Τρεις ταινίες που ξεχωρίσαμε στο 61ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσ/νίκης

Από τις 5 ως τις 15 Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκε το 61ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Φέτος ήταν μια ιδιαίτερη χρονιά καθώς λόγω της πανδημίας οι προβολές διεξήχθησαν διαδικτυακά. Η ομορφιά του φεστιβάλ κινηματογράφου βρίσκεται στις σκοτεινές αίθουσες στα πλακόστρωτα του λιμανιού, στα πηγαδάκια που δημιουργούνται μετά στην αποθήκη Γ, στη μυρωδιά του ποπ κορν, στα δάκρυα χαράς ή συγκίνησης του διπλανού ή της διπλανής σου. Παρ’ όλα αυτά κι αυτή τη χρονιά η συμμετοχή του κόσμου ήταν μεγάλη και προβλήθηκαν μια σειρά από σημαντικές ταινίες από δεκάδες χώρες. Στη θεματολογία κυριάρχησε η προσφυγική κρίση, ο ρατσισμός, η αλληλεγγύη, η έμφυλη βία και το φεμινιστικό κίνημα, η κλιματική αλλαγή, η οικονομική κρίση, ενώ υπήρξε και ειδικό αφιέρωμα σε σπάνιες ταινίες επιστημονικής φαντασίας.

Η στήριξη των κατοίκων της πόλης προς το φεστιβάλ είναι μεγάλη. Αντίστοιχη οφείλει να είναι και η μέριμνα της πολιτείας για την περαιτέρω ενίσχυση του θεσμού, την σύνδεση του με τους καλλιτέχνες της πόλης αλλά και για αξιοπρεπείς σχέσεις εργασίας για τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες σ’ αυτό.

Παρακάτω σας παρουσιάζουμε 3 ταινίες που ξεχωρίσαμε.

Ποιος, ποιος θα φαγωθεί (Ελλάδα, 2020)

Ξένια Συμεωνίδου

«Στα εγγόνια μας εμείς δεν θα χρειάζεται να ανατρέχουμε σε μύθους,
για να τους πούμε την ιστορία μας. Κι εδώ τώρα, γράφεται ιστορία.»

(από την ταινία)

Όταν ο Κρόνος γίνεται βασιλιάς, έχοντας εκθρονίσει διά της βίας τον πατέρα του Ουρανό, τον κυριεύει ο φόβος πως θα έρθει η μέρα που και ο ίδιος θα ανατραπεί από κάποιο παιδί του. Αυτός είναι και ο λόγος που παίρνει την απόφαση να τρώει τα παιδιά του, μόλις τα γεννά η γυναίκα του Ρέα. Ένα μόνο καταφέρνει να διασωθεί, χάρη σε τέχνασμα της μητέρας του. Είναι ο Δίας, ο στερνός τους γιος. Αντί του βρέφους, η Ρέα θα δώσει στον σύζυγό της μία φασκιωμένη πέτρα, την οποία ανυποψίαστος θα καταπιεί. Μεγαλώνοντας μακριά από τον φίλαρχο πατέρα του, έρχεται η στιγμή που ο Δίας θα αναμετρηθεί μαζί του, παίρνοντάς του την εξουσία και απελευθερώνοντας τα «φαγωμένα» αδέρφια του.

Τον παραπάνω κοσμογονικό μύθο ακούει η ηρωίδα της ταινίας (Χρυσαλένα Χριστοπούλου) από τη γιαγιά της, κατά την παιδική της ηλικία – αυτή την ιστορία την ακούμε να διηγείται και η ίδια ως ενήλικη στο μικρό κορίτσι μιας προσφυγικής οικογένειας που βοηθά, όταν θα χάσει τον αδερφό της από πνιγμό στη Μυτιλήνη, παρομοιάζοντας τον παιδοκτόνο Κρόνο με τον ανθρωποφάγο Πόλεμο και αδυνατώντας να βρει άλλο τρόπο να την παρηγορήσει.

Στην πρώτη της μυθοπλαστική ταινία, η Ελπινίκη Βουτσά-Ρεντζεποπούλου καταφέρνει να αναδείξει τις συναισθηματικές δυσκολίες και τα διλήμματα μιας ενεργού και αλληλέγγυας νέας, μετά από ένα τραυματικό γεγονός, τον θάνατο ενός παιδιού, που δεν μπόρεσε να αποτρέψει. Πρόκειται κυρίως για το αίσθημα της ανημποριάς, που όταν σε καταλαμβάνει, κάνει κάθε μορφή αγώνα και διεκδίκησης να μοιάζει με ματαιοπονία. Καταλήγει, λοιπόν, να απομακρυνθεί σταδιακά από τα κοινά και τη συλλογική δράση και να απομονωθεί στον μικρόκοσμο της καθημερινότητάς της, η οποία μοιράζεται μεταξύ σπουδών και μιας εξαντλητικής και κακοπληρωμένης εργασίας. Χαρακτηριστική της μεταβολής της είναι μια σκηνή όπου τη βλέπουμε να παρακολουθεί αμέτοχη και απαθής τη ρατσιστική επίθεση προς έναν μετανάστη, ενώ στο παρελθόν θα «χαλούσε τον κόσμο» σε ανάλογη περίπτωση. Και από καλλιτεχνική άποψη, η ταινία αφήνει τις καλύτερες εντυπώσεις. Ξεχωρίζει, για παράδειγμα, η υπαινικτική αλλά συγχρόνως εύληπτη κριτική που ασκείται στην ανάλγητη Ε.Ε., μέσω των «αλληγορικών» μορφών δύο γυναικών, μιας Γαλλίδας και μιας Γερμανίδας, με τις οποίες η ηρωίδα συνομιλεί όταν επισκέπτεται τα καταστήματά τους.

Πέρα από την αποτύπωση μιας συναισθηματικής κατάστασης, στην οποία ο καθένας μας μπορεί κάποτε να βρέθηκε ή να βρεθεί, η ταινία θίγει παράλληλα, με τον τρόπο της, μερικές από τις αιτίες της προσφυγικής/μεταναστευτικής κρίσης: τις πολεμικές συρράξεις, τις αντι-μεταναστευτικές πολιτικές, την αναβίωση ακροδεξιών μορφωμάτων, την κυριαρχία ρατσιστικών και ξενοφοβικών αντιλήψεων. Το ερώτημα «Ποιος, ποιος θα φαγωθεί», που ανακαλεί τους κανιβαλικούς στίχους του γνωστού παιδικού τραγουδιού, μοιάζει να υπογραμμίζει την αναγκαιότητα της διαρκούς επαγρύπνησης και του ανυποχώρητου αγώνα, αφού τελικά είναι πολυτέλεια να ξοδεύει κανείς χρόνο διερωτώμενος μέχρι που μπορούν να φτάσουν οι δυνάμεις του. Προς τη συνειδητοποίηση των παραπάνω θα προσπαθήσει να οδηγήσει την ηρωίδα ένα κοντινό της πρόσωπο (Ευθύμης Χαλκίδης), που δεν έχει χάσει το αγωνιστικό του πείσμα, και ο οποίος θα της θυμίσει τη σημασία του να ξέρεις ότι ήσουν, τη στιγμή που έπρεπε, εκεί όπου έπρεπε να είσαι.


Αγνώστων στοιχείων (Ρουμανία, 2020)

Χρήστος Αγγελίδης

Ο Ρουμάνικος κινηματογράφος βρίσκεται σε σταθερή άνθηση από τις αρχές των ‘00s, όταν ο Κρίστι Πούιου συστήθηκε στο ευρύ κοινό με το αριστουργηματικό «Η Οδύσσεια του Κυρίου Λαζαρέσκου» που κέρδισε το βραβείο «Ένα κάποιο βλέμμα» στο φεστιβάλ των Καννών το 2005.  Δύο χρόνια αργότερα ο Κριστιάν Μουντζίου απέσπασε το Χρυσό Φοίνικα στο ίδιο φεστιβάλ με το εξαιρετικό «4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 Μέρες» και πρόσφατα ένας άλλος σκηνοθέτης της Βαλκανικής χώρας, ο Ράντου Ζούντε έστρεψε τα βλέμματα πάνω του στην Μπερλινάλε του 2016 με το «Αφερίμ» (Αργυρή Άρκτος Σκηνοθεσίας).

Κοινός άξονας του νέου Ρουμάνικου σινεμά είναι ο κοινωνικός ρεαλισμός, που ακολουθεί τα χνάρια των αδερφών Νταρντέν και του Κεν Λόουτς. Στο ίδιο μοτίβο κινείται και ο Μπογκντάν Τζόρτζε Απέτρι, με τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του «Αγνώστων στοιχείων» που προβλήθηκε στο 61ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Ο Φλόριαν είναι ένας ψηλός, γεροδεμένος και βίαιος αστυνόμος, που συχνά κινείται εκτός νόμου και αγαπάει τη κλασική μουσική. Πρόσφατα έχει αναλάβει τη διαλεύκανση μιας σειράς εμπρησμών ξενοδοχείων, όπου έχασαν τη ζωή τους δύο γυναίκες. Οι υποψίες του στρέφονται πάνω σε ένα νεαρό και φτωχό τσιγγάνο που εργαζόταν σε αυτά ως security, όμως γίνεται εξ’ αρχής φανερό ότι σ’ αυτή τη κατεύθυνση τον σπρώχνουν οι προκαταλήψεις του εναντίον των Ρομά, τις οποίες δείχνουν να ενστερνίζονται και οι συνάδελφοί του.

Η ιστορία θυμίζει έντονα το λογοτεχνικό «Μεσογειακό Νουάρ». Ο θάνατος δύο γυναικών και το ξεσκέπασμα του δολοφόνου, είναι απλά η αφορμή για κοινωνική κριτική. Ο ρατσισμός εναντίον των τσιγγάνων, η αστυνομική αυθαιρεσία, η κρατική διαφθορά και τα οικονομικά αδιέξοδα στη σύγχρονη ρουμανική κοινωνία, είναι μερικά μόνο από τα θέματα που θίγει ο Απέτρι.

Το σενάριο είναι καλά δουλεμένο, χωρίς νοηματικά κενά, με αρκετές ανατροπές μέχρι το τέλος που κρατάνε αμείωτο το ενδιαφέρον. Ενδεχομένως να δυσκολέψουν το θεατή κάποιες αψυχολόγητες αντιδράσεις και εμμονές του πρωταγωνιστή, που όμως θα βρουν τις απαντήσεις του στο τέλος της ταινίας.

Το σφιχτό και γρήγορο μοντάζ προσδίδει στοιχεία σασπένς, υποβοηθούμενο και από την αδιάκοπη κίνηση της κάμερας στο χέρι σε ορισμένες σκηνές. Εξαιρετική είναι και η μουσική επένδυση με τα κομμάτια του Σοπέν να δένουν αρμονικά με τα μελαγχολικά πλάνα και τη νουάρ ατμόσφαιρα. Σε γενικές γραμμές, η ταινία ισορροπεί θαυμάσια ανάμεσα στη φόρμα και στο περιεχόμενο, δίχως να κουράζει ή να γίνεται πληκτική.


Shorta (Δανία, 2020)

Θανάσης Μαρίνης

«Δεν μπορώ να αναπνεύσω» φωνάζει ο 19χρονος μετανάστης Talib Ben Hassi που βρίσκεται κάτω από αστυνομικές μπότες. Έτσι ξεκινά αυτή η εκρηκτική ταινία από την Δανία. Την παρακολουθήσαμε 2 ώρες με την πλάτη καρφωμένη στον καναπέ και τα νεύρα τεντωμένα. Πότε από θλίψη, πότε από οργή, πότε από ελπίδα.

Η αστυνομία υποτίθεται ότι ξεκινά ένορκη διοικητική εξέταση αλλά επί της ουσίας γίνεται προσπάθεια συγκάλυψης. Η αστυνομική αυθαιρεσία, βλέπετε, δεν αποτελεί ελληνικό προνόμιο.

Η γειτονιά ή καλύτερα το γκέτο όπου ζούσε το θύμα όμως δε θα κάτσει με σταυρωμένα τα χέρια. Δεν μπορεί να ανεχτεί άλλη βία, εξευτελισμό και μια ζωή χωρίς προοπτική. Βράζει, φλέγεται και εξεγείρεται. Η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι δε θα αργήσει. Ο Andersen και ο Hoyer, δύο αστυνομικοί που έχουν περιπολία εκείνη την μέρα, παρακάμπτουν τις κεντρικές οδηγίες και αποφασίζουν να εισέλθουν στην γειτονιά. Και σα να μην έφτανε αυτό, ο ακροδεξιός Andresen προκαλεί, χλευάζει και ρίχνει συνεχώς λάδι στην φωτιά. Ο πιο διαλλακτικός Hoyer στέκεται, παρατηρεί αλλά δεν αντιδρά. Στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου ανακοινώνεται έκτακτη είδηση κι εκείνη τη στιγμή οι κανόνες του παιχνιδιού αλλάζουν. Οι θηρευτές γίνονται θηράματα. Στο κέντρο του κύκλου βρίσκονται πλέον οι δύο αστυνομικοί, γύρω τους οι εξεγερμένοι. Και ο κλοιός ολοένα και στενεύει. Το ανθρωποκυνηγητό ξεκινά και ξετυλίγεται μπρος στα μάτια μας ένα αστυνομικό θρίλερ με περίτεχνη πλοκή και συνεχώς κλιμακούμενη ένταση.

Η ταινία αποτελεί σε πρώτη ανάγνωση ένα κατηγορώ προς τις αυταρχικές μεθόδους καταστολής. Αποτελεί επίσης ένα σχόλιο σχετικά με την περιθωριοποίηση μεταναστών και προσφύγων, μια κριτική απέναντι στα στερεότυπα και τον ρατσισμό. Αλλά δεν μένει εκεί. Σκάβει κάτω από την επιφάνεια.

Ο αγώνας των αστυνομικών για επιβίωση μας οδηγεί όλο και πιο βαθιά στο γκέτο αλλά και πιο βαθιά στην ψυχοσύνθεση των ηρώων. Οι εσωτερικές συγκρούσεις και οι ανατροπές είναι καταιγιστικές, οι συμμαχίες αλλάζουν συνεχώς. Η βοήθεια αλλά και η προδοσία έρχονται από εκεί που δεν το περιμένουν και ανατρέπονται κατεστημένες απόψεις και στερεότυπα. Υπάρχει η μερίδα των κατοίκων που αντιλαμβάνεται ως μονόδρομο -προφανώς αδιέξοδο- την ατομική τρομοκρατία. Διψούν για εκδίκηση. Υπάρχουν και άλλοι που αναζητούν τρόπους να σπάσουν τον κύκλο του αίματος, που επιθυμούν διακαώς μια ζωή ειρηνική και προσπαθούν να κερδίσουν την αποδοχή και τον σεβασμό. Διψούν για δικαιοσύνη.

Το Shorta στα αραβικά σημαίνει «αστυνομία» και γυρίστηκε πριν από την δολοφονία του George Floyd. Αυτό κάνει την ταινία δραματικά προφητική και επίκαιρη.

7,037ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,078ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
368ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής