Ρωσία: 26 χρόνια από το πραξικόπημα ενάντια στον Γκορμπατσώφ

25/08/2017
Comments off
1,601 Views
Στα τέλη του Αυγούστου συμπληρώθηκαν 26 χρόνια από την ανατροπή του Γκορματσώφ και την κατάρρευση της πρώην σοβιετικής Ένωσης.  Διαβάστε παρακάτω άρθρο του Ρομπ Τζόουνς, από το socialistworld.net, σε σχέση με τις συνθήκες που οδήγησαν στην ανατροπή του σταλινισμού και τις επιπτώσεις της πάνω στις φτωχές εργατικές μάζες των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών, αλλά και του υπόλοιπου κόσμου.

 

Οι συγκλονιστικές ημέρες μεταξύ 19 και 21 Αυγούστου του 1991 ξεκίνησαν με μια πρωινή ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία ο Μ. Γκορματσώφ είχε αρρωστήσει και μια «Κρατική Επιτροπή Εκτάκτου Ανάγκης» είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση. Σύντομα, τανκς είχαν βγει στους δρόμους της Μόσχας, τριγυρνώντας στις κεντρικές λεωφόρους γύρω από την Κόκκινη Πλατεία, προκαλώντας μαζικές αντιδράσεις από τον πληθυσμό της Μόσχας, του Λένινγκραντ, των Βαλτικών Χωρών[1] και άλλων περιοχών. Τρεις ημέρες αργότερα το πραξικόπημα αυτό κατέρρευσε, ο Γκορματσώφ επέστρεψε στη Μόσχα αλλά με δραματικά μειωμένες αρμοδιότητες και ο Μπόρις Γιέλτσιν, ο ηγέτης πλέον της Ρωσικής Ομοσπονδίας ανέλαβε την εξουσία.

Αυτό που συνέβη ήταν ότι ένα τμήμα της γραφειοκρατίας αντιπροσώπευε ένα «ελεγχόμενο» άνοιγμα στην αγορά, κρατώντας ισχυρό το σταλινικό κρατικό μοντέλο. Ο Γιέλτσιν αντιπροσώπευε αντίθετα την τάση που επεδίωκε την γρήγορη παλινόρθωση του καπιταλισμού. Τελικά το πραξικόπημα των σταλινικών ηττήθηκε, και έτσι άνοιξε ο δρόμος για την οριστική κατάρρευση της ΕΣΣΔ και την επιστροφή του καπιταλισμού, τρεις μήνες αργότερα. Σε δημοσκόπηση της εφημερίδας «Λεβάντα» παρόλα αυτά, το 48% του ρώσικου πληθυσμού, λες και προσπαθεί να αποδιώξει ένα κακό όνειρο, δε θυμάται να συνέβη τίποτα συγκεκριμένο το 1991. Εκείνη την εποχή βέβαια, οι κάτοικοι της Σοβιετικής Ένωσης αναζητούσαν απελπισμένα την αλλαγή. Το σύνολο της σταλινικής γραφειοκρατίας, με τη διαφθορά, την κακοδιαχείριση και την περιφρόνηση προς τους εργαζόμενους που τη χαρακτήριζε, είχε οδηγήσει τη σχεδιασμένη οικονομία σε ύφεση. Στην καλύτερη περίπτωση το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων ήταν στάσιμο. Πολλοί εργάτες, με εμπρσθοφυλακή τους ένα εκατομμύριο μεταλλωρύχους, απαιτούσαν δραστική αλλαγή στο σύστημα. Δεν ήθελαν να ανατρέψουν τη σχεδιασμένη οικονομία, αλλά να μειώσουν δραστικά την εξουσία και τα προνόμια της γραφειοκρατίας.

Δεν ίσχυε όμως το ίδιο με τους διανοούμενους, την ελίτ των πόλεων και συγκεκριμένα τμήματα του Κομμουνιστικού Κόμματος, ιδιαίτερα τη νεολαία του. Ήταν καχύποπτοι απέναντι στην εργατική τάξη και κοιτούσαν με φθόνο τις «ελευθερίες» της δύσης, που επέτρεπαν σε μικρές μειοψηφίες να πλουτίζουν. Αυτό που έλειπε ήταν μια οργάνωση των εργαζομένων, που να παλεύει για την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη, την ανατροπή της γραφειοκρατίας και το χτίσιμο μιας γνήσιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, βασισμένης στην εργατική δημοκρατία. Έτσι, οι εργαζόμενοι έχασαν τις ελπίδες τους στην εγκαθίδρυση του σοβιετικού συστήματος και τις απόθεσαν στα τμήματα αυτά της γραφειοκρατίας που επεδίωκαν τις μεταρρυθμίσεις, το άνοιγμα στις αγορές και τελικά την επιστροφή στον καπιταλισμό.

Ο Μπόρις Γιέλτσιν, που ηγήθηκε της αντίστασης ενάντια στο πραξικόπημα της «συμμορίας των 8» (όπως ονομάστηκαν οι πραξικοποιηματίες), ήταν κι ο ίδιος ηγετικός στο «Κομμουνιστικό» Κόμμα. Υποσχέθηκε στο ρωσικό λαό ότι θα βάλει τέλος στη διαφθορά, τα προνόμια, τη συγκέντρωση όλης της εξουσίας στη γραφειοκρατική ηγεσία του κόμματος, σεβασμό στα δικαιώματα των εθνικών μειονοτήτων κ.α. Υποσχέθηκε επίσης την εγκαθίδρυση μιας νέας, σύγχρονης οικονομίας της αγοράς, που θα επέτρεπε στη χώρα να συμπεριληφθεί στις «φυσιολογικές», «πολιτισμένες», φιλελεύθερες δημοκρατίες του πλανήτη. Στους εργαζόμενους υποσχέθηκε βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου και έλεγχο πάνω στη λειτουργία των εργασιακών τους χώρων, των εργοστασίων, κλπ.

Παράλληλα βέβαια, και οι γραφειοκράτες που ηγήθηκαν του πραξικοπήματος στο όνομα της διατήρησης της Σοβιετικής Ένωσης, ήταν επίσης αποφασισμένοι να «μεταρρυθμίσουν» τη σοβιετική οικονομία. Η μόνη τους διαφορά με τον Γιέλτσιν, ήταν ότι ήθελαν να τη μεταρρυθμίσουν στα πρότυπα του κινεζικού καθεστώτος, επαναφέροντας δηλαδή τις καπιταλιστικές σχέσεις, αλλά κάτω από αυστηρό κρατικό έλεγχο.

Ως Επιτροπή για μια Διεθνή των Εργαζομένων προειδοποιούσαμε ότι η επιστροφή στον καπιταλισμό δε θα οδηγούσε σε περισσότερη δημοκρατία, αντίθετα θα οδηγούσε σε μεγάλη αύξηση της φτώχειας, της ανεργίας και της ανισότητας. Ακόμα και εμείς όμως δεν μπορέσαμε να εκτιμήσουμε το μέγεθος της καταστροφής που θα ακολουθούσε η επιστροφή στον καπιταλισμό για τις δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

Καταστροφή

Σύμφωνα με το βρετανικό ιατρικό περιοδικό «The lancet», πάνω από ένα εκατομμύριο άντρες σε παραγωγική ηλικία πέθαναν «εξαιτίας του οικονομικού σοκ των μαζικών ιδιωτικοποιήσεων και των ραγδαίων μεταβολών στην οικονομία» μέσα στη δεκαετία που ακολούθησε το πραξικόπημα. Tο προσδόκιμο ζωής των αντρών στη Ρωσία έφτασε στο ανώτερο όριό του, τα 65 χρόνια, λίγο πριν την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, για να κατρακυλήσει ξανά στα 60, μέσα στη μιάμιση δεκαετία που ακολούθησε. Μόλις πρόσφατα επέστρεψε ξανά στα 65 χρόνια.

Η δημοκρατία, με την έννοια των πραγματικών, ελεύθερων εκλογών και τον πολυκομματισμό, έχει εγκαθιδρυθεί μόνο σε κάποιες χώρες της Βαλτικής και σε ένα βαθμό στη Μολδαβία. Σύμφωνα με τη βρετανική εφημερίδα «The Guardian», από τις 120 εκλογικές αναμετρήσεις στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες από τι 1991 και έπειτα, αν εξαιρέσουμε τις χώρες της Βαλτικής, μόνο οι 22 ήταν πραγματικά ελεύθερες και χωρίς νοθεία.

Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα κακή σε χώρες όπως η Ρωσία, όπου ένα αυταρχικό καθεστώς χρησιμοποιεί το κοινοβούλιο (Δούμα) σαν δημοκρατικό φύλο συκής, την ώρα που είναι πρακτικά αδύνατο για οποιοδήποτε πραγματικό αντιπολιτευτικό κόμμα (ακόμη και ένα καπιταλιστικό κόμμα) να συμμετάσχει στις εκλογές. Στο Καζακστάν και το Αζερμπαϊτζάν, η εξουσία βρίσκεται ουσιαστικά στα χέρια δικτατόρων. Ο Ναζαρμάγιεφ στο Καζακστάν βρίσκεται στην εξουσία από το 1989 και ο Αλίγιεφ «κληρονόμησε» την εξουσία στο Αζερμπαϊτζάν από τον πατέρα του, που πέθανε το 2003. Το Τουρκμενιστάν βρίσκεται στα χέρια του προέδρου Μπερντιμουχαμέντοφ, που επίσης αντικατέστησε τον «ισόβιο πρόεδρο» πατέρα του, όταν πέθανε το 2006. Το Τουρκμενιστάν, δεν είναι απλά μια από τις πιο καταπιεστικές χώρες του κόσμου, συναγωνιζόμενο άνετα τη Βόρεια Κορέα, αλλά ο Μπερντιμουχαμέντοφ έχει δημιουργήσει ένα τόσο εξωφρενικό καθεστώς προσωπολατρείας, που ακόμη και μια μέρα της εβδομάδας έχει πάρει το όνομα του πατέρα του!

Την ίδια ώρα που η δημοκρατία παρέμενε όνειρο θερινής νυκτός, η γραφειοκρατία και η διαφθορά, τα ίδια κοινωνικά προβλήματα που χαρακτήριζαν το τσαρικό καθεστώς, άνθιζαν. Ο Λένιν και ο Τρότσκι, ηγέτες της ρωσικής επανάστασης του 1917, διασφάλισαν τον πιο πλήρη βαθμό δημοκρατικού ελέγχου των κρατικών οργανισμών από τους εργάτες και τους φτωχούς αγρότες, προκειμένου να καταπολεμηθούν αυτά τα προβλήματα. Ωστόσο, όταν ο σταλινισμός ανήλθε στην εξουσία, εξαφάνισε με βίαιο τρόπο κάθε στοιχείο εργατικής δημοκρατίας και βασίστηκε στα γραφειοκρατικά κατάλοιπα του τσαρικού καθεστώτος. Την ίδια ώρα βέβαια, η σχεδιασμένη οικονομία που εγκαθίδρυσε η επανάσταση, αποδείχτηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική. Παρά τις δραματικές συνέπειες του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, η Σοβιετική Ένωση, μεταμορφώθηκε από μια καθυστερημένη χώρα το 1917, στη δεύτερη μεγάλη δύναμη του πλανήτη, στέλνοντας τον πρώτο άνθρωπο στο διάστημα. Ωστόσο, απογυμνωμένη από κάθε ίχνος εργατικής δημοκρατίας, την οποία ο Τρότσκι αποκαλούσε το «οξυγόνο» της σχεδιασμένης οικονομίας, η τελευταία πνίγηκε μέσα στη γραφειοκρατική ανικανότητα, τις σπατάλες και τη διαφθορά. Στραγγαλίστηκε σταδιακά, μέχρι στο τέλος να καταρρεύσει.

Η επιστροφή του καπιταλισμού δε βελτίωσε σε τίποτα την κατάσταση. Αντιθέτως, στα τέλη της δεκαετίας του 90, οικονομολόγοι, ακαδημαϊκοί, ακόμη και υπουργοί κυβερνήσεων, κατήγγειλαν ότι τα προνόμια, η κατάχρηση εξουσίας και η διαφθορά των σημερινών ηγετών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, έχουν ξεπεράσει κατά πολύ ακόμη και τα πιο τρελά όνειρα των γραφειοκρατών της σοβιετικής εποχής. Ακόμα και ο υπουργός καταπολέμησης της διαφθοράς στη Ρωσία, Κύριλ Καμπάνωφ, δήλωσε ότι:

«Η διαφθορά έχει φτάσει σε τέτοια επίπεδα, που πλέον υπάρχει ζήτημα εθνικής ασφάλειας»

Σε ένα βαθμό θεωρεί ότι υπεύθυνες για την κατάσταση ήταν οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις της δεκαετίας του 90, αλλά συνεχίζει εξηγώντας ότι η διαφθορά που κληρονομήθηκε από την πρώην Σοβιετική Ένωση, έχει πολλαπλασιαστεί επειδή δεν υπάρχει πλέον μια ιδεολογία, που έστω και στα λόγια να υπερασπίζεται το κοινωνικό δίκαιο.

Διαφθορά

Η πολυδιαφημισμένη καμπάνια ενάντια στη διαφθορά από το καθεστώς Πούτιν δεν έχει βελτιώσει την κατάσταση στο ελάχιστο. Μερικές συλλήψεις προβεβλημένων Γερουσιαστών, τοπικών ηγετών και η περίπτωση της σύλληψης του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, αντιμετωπίστηκε από την κοινωνία, σαν μια φτηνή δικαιολογία, προκειμένου να ξεφορτωθεί η κυβέρνηση τους ανεπιθύμητους. Από τους 1.200 ανθρώπους που οδηγήθηκαν στη δικαιοσύνη για χρηματισμό το 2014, ένα 20% είχε πάρει λιγότερα από 50 ευρώ και άλλο ένα 40% λιγότερα από 500 ευρώ. Στο μεταξύ, υπολογίζεται ότι πάνω από ένα τρισεκατομμύριο ρούβλια το χρόνο (15 δις ευρώ) έχει κάνει φτερά από τα κρατικά ταμεία, για να καταλήξει στις τσέπες μιας σειράς γραφειοκρατών και επιχειρηματιών.

Και υπάρχουν πλέον πολλοί γραφειοκράτες. Το να γίνεις ένας «chinovnik» (η ρώσικη λέξη για το γραφειοκράτη) θεωρείται σημαντική επιτυχία για ένα στρώμα της άρχουσας τάξης. Σημαίνει ότι έχεις καταφέρει να τρυπώσεις μέσα στο ίδιο το σύστημα. Οικονομικοί αναλυτές κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι παρά τις περικοπές, που έχουν οδηγήσει σε μείωση των «chinovnik», υπάρχουν σήμερα 25% περισσότεροι, από ότι στην περίοδο «ακμής» της σοβιετικής γραφειοκρατίας. Η ίδια εικόνα κυριαρχεί σε όλες τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Στην Ουκρανία, η διαφθορά έχει εκτοξευτεί στα ύψη μετά τη νίκη των φιλοδυτικών δυνάμεων.

Κάθε μια από τις δεκαπέντε «σοβιετικές» δημοκρατίες κέρδισε την ανεξαρτησία της μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Αυτή η ανεξαρτησία όμως είναι σχετική. Κάθε μια από αυτές βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα σε ανταγωνιστικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, γύρω από την εξουσία και τον πλούτο της περιοχής. Το Καζακστάν και οι δημοκρατίες της κεντρικής Ασίας, βρίσκονται ανάμεσα στην Κίνα, τη Ρωσία, την Τουρκία και τις δυτικές δυνάμεις. Η Ουκρανία βρίσκεται στο στόχαστρο των ΗΠΑ, της Ε.Ε. και της Ρωσίας. Ακόμη και οι τρεις Βαλτικές Χώρες, που είναι μέλη της Ε.Ε., αντιμετωπίζουν προβλήματα με τις ρωσικές μειονότητες στο εσωτερικό τους. Η εμπειρία όλων αυτών των χωρών, είναι ότι η πραγματική ανεξαρτησία δεν μπορεί να επιτευχθεί στα πλαίσια του καπιταλισμού.

Τεράστιο ανθρωπιστικό και κοινωνικό κόστος

Την ίδια ώρα, αυτή η ανεξαρτησία έχει ένα τεράστιο ανθρωπιστικό και κοινωνικό κόστος. Ο πενταετής εμφύλιος πόλεμος που συγκλόνισε το Τατζικιστάν (1992-7) οδήγησε στην απώλεια πάνω από 100.000 ζωών και σε 1,2 εκατομμύρια πρόσφυγες. Πόλεμοι ξέσπασαν ανάμεσα στη Μολδαβία και τη Γεωργία, την Αρμενία και το Αζερμπαιτζάν, τη Ρωσία και τη Γεωργία, αλλά και στο εσωτερικό της Ρωσίας, στο Βόρειο Καύκασο. Οι δύο Τσετσενικοί πόλεμοι (1992-4 και 1999-2000) άφησαν πίσω τους σύμφωνα με οργανώσεις για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πάνω από 50.000 νεκρούς στρατιώτες και πάνω από 250.000 νεκρούς πολίτες. Από την έναρξη των εχθροπραξιών στην ανατολική Ουκρανία, περίπου 10.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί και πάνω από δύο εκατομμύρια πήραν το δρόμο της προσφυγιάς.

Για δεκαετίες ολόκληρες, οι εκπρόσωποι του καπιταλισμού μιλάνε για το ανθρωπιστικό κόστος της Ρώσικης Επανάστασης, η οποία ήταν σχεδόν αναίμακτη. Κατηγορούν τους Μπολσεβίκους για τον εμφύλιο πόλεμο, τον οποίο στην πραγματικότητα ξεκίνησαν οι εχθροί της επανάστασης και ο οποίος στηρίχθηκε από 22 ιμπεριαλιστικούς στρατούς. Τους κατηγορούν για τα εγκλήματα της σταλινικής αντεπανάστασης και κάποιες φορές ακόμη και για τα θύματα που προκάλεσε η εισβολή του Χίτλερ στο Σοβιετική Ένωση, λέγοντας ότι εκατομμύρια άνθρωποι χάθηκαν εξαιτίας της επανάστασης. Σήμερα ωστόσο, τηρούν σιγή ιχθύος για τα εκατομμύρια των χαμένων ζωών και για τα εκατομμύρια των προσφύγων που προκάλεσε η επιστροφή στον καπιταλισμό.

Όλα αυτά, είναι δικαιολογημένα σύμφωνα με τους υποστηρικτές της επιστροφής στον καπιταλισμό, αφού επέτρεψαν την ανάπτυξη της ελεύθερης αγοράς, της οικονομίας και του βιοτικού επιπέδου. Ακόμη κι αυτό όμως, δεν έχει συμβεί στην πραγματικότητα. Αμέσως μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, ολόκληρη η ήπειρος μπήκε σε βαθιά οικονομική ύφεση, που διήρκεσε για επτά ολόκληρα χρόνια. Δεν πρόκειται για μια από τις κλασσικές κρίσεις του καπιταλισμού, του τύπου της δεκαετίας του 1930, αλλά για το αποτέλεσμα του βίαιου τερματισμού της σχεδιασμένης οικονομίας. Η έκταση της κρίσης γίνεται εμφανής στο ΑΕΠ κάθε μιας από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, που μέχρι το 1996 είχαν πέσει κατά 40 – 60% σε σχέση με τη σοβιετική περίοδο. Το βασικό ιδεολογικό μοντέλο όλων των κυβερνήσεων σε εκείνη την φάση, ήταν η «θεραπεία σοκ», ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός. Κάποιοι μάλιστα από τους υποστηρικτές του νέου καθεστώτος, αναζητούσαν έναν «Ρώσο Πινοσέτ», προκειμένου να περάσουν οι μεταρρυθμίσεις.

Οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις έγιναν ο κανόνας στη Ρωσία, την Ουκρανία, το Καζακστάν και αλλού. Ο τερματισμός των περιορισμών του πρώην σοβιετικού συστήματος οδήγησε στην τρομακτική εξάπλωση ενός μαφιόζικου καπιταλισμού. Η Μόσχα και άλλες μεγάλες πόλεις μετατράπηκαν σε πρωτεύουσες συμμοριών που θύμιζαν Σικάγο της δεκαετίας του 1920, καθώς πρώην «κομμουνιστές» και παλιοί αξιωματούχοι του σοβιετικού κράτους, διεκδικούσαν μερίδιο στον έλεγχο της οικονομίας. Το σκηνικό στήθηκε από τον Γιέλτσιν, ο οποίος, προκειμένου να εξαφανίσει την αντιπολίτευση από το «Μεγάλο Σοβιέτ» που εξακολουθούσε ακόμη να υπάρχει (τη βουλή) έστειλε στρατό στη Μόσχα το 1993. Η πολιορκία του κοινοβουλίου και η στρατιωτική επέμβαση που ακολούθησε, άφησε πίσω της εκατοντάδες νεκρούς.

Στο μεταξύ, η ανεργία έγινε μαζικό φαινόμενο σε ολόκληρη τη Ρωσία, ενώ εκατομμύρια εργάτες έμεναν απλήρωτοι, ή έπρεπε να περιμένουν μήνες για να πληρωθούν. Ο πληθωρισμός κάλπαζε ανεξέλεγκτα, φτάνοντας το 2.400% ανάμεσα στο 1992 – 93 και συνέχισε στο 200% μέχρι το 1996. Η βασισμένη στο νόμισμα οικονομία συρρικνώθηκε, καθώς οι εργαζόμενοι και οι φτωχοί επέστρεψαν στην ανταλλακτική οικονομία. Σε κάποιες πόλεις, τα σπίτια μείνανε χωρίς θέρμανση και ηλεκτρισμό, ενώ οι άνθρωποι μαγείρευαν ανάβοντας ξύλα.

Όταν το Σεπτέμβρη του 1998 κατέρρευσε το Ρούβλι, χάνοντας τα δύο τρίτα της αξίας του μέσα σε ένα μήνα, άνοιξε μια νέα περίοδος. Το ίδιο διάστημα, άρχισε η μεγάλη άνοδος στην τιμή του πετρελαίου, που από 12 δολάρια το βαρέλι το 1998, έφτασε στα 98 δολάρια το 2008. Αυτά τα δύο γεγονότα συντέλεσαν στη σημαντική οικονομική ανάπτυξη που σημειώθηκε μεταξύ 2000 και 2008. Το ΑΕΠ ανέβαινε κάθε χρόνο από 4% ως και 10%. Το 2000 ανέβηκε στην εξουσία ο Βλαντιμίρ Πούτιν, του οποίου η αυταρχική διακυβέρνηση δεν είχε κανένα κοινό σημείο με το χάος που είχε δημιουργήσει ο Γιέλτσιν. Έτσι, τα κέρδη της άρχουσας ελίτ κατά τη δεκαετία του 90 νομιμοποιήθηκαν, τουλάχιστον στα δικά της μάτια.

Τεράστιες ανισότητες

Οι προειδοποιήσεις της CWI το 1991, ότι θα ακολουθούσε τεράστια οικονομική κατάρρευση και ανισότητα, αποδείχτηκαν λίγες σε σχέση με την πραγματικότητα. Κατά το τέλος της σοβιετικής περιόδου, το υψηλότερο εισοδηματικά 10% του πληθυσμού κατείχε τέσσερις φορές περισσότερο πλούτο, από το φτωχότερο 10%. Σήμερα, κατέχει 17 φορές μεγαλύτερο πλούτο! Παρά την οικονομική ανάπτυξη της πρώτης φάσης της διακυβέρνησης Πούτιν, την περίοδο της έναρξης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, το 79% του πληθυσμού είχε τα απαραίτητα χρήματα μόνο για τρόφιμα και ρούχα, χωρίς να μένει τίποτα για την κάλυψη άλλων αναγκών.

Ο Πούτιν ανέβηκε στην εξουσία σε ένα βαθμό εξαιτίας της νίκης των ρωσικών στρατευμάτων στο δεύτερο πόλεμο της Τσετσενίας. Υποσχέθηκε να μειώσει τις εξουσίες των διαβόητων ολιγαρχών που είχαν γίνει εξοργιστικά πλούσιοι κατά την περίοδο Γιέλτσιν και που δε δίσταζαν να επιδίδονται στη βία και τις δολοφονίες προκειμένου να διατηρήσουν τα κέρδη τους. Κινήθηκε εναντίον κάποιων από αυτούς, οι οποίοι διακήρυτταν ανοιχτά την αντίθεσή τους στην κυριαρχία του, όπως ο Μίκαελ Κοντορκόφσκι, επικεφαλής της πετρελαϊκής εταιρείας «Yukos Oil», αλλά κατάφερε εύκολα να συνεργαστεί με μια άλλη μερίδα τους. Η διακυβέρνηση Πούτιν είχε στόχο να επαναφέρει τον έλεγχο και την «τάξη», μετά το χάος στο οποίο οδήγησε η περίοδος Γιέλτσιν.

Οι περιορισμοί στις αντίθετες πολιτικές φωνές εντάθηκαν. Σε οικονομικό επίπεδο, η αποφασιστική στρατηγική που συγκέντρωνε τις επιχειρήσεις κλειδιά και τις οικονομικές δομές σε μια σειρά «κρατικών επιχειρήσεων» κάτω από τον έλεγχο των βασικών στελεχών του Πούτιν, εξασφάλισε τεράστια οικονομική και πολιτική δύναμη στον κύκλο του προέδρου. Η κυβέρνηση παρείχε οικονομική σταθερότητα, με την προϋπόθεση ότι πολιτικά θα είχε την ελευθερία να κάνει ό,τι ήθελε. Αυτή τη συμφωνία (δηλαδή οικονομική σταθερότητα σε αντάλλαγμα με μειωμένες ελευθερίες), πολλοί θεωρούν ότι η ρωσική κοινωνία ήταν έτοιμη να τη δεχτεί.

Οι υπόλοιπες όμως πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, δεν ήταν και τόσο σταθερές. Ένα κύμα «πολύχρωμων» επαναστάσεων χτύπησε την περιοχή, ξεκινώντας με την «επανάσταση των ρόδων» στη Γεωργία το 2003. Η ουκρανική επανάσταση του 2004 ήταν πορτοκαλί, ενώ στην Κιργιζία το 2005 έγινε η «επανάσταση της τουλίπας». Ακόμη και η Λευκορωσία το 2006 είχε την «επανάσταση των τζιν», ενώ η επανάσταση της Μολδαβίας το 2009 πήρε το όνομά της από τα σταφύλια. Σε κάθε περίπτωση, τα γεγονότα αυτά αντιπροσώπευαν εκρήξεις που είχαν βάση την κοινωνική δυσφορία για την οικονομική κατάσταση, τη διαφθορά, η την αμφίβολη καθαρότητα των εκλογικών διαδικασιών, κα. Σε όλες τις περιπτώσεις όμως, δεν υπήρχε μια οργάνωση των εργαζομένων, με σοσιαλιστικό πρόγραμμα, που θα μπορούσε να ηγηθεί των εκρηκτικών αυτών καταστάσεων. Αντίθετα, σε όλες τις περιπτώσεις, τμήματα της εθνικής και της διεθνούς ελίτ εκμεταλλεύτηκαν και ποδηγέτησαν αυτά τα κινήματα, για να εξασφαλίσουν τα δικά τους συμφέροντα.

Το 2008 η παγκόσμια οικονομική κρίση, τερμάτισε βίαια τα λίγα χρόνια ανάπτυξης που είχαν προηγηθεί. Κάποιες από τις μεγαλύτερες πτώσεις ΑΕΠ παγκοσμίως σημειώθηκαν σε πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Οι τρεις Βαλτικές χώρες, ήταν αναμφισβήτητα αυτές που υπέστησαν το πιο σοβαρό πλήγμα στην Ευρώπη, αν όχι και στον κόσμο, με το ΑΕΠ τους να πέφτει από 13% ως και 18% το 2009 και την ανεργία να αγγίζει ποσοστά από 13% ως 17%. Η Ουκρανία αντιμετώπισε πτώση 15% στο ΑΕΠ της, ενώ το ΑΕΠ της Ρωσίας έπεσε κατά 8%.

Οι τράπεζες εθνικοποιήθηκαν για να αντιμετωπιστεί η επείγουσα κατάσταση στο Καζακστάν, τη Ρωσία, την Ουκρανία και τη Λετονία. Η απάντηση των κυβερνήσεων που είχαν σημαντικά οικονομικά αποθέματα από την πώληση πετρελαίου και φυσικού αερίου τα προηγούμενα χρόνια, ήταν να ρίξουν μεγάλα ποσά στην οικονομία. Το Καζακστάν για παράδειγμα, «ξύπνησε» την οικονομία του, χρησιμοποιώντας το 15% του ΑΕΠ του, πολύ πάνω σε αναλογία από το 7% που χρησιμοποίησαν οι ΗΠΑ το ίδιο διάστημα. Έγιναν μαζικές υποτιμήσεις νομισμάτων σε μια σειρά χώρες, με βασικά παραδείγματα τα νομίσματα της Ουκρανίας και της Ρωσίας που υποτιμήθηκαν κατά 40%. Οι υπόλοιπες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, απόθεσαν τις ελπίδες τους στην επιβολή μέτρων λιτότητας. Και πάλι όμως, οι ενέσεις ρευστότητας κατάφεραν μόνο να καθυστερήσουν τις επιπτώσεις της κρίσης. Από το 2008 μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει ανάκαμψη, τα αποθέματα πετρελαίου έχουν στερέψει, ενώ σήμερα πλέον, η μεγάλης κλίμακας λιτότητα είναι η καθημερινή πραγματικότητα.

Νέα περίοδος αστάθειας

Η αρχή της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης σήμανε την αρχή μιας νέας φάσης αστάθειας στην περιοχή της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Η Ρωσία βαδίζει από τη μια κρίση στην άλλη, ξεκινώντας από το ρωσσο-γεωργιανό πόλεμο του 2008, την κοινωνική έκρηξη που ακολούθησε τις στημένες κοινοβουλευτικές εκλογές στις αρχές του 2012 και φτάνοντας μέχρι την ουκρανική κρίση που οδήγησε στην κατάληψη της Κριμαίας από τη Ρωσία και πόλεμο στην Ανατολική Ουκρανία.

Το καθεστώς του Πούτιν βασίζεται σε ένα συνδυασμό παραγόντων: από τη μια στην αυταρχικότητα που έγινε ιδιαίτερα εμφανής με τη φυλάκιση των βασικών ηγετών της διαμαρτυρίας της πλατείας Μπολότναγια στη Μόσχα, το Μάη του 2012 -μια από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις στη Ρωσία μετά τη δεκαετία του 90- και από μια σειρά νέους νόμους που στην ουσία καθιστούν παράνομη κάθε αντιπολιτευτική ομάδα. Από την άλλη, βασίζεται σε ένα κύμα πατριωτισμού που ακολούθησε τα γεγονότα στην Κριμαία. Εξακολουθεί όμως να φοβάται μια νέα «πλατεία Μπολότναγια», ιδιαίτερα αν αυτή έχει να κάνει με τη δυσαρέσκεια της εργατικής τάξης. Το βιοτικό επίπεδο έχει πέσει μέσα στο 2016 γρηγορότερα από κάθε άλλη χρονιά από το 1990. Ο φόβος τους φαίνεται και στο γεγονός ότι το 2016, τμήματα καταστολής του στρατού και ομάδες καταστολής της αστυνομίας ενσωματώθηκαν στην «εθνοφρουρά», κάτι που σημαίνει ότι παίρνουν εντολές απευθείας από τον πρόεδρο.

Αλλά και σε άλλες περιοχές της πρώην Σοβιετικής Ένωσης έχουμε δει σημαντικά κινήματα. Μετά την αιματηρή καταστολή της απεργίας των εργατών στις μονάδες εξόρυξης πετρελαίου στη Ζαναοζέν στο Καζακστάν, μετά την ατελείωτη καταπίεση, το κίνημα ανασυγκροτείται σε αυτή τη χώρα – κλειδί, ξεκινώντας από τους ίδιους τους εργάτες στον τομέα του πετρελαίου. Ο πόλεμος ανάμεσα στην Αρμενία και το Αζερμπαιτζάν αναζοπυρώθηκε τον Απρίλη του 2016 αφήνοντας πίσω του δεκάδες νεκρούς και από τις δύο πλευρές. Η Αρμενία, μετά τα παραπάνω γεγονότα, έχει δει μεγάλες κινητοποιήσεις που οργανώθηκαν από τους βετεράνους του πολέμου. Η πρωτεύουσα της Γεωργίας, Τυφλίδα, συγκλονίστηκε από μεγάλες διαδηλώσεις μέσα στο 2015 και το 2016, που απαιτούσαν την παραίτηση της κυβέρνησης και τον τερματισμό στην επιρροή που ασκούν στην πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας οι ρωσικές πολυεθνικές.

Με συλλήψεις αντιμετωπίστηκαν από τις αρχές οι μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στην πτώση του βιοτικού επιπέδου στο Αζερμπαιτζάν το 2016. Η Μολδαβία για έναν ολόκληρο χρόνο σημαδεύτηκε από διαδηλώσεις ενάντια στη διαφθορά και την οικονομική κρίση. Το κίνημα χωρίζεται σε δύο τμήματα: αυτό που επιθυμεί την ένωση με τη Ρουμανία, σαν έναν ασφαλή δρόμο προς την ένταξη στην Ε.Ε. και αυτό που επιδιώκει τη σύσφιξη των δεσμών με τη Ρωσία. Ωστόσο, η κατάσταση δεν είναι πουθενά τόσο κακή, όσο στην Ουκρανία, της οποίας η κυβέρνηση είναι βουτηγμένη στη διαφθορά και συμμαχεί με κομμάτια της ναζιστικής ακροδεξιάς, την ώρα που η χώρα βυθίζεται στην οικονομική κρίση (το ΑΕΠ της σήμερα βρίσκεται κάτω και από τα επίπεδα του 1990) και τον κίνδυνο της ανάφλεξης των συγκρούσεων για τον έλεγχο των ανατολικών περιοχών.

Ό,τι κι αν εύχονται οι άρχουσες ελίτ της περιοχής, δεν υπάρχει τρόπος να σταματήσουν οι φτωχοί, οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι, η νεολαία, ακόμη και οι μικροί επιχειρηματίες να διεκδικούν ανθρώπινες συνθήκες ζωής.

Φέτος είναι η επέτειος των εκατό χρόνων από τη ρώσικη επανάσταση του 1917. Το ενδιαφέρον για τις σοσιαλιστικές ιδέες και τους ηγέτες της επανάστασης, αναμένεται να ενταθεί. Ο Πούτιν και οι ηγέτες των υπόλοιπων χωρών της περιοχής, θα κάνουν ό,τι μπορούν για να δυσφημίσουν αυτές τις ιδέες. Το δικό μας καθήκον είναι να διασφαλίσουμε ότι θα φτάσουν στα αυτιά των μαζών χωρίς παραποιήσεις, ότι θα αξιοποιηθούν για να εξοπλίσουν το κίνημα στον αγώνα του για τη βελτίωση των μισθών, για προστασία των θέσεων εργασίας, για την υπεράσπιση της υγείας και της εκπαίδευσης, των δημοκρατικών ελευθεριών και των δικαιωμάτων των εθνικών μειονοτήτων. Αυτή η προσπάθεια απαιτεί το χτίσιμο ενός ενωτικού κινήματος των εργαζομένων όλων των εθνοτήτων, που θα παλέψει για μια γνήσια, δημοκρατική και διεθνιστική σοσιαλιστική κοινωνία.

 

 

[1] Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία

Θεματικές