Το 70% της καλλιεργήσιμης γης ελέγχεται από το 1% των ιδιοκτητών!

Πολλοί και πολλές έχει τύχει να συναντήσουμε τουλάχιστον μια φορά στη ζωή μας σε κάποιο τοίχο κάποιας πόλης το ρομαντικό σύνθημα: «οι καρποί ανήκουν σε όλους, η γη σε κανέναν». Η πραγματικότητα βέβαια βρίσκεται μίλια μακριά από αυτή την όμορφη ιδέα. Η γη, όχι μόνο έχει ιδιοκτήτες, αλλά όσο τα χρόνια περνάνε ο αριθμός αυτών των ιδιοκτητών μειώνεται, ενώ το σύνολο των αγροτικών εκτάσεων που κατέχουν διαρκώς αυξάνεται.

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της φιλανθρωπικής οργάνωσης Oxfam με τίτλο «Uneven Ground» (Άνισο Έδαφος), μόλις το 1% των ιδιοκτητών καλλιεργήσιμων γαιών κατέχει το 70% του συνόλου τους σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Η έρευνα αναφέρει ότι αυτό το 1% των παραγωγών αποτελεί τον πυρήνα της παγκόσμιας βιομηχανίας παραγωγής τροφής και η τάση που επικρατεί, είναι μέσα στα επόμενα χρόνια να συγκεντρώσει στα χέρια του ακόμη μεγαλύτερες εκτάσεις.

Κατά κανόνα, όσο πιο ανεπτυγμένη οικονομικά είναι μια χώρα, τόσο πιο μεγάλη είναι η υπερσυγκέντρωση αγροτικών εκτάσεων στα χέρια ελάχιστων ιδιοκτητών.

Η έρευνα εκτιμά ότι σήμερα υπάρχουν στον κόσμο περίπου 608 εκατομμύρια φάρμες. Το 84% από αυτές είναι μικρές οικογενειακές φάρμες που δεν ξεπερνούν τα δύο εκτάρια, καλύπτοντας μόλις και μετά βίας το 12% του συνόλου των αγροτικών εκτάσεων. Οι ιδιοκτήτες τους, όμως, δεν έχουν σχεδόν καμία πιθανότητα να δουν τα προϊόντα τους να προωθούνται στο εμπόριο μέσω των μεγάλων δικτύων διακίνησης τροφίμων.

Περιβαλλοντική καταστροφή

Η μελέτη της Ofxam ασχολείται βασικά με τα στοιχεία της ανισότητας στην ιδιοκτησία της γης και με τον εκτοπισμό των παραδοσιακών αγροτικών κοινοτήτων από τις εστίες τους. Το ζήτημα των περιβαλλοντικών επιπτώσεων αυτών των πρακτικών αναφέρεται σε κάποια σημεία, δεν αποτελεί όμως το βασικό της αντικείμενο της έκθεσης.

Ωστόσο, κάθε φορά που συζητάμε το ζήτημα της παγκόσμιας, βιομηχανικού τύπου αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής, δεν είναι δυνατό να μην αναφέρουμε τις δραματικές επιπτώσεις της στους φυσικούς πόρους και το περιβάλλον.

Αρκεί να δούμε πολύ συνοπτικά δύο από τα πιο γνωστά –και πιο καταστροφικά– παραδείγματα: αυτά των δασών της νότιας Αμερικής και της νοτιοανατολικής Ασίας.

Το καλοκαίρι του 2019, οι καταστροφικές πυρκαγιές στον Αμαζόνιο αποτέλεσαν σε ολόκληρο τον κόσμο μια από τις πιο μαύρες ειδήσεις της περιόδου. Η είδηση αυτή βέβαια δεν αποτέλεσε μεγάλη έκπληξη για όσους είχαν παρακολουθήσει τις δηλώσεις, αλλά και τα μέτρα που πήρε ο πρόεδρος της Βραζιλίας Ζ. Μπολσονάρου από την πρώτη στιγμή της ανόδου του στην εξουσία μόλις μερικούς μήνες νωρίτερα. Τα μέτρα αυτά κινούνταν ξεκάθαρα στην κατεύθυνση της διευκόλυνσης της πρόσβασης των μεγάλων εταιρειών τροφίμων σε ακόμη αχανέστερα κομμάτια του τροπικού δάσους.

Αξίζει να σημειωθεί πως σε αντίθεση με άλλα δάση στον πλανήτη, η απώλεια μεγάλων τμημάτων τροπικών δασών όπως αυτό του Αμαζονίου, δεν σημαίνει μόνο την απώλεια μεγάλων πράσινων εκτάσεων, αλλά και ανυπολόγιστης αξίας βιοποικιλότητας που φιλοξενείται σε αυτά. 

Παράλληλα, όλα τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν οι ειδήσεις για την αποψίλωση των τροπικών δασών της νοτιοανατολικής Ασίας και ιδιαίτερα της Ινδονησίας και της Μαλαισίας, που μετατρέπονται μαζικά σε φυτείες φοινικόδεντρων για την παραγωγή φοινικελαίου. Πρόκειται για το πιο διαδεδομένο φυτικό έλαιο στον κόσμο, αφού βρίσκεται σχεδόν παντού: από τα συσκευασμένα τρόφιμα, μέχρι τα καλλυντικά και άλλα προϊόντα ατομικής υγιεινής. Πέρα από τις συνέπειες στο περιβάλλον, η παραγωγή του φοινικέλαιου με τον τρόπο που γίνεται αποτελεί σήμερα έναν από τους βασικούς κινδύνους επιβίωσης που αντιμετωπίζουν μια σειρά είδη χλωρίδας και πανίδας.

Μια χούφτα εταιρείες

Η έρευνα δε μένει στη γενική περιγραφή στοιχείων σαν αυτά που παρατίθενται παραπάνω, αλλά αναφέρεται και στις λιγοστές εταιρείες που βρίσκονται στο επίκεντρο της λεηλασίας των αγροτικών πληθυσμών του πλανήτη, των πόρων που τους επιτρέπουν να επιβιώνουν, αλλά και του φυσικού περιβάλλοντος. Εταιρείες αγροτικών προϊόντων και σπόρων, φυτοφαρμάκων, αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής όπως η DuPont, η Syngenta, η Bayer, η Monsanto, η Tyson Foods, μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ όπως η Walmart, η Costco και η Target, αλλά και επενδυτικές εταιρείες όπως η BlackRock. Αυτές και λίγες ακόμη εταιρείες ελέγχουν το 70% της καλλιεργήσιμης γης του πλανήτη.

Μάλιστα, η έρευνα εξηγεί ότι οι εταιρείες αυτές φροντίζουν να χτίσουν μεταξύ τους περίπλοκες εταιρικές, οικονομικές και χρηματιστηριακές σχέσεις, προκειμένου να είναι πολύ δύσκολο να εντοπιστεί σε ποια από όλες ανήκει η κάθε καλλιεργήσιμη έκταση, επομένως και ποια φέρει την ευθύνη για  τις αγροτικές μεθόδους που χρησιμοποιούν, ή να κατηγορηθεί ο ένας ή ο άλλος μέτοχος για τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις των πρακτικών τους.

Όταν τα παραπάνω βρίσκονται στην επίσημη έκθεση όχι κάποιας ανατρεπτικής οργάνωσης, αλλά ενός καθ’ όλα αξιοσέβαστου από το σύστημα φιλανθρωπικού οργανισμού όπως η Oxfam, είναι καθαρό ότι πρόκειται για μια τεραστίων διαστάσεων νομιμοποιημένη κομπίνα. Που αφορά σχεδόν το σύνολο της παγκόσμιας παραγωγής και διακίνησης τροφής, από το χώμα και το νερό, μέχρι τους σπόρους, τις ζωοτροφές, τα φυτοφάρμακα, τα λιπάσματα, τα αμέτρητα συνθετικά πρόσθετα που περιέχονται στην καθημερινή μας διατροφή. Από το χωράφι μέχρι το πιάτο, αυτοί οι κολοσσοί του παγκόσμιου καπιταλισμού αποτελούν θανάσιμο κίνδυνο για το περιβάλλον, τη βιοποικιλότητα του πλανήτη, τις αγροτικές κοινότητες ανά τον κόσμο, τον όποιο πολιτισμό έχουμε σήμερα και τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων.