RCEP: Η μεγαλύτερη στην ιστορία εμπορική συνεργασία – ενάντια στους εργαζομένους

Δημοσιεύουμε άρθρο του σ. Κερκ Λέοναρντ, μέλους της «Σοσιαλιστικής Δράσης» (τμήμα της ISA στην Αυστραλία). Μετάφραση από τα αγγλικά: Άρτεμις Φύσσα.

Δεκαπέντε χώρες υπέγραψαν τη μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία στον κόσμο στα μέσα Νοεμβρίου. Παρά και ενάντια στην προπαγάνδα των καπιταλιστικών ΜΜΕ, αυτή η νέα συμφωνία ελεύθερου εμπορίου δεν έχει να προσφέρει τίποτα θετικό στους εργαζόμενους τους φτωχούς και τους νέους της περιοχής της νοτιοανατολικής Ασίας και της Ωκεανίας.

Η συμφωνία Περιφερειακής Ολοκληρωμένης Οικονομικής Εταιρικής Σχέσης (στμ: στα ελληνικά ΠΟΟΕΣ, στα αγγλικά «Regional Comprehensive Economic Partnership», RCEP) είναι μια πολύ σημαντική συμφωνία, η μεγαλύτερη που έχει επιτευχθεί ποτέ, καθώς αφορά περίπου το 30% του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ αντιστοιχεί περίπου στο 1/3 παγκόσμιου ΑΕΠ. Περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την Κίνα, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα, την Αυστραλία, την Ινδονησία και το Βιετνάμ. Τόσο ο πληθυσμός, όσο και η οικονομική δύναμη αυτών των χωρών είναι τεράστια.

Η RCEP, η οποία περιγράφεται σε γενικές γραμμές ως συμφωνία ελεύθερου εμπορίου, περιλαμβάνει μια αγορά αξίας περίπου 30 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Προβλέπει τη μείωση των δασμών με την πάροδο του χρόνου, καθώς και τη θέσπιση κοινών εμπορικών προτύπων, για παράδειγμα σχετικά με τους «κανόνες προέλευσης» του προϊόντος. Σύμφωνα με τις διατάξεις της συμφωνίας, το 90% των εμπορικών δασμών μεταξύ των χωρών που την έχουν υπογράψει θα εξαλειφθούν εντός 10 ετών.

Μείωση δασμών – Ενοποίηση αλυσίδων εφοδιασμού

Πριν από τη RCEP δεν υπήρχαν συμφωνίες «ελεύθερου εμπορίου» μεταξύ των μεγάλων οικονομιών της Κίνας και της Ιαπωνίας, ή μεταξύ της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας. Επίσης πριν από τη RCEP, η υφιστάμενη συμφωνία μεταξύ Κίνας και Νότιας Κορέας ήταν μάλλον «ρηχή», σύμφωνα με την περιγραφή της αυστραλιανής εφημερίδας Financial Review. Η διεθνής σημασία της έχει να κάνει και με το γεγονός ότι αυτές οι τρεις μεγάλες δυνάμεις συνδυαστικά αντιπροσωπεύουν το 24% της παγκόσμιας οικονομίας.

Οι σημαντικά αυξημένες εμπορικές σχέσεις λοιπόν, αλλά η και ενοποίηση των αλυσίδων εφοδιασμού στην Ανατολική Ασία είναι κάποια από τα πιο πολυαναμενόμενα αποτελέσματα αυτής συμφωνίας. Η κυβέρνηση της Ιαπωνίας, μάλιστα, αναμένει την πτώση των δασμών στα προϊόντα που διακινούνται μεταξύ των τριών βόρειο-ανατολικών ασιατικών δυνάμεων κατά 91%.

Πραγματοποιώντας ένα μεγάλο άλμα, η κατάργηση των εμπορικών δασμών ανάμεσα στην Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα από το 19% που βρίσκεται σήμερα θα φτάσει το 92% των εμπορευμάτων. Επίσης αναμένεται να καταργηθούν οι δασμοί στο 86% των εξαγωγών της Ιαπωνίας προς την Κίνα, όταν μέχρι σήμερα μόλις το 8% των εμπορευμάτων εξάγονταν χωρίς δασμούς.  Βάσει μίας μελέτης, τα αποτελέσματα της οποίας παρατίθενται στο περιοδικό «The Economist» προβλέπεται ότι τα έσοδα της Νότιας Κορέας και της Ιαπωνίας θα αυξηθούν περισσότερο από 1% έως το 2030 λόγω της συμφωνίας.

Οι διαπραγματεύσεις για μια ακόμη πιο φιλελεύθερη τριμερή συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ της Νότιας Κορέας, της Ιαπωνίας και της Κίνας βρίσκονται σε εξέλιξη από το 2012. Παρότι υπάρχουν ακόμη εμπόδια σε αυτόν τον δρόμο, η υπογραφή της RCEP αναμένεται να προωθήσει περαιτέρω τη διαδικασία αυτή.

Οι ενιαίοι «κανόνες προέλευσης» που θα ισχύουν για όλες τις χώρες στο μπλοκ της RCEP θα καταστήσουν επίσης πολύ πιο απλό τον προσδιορισμό της «καταγωγής» ενός προϊόντος και θα επιτρέψουν τη φθηνότερη και απλούστερη ενοποίηση της αλυσίδας εφοδιασμού. Για παράδειγμα, ένα αυτοκίνητο που πωλείται στη Νέα Ζηλανδία, το οποίο είχε συναρμολογηθεί στην Κίνα και το οποίο περιλαμβάνει ανταλλακτικά από τη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία, θα καλύπτεται εξολοκλήρου από τη συμφωνία και δεν θα υπόκειται σε δασμούς σχετικούς με «συστατικά μέρη τρίτων χωρών» καθ’ οιαδήποτε φάση της διαδικασίας.

Από την άλλη πλευρά, η RCEP εξακολουθεί να επιτρέπει στις χώρες να διατηρούν δασμούς σε τομείς που θεωρούν στρατηγικούς ή ζωτικούς, περιορίζοντας κάπως τον αντίκτυπο της συμφωνίας στη γεωργία και τις υπηρεσίες.

Η Ανατολική Ασία στο επίκεντρο

Έχοντας ως σημείο εκκίνησης τη δεκαμελή Ένωση των Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας (ΕΧΝΑ, αγγλικά: ASEAN – Association of Southeast Asian Nations), οι διαπραγματεύσεις για την RCEP άρχισαν την ίδια περίοδο κατά την οποία οι ΗΠΑ ξεκινούσαν τις διαπραγματεύσεις για την εν μέρει αποτυχημένη εμπορική συμφωνία TPP (Trans-Pacific Partnership: «Σύμφωνο Συνεργασίας των Δύο Πλευρών του Ειρηνικού»). Παρόλο που οι ΗΠΑ, υπό την προεδρία Τραμπ, αποχώρησαν από την TPP, η συμφωνία τελικώς υπογράφηκε από τα υπόλοιπα 11 κράτη-μέλη και τώρα είναι γνωστή ως TPP11 ή CPTPP.

Η ASEAN αποτελείται από τα κράτη του Μπρουνέι, της Ινδονησίας, της Καμπότζης, του Λάος, της Μαλαισία, της Μιανμάρ, των Φιλιππίνων, της Σιγκαπούρης, της Ταϊλάνδης και του Βιετνάμ. Επιπλέον, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, η Κίνα, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και η Ινδία συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις.

Όλες οι χώρες, εκτός από την Ινδία, υπέγραψαν τη συμφωνία για την RCEP. Τώρα αναμένεται η τελική της επικύρωση από τα κράτη – μέλη. Αυτή η διαδικασία πιθανόν να ολοκληρωθεί τον επόμενο χρόνο, επιτρέποντας έτσι στη συμφωνία να τεθεί σε ισχύ στις αρχές του 2022.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η Ινδία δεν συμφώνησε με την RCEP επειδή δεν ήθελε να μειώσει τους δασμούς για τα γεωργικά και τα μεταποιημένα προϊόντα. Οι δυνατότητες που ανοίγονται για φθηνότερα προϊόντα μεταποίησης από τη Νοτιοανατολική Ασία και την Κίνα, καθώς και για φθηνότερα γεωργικά προϊόντα από τη Νέα Ζηλανδία και την Αυστραλία, προκάλεσαν την αντίθεση της Ινδίας. Ωστόσο, η συμφωνία εξακολουθεί να επιτρέπει στην Ινδία να επανεξετάσει τη στάση της και να ενταχθεί αργότερα, αν και αυτό δεν φαίνεται πιθανό προς το παρόν.

Επιπλέον, η Ινδία αναπτύσσει στενές σχέσεις με τις ΗΠΑ, ιδίως μετά την κλιμάκωση των συνοριακών συγκρούσεων με την Κίνα στις αρχές του έτους. Οι ΗΠΑ κινούνται με βασική τους επιδίωξη να χρησιμοποιήσουν την Ινδία για να «περικυκλώσουν» την Κίνα και να αντισταθμίσουν την επιρροή της στην περιοχή.

Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος ή ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος για όλες τις υπόλοιπες χώρες της RCEP, πράγμα που σημαίνει ότι παρότι δεν ήταν η Κίνα εκείνη που ξεκίνησε τη συμφωνία, ωστόσο η ίδια είναι η κυρίαρχη δύναμη μέσα σε αυτήν.

Παρότι η απόφαση της Ινδίας να απέχει είναι σημαντική, η RCEP αποτελεί μεγάλη εξέλιξη στο παγκόσμιο εμπόριο και στις διεθνείς σχέσεις. Ακόμα και χωρίς τη συμμετοχή της Ινδίας, βάσει μίας έρευνας τα ευρήματα της οποίας παρατίθενται στο επιφανές αμερικανικό think tank «The Brookings Institute» φαίνεται ότι ο συνδυασμός της RCEP και της CPTPP θα μπορούσε να αντισταθμίσει τον αντίκτυπο του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ-Κίνας παγκοσμίως. .

Παρότι οι εκτιμήσεις ποικίλουν, η ίδια έρευνα που αναφέρεται από το Ινστιτούτο Brookings αναμένει ότι η RCEP θα αυξήσει το παγκόσμιο εισόδημα κατά 209 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ ετησίως, ενώ η ενίσχυση του παγκόσμιου εμπορίου μέχρι το 2030 θα φτάσει τα 500 δισεκατομμύρια δολάρια. Περίπου τα τρία τέταρτα της αύξησης του παγκόσμιου εμπορίου προβλέπεται ότι θα συμβούν μεταξύ των χωρών μελών της RCEP .

Αν και η πρωτοβουλία δεν ξεκίνησε από την Κίνα, η RCEP παίζει ρόλο στην κλιμάκωση της στρατηγικής σύγκρουσης μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας. Ενώ η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοί της πολεμούν το Πεκίνο με το σύνθημα μίας «διεθνούς τάξης πραγμάτων που βασίζεται σε κανόνες», η RCEP καθιερώνει ένα νέο σύνολο εμπορικών κανόνων σε μια τεράστια και πολύ σημαντική περιοχή χωρίς τη συμμετοχή των ΗΠΑ.

Ο πρωθυπουργός της Κίνας Λι Κετσιάνγκ χαρακτήρισε τη συμφωνία ως «νίκη της πολυμερούς συνεργασίας και του ελεύθερου εμπορίου», επιτρέποντας έτσι στην Κίνα να συνεχίσει να εμφανίζεται ως υπερασπιστής μιας ιδεολογίας την οποία κάποτε προασπίζονταν οι ΗΠΑ.

Η RCEP είναι η τρίτη σημαντική οικονομική-εμπορική συμφωνία που υπεγράφη στην περιοχή χωρίς τις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια. Πρώτη ήταν η Ασιατική Τράπεζα Υποδομών και Επενδύσεων (αγγλικά: Asian Infrastructure Investment Bank, AIIB) που υπήρξε πρωτοβουλία της Κίνας. Δεύτερη ήταν η CPTPP που αποτέλεσε προϊόν συμφωνίας, παρά την απόσυρση των ΗΠΑ.

Η AIIB άρχισε να λειτουργεί στα τέλη του 2015. Η τράπεζα έχει 103 χώρες-μέλη από όλο τον κόσμο. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, οι ΗΠΑ πίεσαν τις σύμμαχές τους χώρες, Αυστραλία και Νότια Κορέα να μην συμμετάσχουν στην τράπεζα, αλλά απέτυχαν. Η AIIB θεωρείται πιθανός αντίπαλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Όχι άλλες μυστικές εμπορικές συμφωνίες!

Όπως και άλλες μεγάλες παγκόσμιες συμφωνίες ελευθέρων συναλλαγών που υπογράφηκαν τα προηγούμενα χρόνια, έτσι και η RCEP αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεων μεταξύ κυβερνήσεων υπό συνθήκες απόλυτης μυστικότητας. Μάλιστα, το κείμενο της συμφωνίας δεν δημοσιεύθηκε παρά μόνο μετά την υπογραφή της στις 15 Νοεμβρίου.

Δεν υπήρχαν εκπρόσωποι των εργαζομένων, συνδικαλιστικών οργανώσεων, περιβαλλοντικών κινήσεων, ακτιβιστών ή άλλων κοινωνικών οργανώσεων οι οποίοι να συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις. Από την άλλη πλευρά, οι λομπίστες των εταιρειών μπορούν να προσεγγίζουν ελεύθερα τους πολιτικούς και τους γραφειοκράτες που συνέταξαν τη συμφωνία.

Οι διαπραγματευτές αυτών των συμφωνιών είναι πολύ σαφείς ως προς τους λόγους αυτής της μυστικότητας. Δεν θέλουν κανέναν έλεγχο ή κριτική που θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαμαρτυρίες και πολιτική πίεση με σκοπό το σταμάτημα συμφωνιών όπως η RCEP.

Μετά από δεκαετίες εμπορικών συμφωνιών υπέρ των συμφερόντων των πολυεθνικών, οι οποίες έχουν βυθίσει τους εργαζόμενους σε μια «κούρσα προς τα κάτω» σχετικά με τους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας, οι μάζες των απλών ανθρώπων σε όλο τον κόσμο είναι αναμενόμενο να στέκονται εχθρικά απέναντι σε τέτοιου είδους συμφωνίες.

Με πολλούς τρόπους, η εμπορική συμφωνία RCEP αποτελεί την «ίδια γνωστή ιστορία» για τους εργαζόμενους και τα φτωχά λαϊκά στρώματα της περιοχής. Επιτρέπει τον ακόμα πιο έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των καπιταλιστών με στόχο τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση των εργαζομένων της περιοχής με σκοπό το κέρδος. Ο πιο έντονος καπιταλιστικός ανταγωνισμός σημαίνει μείωση των μισθών και επίθεση τόσο στα δημοκρατικά, όσο και στα συνδικαλιστικά δικαιώματα. Σημαίνει επίσης περαιτέρω επίθεση στο δημόσιο τομέα και εξάλειψη ή περιορισμό των κοινωνικών υπηρεσιών και παροχών.

Τα μεγάλα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης υποστηρίζουν ότι η συμφωνία θα βοηθήσει στην οικονομική ανάκαμψη από την ύφεση και τις κρίσεις που προκλήθηκαν από την πανδημία COVID-19.

Ακόμα και αν υπάρξει μια τέτοια οικονομική ανάπτυξη στους επόμενους μήνες και χρόνια, ποιος θα επωφεληθεί από αυτήν; Όπως συνέβη μετά από όλες τις προηγούμενες υφέσεις, δεν πρόκειται η μειονότητα των υπερ-πλουσίων να δώσει οικειοθελώς κανένα δώρο στους εργαζόμενους και τους νέους που υποφέρεουν και γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης στις χώρες που καλύπτονται από τη RCEP.

Για να αποκτήσουν ένα κομμάτι από την πίτα οποιασδήποτε «ανάκαμψης», τα λαϊκά στρώματα θα πρέπει να αντισταθούν στις επιθέσεις του καπιταλιστικού κατεστημένου και να περάσουν στην αντεπίθεση με καλά οργανωμένους μαζικούς ταξικούς αγώνες.

Ποια η εναλλακτική απέναντι στις καπιταλιστικές εμπορικές συμφωνίες;

Όσοι παλεύουν συνειδητά για τα παραπάνω και για μια εναλλακτική, σοσιαλιστική κοινωνία, αντιτίθενται τόσο στο καπιταλιστικό ελεύθερο εμπόριο, όσο και στην προστασία των ντόπιων αφεντικών και των κερδών τους. Καμία από αυτές τις πολιτικές δεν πρόκειται να δώσει λύση στα αμέτρητα προβλήματα και στα ατελείωτα δεινά των απλών ανθρώπων σε όλο τον κόσμο.

Αντίθετα, μια σοσιαλιστική εμπορική πολιτική θα περιλάμβανε ανοικτές και δημοκρατικές διαπραγματεύσεις. Θα εκπροσωπούσε τα συμφέροντα όλων των απλών ανθρώπων της περιοχής, για κοινή βιώσιμη ανάπτυξη και μία ανάπτυξη που θα ήταν ευεργετική για όλους και όλες.

Θα βασίζονταν στον δικαιότερο καταμερισμό των κοινών πόρων και των παραγωγικών δυνατοτήτων όλων των χωρών, στη βάσης της συλλογικής δημόσιας ιδιοκτησίας των μεγάλων εταιρειών και στο δημοκρατικό οικονομικό σχεδιασμό με την ουσιαστική συμμετοχή της κοινωνίας.

Υψηλότεροι μισθοί, καλύτερο βιοτικό επίπεδο και δωρεάν πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας βασικές υπηρεσίες, όπως η υγειονομική περίθαλψη και η εκπαίδευση αποτελούν βασικές ανάγκες για τη μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων. Τα περιβαλλοντικά πρότυπα και η «πράσινη» –πραγματικά φιλοπεριβαλλοντική– παραγωγή που αντιστρέφουν τις τρομακτικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, οι οποίες έχουν ήδη ξεκινήσει, θα αποτελούσαν επίσης κεντρικό σημείο μιας σοσιαλιστικής εμπορικής πολιτικής.

Αυτό το κοινό συμφέρον όλων των εργαζομένων σε όλο τον κόσμο σημαίνει ότι έχουμε πολύ περισσότερα κοινά μεταξύ μας, από ότι οι καπιταλιστές οποιασδήποτε χώρας.

Όλα αυτά απαιτούν οργάνωση του αγώνα των εργαζομένων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων ενάντια στον καπιταλισμό και όλες τις θανατηφόρα-σάπιες πολιτικές, ιδέες και πρακτικές του σε διεθνή κλίμακα.