά κόμματα με πιο ευέλικτες ακροδεξιές δυνάμεις που έχουν κάτι να πουν σε σχέση με τη σύγχρονη κατάσταση, πέρα από το να νοσταλγούν νυχθημερόν το ναζισμό. Η Χρυσή Αυγή μπορεί να είχε τα τάγματα εφόδου, δεν είχε όμως στελέχη ικανά να βρουν απήχηση σε κάπως ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού, πέραν όσων έλκονται άμεσα από τους ναζί. Στην Ελληνική Λύση, παρά την πρόδηλη φαιδρότητα του επικεφαλής της, που θυμίζει και εν μέρει ξεπερνά τον «φίρερ» Μιχαλολιάκο, υπάρχουν στελέχη (Βιλιάρδος, κ.ά.) που θα μπορούσε ενδεχόμενα να βρουν απήχηση σε ένα ευρύτερο ακροατήριο, με πιο ευέλικτο λόγο και τακτικές. Γι’ αυτό δεν πρέπει να υποτιμηθεί ο κίνδυνος που αντιπροσωπεύουν, ιδιαίτερα αν, μετά από μια αποτυχία της ΝΔ, επιχειρηθεί στη χώρα μας μια μπερλουσκονικού τύπου αναδιάταξη του πολιτικού συστήματος, με τη δημιουργία ενός κόμματος άμεσα ελεγχόμενου από τον Μαρινάκη. Σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε φυσικά να επανακάμψει και η Χρυσή Αυγή, ανακτώντας τους ψηφοφόρους που απώλεσε τώρα.

Είναι ρεαλιστική μια τέτοια αναδιάταξη του πολιτικού συστήματος; Εδώ πρέπει να επισημανθεί μια διαφορά της κατάστασης που την καθιστά πιο δυσχερή από χώρες όπως η Ιταλία. Τα ακροδεξιά και νεοφασιστικά κόμματα βασίζονται κυρίως στην υποστήριξη των μικροαστών που καταστρέφει η κρίση. Στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, τις χώρες του «Βορρά» (Ολλανδία, Γαλλία, Αυστρία, σκανδιναβικές, ακόμη και Ιταλία), αυτά τα στρώματα ήταν βολεμένα στην καλή εποχή του καπιταλισμού, που τερματίστηκε με την κρίση του 2008. Δεν είχαν σοβαρές παραδόσεις αγώνων, ενώ η ίδια η ισχύς του συστήματος έδινε μερικές δυνατότητες να ικανοποιηθούν ακόμη και στον καιρό της κρίσης κάποια αιτήματά τους σε βάρος της εργατικής τάξης. Στις συνθήκες αυτές ήταν φυσικό να στραφούν δεξιά, υποστηρίζοντας τη «λαϊκιστική» ακροδεξιά ή ακόμη και το νεοφασισμό.

Στις χώρες του Νότου αντίθετα (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία) ο καπιταλισμός δεν είναι τόσο ισχυρός και τα μικροαστικά στρώματα έχουν αριστερές παραδόσεις. Έτσι η άνοδος της ακροδεξιάς και του νεοφασισμού ήταν εκεί πιο αδύναμη και αργοπορημένη: με το ξέσπασμα της κρίσης, οι μικροαστοί έκλιναν αριστερά, όπως έδειξε το κίνημα των Αγανακτισμένων. Αυτό εξηγεί την ανησυχία των απολογητών, που πηγάζει από την αίσθησή τους ότι το σύστημα εδώ δεν είναι ικανό να στηρίξει άμεσα μια μπερλουσκονική/ακροδεξιά αναδιάταξη και μπορεί το κίνημα να αναλάβει την πρωτοβουλία πριν διαμορφωθούν οι όροι της. Παρότι βρίσκονται σήμερα στη ΝΔ, οι διάφοροι Μπόγδανοι, Πορτοσάλτε, κ.ά., εκφράζουν στην πραγματικότητα την πιο επιθετική, μπερλουσκονική πτέρυγα, στην οποία αγωνίζονται να ανοίξουν στο δρόμο. Η υστερία και η κινδυνολογία που επιστρατεύουν για να τρομοκρατούν τον κόσμο μαρτυρά τη βαθύτερη αδυναμία και το φόβο τους. Πρέπει όμως να πούμε ότι για να έρθει πρώτο το κίνημα και να παρέμβει αποτελεσματικά στις εξελίξεις είναι αναγκαίο να υπάρχει μια σύγχρονη μαρξιστική, επαναστατική αριστερά, που σήμερα δεν υπάρχει. Υπό τις συνθήκες αυτές, και αν ο τελευταίος όρος δεν εκπληρωθεί έγκαιρα, δεν μπορεί να αποκλειστεί τα σχέδια της επιθετικής δεξιάς και ακροδεξιάς να στεφθούν με επιτυχία.

6. Για την κομμουνιστική και ριζοσπαστική Αριστερά –τις δυνάμεις που τοποθετούνται στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ– το εκλογικό αποτέλεσμα συνολικά αντιπροσωπεύει μια μεγάλη ήττα.

Το ΚΚΕ, σε σχέση με τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, έπεσε σε ποσοστό (5,3% από 5,5%) και πολύ περισσότερο σε ψήφους (299.000 από 338.000). Αν σκεφτούμε ότι στις εκλογές του Μάη του 2012 είχε πάρει 8,5% (536.000 ψήφοι), αυτό σημαίνει ότι από μια μεγάλη δεξαμενή περίπου 250.000 κόσμου που το είχε ως πρώτη επιλογή κατά την έναρξη της κρίσης και μετά στράφηκε στον ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπόρεσε να προσελκύσει κανέναν. Παρά τη διάψευση των ελπίδων του, αυτός ο κόσμος είτε ψήφισε πάλι ΣΥΡΙΖΑ είτε προτίμησε την αποχή, και ούτε ένα ισχνό μέρος του δεν στράφηκε στο ΚΚΕ. Απεναντίας, το ΚΚΕ απώλεσε περί τις 40.000 ψήφους ακόμη και σε σχέση με το αποτέλεσμα του Ιανουαρίου 2015.

Η ΛΑΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ουσιαστικά εξαερώθηκαν. Η ΛΑΕ πήρε 0,28% (από 2,9% το Σεπτέμβρη του 2015 ή 15.900 ψήφους από 155.000) και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ 0,44% (από 0,85% το Σεπτέμβρη του 2015). Ιδιαίτερα για τη ΛΑΕ, ένα κόμμα που ξεκίνησε με 25 βουλευτές και τράβηξε ένα πολύ υπολογίσιμο μέρος από τις κομματικές οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ, το αποτέλεσμα αντιπροσωπεύει μια πραγματική συντριβή, που είναι ζήτημα αν θα βρεθεί όμοιό της στην ιστορία της ελληνικής Αριστεράς.

Στις συνθήκες αυτές, η είσοδος του ΜΕΡΑ25 στη Βουλή αποτελεί αναμφίβολα ένα θετικό στοιχείο του εκλογικού αποτελέσματος αναφορικά με τη ριζοσπαστική Αριστερά. Παρά τις δικαιολογημένες κριτικές για την ασάφεια των θέσεών του, το ότι θα υπάρχει στη Βουλή ένα μη ελεγχόμενο από το σύστημα και προβλέψιμο όπως το ΚΚΕ αριστερό κόμμα, ανοίγει ένα μικρό έστω παράθυρο αισιοδοξίας. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τις οξείες επιθέσεις που επιφύλαξαν το βράδυ των εκλογών οι απολογητές δημοσιογράφοι στον Βαρουφάκη, οι οποίες συνδέονται με το γεγονός ότι η παρουσία του κόμματός του στη Βουλή χαλά τη συστημική ομοφωνία και μπορεί να δώσει ώθηση σε μια νέα αμφισβήτηση σαν αυτή που εξέφρασε στο 2012-15 ο ΣΥΡΙΖΑ.

7. Η πολύ υψηλή αποχή. Η αποχή ανήλθε σε 42,1%, ελάχιστα κάτω από το 43% στις εκλογές του Σεπτέμβρη 2015 και πολύ πάνω από το 35,1% στις εκλογές του Ιανουαρίου 2015. Ενώ ένα μέρος της μπορεί να οφείλεται σε συγκυριακούς παράγοντες (χρόνος διεξαγωγής των εκλογών, κ.λπ.) η διαρκής αύξηση της αποχής αντανακλά την αυξανόμενη απολιτικοποίηση πλατιών κοινωνικών στρωμάτων. Ένα μεγάλο μέρος της προέρχεται από την αποχή ριζοσπαστικών στοιχείων που είχαν συμμετάσχει στα κινήματα και έχουν απογοητευτεί από τη συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ, την απουσία μιας σοβαρής κομμουνιστικής Αριστεράς, τη γενικότερη συστημική σήψη και την έλλειψη προοπτικών.

Ως πανευρωπαϊκό φαινόμενο, η διεύρυνση της αποχής αντανακλά την κρίση νομιμοποίησης του συστήματος, ειδικά του κοινοβουλευτισμού, σε μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού. Εφόσον όμως, εξαιτίας της απουσίας μιας επαναστατικής πρωτοπορίας, δεν μεταφράζεται σε μια θετική στάση αμφισβήτησης, είναι ένα βασικά αρνητικό φαινόμενο. Επιτρέπει στις συστημικές δυνάμεις να διατηρούν την ηγεμονία και να ενδυναμώνουν την ψευδαίσθηση, μέσω της συντριπτικής κοινοβουλευτικής τους υπεροχής, ότι ο καπιταλισμός είναι παντοδύναμος.

Για το χαρακτήρα της περιόδου και τα αίτια της ήττας της κομμουνιστικής Αριστεράς

Παρότι περιλαμβάνει και συγκυριακές όψεις, το αποτέλεσμα της ελληνικής κομμουνιστικής Αριστεράς στις εκλογές του Ιούλη 2019 δεν είναι συγκυριακό. Συνδέεται με τάσεις που επικράτησαν στο εσωτερικό της σε όλη την περίοδο μετά την έναρξη της κρίσης και ακόμη πιο πριν, από τη διάλυση της ΕΣΣΔ το 1991. Συνολικά, η περίοδος αυτή ήταν μια περίοδος αποσύνθεσης του κομμουνιστικού κινήματος και, παρά τις επιμέρους αναλαμπές, υποχώρησης των κινημάτων και παγκόσμιας ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού. Έτσι όταν ξέσπασε η παγκόσμια κρίση το 2008, ο άμεσος αντίκτυπος ήταν περισσότερο μια άνοδος της ακροδεξιάς, παρά μια ενίσχυση των ριζοσπαστικών κινημάτων. Ασφαλώς, υπήρξε το μεγάλο ριζοσπαστικό κίνημα των Αγανακτισμένων, αυτό όμως περιορίστηκε σε λίγες χώρες και δεν μπόρεσε να πάει πέρα από το να ωθήσει μια κοινοβουλευτική άνοδο του ρεφορμισμού, που με τη δεξιά στροφή του ΣΥΡΙΖΑ εξάντλησε σε μεγάλο βαθμό τα περιθώριά της. Τελικά η ριζοσπαστική αμφισβήτηση πισωγύρισε και επιβεβαιώθηκαν προσωρινά, ακόμη και στις χώρες του Νότου, οι συντηρητικές τάσεις, που αποτυπώθηκαν στο εκλογικό αποτέλεσμα.

Σημαίνουν άραγε αυτά ότι η ήττα της κομμουνιστικής Αριστεράς στις εκλογές ήταν αναπόφευκτη, μια συνέπεια της συντηρητικής στροφής της κοινωνίας; Αυτός ο αντικειμενικός παράγοντας ασφαλώς υπήρξε και έπαιξε ένα ρόλο, δεν ήταν όμως ο καθοριστικός. Το αποφασιστικό σημείο που καθόρισε την ήττα είναι ότι οι ηγεσίες των κύριων σχηματισμών της κομμουνιστικής Αριστεράς –ΚΚΕ, ΛΑΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ– έκαναν μια ριζικά λαθεμένη εκτίμηση της κατάστασης. Ενώ η τελευταία 4ετία μετά τη συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν βασικά μια περίοδος υποχώρησης και αμυντικών μαχών του κινήματος, οι ηγεσίες αυτές προέκριναν, η καθεμιά με τον τρόπο της, μια λαθεμένη τακτική αντεπίθεσης, που δεν αντιστοιχούσε στα πραγματικά δεδομένα της κατάστασης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να αξιοποιήσουν τις πραγματικές δυνατότητες να συσπειρώσουν έστω ένα μέρος του κόσμου που πληττόταν από την κρίση και αναζητούσε και αναζητά μια ριζοσπαστική διέξοδο.

Αν θα θέλαμε να βρούμε ένα ιστορικό ανάλογο της τωρινής κατάστασης, της κατάστασης από την έναρξη της παγκόσμιας κρίσης το 2008, το παρέχει η περίοδος αμέσως μετά την έναρξης της παγκόσμιας κρίσης του 1929, η οποία επίσης είχε οδηγήσει άμεσα σε μια επίθεση της αντίδρασης, με την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία και σε μερικές ακόμη χώρες. Ο Τρότσκι είχε προβεί τότε σε μια σαφή, ακριβή εκτίμηση του αμυντικού χαρακτήρα της  συγκεκριμένης περιόδου:

«Η τακτική του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος στην άμεση περίοδο πρέπει να αποβλέπει στην επίθεση ή στην άμυνα; Απαντούμε: στην άμυνα… Πρέπει να πλησιάσουμε τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες στο πεδίο της άμυνας για να τους οδηγήσουμε έπειτα σε μια αποφασιστική επίθεση… Μια αμυντική θέση συνεπάγεται την πολιτική της προσέγγισης της πλειονότητας της γερμανικής εργατικής τάξης και του ενιαίου μετώπου με τους σοσιαλδημοκράτες και ακομμάτιστους εργάτες ενάντια στο φασιστικό κίνδυνο»1.

Στις ηγεσίες του ΚΚΕ, της ΛΑΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αντίθετα, δεν θα βρούμε καμιά τέτοια εκτίμηση της κατάστασης και καμιά σοβαρή ανάλυση των καθηκόντων του κινήματος που απορρέουν. Αντίθετα το σήμα κατατεθέν της πολιτικής τους είναι η αναφορά και η έκκληση για μια αντεπίθεση του κινήματος, για την οποία δεν υπάρχουν σήμερα οι δυνάμεις, υπερπηδώντας έτσι τα πραγματικά καθήκοντα. Αυτό καθορίζει τον κοινό μικροαστικό υποκειμενισμό αυτών των ηγεσιών, ο οποίος στην περίπτωση του ΚΚΕ και της ΛΑΕ έχει ένα γραφειοκρατικό, ενώ στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ ένα διανοουμενίστικο πρόσημο. Πιο συγκεκριμένα:

1. Το ΚΚΕ, δια στόματος Κουτσούμπα στην πρώτη δήλωσή του το βράδυ των εκλογών, στάθηκε στη γραμμή της «αντεπίθεσης»: «Η επόμενη μέρα θα βρει και νέες δυνάμεις στο δρόμο της αντεπίθεσης, στο δρόμο της ταξικής πολιτικής πάλης». Αυτό ήταν το κεντρικό σημείο της δήλωσης του κ. Κουτσούμπα, που προβάλλεται στο Ριζοσπάστη με τον τίτλο, «Με όλες μας τις δυνάμεις στο δρόμο της αντεπίθεσης, της ταξικής πολιτικής πάλης». Αυτή η επωδός επαναλήφθηκε και στην Ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ για το αποτέλεσμα των εκλογών, όπου γίνονται καμιά δεκαριά παρόμοιες αναφορές στην «αντεπίθεση»2.

Η «αντεπίθεση» ήταν το σλόγκαν και η γραμμή του ΚΚΕ όχι μόνο σε αυτές τις εκλογές, αλλά γενικά τα πρόσφατα χρόνια, ακόμη μάλιστα από το 1991 και δώθε. Είναι γνωστά τα συνθήματά του «Λαϊκή αντεπίθεση» και «Αντεπίθεση λαέ τώρα με το ΚΚΕ», που επαναλαμβάνονται πανομοιότυπα σε κάθε ευκαιρία. Στο διαδίκτυο θα βρει κανείς εκατοντάδες ομιλίες της Παπαρήγα και του Κουτσούμπα, αποφάσεις κομματικών συνεδρίων, άρθρα στελεχών, κοκ, σε αυτό το πνεύμα και με ρητές σχετικές διακηρύξεις, που θα μπορούσαν να γεμίσουν ολόκληρους τόμους. Αλλά αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι είναι και η σωστή γραμμή.

Αν υπάρχει ένα πράγμα που άφησαν σαν κληρονομιά ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι, είναι ότι οι κομμουνιστές πρέπει να μιλούν τη γλώσσα της αλήθειας. Και η αλήθεια είναι ότι στο μεγαλύτερο μέρος της περιόδου μετά τα 1991 το κομμουνιστικό και ευρύτερο μαζικό κίνημα, διεθνώς και σε σημαντικό βαθμό και στην Ελλάδα, βρέθηκε σε θέση υποχώρησης και άμυνας, πρώτα απέναντι στη νεοφιλελεύθερη επίθεση του κεφαλαίου και μετά ενάντια στην ακροδεξιά άνοδο. Μόνο ξεκινώντας από μια αναγνώριση αυτής της πραγματικής κατάστασης, οι κομμουνιστές θα μπορούσε να καθορίσουν σωστά τα καθήκοντά τους στο συγκεκριμένο ιστορικό στάδιο. Δυνατότητα αντεπίθεσης στην Ελλάδα, αν μιλάμε για πραγματική δυνατότητα και όχι για φανταστικές όπως αυτές που υπάρχουν μέσα στο κεφάλι της Παπαρήγα και του Κουτσούμπα, δόθηκε μόνο στα 2011-12, με την άνοδο του τεράστιου κινήματος των Αγανακτισμένων. Τότε όμως το ΚΚΕ έμεινε παράμερα, αποκήρυξε το κίνημα σαν «ανώριμο» και «υποκινούμενο» και στην ουσία στήριξε το σύστημα. Από αυτό και μόνο καταλαβαίνει κανείς για τι λογής «αντεπίθεση» πρόκειται.

Στην περίπτωση του ΚΚΕ η γραμμή της «αντεπίθεσης» συνδυάστηκε με μια ευρύτερη αναπαραγωγή της υπεραριστερής, σεκταριστικής γραμμής της Τρίτης Περιόδου της Κομιντέρν (1928-34) που είχε δώσει τη νίκη στους ναζί στη Γερμανία: άρνηση του ενιαίου μετώπου και των συμμαχιών, απόρριψη του μεταβατικού προγράμματος, τελεσιγραφισμός απέναντι στα κινήματα, χαρακτηρισμός κάθε πολιτικής δύναμης και κινήματος που δεν ελέγχεται άμεσα από το ΚΚΕ ως «προβοκατόρικου», «ύποπτου» ή «χειραγωγούμενου», προσμονή μιας «καθαρά σοσιαλιστικής» επανάστασης και παραπομπή όλων των πιεστικών προβλημάτων του λαού για λύση στην «εργατική εξουσία», κοκ. Αυτά, σε συνδυασμό με την αποθέωση του Στάλιν και τη δικαίωση των σταλινικών εγκλημάτων και των εκκαθαρίσεων ως σωτήριων για το σοσιαλισμό έργων δημιούργησαν μια εντελώς απωθητική εικόνα που απομάκρυνε τα λαϊκά στρώματα.

Η εκτίμηση ότι η αποτυχία του ΚΚΕ να αυξήσει έστω και ελάχιστα την πολιτική επιρροή του στα μνημονιακά χρόνια καταδεικνύει το λαθεμένο, τυχοδιωκτικό χαρακτήρα της πολιτικής του είναι εντελώς σωστή. Συνήθως όμως ξεχνάμε ή δεν δίνουμε σημασία σε μια άλλη απόδειξη, που είναι δέκα και εκατό φορές πιο σημαντική: την αποτυχία του ΚΚΕ να αυξήσει την τελευταία δεκαετία και σε όλη την περίοδο 1991-2019 την επιρροή του στα συνδικάτα, να αποκτήσει τον έλεγχο της ΓΣΕΕ ή έστω κάποιων σημαντικών εργατικών κέντρων, ομοσπονδιών, κοκ, πέραν αυτών που έλεγχε παραδοσιακά. Πραγματικά, σε σχέση με την εκλογική στασιμότητα μπορεί να επικαλούνται διάφορα άλλοθι: οι εκβιασμοί, η λογική της χαμένης ψήφου, τα διλήμματα, κοκ. Αν όμως η γραμμή της αντεπίθεσης είναι σωστή, γιατί απέτυχε να αποφέρει ακόμη και τα παραμικρά κέρδη στα συνδικάτα; Εκεί η εργατική τάξη βρίσκεται άμεσα αντιμέτωπη με την εργοδοσία και το κράτος, και παρά την εργοδοτική τρομοκρατία (που δεν υπάρχει στο δημόσιο), τα διλήμματα αυτού του τύπου δεν ισχύουν. Δεν θα έπρεπε λοιπόν μια σωστή πολιτική να είχε αποφέρει κάποια στοιχειώδη έστω θετικά αποτελέσματα;3

Υπάρχει μια γνώμη ότι οι κομμουνιστές δεν επιτρέπεται ποτέ να διασπούν τα συνδικάτα, ότι πρέπει πάντα και παντού να είναι υπέρ της ενότητας, κοκ. Η γνώμη αυτή είναι λαθεμένη, ακολουθεί τη γραμμή της «γενικής, αφηρημένης αλήθειας». Ο Λένιν όμως έλεγε ότι δεν υπάρχει αφηρημένη αλήθεια, η αλήθεια είναι πάντα συγκεκριμένη. Σε εποχές επαναστατικής ανόδου είναι θεμιτό και μπορεί να γίνει απαραίτητο οι κομμουνιστές να διασπάσουν αντιδραστικά συνδικάτα, που λειτουργούν σαν φρένο για το κίνημα, στο πλαίσιο της γενικότερης ρήξης με την αστική νομιμότητα. Σε τέτοιες συνθήκες οι μάζες θα ακολουθήσουν τις νέες οργανώσεις και μπορεί μάλιστα να τις δημιουργήσουν αυθόρμητα οι ίδιες· οι εργοστασιακές επιτροπές που ξεπήδησαν από τον Φλεβάρη ως τον Οκτώβρη του 1917 στη Ρωσία συνιστούσαν μια de facto διάσπαση των συνδικάτων, που ήταν αντιδραστικά και αντεπαναστατικά. Αλλά να διασπάς τα συνδικάτα σε περιόδους υποχώρησης και άμυνας είναι δείγμα εγκληματικής βλακείας. Σε τέτοιες περιόδους οι μάζες είναι παθητικές (ένα γεγονός που εκφράστηκε μετά το 1990 στο εργατικό μας κίνημα με τη μείωση του αριθμού των απεργιών, των μελών των συνδικάτων, κοκ) και η μεγάλη πλειοψηφία των οργανωμένων εργατών θα τείνει να παραμείνει στα παλιά συνδικάτα. Η δημιουργία του ΠΑΜΕ από το ΚΚΕ το 1999 και η συγκέντρωση των ελεγχόμενων από αυτό σωματείων και ομοσπονδιών σε αυτό σήμαινε έτσι ουσιαστικά την εγκατάλειψη όλων των άλλων οργανώσεων στα χέρια του κυβερνητικού συνδικαλισμού, την απάρνηση της υπομονετικής δουλειάς, που θα έπρεπε να διεξαχθεί με εντελώς διαφορετικό πνεύμα, για να αποσπαστούν οι εργαζόμενοι από την επιρροή του κεφαλαίου και της κυβέρνησης. Η γραμμή της «αντεπίθεσης» λειτούργησε εδώ ακριβώς σαν ένα χρύσωμα για την απύθμενη γραφειοκρατική ανοησία της ηγεσίας του ΚΚΕ, για την εκλογίκευση μιας κατεύθυνσης η οποία στην πράξη βοηθά την αντίδραση, την εμφάνισή της σαν ενσάρκωσης της «επαναστατικής αδιαλλαξίας» και της «συνέπειας», κοκ.

Τα ίδια ερωτήματα θέτει και η –καθαυτή ιδιαίτερα θετική– επιτυχία του υποψήφιου του ΚΚΕ στις δημοτικές εκλογές στην Πάτρα, που συνδυάστηκε όμως με μια παταγώδη αποτυχία να αυξηθεί έστω και ελάχιστα το εκεί ποσοστό του κόμματος στις βουλευτικές εκλογές. Το πέρασμα από το μερικό στο γενικό, από την ψήφο στις δημοτικές εκλογές στην ψήφο στις βουλευτικές, γίνεται ακριβώς χάρη σε μια σωστή πολιτική, μια πολιτική που πείθει τους εργαζόμενους ότι οι κομμουνιστές δεν υπερασπίζουν μόνο τα άμεσα αλλά και τα μακροχρόνια συμφέροντά τους. Ο Πελετίδης πήρε στον πρώτο γύρο των εκλογών 41% και στο δεύτερο πάνω από 70%. Αν η γραμμή της αντεπίθεσης και οι σταλινικές τρίχες που τη συνοδεύουν είναι σωστές, γιατί δεν έπεισαν ούτε έναν από όλο αυτό τον κόσμο να κάνει το παραπέρα βήμα; Στην πραγματικότητα όχι μόνο κάτι τέτοιο δεν συνέβηκε, αλλά σε σχέση με τις εκλογές του Σεπτέμβρη 2015 το ΚΚΕ έπεσε στην Αχαΐα κατά 0,4%.

Τα τελευταία λίγα χρόνια η ηγεσία του ΚΚΕ στεφάνωσε αυτές τις κατευθύνσεις με μια αλλαγή στην εκτίμηση του χαρακτήρα της επανάστασης, που τώρα θεωρήθηκε ότι θα είναι σοσιαλιστική, και μια αναθεώρηση της ιστορίας του ΚΚΕ υπό αυτό το πρίσμα. Αυτή η εκτίμηση εκλήφθηκε από ορισμένες τροτσκιστικές ομάδες όπως η Κομμουνιστική Τάση ως ένα βήμα εμπρός. Μάλιστα, η Κομμουνιστική Τάση έφτασε να καλέσει σε υπερψήφιση του ΚΚΕ στις εκλογές του 2019 με αυτό το σκεπτικό.

Στην πραγματικότητα, η εκτίμηση για το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της επανάστασης είναι η αποθέωση της γραφειοκρατικής αυθαιρεσίας και της απόσπασης της ηγεσίας του ΚΚΕ από την πραγματικότητα. Αυτό όχι μόνο γιατί η εκτίμηση αυτή, συνδυασμένη με την πλήρη άρνηση των συμμαχιών και του μεταβατικού προγράμματος, καταλήγει αναπόφευκτα σε μια αντίληψη της «καθαρά σοσιαλιστικής» επανάστασης, στο όνομα της οποίας απορρίπτουν κάθε μερικότερο αγώνα και κίνημα που μπορεί να συνεισφέρει σε αυτή. Αλλά κυρίως γιατί αντιφάσκει με όλη την ιστορική εμπειρία των επαναστάσεων του 20ού και του 21ου αιώνα.

Η ιστορική εμπειρία του 20ού αιώνα παρουσίασε γενικά δυο τύπους επαναστάσεων σε μια μεγάλη ποικιλία παραλλαγών. Επαναστάσεις τύπου 1905, στις οποίες το δημοκρατικό στάδιο έχει μεγάλη διάρκεια και είναι σχετικά ανεξάρτητο από το σοσιαλιστικό. Κλασικές τέτοιες περιπτώσεις είναι η ρωσική επανάσταση του 1905 και η κινεζική επανάσταση του 1925-49. Και επαναστάσεις τύπου 1917, στις οποίες το δημοκρατικό στάδιο μετατρέπεται σε ένα σύντομο προθάλαμο του σοσιαλιστικού, με κλασικό παράδειγμα τη ρωσική επανάσταση του 1917. Το να λέμε ότι η επανάσταση θα είναι σοσιαλιστική ισοδυναμεί με τη διαβεβαίωση ότι οι επαναστάσεις τύπου 1905 είναι αδύνατες στην εποχή μας. Αυτό όμως είναι ένα άθλιο ψέμα: οι αραβικές επαναστάσεις του 2011-12, οι πρώτες μεγάλες επαναστάσεις του 21ου αιώνα, ήταν επαναστάσεις τύπου 1905. Το ΚΚΕ, πιστό στη γενική θεώρησή του, αποκήρυξε αυτές τις επαναστάσεις ως χειραγωγημένες, «κατευθυνόμενες από τον ιμπεριαλισμό», κοκ. Όσοι όμως δεν θέλουν να αποκηρύξουν και να προδώσουν τις αραβικές επαναστάσεις δεν μπορεί να υποστηρίζουν μια τέτοια θέση.

Αλλά και τη ρωσική επανάσταση του 1917 αν πάρουμε θα δούμε ότι η επανάσταση του Φλεβάρη ήταν δημοκρατική και παρέμεινε τέτοια ως την κατάληψη της εξουσίας από τα Σοβιέτ τον Οκτώβρη. Η σοσιαλιστική επανάσταση ξεκινά μόνο μετά την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη και την έναρξη της απαλλοτρίωσης του κεφαλαίου. Από το Φλεβάρη ως τον Οκτώβρη του 1917 κάτι τέτοιο δεν υπήρχε στη Ρωσία: η επανάσταση παρέμενε ακόμη σε δημοκρατικά όρια και διεξαγόταν πάλη για το αν θα βγει από αυτά και θα εξελιχθεί σε σοσιαλιστική. Αυτό τελικά έγινε δυνατό, αλλά μόνο χάρη σε δυο πράγματα. Πρώτο, ότι οι Μπολσεβίκοι μπήκαν επικεφαλής του κινήματος του λαού, που περιστρεφόταν ακόμη γύρω από καθαρά δημοκρατικά αιτήματα (ειρήνη, γη, κοκ). Και δεύτερο, ότι αντιμετώπισαν υποδειγματικά τις καμπές αυτού του σταδίου: το κύμα του αμυνιτισμού μετά το Φλεβάρη, τη συγκράτηση της πρόωρης εκδήλωσης των μαζών τον Ιούλη, το ενιαίο μέτωπο ενάντια στο πραξικόπημα του Κορνίλοφ. Ο όρος για το τελευταίο όμως ήταν ότι δεν παρανοούσαν το περιεχόμενο της επαναστατικής διαδικασίας, δεν έλεγαν ότι έχουμε ήδη μπει στη σοσιαλιστική επανάσταση.

Το να λέμε ότι η επανάσταση θα είναι σοσιαλιστική σημαίνει να υπερπηδάμε, ακόμη και σε μια επανάσταση τύπου 1917, το στάδιο από το Φλεβάρη ως τον Οκτώβρη. Σημαίνει να λέμε είτε ότι ένα τέτοιο στάδιο δεν θα υπάρξει, είτε ότι οι δυσκολίες του θα λυθούν αυτόματα, και να αρνούμαστε να εξετάσουμε συγκεκριμένα αυτές τις δυσκολίες, οι οποίες στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες θα είναι μεγαλύτερες, λόγω της αυξημένης αντοχής και ικανότητας αντίστασης της αστικής τάξης. Όσοι, όπως η ηγεσία του ΚΚΕ, εκτιμούν το χαρακτήρα της επανάστασης σαν σοσιαλιστικό, δηλώνουν εκ των προτέρων ότι δεν θα συνεισφέρουν απολύτως τίποτα στην ανάλυση και επίλυση αυτών των δυσκολιών, ούτε βέβαια και των δυσκολιών του τωρινού αμυντικού σταδίου. Και επομένως, επειδή το πέρασμα στη σοσιαλιστική επανάσταση εξαρτάται από την επίλυσή τους, δηλώνουν ότι δεν θα συνεισφέρουν απολύτως τίποτα και στη σοσιαλιστική επανάσταση (εκτός ίσως από την παρήγορη διαβεβαίωση ότι είναι οι πιο αφοσιωμένοι οπαδοί της και ότι όσοι το αμφισβητούν αυτό είναι προδότες, προβοκάτορες και πράκτορες του ιμπεριαλισμού).

Η θέση για το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της επανάστασης είναι το σάπιο κερασάκι στη χαλασμένη τούρτα που προσφέρει η ηγεσία του ΚΚΕ. Όσοι καταπίνουν αυτό το κερασάκι, όπως η Κομμουνιστική Τάση, καταπίνουν στην πραγματικότητα και ολόκληρη την τούρτα.

2. Η ηγεσία της ΛΑΕ επίσης σε όλη την περίοδο 2015-19 ακολούθησε μια γραμμή αντεπίθεσης που η δυνατότητά της υπήρχε μόνο στη φαντασία της. Στην περίπτωση αυτή, με δεδομένα τα μεγέθη της ΛΑΕ, η όλη υπόθεση πήρε γρήγορα φαιδρό χαρακτήρα: ηχηρές διαβεβαιώσεις για τις μεγάλες επιτυχίες του κινήματος που αντιπροσώπευε η ματαίωση ενός ή δύο πλειστηριασμών (καθαυτή, βέβαια, μια αναγκαία και σωστή δράση)· παρουσίαση στοιχείων από «δημοσκοπήσεις» που κανείς άλλος δεν γνώριζε, οι οποίες έδιναν στη ΛΑΕ ποσοστά της τάξης του 5 ή και 10%, με ταυτόχρονη καταγγελία των «στημένων δημοσκοπήσεων» που έδιναν τα πραγματικά της ποσοστά· απειλές ότι «θα κάτσουν στο σκαμνί» την κυβέρνηση για τις ιδιωτικοποιήσεις – όλα αυτά μαζί συνέθεταν μια πλασματική εικόνα ανόδου του κινήματος και της ΛΑΕ, που χρησίμευε στην πράξη μόνο για την αυτοδικαίωση του επικεφαλής της και την αυταρχική αρχηγική του πρακτική. Αυτές οι αξιώσεις συνδυάστηκαν παραπέρα με κάτι ακόμη χειρότερο από τη σταλινική αναπαλαίωση του ΚΚΕ: την εμφάνιση σαν επιτυχιών του κινήματος και μέρους της κινηματικής «αντεπίθεσης» των επιτυχιών της επιθετικής ακροδεξιάς τύπου Τραμπ και Λε Πεν, με τη δημοσίευση στην Ίσκρα πλήθους άρθρων που τους εκθείαζαν και καλούσαν σε υπερψήφισή τους. Στην πορεία εξαλείφθηκε κάθε αναφορά στο μαρξισμό και την εργατική τάξη, με αποτέλεσμα να μετατραπεί η ΛΑΕ σε ένα μικροαστικό κόμμα, που στην πράξη ενήργησε σαν νεροκουβαλητής των Βελόπουλων, προσχωρώντας στον ακροδεξιό εθνικισμό και προβάλλοντας στην Ίσκρα τη δική τους ιδεολογία.

Η αιτία του εκφυλισμού της ΛΑΕ θα βρεθεί στην άρνηση της ρήξης με το σταλινισμό, τις παραδόσεις και τις πρακτικές του, που επέδειξε πεισματικά η προερχόμενη από το ΚΚΕ πλειοψηφία του Αριστερού Ρεύματος. Αυτό εμπόδισε μια θετική ενασχόληση με τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας, δημιούργησε ιδεολογικό κενό και έκανε δυνατή την επιβολή των καταστροφικών κατευθύνσεων του Π. Λαφαζάνη. Η αποστασιοποίηση ορισμένων οργανώσεων όπως η ΔΕΑ από αυτές τις κατευθύνσεις δεν αλλάζει τη γενική εικόνα.

3. Η ηγεσία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ επίσης, πρώτα και κύρια η ηγεσία του ΝΑΡ, έστεκε και στέκει σε μια βασικά αριστερίστικη γραμμή αντεπίθεσης. Αυτό εκφράζεται εντελώς συγκεκριμένα στην ανακοίνωση του ΝΑΡ για το αποτέλεσμα των εκλογών, όπου γίνεται αναφορικά με τους ψηφοφόρους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ η εκτίμηση ότι «Ο αγώνας τους, ακόμα κι αν έφερε περιορισμένα αποτελέσματα, έχει ρίξει σπόρο μιας νέας νικηφόρας αντεπίθεσης»4. Και είχε εκφραστεί επίσης εντελώς ρητά στις συνεντεύξεις των εκπροσώπων του ΝΑΡ και άλλων συνιστωσών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (ΣΕΚ, ΟΚΔΕ Σπάρτακος) στο αφιέρωμα της Μαρξιστικής Σκέψης για το ζήτημα του μετώπου, οι οποίες ήταν όλες σε αυτό το πνεύμα5.

Είναι βέβαια αλήθεια ότι σε μερικές συνιστώσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ο σεκταρισμός που υπόκειται της λογικής της αντεπίθεσης μετριάζεται κάπως από αναφορές στο ενιαίο μέτωπο και το μεταβατικό πρόγραμμα. Σχεδόν καμιά όμως (με εξαίρεση τη Μετάβαση), ακόμη και όταν αναφέρονται στους «αρνητικούς συσχετισμούς», κοκ, δεν αναγνωρίζει τον αμυντικό χαρακτήρα της περιόδου και, πολύ περισσότερο, δεν συζητά τα καθήκοντά της. Ιδιαίτερα στους μικροαστούς δημοσιολόγους του ΝΑΡ (Μαυροειδής, Μηνακάκης, κ.ά.), η γραμμή της αντεπίθεσης συνδυάστηκε με την ουσιαστική αποκήρυξη, στην αρθρογραφία τους το 2017, της Οκτωβριανής Επανάστασης και της ευρύτερης εμπειρίας του Μπολσεβίκικου Κόμματος, ως «αυταρχικής», «αστικής», κοκ6. Η γραμμή της αντεπίθεσης και η απάρνηση του μπολσεβικισμού ήταν έτσι για την ηγεσία του ΝΑΡ, που στέκει συνολικά λίγο-πολύ σε αυτές τις θέσεις, ο τρόπος για να παραμερίσει τις παραδόσεις του κομμουνιστικού κινήματος, βάζοντας τον εαυτό της στο κέντρο. Η θλιβερή πορεία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με την παρουσίαση χωριστών ψηφοδελτίων στις δημοτικές εκλογές σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πάτρα, και η παταγώδης αποτυχία της στις ευρωεκλογές και τις βουλευτικές εκλογές έδειξε τι συμβαίνει όταν αυτοί οι δημοσιολόγοι μπαίνουν στο κέντρο.

Αντάρτικος αγώνας, αλλά πώς;

Κάνει άραγε τόσο μεγάλη διαφορά το να εκτιμάμε την παρούσα περίοδο ως μια περίοδο όπου ως βασικό καθήκον προβάλλει η οργάνωση της άμυνας του κινήματος από το να την εκτιμάμε ως μια περίοδο αντεπίθεσης; Σημαίνει αυτό τόσο ριζικές αλλαγές στην τακτική και τη στρατηγική, που να δικαιολογεί να αποκαλούμε όσους δεν προβαίνουν σε σωστή εκτίμηση σεκταριστές και αριστεριστές;

Ένα από τα σωστά πράγματα που είπε η ηγεσία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις εκλογές, χωρίς να καταλάβει το βάθος αυτού που έλεγε, ήταν η έκκληση για αντάρτικη ψήφο. Για να ανοίξουμε μια συζήτηση τα απλά μέλη και στελέχη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που προβληματίζονται πάνω στα ζητήματα, θα συζητήσουμε στη συνέχεια αυτό το θέμα.

Η αλήθεια στο σύνθημα της ηγεσίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την οποία η ίδια δεν αντιλήφθηκε, είναι ότι σήμερα δεν χρειαζόμαστε μόνο μια αντάρτικη ψήφο. Χρειαζόμαστε ακόμη έναν «αντάρτικο» αγώνα –με τη μεταφορική έννοια– που θα κάνει δυνατή και θα υποβοηθά μια αντάρτικη ψήφο. Έναν αγώνα, δηλαδή, ο οποίος ξεκινώντας από την αναγνώριση ότι ο αντίπαλος είναι σε αυτή τη φάση ισχυρότερος από το κίνημα, θα αποφεύγει τις άμεσες κατά μέτωπο συγκρούσεις και θα περιλαμβάνει ευέλικτες κινήσεις φθοράς και καταπόνησης του αντιπάλου. Ο προσανατολισμός σε ένα τέτοιο αγώνα όμως σημαίνει στην πράξη ότι σήμερα πρέπει, για παράδειγμα, να υποστηρίζουμε τη Συμφωνία των Πρεσπών, ενώ η αντεπιθετική γραμμή σε όλες τις εκδοχές της (του ΚΚΕ, της ΛΑΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ) συνδέεται αναπόφευκτα, όπως πιστοποιεί και η στάση των ηγεσιών τους, με την καταγγελία αυτής της συμφωνίας7.

Ένα πραγματικό, ενδιαφέρον και διδακτικό περιστατικό από την ιστορία του γιουγκοσλαβικού αντάρτικου, συγκεκριμένα τη μάχη του Νερέτβα (τέλη Φλεβάρη 1943), βοηθά να φωτίσουμε αυτό το σημείο. Στην κρίσιμη τελική φάση της μάχης, στην οποία εμπλάκηκαν 20.000 άνδρες του αντάρτικου στρατού και πάνω από 100.000 του Άξονα, οι αντάρτες βρέθηκαν να πιέζονται πάνω στον ποταμό Νερέτβα από υπέρτερες γερμανικές δυνάμεις, ενώ πρόσθετες γερμανικές μονάδες συνέκλιναν στην περιοχή. Αν επιχειρούσαν άμεσα να διαβούν τη γέφυρα οι Γερμανοί θα τους προλάβαιναν, θα τους έβαζαν στη μέση με τους τσέτνικ (τους χίτες της Γιουγκοσλαβίας) που περίμεναν στην απέναντι όχθη και οι αντάρτες θα συντρίβονταν.

Για να αποφύγει την καταστροφή ο Τίτο, σε έναν οξυδερκή ελιγμό εξαπάτησης, διέταξε να ανατιναχθεί η γέφυρα. Οι Γερμανοί ερμήνευσαν αυτή την κίνηση ως απόδειξη ότι οι αντάρτες θα προσπαθούσαν να διαφύγουν προς Βορρά χωρίς να διασχίσουν το ποτάμι και ήθελαν να εμποδίσουν μια καταδίωξή τους από τους τσέτνικ. Έτσι έδωσαν εντολή στις μονάδες τους που συνέκλιναν να κινηθούν προς Βορρά, ώστε να πάρουν θέσεις στο δρόμο της αναμενόμενης κίνησης των ανταρτών. Με τον τρόπο αυτό όμως απομακρύνθηκαν από το σημείο όπου βρίσκονταν οι αντάρτες. Οι αντάρτες κέρδισαν έτσι πολύτιμο χρόνο, οι μηχανικές μονάδες τους αποκατέστησαν πρόχειρα τη γέφυρα και πέρασαν το ποτάμι χωρίς μεγάλη γερμανική πίεση, συντρίβοντας τις δυνάμεις των τσέτνικ στην απέναντι όχθη.

Ο λόγος που πρέπει να υποστηρίζουμε σήμερα τη Συμφωνία των Πρεσπών είναι ακριβώς ότι μας κερδίζει, στην ιστορική κλίμακα και σε μια πολύ πιο σύνθετη μάχη, μερικές πολύτιμες ώρες όπως αυτές που κέρδισε με τον ελιγμό του στη μάχη του Νερέτβα ο Τίτο. Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν λύνει τις εθνικές αντιθέσεις στην περιοχή, που μακροχρόνια αναπόφευκτα θα οξυνθούν. Αυτό που κάνει όμως είναι ότι μεταθέτει προς τα πίσω τη στιγμή αυτής της όξυνσης, δίνοντας έτσι χρόνο για να ανασυντάξουμε το κίνημα και να βγούμε από την τωρινή δεινή θέση. Αυτός είναι ο λόγος που οι κομμουνιστές πρέπει να υποστηρίζουν αυτή τη συμφωνία.

Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι σε πέντε χρόνια αναδεικνύεται στην Ελλάδα μια μπερλουσκονική-ακροδεξιά κυβέρνηση και ότι αυτό συμπέφτει με την ανάληψη της διακυβέρνησης από ανάλογες δυνάμεις (Λε Πεν, Σαλβίνι) στη Γαλλία και την Ιταλία. Το να πιστεύουμε ότι οι δυνάμεις αυτές θα σεβαστούν τότε την ειρήνη και τη δημοκρατία θα ήταν ολέθρια αυταπάτη. Ο λόγος που σέβονται σήμερα τη δημοκρατία είναι ότι δεν είναι αρκετά ισχυροί ακόμη σε ευρωπαϊκό επίπεδο για να την ανατρέψουν. Τότε όμως θα οξύνουν τα πράγματα για να επιβάλουν δικτατορικές και πολεμικές εκτροπές, πνίγοντας έτσι τις λαϊκές αντιστάσεις. Το να υπάρχει η Συμφωνία των Πρεσπών καθιστά το έργο τους πιο δύσκολο, σημαίνει ότι θα είναι αναγκασμένοι να ελιχθούν για ένα διάστημα, και αυτό ακριβώς είναι προς το συμφέρον του κινήματος. Αυτή είναι η αποφασιστική όψη από την οποία πρέπει να κρίνουμε το ζήτημα. Το να καταγγέλλουμε σε όλους τους τόνους τους ιμπεριαλιστές για να απορρίψουμε τη συμφωνία, όπως έκαναν οι ηγεσίες του ΚΚΕ, της ΛΑΕ και του ΝΑΡ, είναι μια ανόητη, γελοία μορφή «αντιιμπεριαλισμού» που δεν πάει πολύ πέρα από τον τρόπο με τον οποίο οι οπαδοί του Ολυμπιακού καταγγέλλουν τους Παναθηναϊκούς.

Το 1919 –για να αναφερθούμε σε ένα ανάλογο επεισόδιο στο γερμανικό κομμουνιστικό κίνημα– οι Γερμανοί κομμουνιστές είχαν διακηρύξει ως άμεσο στόχο την ανατροπή της Ειρήνης των Βερσαλλιών, μιας ληστρικής ιμπεριαλιστικής «ειρήνης», μπροστά στην οποία η Συμφωνία των Πρεσπών φαντάζει αγγελούδι. Ο Λένιν είχε αντιταχθεί στη θέση τους. Τους είχε εξηγήσει ότι η ανατροπή της προϋπέθετε την ενίσχυση του κινήματος σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και ότι για όσο αυτή δεν υπήρχε, ακόμη και αν κατακτούσαν την εξουσία στη χώρα τους, θα όφειλαν να υποταχτούν προσωρινά στις Βερσαλλίες.

«Οι ιμπεριαλιστές της Γαλλίας, της Αγγλίας κτλ», έλεγε ο Λένιν, «προκαλούν τους Γερμανούς κομμουνιστές, τους στήνουν την παγίδα: “πέστε πως δεν θα υπογράψετε την ειρήνη των Βερσαλλιών”. Και οι αριστεροί κομμουνιστές πέφτουν σαν παιδιά στην παγίδα που τους στήνουν, αντί να ελιχθούν έξυπνα ενάντια στον ύπουλο εχθρό που στη δοσμένη στιγμή είναι πιο δυνατός, αντί να του πουν: “τώρα θα υπογράψουμε την ειρήνη των Βερσαλλιών”… Να δεχόμαστε τη μάχη, όταν αυτό συμφέρει ολοφάνερα στον αντίπαλο και όχι σε μας, είναι έγκλημα, και δεν αξίζουν πεντάρα οι πολιτικοί ηγέτες της επαναστατικής τάξης, που δεν ξέρουν να κάνουν “ελιγμούς, συμφωνίες, συμβιβασμούς” για να αποφύγουν μια μάχη κατάφωρα ασύμφορη»8.

Όσοι αδυνατούν να καταλάβουν την αναγκαιότητα μιας ανάλογης στάσης σήμερα απέναντι στις Πρέσπες είναι τέτοια παιδιά και εγκληματίες που δεν αξίζουν πεντάρα ως ηγέτες του κινήματος. Το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς γι’ αυτούς είναι ότι συγχέουν την πραγματική ανατροπή του καπιταλισμού, που απαιτεί έξυπνους ελιγμούς για να καμφθεί η αντίσταση του αντιπάλου, με την ανατροπή του στις σελίδες του Ριζοσπάστη, της Ίσκρα ή του Facebook. Η τελευταία είναι φυσικά πολύ πιο εύκολη, έχει όμως το μειονέκτημα ότι συντελείται καθαρά στο επίπεδο της φαντασίας, ενώ στην πράξη αποχαυνώνει τους αγωνιστές του κινήματος και ενισχύει την αντίδραση.

Είναι βέβαια αλήθεια –και αποτελεί δείγμα της εξάλειψης της διαλεκτικής σκέψης που επέφερε στο κομμουνιστικό κίνημα η μακροχρόνια κυριαρχία του σταλινισμού και η αποσύνθεση των τελευταίων δεκαετιών– ότι ακόμη και οργανώσεις που έχουν μια σωστή κατ’ αρχήν εκτίμηση για την κατάσταση, πήραν λάθος θέση στο ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών. Τέτοιες οργανώσεις και ομάδες που αναγνωρίζουν λίγο-πολύ ότι έχουμε μπει σε μια φάση υποχώρησης και άμυνας είναι σήμερα η ΔΕΑ, το Ξεκίνημα, ο Κορδάτος, η Μετάβαση, εν μέρει η ΑΡΑΝ, ίσως και μερικές άλλες9. Από αυτές μόνο το Ξεκίνημα (και μια μειοψηφία της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος) πήραν θέση υπέρ της συμφωνίας, με ένα σκεπτικό παρεμφερές με εκείνο που αναπτύξαμε εδώ. Οι υπόλοιπες αντιτάχθηκαν.

Σε κάθε περίπτωση, εδώ υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά. Οι οργανώσεις που αναφέραμε μπορεί να διορθώσουν τη θέση τους στο συγκεκριμένο θέμα, χωρίς να χρειαστεί να αλλάξουν τη γενική τους εκτίμηση της κατάστασης. Οι ηγεσίες του ΚΚΕ, της ΛΑΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ όμως δεν έχουν μια τέτοια δυνατότητα. Για να αλλάξουν θέση στο συγκεκριμένο θέμα θα πρέπει να παραδεχτούν πρώτα ότι όλη η κατεύθυνση της πολιτικής τους είναι λαθεμένη. Μια τέτοια παραδοχή είναι αδύνατη στις συγκεκριμένες ηγεσίες, γιατί ακολουθούν τη λαθεμένη γραμμή τους για πολύ καιρό, έχουν ταυτιστεί με αυτή και την έχουν κάνει όρο για να διαιωνίζουν την ύπαρξή τους, παριστάνοντας στα λόγια τους κορυφαίους επαναστάτες ενώ στην πράξη περιαυτολογούν.

Στην πραγματικότητα, η διαφορά ανάμεσα στις γραμμές της άμυνας και της αντεπίθεσης δεν προκύπτει μόνο στο ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών, αλλά λίγο-πολύ σε κάθε σοβαρό ζήτημα πολιτικής στο τωρινό στάδιο. Συζητήσαμε ήδη το κομβικό ζήτημα της τακτικής στα συνδικάτα, αναφορικά με τη γραμμή που ακολουθεί το ΚΚΕ. Ένα άλλο αφορά τη στάση απέναντι στην ΕΕ: βάζουμε ή όχι σήμερα ζήτημα εξόδου από την ΕΕ και το ευρώ; Η ηγεσία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιμένει ότι η έξοδος από την ΕΕ και το ευρώ αποτελεί τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην επαναστατική και τη ρεφορμιστική τακτική και ότι οποιαδήποτε πολιτική συνεργασία προϋποθέτει τη συμφωνία σε αυτό το στόχο. Κατά μια έννοια, ανάλογη είναι και η θέση του ΚΚΕ, που όμως παραπέμπει το ζήτημα, όπως και όλα τα άλλα, στη λαϊκή εξουσία, και επίσης οργανώσεων όπως ο Κορδάτος, η Μετάβαση, κ.ά., που συμφωνούν βασικά σε αυτό το ζήτημα με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Η προβολή του ζητήματος της εξόδου από το ευρώ και την ΕΕ ήταν χρήσιμη και αναγκαία στην ανοδική φάση του κινήματος στα 2011-12 και ως την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. Το αίτημα έβρισκε τότε αρκετή ανταπόκριση στον κόσμο και βοηθούσε να συνειδητοποιηθεί ότι η έξοδος από την κρίση και τα μνημόνια δεν μπορεί να εκπληρωθεί χωρίς ρήξεις με το σύστημα. Αυτό προσέγγιζε να γίνει συνείδηση στα 2011-15, όταν σημαντικά ποσοστά, της τάξης του 45-50%, τάσσονταν σε δημοσκοπήσεις υπέρ της εξόδου από την ΕΕ και της διάλυσης της ευρωζώνης. Σήμερα αυτό έχει μεταστραφεί με τις αρνητικές γνώμες για την ΕΕ και το ευρώ να κυμαίνονται στο 25-35%10 – γνώμες που σε καμιά περίπτωση δεν είναι εξίσου μαχητικές και δεν υποδηλώνουν μια εξίσου ισχυρή διάθεση ρήξης όπως πριν 5 χρόνια.

Όλα αυτά πιστοποιούν ότι σήμερα δεν μπαίνει άμεσα τέτοιο ζήτημα εξόδου από το ευρώ και την ΕΕ, όχι μόνο λόγω του αρνητικού πολιτικού συσχετισμού, αλλά και επειδή οι σχετικές διαθέσεις σε κοινωνικό επίπεδο έχουν σαφώς υποχωρήσει. Η έξοδος από το ευρώ και το ΕΕ προϋποθέτει την οικοδόμηση μιας νέας πολιτικής και κοινωνικής πλειοψηφίας που να βλέπει θετικά αυτή την προοπτική, η οποία θα μπορεί να σχηματιστεί μόνο όταν το κίνημα θα έχει περάσει σε πραγματική αντεπίθεση. Για να οικοδομηθεί όμως μια τέτοια πλειοψηφία πρέπει η κομμουνιστική αριστερά να απευθύνεται σε όλο το λαό, και όχι μόνο σε εκείνο το μέρος του που είναι ήδη πεισμένο για την αναγκαιότητα της ρήξης.

Για να φέρουμε ένα ιστορικό ανάλογο, όταν στα 1929-33 το ΚΚ της Γερμανίας καλούσε τον γερμανικό λαό να ανατρέψει επαναστατικά τον καπιταλισμό, ο Τρότσκι είχε αντιταχθεί σε αυτό, τονίζοντας ότι «οι σοσιαλδημοκράτες εργάτες παραμένουν σοσιαλδημοκράτες επειδή πιστεύουν ακόμα στο σταδιακό, ρεφορμιστικό δρόμο μετασχηματισμό του καπιταλισμού σε σοσιαλισμό». Αντέτεινε ότι η απεύθυνση στις μάζες θα έπρεπε να γίνεται με τον εξής τρόπο: «Ποντάρετε στη δημοκρατία· πιστεύουμε ότι ο μόνος δρόμος βρίσκεται στην επανάσταση. Όμως δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να κάνουμε την επανάσταση χωρίς εσάς. Ο Χίτλερ είναι τώρα οι κοινός εχθρός. Μετά τη νίκη μας θα κάνουμε μαζί σας τον απολογισμό και θα δούμε που οδηγεί πραγματικά ο δρόμος»11.

Σε αυτό ακριβώς το πνεύμα πρέπει να γίνεται σήμερα όλη η κομμουνιστική εργασία. Πρέπει να λέμε στον κόσμο: «Πολλοί από σας δεν υποστηρίζετε στην έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ όμως εμείς δεν βάζουμε τώρα τέτοιο θέμα. Το θέμα είναι άκαιρο, η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ δεν μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε στιγμή και πρέπει να υποστηρίζεται από τη λαϊκή πλειοψηφία. Σήμερα όμως παραμένουμε ουσιαστικά στα μνημόνια, με κόμματα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ να έχουν συμβιβαστεί, και αυτό που βλέπουμε στην ΕΕ είναι οι αντιλαϊκές πολιτικές και η άνοδος του νεοφασισμού. Πρέπει να παλέψουμε άμεσα όχι για την αντεπίθεση που λένε οι Κουτσούμπες, αλλά για να υπερασπίσουμε τα στοιχειώδη λαϊκά δικαιώματα, που θα δεχτούν ακόμα σφοδρότερη επίθεση. Ας αγωνιστούμε μαζί ενάντια σε αυτή και στην πορεία, όταν ο αγώνας θα έχει προχωρήσει και οι κίνδυνοι θα έχουν γίνει πιο ξεκάθαροι, θα δούμε μαζί σας που οδηγεί ο δρόμος».

Ορισμένοι μπορεί να πουν ότι ναι, η απεύθυνση στον κόσμο μπορεί να γίνεται με αυτό τον τρόπο. Προγραμματικά όμως πρέπει να στεκόμαστε στην έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ και, συγκροτώντας μια νέα κομμουνιστική πρωτοπορία, να ενώσουμε δυνάμεις που συμφωνούν με αυτή. Αλλιώς μπαίνουμε στη λογική δυνάμεων όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και γινόμαστε οπορτουνιστές.

Το επιχείρημα αυτό μπορεί να μοιάζει πειστικό, είναι όμως κούφιο.

Πρώτ’ απ όλα, σήμερα δεν είμαστε στη φάση επεξεργασίας του επαναστατικού προγράμματος της σύγχρονης πρωτοπορίας. Για να φέρουμε και πάλι ένα ανάλογο, η πολιτική κατάσταση στη χώρα μας σήμερα μοιάζει με την κατάσταση μετά την ήττα και την υποχώρηση της επανάστασης του 1905 στη Ρωσία. Η οργανωτική κατάσταση του κομμουνιστικού μας κινήματος όμως είναι 6-7 χρόνια πίσω, μοιάζει με την κατάσταση που υπήρχε στη Ρωσία το 1900 όταν ξεκινούσε η δράση της Ίσκρα. Επιπλέον, ενώ οι Ρώσοι σοσιαλδημοκράτες ήταν τότε αντιμέτωποι με δυο εξωτερικά ρεύματα, τους ναρόντνικους και τους οικονομιστές, που ανταγωνίζονταν για επιρροή στο νεαρό εργατικό κίνημα, σήμερα έχουμε δυο εσωτερικά εμπόδια, πρώτα και κύρια την ηγεσία του ΚΚΕ και κατόπιν του ΝΑΡ, που αποτελούν προϊόντα της αποσύνθεσης. Το ζητούμενο στις συνθήκες αυτές είναι να φέρουμε κοντά εκείνες τις ομάδες που έχουν μια σωστή κατ’ αρχήν εκτίμηση της τωρινής κατάστασης. Αν αυτό προχωρήσει –και θα πρέπει να προχωρήσει πιο γρήγορα απ’ ό,τι έγινε στα 1900-1903 στο ρωσικό εργατικό κίνημα με τη δουλειά της Ίσκρα, που συνένωσε προσωρινά τις τάσεις που αργότερα αποτέλεσαν τους Μπολσεβίκους και τους Μενσεβίκους– τότε από αυτήν ακριβώς τη διαδικασία θα μπορεί να προκύψει η νέα πρωτοπορία και το πρόγραμμα. Όσοι προτάσσουν τους προγραμματικούς όρους τώρα, ουσιαστικά λένε, «Εμείς έχουμε το σωστό πρόγραμμα και όσοι θέλετε ελάτε μαζί μας».

Κατά δεύτερο λόγο, το αίτημα της εξόδου από την ΕΕ και το ευρώ θα πρέπει να κατανοείται και να προβάλλεται όχι ως έτοιμη συνταγή παντός καιρού, που θα την εφαρμόσει μια επαναστατική κυβέρνηση βρέξει-χιονίσει, αλλά ως μια πραγματική ιστορική δυνατότητα που θα προκύψει από την όξυνση των αντιφάσεων του συστήματος και την εξέλιξη της ταξικής πάλης. Ακόμη και κορυφαίοι εκπρόσωποι του κατεστημένου όπως ο Γιουνκέρ και η Λαγκάρντ έχουν αναφερθεί τα τελευταία χρόνια στην επόμενη καπιταλιστική κρίση, που σύμφωνα με τις ομολογίες τους, δεν είναι πολύ μακριά. Όταν έρθει αυτή η κρίση, αναπόφευκτο αποτέλεσμά της θα είναι η διάσπαση της ΕΕ, η συνοχή της οποίας έχει υπονομευθεί πλήρως και μετά βίας διατηρήθηκε, με τους γνωστούς τρόπους, την τελευταία δεκαετία. Στην πορεία αυτής της εξέλιξης, καθώς οι τρανταγμοί του συστήματος θα εντείνονται, θα εμφανιστούν και οι δυνατότητες ρήξης και μιας κοινής πορείας των χωρών του Νότου με σοσιαλιστική κατεύθυνση ή, στον αντίποδα, της υποδούλωσής τους στον μητροπολιτικό καπιταλισμό του Βορρά στο πλαίσιο μιας «Ευρώπης δύο ταχυτήτων», κοκ. Οι επαναστατικές δυνατότητες δεν εμφανίζονται κάθε μέρα αλλά στο προοίμιο ή την επαύριο μεγάλων ιστορικών καταστροφών. Έτσι έγινε στην Οκτωβριανή Επανάσταση, έτσι έγινε με τα κινήματα αντίστασης το 1940-45 και έτσι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα γίνει και τώρα.

Οι κομμουνιστές φυσικά δεν είναι υπέρ των ιστορικών καταστροφών. Η μελλοντική διάλυση της ΕΕ, όταν θα έρθει, θα είναι μια επώδυνη διαδικασία με συνέπειες παρόμοιες με τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Γι’ αυτό πρέπει να υποδείχνουμε ότι οι καταστροφές αυτές προετοιμάζονται από τις πολιτικές του κεφαλαίου και ότι η μόνη δυνατότητα να αποφευχθούν είναι η αλλαγή κατεύθυνσης στην πορεία της ΕΕ, που είναι όμως δύσκολη γιατί προϋποθέτει να αποκτήσει η επαναστατική Αριστερά μεγαλύτερη δύναμη από εκείνη των παραδοσιακών αστικών και ακροδεξιών δυνάμεων μαζί.

Αυτό μας φέρνει στο ζήτημα της στάσης απέναντι σε δυνάμεις όπως το ΜΕΡΑ25 στη χώρα μας, που ευαγγελίζονται μια διαφορετική ευρωπαϊκή πορεία. Επιδιώκουμε συνεργασία με τέτοιες δυνάμεις ή όχι; Η ηγεσία του ΝΑΡ, με το συνήθη μικρομεγαλισμό της απαντά αρνητικά: «το συστημικό φιλόΕΕ και τεχνοκρατικό κόμμα του Βαρουφάκη… σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί δύναμη της Αριστεράς»12. Ο καθένας όμως θα δει ότι άσχετα από τις εκτιμήσεις για το χαρακτήρα του συγκεκριμένου κόμματος, η συνεργασία μαζί του στην αμυντική φάση, για όσο εκ των πραγμάτων δεν μπαίνει ζήτημα ρήξης με την ΕΕ, είναι θεμιτή και απαραίτητη.

Ακόμη και αν ήταν αλήθεια η (οπωσδήποτε βιαστική) πρόταση ότι «το κόμμα του Βαρουφάκη… σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί δύναμη της Αριστεράς», αυτό σε καμιά περίπτωση δεν θεμελιώνει το συμπέρασμα ότι είναι αδύνατη ή ανεπίτρεπτη μια πολιτική συνεργασία μαζί του. Ο ίδιος ο Λένιν υπογράμμιζε, απέναντι σε τέτοιες ακριβώς απόψεις, ότι «η ιστορία του μπολσεβικισμού και πριν και μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση είναι γεμάτη από περιπτώσεις ελιγμών, συμφωνιών, συμβιβασμών με άλλα κόμματα, χωρίς να εξαιρούνται και τα αστικά κόμματα». Για τους κομμουνιστές, πρόσθετε, είναι υποχρεωτικό να εκμεταλλεύονται «κάθε, έστω και την ελάχιστη δυνατότητα να αποκτήσεις μαζικό σύμμαχο, έστω και προσωρινό, ταλαντευόμενο, ασταθή, αβέβαιο και συμβατικό»13.

Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι μια συνεργασία οπωσδήποτε θα επιτευχθεί. Μπορεί να επιδιωχθεί από τους κομμουνιστές και να απορριφθεί από το δυνητικό σύμμαχο, στη συγκεκριμένη περίπτωση το ΜΕΡΑ25. Το σημαντικό όμως είναι να έχουν οι κομμουνιστές σωστή στάση και να μην απορρίπτουν εκ των προτέρων ή θέτοντας άκαιρους όρους συμμαχίες η δυνατότητα των οποίων μπορεί και πρέπει να διερευνηθεί. Ο λόγος που το κάνει αυτό η ηγεσία του ΝΑΡ είναι η αίσθησή της ότι δεν έχει τα φόντα να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μια τέτοιας πολιτικής και κύριο μέλημά της είναι να περιφρουρεί το μαγαζάκι της.

Στο ζήτημα της κυβέρνησης της Αριστεράς το ΚΚΕ και η ηγεσία του ΝΑΡ εκτιμούν ότι η ίδια η τοποθέτηση αυτής της προοπτικής αποτελούσε οπορτουνισμό και ότι η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ έδειξε ότι οι κομμουνιστές πρέπει να μένουν μακριά από τέτοια εγχειρήματα. Οι μαρξιστές πρέπει ασφαλώς να εξετάσουν κριτικά την περίοδο της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ και τις τότε θέσεις τους, αυτό όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να γίνει από θέσεις αποχής και ανόητης «κομμουνιστικής καθαρότητας». Ο έπαινος που, από τη σκοπιά της συνεπούς αντίδρασης, επιφύλαξε πρόσφατα η Εστία για την ηγεσία του ΚΚΕ επειδή έμεινε παράμερα από το κίνημα των Αγανακτισμένων και τις πολιτικές ανακατατάξεις που ακολούθησαν πιστοποιεί τη γελοιότητα μιας τέτοιας άποψης. Η αυτοκριτική των κομμουνιστών αντίθετα θα πρέπει να αφορά στο ότι δεν είχαν ξεκάθαρη εκτίμηση και σχέδιο για τις δυνατότητες που άνοιγε μια κοινοβουλευτική νίκη και τους τρόπους εκπλήρωσής τους, ώστε επικράτησαν αναπόφευκτα οι κατευθύνσεις της δεξιάς, ρεφορμιστικής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι έτσι σαφές ότι η εκτίμηση της παρούσας περιόδου ως αμυντικής και η γραμμή της αντεπίθεσης οδηγούν σε διαφορετικές στάσεις και επιλογές σχεδόν σε κάθε συγκεκριμένο ζήτημα. Φυσικά οι διαφορές αυτές δεν μπορεί να καθοριστούν εκ των προτέρων, πρέπει να αναλύονται συγκεκριμένα. Το κύριο όμως είναι ότι πρόκειται για δυο ασύμβατες γραμμές, που δεν μπορεί να συνυπάρξουν σε ένα ενιαίο κομμουνιστικό εγχείρημα, ακόμη και αν υποτεθεί ότι θα υπήρχε μια τέτοια πρόθεση από τους φορείς τους. Το να συνυπάρχουν δυο τέτοιες γραμμές θα έμοιαζε με την περίπτωση ενός αυτοκινήτου με δυο οδηγούς στο τιμόνι, που ο καθένας προσπαθεί να το στρίψει στην αντίθετη κατεύθυνση. Στην πρώτη ή δεύτερη στροφή το αυτοκίνητο θα τσακιζόταν.

Οπωσδήποτε, η αμυντική γραμμή, με την έμφασή της στην ανάγκη των συμμαχιών, περιλαμβάνει και κινδύνους οπορτουνισμού. Αυτοί οι κίνδυνοι είναι αναπόφευκτοι καθώς δεν είναι πάντα σαφώς ορατή η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε μια θεμιτή και σε μια επιβλαβή συμμαχία. Μόνο που η αποφυγή τους με το να μην κάνουμε τίποτα είναι χειρότερη από το πρόβλημα. Μοιάζει με την περίπτωση ενός ανθρώπου που για να αποφύγει τον κίνδυνο να τον πατήσει ένα αυτοκίνητο δεν βγαίνει ποτέ έξω από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού του. Ο Θεός να μας φυλάει από τέτοιους ανθρώπους, ιδιαίτερα όταν παριστάνουν τους κομμουνιστές!

Ο δρόμος εμπρός και το τέλμα του συμφιλιωτισμού

Στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης τίθεται συχνά, από δημοσιογράφους, πολιτικούς σχολιαστές, κ.λπ., το ερώτημα: Δεν θα ήταν καλύτερο η Αριστερά –με αυτό εννοούν τα κόμματα και τις ομάδες που βρίσκονται στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ– αντί να είναι διασπασμένη σε 50 κομμάτια να ενωνόταν; Το ερώτημα μπορεί να τίθεται καλοπροαίρετα αλλά χάνει το στόχο. Μια τέτοια ενότητα είναι στην πραγματικότητα ανέφικτη, γιατί ορισμένες ηγεσίες –οι ηγεσίες του ΚΚΕ, του ΝΑΡ, κ.λπ.– την αρνούνται και θα επιμείνουν να την αρνούνται ως το τέλος. Ωστόσο, αυτός ο τρόπος σκέψης επηρεάζει σήμερα ακόμη και οργανώσεις της επαναστατικής Αριστεράς οι οποίες προβαίνουν σε μια γενικά σωστή εκτίμηση για το χαρακτήρα της περιόδου που διανύουμε. Η απόφαση της Μετάβασης, μιας τάσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μετά τις ευρωεκλογές συνοψίζει κλασικά αυτά τα αισθήματα και τις λογικές που δεν είναι νέα – είχαν ήδη εμφανιστεί στο ρωσικό κομμουνιστικό κίνημα και έμειναν γνωστά ως «συμφιλιωτισμός» από την πολεμική που τους άσκησε ο Λένιν.

Στην απόφασή τους οι σύντροφοι της Μετάβασης διατυπώνουν μερικά σωστά συμπεράσματα αναφορικά με το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών. «Μπαίνουμε», εκτιμούν, «σε μια νέα κατάσταση. Ανοίγει ο δρόμος για την κυβερνητική επάνοδο της Νέας Δημοκρατίας και για τη συνέχιση και κλιμάκωση της επίθεσης του κεφαλαίου σε όλα τα μέτωπα. Δρόμος που εμπεριέχει μια δυναμική κοινωνικών αντιπαραθέσεων με αυτή την επίθεση. Το πολιτικό σύστημα σταθεροποιείται προσωρινά με ένα διπολισμό προς τα δεξιά, πάνω σε μια υπαρκτή, αλλά ασταθή και αντιδραστική οικονομική ανάπτυξη που προετοιμάζει μια ανώτερη κοινωνική αποσταθεροποίηση». Και αναφέρονται ακόμη στο γεγονός ότι πριν από τις εκλογές «εκτιμήσαμε έγκαιρα την άνοδο του εθνικισμού, του νεοσυντηρητισμού και της Ακροδεξιάς, όταν ορισμένα ρεύματα έβλεπαν “αριστερή στροφή” και “άνοδο των εργατικών αγώνων”»14.

Ερχόμενοι στο «δια ταύτα», μετά από τις παραπάνω εκτιμήσεις, καταθέτουν μια πρόταση για συνεργασία πρακτικά όλων των δυνάμεων της Αριστεράς, αρχικά στις εκλογές και κατόπιν μετεκλογικά, σε μια προοπτική υπέρβασης των υφιστάμενων διασπάσεων: «Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ εκτιμά ότι αποδέκτες αυτής της πρότασης πρέπει να είναι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ΚΚΕ, η ΛΑΕ, ο Συντονισμός Διαλόγου και Δράσης Κομμουνιστικών Δυνάμεων (Αναμέτρηση, ΑΡΑΝ, Εργατικός Αγώνας, Παρέμβαση, Συλλ. Κορδάτος, Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο), η ΔΕΑ η Συνάντηση για μια Αντικαπιταλιστική και Διεθνιστική Αριστερά, το Κόκκινο Νήμα, το ΕΕΚ, το ΚΚΕ (μ-λ), το Ξεκίνημα, ανένταχτοι αγωνιστές κ.α. Είναι μια πρόταση που στοχεύει τόσο σε μια εκλογική συνεργασία, όσο και σε ενωτικές πρωτοβουλίες και κινήσεις, για τις αναγκαίες υπερβάσεις, μετά τις βουλευτικές εκλογές». Μια τέτοια απεύθυνση προς όλους είναι επιβεβλημένη, λένε, καθότι «Αυτοαναφορικές ή κομματικοκεντρικές επιλογές και εκ των προτέρων αποκλεισμοί βρίσκονται σε αναντιστοιχία με τις περιστάσεις, δείχνουν ότι “δεν ελήφθη το μήνυμα” των εκλογών και του λαού»15.

Σε μια δεύτερη απόφαση των ίδιων ημερών, εντάσσουν παραπέρα τις προτάσεις που κατέθεσαν στην προοπτική της συγκρότησης ενός νέου κομμουνιστικού φορέα. Μιλούν για την «ανάγκη αυτοτελούς οργανωτικής και πολιτικής παρουσίας των μαχόμενων δυνάμεων που επιχειρούν να αναμετρηθούν με την προγραμματική επαναθεμελίωση του κομμουνισμού του 21ου αιώνα, την αναγέννηση του εργατικού κινήματος, την προώθηση της σύγχρονης και δραματικά αναγκαίας πολιτικής συγκέντρωσης δυνάμεων για τις εξεγέρσεις της εποχής μας… Όλες ανεξαιρέτως οι δυνάμεις της μαχόμενης Αριστεράς», καταλήγουν, «οφείλουμε να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων και να αναλάβουμε τις ευθύνες που μας αναλογούν»16.

Πρέπει πραγματικά να είμαστε ευγνώμονες στους συντρόφους της Μετάβασης γιατί με την ευγενική τους αυτή παρέμβαση κατέθεσαν την κλασική φόρμουλα του συμφιλιωτισμού στις μέρες μας. «Ενωθείτε όλοι αδέλφια για τον κοινό σκοπό!» – να τι μας λένε. Μόνο που αν ρίξουμε μια ματιά σε αρκετά από τα «αδέλφια» που καλούν να ενωθούν, αν δεν αυτοκτονήσουμε, θα χρειαστεί να επανορίσουμε την έννοια της «αδελφοσύνης» με τρόπο που να την κάνει συνώνυμο του μίσους και της έχθρας.

Υπάρχει άραγε η παραμικρή, απειροελάχιστη δυνατότητα να ενωθούν όλες αυτές οι οργανώσεις στις οποίες απευθύνονται οι σύντροφοι της Μετάβασης ή έστω ένα σημαντικό μέρος τους; Το ερώτημα αυτό, αν πρόκειται για σοβαρή πρόταση και όχι για λόγια του αέρα, πρέπει να έχει μια ορισμένη σημασία. Και η παραμικρή εξέτασή του θα δείξει τον ουτοπικό χαρακτήρα μιας τέτοιας προσδοκίας.

Όταν οι σύντροφοι της Μετάβασης καταφέρονται εναντίον των «εκ των προτέρων αποκλεισμών» ξεχνούν ότι πολλές από τις παραπάνω οργανώσεις αποκλείονται εκ των προτέρων από μια συνεργασία όχι από την κακή διάθεση του «άλφα» ή «βήτα» προσώπου, αλλά γιατί οι ίδιες αποκλείουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τον εαυτό τους, με τις επίσημα διακηρυγμένες θέσεις τους.

Προτάσεις συνεργασίας προς το ΚΚΕ έχουν γίνει εκατοντάδες μετά το 1991, αρχικά από το ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ, αργότερα το ΣΥΡΙΖΑ, πιο μετά τη ΛΑΕ, και η στάση του ΚΚΕ ήταν πάντα να τις απορρίπτει και να καταγγέλλει όσους τις έκαναν σαν οπορτουνιστές. Υπάρχει έστω ένα δεδομένο στα τελευταία 30 χρόνια που να αφήνει ένα ελάχιστο ενδεχόμενο ότι μπορεί να αλλάξει στάση; Η απάντηση είναι ότι δεν υπάρχει και επομένως η πρόταση που του απευθύνει η Μετάβαση δεν θεμελιώνεται σε τίποτα.

Η Μετάβαση δεν απευθύνει μόνο πρόταση στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά εκτιμά παραπέρα ότι μπορεί να έχει ουσιαστική συμβολή στην υπόθεση της ενότητας. Ο καθένας όμως γνωρίζει ότι στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κατέβηκε με δυο χωριστά ψηφοδέλτια σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πάτρα. Αυτό ουσιαστικά και το ίδιο το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών ήταν μια de facto διάλυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Τι μπορεί να συνεισφέρει μια τέτοια οργάνωση στην υπόθεση της ενότητας; Μήπως να κατέβουν στις επόμενες εκλογές ακόμη περισσότερα ψηφοδέλτια;

Οπωσδήποτε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και οι οργανώσεις που την αποτελούν συνεισέφεραν θετικά το 2011-15, όταν το ζητούμενο ήταν να δοθεί μια ώθηση στη ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος. Σήμερα όμως τα καθήκοντα είναι πολύ πιο δύσκολα και σύνθετα και ο παγιωμένος οργανωτικός σεκταρισμός των περισσότερων από αυτές τις οργανώσεις κάνει να κυριαρχούν αποφασιστικά οι αρνητικές πλευρές τους.

Η ΛΑΕ συντρίφτηκε στις ευρωεκλογές και ακόμη και μετά την αποχώρηση του Λαφαζάνη, χάρη στη συστηματική αποσυνθετική δουλειά του τελευταίου, είναι ένας παράλυτος μηχανισμός σε πλήρη σύγχυση. Ακόμη και τα άρθρα στελεχών της με μαρξιστικές αναφορές όπως ο Γ. Τόλιος είναι μια τέτοια πλήρης κενολογία που θα κέρδιζαν το σχετικό Όσκαρ αν υπήρχε. Φυσικά τίποτα δεν αποκλείει αν προχωρήσει ένα νέο κομμουνιστικό εγχείρημα, κάποια στοιχεία της να ενσωματωθούν σε αυτό. Τι μπορεί όμως να συνεισφέρει σήμερα η ΛΑΕ σε οποιαδήποτε προσπάθεια εκτός από τη σύγχυση;

Ανάλογα μπορεί να ειπωθούν για οργανώσεις όπως το ΚΚΕ (μ-λ), που αντιπροσωπεύουν ιστορικά απολιθώματα, και το ΕΕΚ, που εδώ και δεκαετίες λειτουργούν σχεδόν αδιάλειπτα ανθενωτικά.

Οι σύντροφοι της Μετάβασης διαπιστώνουν σωστά, με τον τρόπο τους, ότι έχουμε μπει σε μια βασικά αμυντική περίοδο του κινήματος. Μπαίνει το ερώτημα: Το επόμενο βήμα μετά από μια τέτοια διαπίστωση ποιο πρέπει να είναι; Να απευθυνθούμε σε όλους και να τους καλέσουμε σε συνεργασία στη βάση της εκτίμησής μας;

Όχι, οι υπόλοιπες δυνάμεις δεν έχουν πέσει από τον ουρανό, ούτε εμφανίστηκαν χτες από παρθενογένεση. Έχουν τις δικές τους εκτιμήσεις για το χαρακτήρα της περιόδου και γενικότερα, που τις έχουν υποστηρίξει με συνέπεια για χρόνια. Και οι εκτιμήσεις αυτές στις πιο σημαντικές περιπτώσεις (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ) είναι αντίθετες προς την εκτίμηση στην οποία προβαίνει η ίδια η Μετάβαση.

Το επόμενο βήμα, λοιπόν, αν πραγματικά πιστεύουμε στην ορθότητα της θέσης μας, είναι να εξετάσουμε ποιες από τις άλλες δυνάμεις προβαίνουν σε εκτιμήσεις συμβατές με τη δική μας. Το επόμενο βήμα είναι να εργαστούμε για την προσέγγιση αυτών ακριβώς των δυνάμεων, ανεξάρτητα από ενδεχόμενες θεωρητικές διαφορές μεταξύ τους, γιατί μια τέτοια προσέγγιση θα είναι μια προσέγγιση βάσει αρχών και μιας πραγματικής πολιτικής συμφωνίας. Αν αντίθετα καλούμε δυνάμεις που βρίσκονται αμετακίνητα σε αντίθετο μήκος κύματος, τότε μπερδεύουμε τα πράγματα και δημιουργούμε συγχύσεις για τη φύση και το ρόλο τους. Στην παρούσα περίοδο δε, όταν δυνάμεις όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η ΛΑΕ έχουν ουσιαστικά χρεοκοπήσει αλλά δεν υπάρχει ακόμη κάτι άλλο, τις βοηθάμε να παρατείνουν την ύπαρξή τους και να επιβιώσουν, εμποδίζοντας να δημιουργηθεί το νέο.

Το να καλούμε συλλήβδην όλους τους άλλους να αναλάβουν τις ευθύνες τους είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποφύγουμε να αναλάβουμε εμείς τις δικές μας ευθύνες, σε σχέση με το πραγματικό καθήκον που βρίσκεται μπροστά. Υπάρχει άραγε κανείς που να πιστεύει ότι ακόμη και στην καθαρά φανταστική περίπτωση που όλες οι οργανώσεις που προσκαλεί η Μετάβαση κάθονταν κάποια στιγμή στο ίδιο τραπέζι θα προέκυπτε κάτι διαφορετικό εκτός από μια χάβρα;

Αν η ανακοίνωση της Μετάβασης έχει μια αξία, δεν είναι για την πρόταση που καταθέτει αλλά γιατί φανερώνει άθελά της το βασικό πρόβλημα με πολλές οργανώσεις της «επαναστατικής Αριστεράς», που είναι ο διανοουμενίστικος χαρακτήρας τους, η απουσία του εργατικού στοιχείου. Υπάρχουν βέβαια οργανώσεις που το πνεύμα τους είναι πιο πρακτικό και λαϊκό. Το πρωτοπόρο εργατικό στοιχείο σήμερα όμως, ιδιαίτερα η εργατική νεολαία, βρίσκεται κυρίως στο ΚΚΕ, όπου το εκμαυλίζουν οι Μαΐληδες. Αυτό δημιουργεί μια απαράγραπτη υποχρέωση να εργαστούμε για να αποσπάσουμε αυτό το στοιχείο, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να υπάρξει κομμουνιστική πρωτοπορία, και να το αναδιαπαιδαγωγήσουμε. Και αυτό με τη σειρά του απαιτεί, πρώτο, μια μεθοδική κατάδειξη των λαθών στην πολιτική του ΚΚΕ, και δεύτερο, μια συστηματική κριτική και ξεκαθάρισμα του σταλινισμού, με παράλληλη υπεράσπιση των θετικών στοιχείων σε όλη τη διάρκεια ύπαρξης της ΕΣΣΔ, όπως το έκαναν λίγο-πολύ όλοι οι επιφανείς μαρξιστές (Τρότσκι, Μπουχάριν, Λούκατς, κ.ά.). Η ανακοίνωση της Μετάβασης δείχνει μια ευγενική διάθεση να εργαστούν για τα πάντα, εκτός… εκτός από αυτό που είναι το πραγματικό κύριο καθήκον.

Εν πάσει περιπτώσει, οι σύντροφοι της Μετάβασης, από υπερβολική ευγένεια και καλή προαίρεση, κατέθεσαν αυτή την πρόταση εκλογικής συνεργασίας και μετεκλογικής ενοποίησης προς όλους. Το ερώτημα είναι: Υπήρξε έστω και μια απάντηση από οποιαδήποτε από τις οργανώσεις στις οποίες απευθύνθηκαν, που να δικαιολογεί τις αισιόδοξες προσδοκίες τους; Αν έλαβαν έστω και μια απάντηση, καλό θα ήταν να την αναρτήσουν στο σάιτ τους, για να τη δούμε και να εκτιμήσουμε τι προοπτικές ανοίγει. Αν όμως δεν έλαβαν ούτε μια, όπως κατά τα φαινόμενα συνέβηκε, τότε θα πρέπει να παραδεχτούν ότι η παρέμβασή τους δεν ήταν ρεαλιστική και να προσπαθήσουν να καταλάβουν τους λόγους.

Θα ήταν λάθος βέβαια να θεωρηθεί ότι η έλλειψη ανταπόκρισης προήλθε από μια «κακοβουλία» των άλλων οργανώσεων, την οποία οι σύντροφοι της Μετάβασης θα εξαγοράσουν ως νέοι αμνοί που θυσιάζονται για να άρουν τις αμαρτίες του κόσμου. Αυτό μπορεί πραγματικά να αληθεύει για την ηγεσία του ΚΚΕ και μερικές ακόμη, δεν αληθεύει όμως για όλες. Ανάμεσα στις οργανώσεις που απευθύνθηκαν υπάρχουν μερικές που, χωρίς να είναι και άψογες, δεν αποφεύγουν γενικά τις συνεργασίες. Για παράδειγμα, ορισμένες συμμετέχουν ήδη, όπως αναφέρεται, στο Συντονισμό Διαλόγου και Δράσης Κομμουνιστικών Δυνάμεων, κάποιες άλλες είχαν συμμετάσχει παλιότερα στην Πρωτοβουλία των 1000, κ.ά. Ο λόγος που δεν ανταποκρίθηκαν αυτές οι οργανώσεις, αν έλαβαν τη σχετική πρόσκληση, είναι ότι μια τέτοια πρόταση για συνεργασία από το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως το ΚΚΕ μ-λ και από το Κόκκινο Νήμα ως το ΕΕΚ και τη ΛΑΕ λίγο πριν τις εκλογές βοά η ίδια από μόνη της για τον εξωπραγματικό της χαρακτήρα.

Οι σύντροφοι της Μετάβασης αισθάνονται ότι η πρότασή τους για καθολική εκλογική συνεργασία και ενοποίηση χωλαίνει και προσπαθούν να τη στηρίξουν: «Απόψεις που αρνούνται ακόμη και το διάλογο με αυτές τις δυνάμεις [τις δυνάμεις που αναφέρουν παραπάνω]», λένε, «και που τον χαρακτηρίζουν “περσινά ξινά σταφύλια”, οχυρωμένες πίσω από διαδικαστικά ζητήματα και αποφάσεις προηγούμενων ετών, αποφεύγουν την ουσιαστική συζήτηση και δείχνουν γραφειοκρατική αντίληψη για την πολιτική, η οποία δεν παίρνει υπόψη τις αλλαγές συσχετισμών, τις δυναμικές τάσεις μέσα στην Αριστερά, τα κόμματα και τα μέτωπά της και τις αγωνίες των εργαζόμενων και λαϊκών στρωμάτων»17.

Εδώ γίνεται εντελώς προφανές ότι η λογική των ίδιων των συντρόφων της Μετάβασης διαπερνιέται από γραφειοκρατικά στοιχεία –ο γραφειοκρατισμός υποδηλώνει πάντα μια απόσπαση από την πραγματικότητα και αυτό ισχύει και για τη διανοουμενίστικη εκδοχή του– και ότι δεν έχουν ακόμη εμβαθύνει στα συνεπαγόμενα των σωστών εκτιμήσεών τους ότι έχουμε μπει σε μια φάση «επίθεσης του κεφαλαίου σε όλα τα μέτωπα», «ανόδου του εθνικισμού», κοκ. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας τέτοιας περιόδου αντίδρασης, υποχώρησης του κινήματος, είναι ακριβώς ότι δεν υπάρχουν σοβαρές «αλλαγές συσχετισμών» και «δυναμικές τάσεις μέσα στην Αριστερά» και ευρύτερα στην κοινωνία. Η περίοδος της υποχώρησης είναι γενικά μια μουντή περίοδος, στην οποία κυοφορούνται εμβρυακά οι νέες τάσεις, αλλά δεν έχουν ακόμη αποκτήσει τέτοια ισχύ ώστε να ασκήσουν ουσιαστική επίδραση στις εξελίξεις. Το καθήκον το κομμουνιστών σε μια τέτοια περίοδο είναι να συλλάβουν και να υποβοηθήσουν αυτές τις τάσεις, αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει με το να παρανοούμε το «1+1=2» σχετικά με τα γνωρίσματά της.

Στα 1953-57, για να φέρουμε ένα πολύτιμο ιστορικό παράδειγμα, η δικτατορία του Μπατίστα στην Κούβα ήταν ακόμη φαινομενικά ισχυρή και παντοδύναμη. Ο Κάστρο στην περίοδο αυτή ένωσε τις οργανώσεις που είχαν αντιληφθεί, όπως και το δικό του Κίνημα της 26ης Ιούλη, την αναγκαιότητα του ένοπλου, αντάρτικου αγώνα. Τέτοιες οργανώσεις ήταν το Επαναστατικό Διευθυντήριο και η Εθνική Επαναστατική Δράση. Προς το Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα όμως (το ΚΚ της Κούβας), το οποίο τον κατάγγελνε καθημερινά σαν «μικροαστό τυχοδιώκτη», δεν έκανε καμιά τέτοια κρούση, γιατί καταλάβαινε ότι δεν υπήρχε η παραμικρή περίπτωση να βρει ανταπόκριση. Αργότερα, βέβαια, όταν το αντάρτικο κίνημα δυνάμωσε, προς τα μέσα του 1958, το ΚΚ της Κούβας, το οποίο είχε στην ηγεσία του και μερικούς έντιμους αγωνιστές, άλλαξε στάση και πρότεινε αυτό συνεργασία στον Κάστρο.

Ειδικά σε σχέση με το ΚΚΕ θα ήταν μάταιο να περιμένουμε ότι μπορεί η ηγεσία Κουτσούμπα να αλλάξει στάση ακόμη και στην περίπτωση μιας νέας μεγάλης ανόδου του κινήματος. Οπωσδήποτε, στα 2011-12 είχαμε μια τεράστια κινηματική άνοδο και δυναμικές κοινωνικές ανακατατάξεις, όμως ακριβώς στην περίοδο αυτή η ηγεσία Παπαρήγα ενίσχυσε στο έπακρο τα σεκταριστικά χαρακτηριστικά της. Να λέμε ή να υπονοούμε ότι σε μια περίοδο υποχώρησης όπως η τωρινή πρέπει να απευθύνουμε προτάσεις στο ΚΚΕ γιατί οι (ανύπαρκτες σε μια τέτοια περίοδο) «δυναμικές τάσεις» και «αλλαγές συσχετισμών» μπορεί να επιδράσουν στη στάση του, προκαλεί μόνο θυμηδία. Πολύ περισσότερο που σήμερα κυριαρχούν στην ηγεσία του ΚΚΕ τα πιο ανεγκέφαλα και φανατικά στοιχεία του μηχανισμού, που δεν δίνουν δεκάρα αν η γραμμή τους είναι σωστή ή λαθεμένη και ακόμη και αν ο ίδιος ο Λένιν ή ο Αϊνστάιν τους πρότειναν συνεργασία, θα τους χαρακτήριζαν πάραυτα οπορτουνιστές. Ανάλογα ισχύουν προφανώς για κάμποσες άλλες από τις αναφερόμενες οργανώσεις, που είναι εντελώς σεκταριστικές και αποστεωμένες. Από όποια σκοπιά και να το δούμε, η ανάλυση των συντρόφων της Μετάβασης μπάζει από όλες τις μεριές.

Το καθήκον των κομμουνιστών σήμερα, όπως έκανε ο Φιντέλ στα 1953-57, είναι να φέρουν κοντά οργανώσεις και ομάδες που έχουν συμβατές –και σωστές– εκτιμήσεις για το χαρακτήρα της περιόδου και για τα καθήκοντα του κινήματος. Μόνο με αυτό τον όρο, της συγκέντρωσης αυτών των δυνάμεων και της οργανωτικής συνένωσής τους σε μια πραγματική κομμουνιστική πρωτοπορία, θα μπορέσουν να αποκτήσουν δεσμούς με το λαό και να ανταποκριθούν στις τεράστιες απαιτήσεις των επερχόμενων μαχών. Η ιστορία δεν θα συγχωρήσει τους επαναστάτες που θα βάλουν εμπόδια σε αυτό το καθήκον ή θα προκαλούν σύγχυση σχετικά με τους όρους της εκπλήρωσής του.



Σημειώσεις

1. Λ. Τρότσκι, «Η στροφή της Κομμουνιστικής Διεθνούς και η κατάσταση στη Γερμανία», στο Γερμανία: ο Φασισμός και το Εργατικό Κίνημα, εκδ. Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1978, σελ. 29, 31, 30.
2. Δ. Κουτσούμπας, «Με όλες μας τις δυνάμεις στο δρόμο της αντεπίθεσης, της ταξικής πολιτικής πάλης», Ριζοσπάστης, 8 Ιούλη 2019 και «Ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ για τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών της 7ης Ιούλη 2019», https://www.902.gr/eidisi/ekloges/196435/anakoinosi-gia-ta-apotelesmata-ton-voyleytikon-eklogon-tis-7is-ioyli-2019.
3. Στα χρόνια της κρίσης, ενώ το ΠΑΣΟΚ κατέρρεε στην κοινωνία, η κυριαρχία της ΠΑΣΚΕ, της συνδικαλιστικής παράταξής του, στη ΓΣΕΕ, διατηρήθηκε αλώβητη. Στα τρία συνέδρια της ΓΣΕΕ στην ίδια περίοδο (34ο-36ο), τα ποσοστά της ΔΑΣ, της παράταξης του ΚΚΕ, ήταν 20,9%, 22,2% και 22,5%, σε σύγκριση με το 20,9% στο 33ο Συνέδριο πριν την κρίση, δηλαδή ουσιαστικά πλήρης στασιμότητα, αν ληφθεί υπόψη και η απομαζικοποίηση των συνδικάτων.
4. «ΝΑΡ: Πρώτη ανακοίνωση για το αποτέλεσμα των εκλογών της 7ης Ιούλιου», στο www.pandiera.gr.
5. Βλέπε σχετικά τις συνεντεύξεις των Α. Δραγανίγου, Λ. Μπόλαρη και Κ. Σκορδούλη, στη Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 23, σελ. 9-16, 24-29 και 63-71 αντίστοιχα.
6. Βλέπε σχετικά την αρθρογραφία τους στα Τετράδια Μαρξισμού, τεύχη 3 και 4, και την κριτική της στο Χρ. Κεφαλής, «Για το αφιέρωμα των Τετραδίων Μαρξισμού στην Οκτωβριανή Επανάσταση», Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 25, σελ. 229-262, ιδιαίτερα σελ. 243 κ.ε.
7. Για το ζήτημα αυτό, βλέπε Χ. Κεφαλής, «Η Συμφωνία των Πρεσπών και η ελληνική Αριστερά», http://net.xekinima.org/x-kefalis-isumfonia-ton-prespon-kai-i-elliniki-aristera/. Το ΚΚΕ και η ΛΑΕ τοποθετήθηκαν ενάντια στη Συμφωνία των Πρεσπών από μια οπτική που πολύ συχνά διακρινόταν ελάχιστα από εκείνη του ακροδεξιού εθνικισμού στη χώρα μας. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ διακήρυξε γενικά ένα ταυτόχρονα «αντιιμπεριαλιστικό και αντιεθνικιστικό όχι στη Συμφωνία των Πρεσπών».
8. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 41, σελ. 61-62.
9. Βλέπε σχετικά τις συνεντεύξεις των Α. Νταβανέλου, Γ. Νικολακόπουλου και Τ. Κυπραίου, Φ. Παππά και Α. Παγιάτσου στο ίδιο αφιέρωμα της Μαρξιστικής Σκέψης, όπου γίνονται παρόμοιες ρεαλιστικές εκτιμήσεις. Χαρακτηριστικά, ο Α. Νταβανέλος αναφέρεται στην τωρινή συγκυρία ως «μια συγκυρία όπου οι επαναστάτες διαπιστώνουν ότι για μια ολόκληρη περίοδο οφείλουν να παλεύουν για “μεταρρυθμίσεις”, κυρίως αμυντικού χαρακτήρα» (σελ. 35).
10. Βλέπε σχετικά στοιχεία σε Π. Παπασαραντόπουλος, «Οι κίνδυνοι από την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ», https://www.insider.gr/apopseis/vlogs/47211/oi-kindynoi-apo-tin-exodo-tis-elladas-apo-eyro, όπου αναφέρεται για το 2016 ποσοστό 47% υπέρ της διάλυσης της ευρωζώνης και 36,5% υπέρ της δραχμής, σε σύγκριση με 28,5% υπέρ της δραχμής το 2010. Σήμερα (Ιούλης 2019, αδημοσίευτα στοιχεία της Public Issue), τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 34% αρνητική γνώμη για την ΕΕ και 27% αρνητική γνώμη για το ευρώ, με τις θετικές γνώμες αντίστοιχα στο 61 και 69%, από ποσοστά της τάξης του 50% το 2016.
11. Παρατίθενται από τον Φ. Κλαουντίν, στο Η Κρίση του Παγκόσμιου Κομμουνιστικού Κινήματος, εκδ. Γράμματα, Αθήνα 1981, τόμ. Α΄, σελ. 155.
12. «ΝΑΡ: Πρώτη ανακοίνωση για το αποτέλεσμα των εκλογών της 7ης Ιούλιου», στο www.pandiera.gr.
13. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 41, σελ. 54, 55.
14. «Είσοδος σε μια νέα κατάσταση, απόφαση της συνέλευσης της Μετάβασης», https://www.kommon.gr/politiki/item/2500-gia-tis-triples-ekloges-tis-26is-maiou-gia-tis-vouleftikes-tis-7is-iouliou-kai-tin-epomeni-mera.
15. Στο ίδιο.
16. «Ανάγκη για ουσιαστική, δημοκρατική πολιτική συζήτηση και πράξη», Ανακοίνωση της Μετάβασης (Τάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ), https://www.kommon.gr/politiki/item/2503-anagki-gia-ousiastiki-dimokratiki-politiki-syzitisi-kai-praksi-anakoinosi-tis-metavasis-tasi-tis-antarsya.
17. Στο ίδιο.



*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης.