Πορτογαλία: Σαρωτική νίκη Κεντροδεξιάς, εκτίναξη Ακροδεξιάς, ήττα Αριστεράς

Την Κυριακή 24 Γενάρη πραγματοποιήθηκαν οι προεδρικές εκλογές στην Πορτογαλία. Όπως προβλεπόταν από τις δημοσκοπήσεις, ο υποψήφιος του κεντροδεξιού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (PSD) Μαρσέλο Ντουάρτε Ρεμπέλο ντε Σόουζα ανανέωσε την προεδρική του θητεία, την ίδια ώρα που η Ακροδεξιά εκτίναξε τα ποσοστά της, ενώ η Αριστερά υπέστη καθίζηση.

Συγκεκριμένα, ο ντε Σόουζα ήρθε πρώτος με ποσοστό 61%. Δεύτερη με 13% ήρθε η Άνα Γκόμεζ, η οποία παρότι είναι μέλος του (κεντροαριστερού) Σοσιαλιστικού Κόμματος (PS) κατέβηκε σαν ανεξάρτητη. Τρίτος ο πρόεδρος του ακροδεξιού Chega (που σημαίνει «Αρκετά»), Αντρέ Βεντούρα, λαμβάνοντας 11,9%. 

Τα κόμματα της Αριστεράς καταποντίστηκαν με το Κομμουνιστικό Κόμμα Πορτογαλίας να λαμβάνει το 4,3% των ψήφων και το Μπλόκο της Αριστεράς, μόλις 3,95%.

Εκλογές στην εποχή του κορονοϊού

Οι εκλογές διεξήχθησαν εν μέσω τεράστιας έξαρσης του κορονοϊού αλλά και αυστηρού λοκντάουν, ενώ ο ημερήσιος αριθμός των νεκρών από τη νόσο ανήλθε στο ρεκόρ των 291, με τη χώρα μάλιστα να καταγράφει παγκοσμίως τον υψηλότερο μέσο όρο σε κρούσματα και θανάτους μέσα σε επτά ημέρες ανά 1 εκατομμύριο ανθρώπους.

Συνολικά στη χώρα οι νεκροί την ημέρα των εκλογών είχαν ξεπεράσει τους 10.000, ενώ είχαν καταγραφεί περισσότερα από 80.000 κρούσματα μια εβδομάδα πριν τις εκλογές, με τους μισούς θανάτους από την έναρξη της πανδημίας να σημειώνονται μέσα στον Ιανουάριο.

H τοποθέτηση δυο ψυγείων έξω από το νεκροτομείο του μεγαλύτερου νοσοκομείου της Λισαβόνας, Σάντα Μαρία, αποκαλύπτει ότι η κατάσταση βρίσκεται εκτός ελέγχου, ενώ ευρωπαϊκές χώρες όπως η Αυστρία ή η Γερμανία στέλνουν προσωπικό και εξοπλισμό ή είναι έτοιμες να παραλάβουν ασθενείς.

Ρεκόρ αποχής

Ασφαλώς ο φόβος για την έξαρση της πανδημίας έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στην χαμηλή συμμετοχή, με την αποχή να σημειώνει ρεκόρ και να φτάνει στο 60%. Παρόλα αυτά δεν είναι ο μοναδικός λόγος για τη μειωμένη προσέλευση. 

Αν παρατηρήσει κανείς τα στοιχεία, θα δει την πτωτική πορεία της συμμετοχής στις εκλογικές αναμετρήσεις που σημειώνεται την τελευταία δεκαετία. Ενδεικτικά, στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές το ποσοστό συμμετοχής έφτασε στο 51,3%, ενώ στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2019 συμμετείχαν το 48,6% των ψηφοφόρων. 

Πίσω από τα χαμηλά ποσοστό συμμετοχής αντανακλάται, κατ’ αρχήν, η μαζική δυσαρέσκεια απέναντι στα κόμματα του κατεστημένου. Την τελευταία δεκαετία εφαρμόστηκαν μια σειρά από αντιλαϊκά και αντεργατικά μέτρα, αλλά τώρα η δυσαρέσκεια αυτή γίνεται ακόμα πιο έντονη λόγω της καταστροφικής διαχείρισης της πανδημίας. 

Από την άλλη, μπροστά στη γενικευμένη κρίση η Αριστερά εμφανίζεται εντελώς ανίκανη να προσφέρει κάποια σοβαρή εναλλακτική πρόταση απέναντι στα κόμματα του κατεστημένου.

Η επανεκλογή ντε Σόουζα

Ήδη από τις δημοσκοπήσεις φαινόταν η εύκολη επικράτηση του ντε Σόουζα από τον πρώτο γύρο των εκλογών. 

Ο ντε Σόουζα, όλα αυτά τα χρόνια έχει καταφέρει να χτίσει το προφίλ του «πολιτικού της διπλανής πόρτας». Ο ίδιος μάλιστα είναι αυτός που αναφέρεται στην οικοδόμηση μιας «κοινωνικής δεξιάς». Βέβαια, αυτό που εννοεί ο ντε Σόουζα, είναι αποκλειστικά και μόνο στο επίπεδο του lifestyle. Καθώς φροντίζει να εμφανίζεται με αθλητική αμφίεση ή να βουτάει στη θάλασσα προκειμένου «να σώσει» δυο γυναίκες που αναποδογύρισε το κανό τους ή να βγάζει φωτογραφίες με τους υποστηρικτές του που τον συναντούν στο δρόμο (ειρωνικά τον αποκαλούν «ο βασιλιάς των selfies»).

Δεν είναι όμως αυτοί οι πραγματικοί λόγοι που του έδωσαν την άνετη νίκη στις προεδρικές εκλογές.

Ο πρόεδρος της Πορτογαλίας δεν έχει την ευθύνη της εφαρμογής των πολιτικών που καθορίζουν την καθημερινότητα του πολίτη. Αυτή την έχει ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του. Πρωθυπουργός είναι ο Αντόνιο Κόστα του κεντροαριστερού Σοσιαλιστικού Κόμματος και η κυβέρνησή του έχει την ανοχή της ριζοσπαστικής Αριστεράς, με αποτέλεσμα ο ντε Σόουζα ως υποψήφιος να μην δεχτεί τη δυσαρέσκεια από την κυβερνητική πολιτική.

Ο ντε Σόουζα, είχε επίσης την έμμεση στήριξη του κυβερνώντος Σοσιαλιστικού Κόμματος (PS) το οποίο δεν έθεσε –επίσημα– καμία υποψηφιότητα στη μάχη των προεδρικών εκλογών. Η Άνα Γκόμεζ, μέλος του PS κατέβηκε σαν ανεξάρτητη υποψήφια επειδή η πλειοψηφία της ηγεσίας του κόμματος της είχε γυρίσει την πλάτη.

Αμέσως μετά την εκλογή του ντε Σόουζα, το ηγετικό στέλεχος του PS, Κάρλος Σέζαρ, έδωσε συγχαρητήρια για την επανεκλογή του, λέγοντας ότι ήταν «καλά νέα» για το PS, καθώς επιτρέπει τη συνέχιση της στενής «θεσμικής συνεργασίας» μεταξύ της κυβέρνησης και του προέδρου.

Η άνοδος του ακροδεξιού Βεντούρα

Η άνοδος του ακροδεξιού Βεντούρα, αποτελεί άλλο ένα καμπανάκι, καθώς παρατηρούμε την δυναμική που αποκτούν σε εκλογικό επίπεδο τα ακροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη. Το Chega, κατάφερε σχεδόν να δεκαπλασιάσει τα ποσοστά του σε σύγκριση με τις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2019 που είχε λάβει μόλις 1,3% εκλέγοντας ένα βουλευτή.

Η προεκλογική του εκστρατεία χτίστηκε γύρω από το σύνθημα «Να συντρίψουμε την Αριστερά», ενώ η ρητορική του κόμματος είναι γεμάτη ρατσισμό και ξενοφοβία, βάζοντας στο στόχαστρό του τις κοινότητες των Ρομά. 

Το ακροδεξιό Chega έχει αναπτύξει στενούς δεσμούς με την «αφρόκρεμα» της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, όπως με  την Μαρί Λεπέν στη Γαλλία και τον Ματέο Σαλβίνι στην Ιταλία. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η Μαρί Λεπέν ήταν προσκεκλημένη του Βεντούρα στις προεκλογικές συγκεντρώσεις που είχε πραγματοποιήσει.

Παράλληλα, φαίνεται ότι έχει και διασυνδέσεις με φασιστικές ομάδες της Πορτογαλίας. Ο ίδιος μάλιστα σε μια συγκέντρωση που οργάνωσε με το παραπλανητικό σύνθημα «Η Πορτογαλία δεν είναι ρατσιστική χώρα», δεν δίστασε να χαιρετήσει ναζιστικά.

Ο Βεντούρα, πιστός στην τακτική που ακολουθούν τα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα, προσπάθησε να δημιουργήσει ένα αντισυστημικό προφίλ, καθώς σύμφωνα με τις δηλώσεις του «το διεφθαρμένο πολιτικό κατεστημένο ευθύνεται για την κοινωνική και οικονομική κρίση»

Την ίδια στιγμή, το ακροδεξιό κόμμα απολαμβάνει σοβαρή στήριξη από μερίδα της άρχουσας τάξης.

Στις 18 Ιουνίου του 2020, οργανώθηκε γεύμα σε ένα πολυτελές αγρόκτημα στα περίχωρα της Λισαβόνας, με την παρουσία ισχυρών επιχειρηματιών που συνδέονται με σημαντικούς τομείς της εθνικής οικονομίας.

Στόχος αυτού του γεύματος ήταν να γνωρίσουν καλύτερα τον Βεντούρα και το κόμμα του. Ταυτόχρονα, όπως αποκαλύπτουν ειδησεογραφικά μέσα της Πορτογαλίας, στο μενού αυτού του γεύματος υπήρχε και η χρηματοδότηση του Chega.

Ανάμεσα στους παρευρισκόμενους ήταν και ο João Maria Bravo, ιδιοκτήτης του ομίλου Sodarca που προμηθεύει όπλα, πυρομαχικά και στρατιωτικό εξοπλισμό στο κράτος, τις ένοπλες δυνάμεις και τις δυνάμεις ασφαλείας της χώρας. Οι δηλώσεις του είναι αποκαλυπτικές για το πώς κατανοεί αυτό το τμήμα της άρχουσας τάξη την πολιτική σταθερότητα, με γνώμονα πάντα τα συμφέροντά της: 

 «Από το 1974,[σημ.: από την ανατροπή της στρατιωτικής δικτατορίας] η χώρα έχει βυθιστεί… Ο Αντρέ είναι ο μόνος που βάζει το δάχτυλο στην πληγή και μιλάει για αυτό που θέλουμε να ακούσουμε. Κάνει ειλικρινείς προτάσεις, σκοπεύει να τακτοποιήσει τη χώρα, να καταπολεμήσει την ατιμωρησία και να κάνει την οικονομία να ακμάσει».

Και συνέχισε μιλώντας με τα καλύτερα λόγια για τον Βεντούρα:

«Είναι εξαιρετικός, μιλά σε απλή γλώσσα. Όπως μπορείτε να φανταστείτε, έχω εξαιρετικές επαφές στις αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις και εγγυώμαι ότι έχει πολλή υποστήριξη. Δεν υπάρχει όμως επίσημα δηλωμένη υποστήριξη από αυτούς τους κλάδους, επειδή δεν μπορούν να εκδηλωθούν».

Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε κάτι περισσότερο από τα παραπάνω για να καταλάβει κανείς πόσο «αντισυστημικός» είναι τελικά ο Βεντούρα και το κόμμα του.

Η πτώση της Αριστεράς

Την ίδια ώρα που η Ακροδεξιά κατάφερε να εκτινάξει τα ποσοστά της, οι δυνάμεις της Αριστεράς καταποντίστηκαν.

Το «Μπλόκο της Αριστεράς», κατάφερε να πάρει μόλις το 3,95% των ψήφων, όταν στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2019 είχε λάβει 10%, ενώ το ΚΚ Πορτογαλίας έλαβε το 4,3% των ψήφων.

Το γεγονός ότι τα δυο κόμματα της Αριστεράς στηρίζουν την κυβέρνηση του PS, παρότι δεν συμμετέχουν σ’ αυτήν, τα έκανε να θεωρούνται από τις εργατικές και νεολαιίστικες μάζες σαν συνυπεύθυνα για την κρίση που περνά σήμερα η πορτογαλική κοινωνία. Με άλλα λόγια η ενσωμάτωσή τους στο συστημικό μπλοκ έκανε τα πλατιά λαϊκά στρώματα να γυρίσουν την πλάτη τόσο στο ΚΚ Πορτογαλίας όσο και στο Μπλόκο της Αριστεράς. 

Το παράδειγμα της Πορτογαλίας αποτελεί άλλη μια επιβεβαίωση ότι η ανεπάρκεια των δυνάμεων της Αριστεράς οδηγεί τα λαϊκά στρώματα –που έχουν βιώσει την απελπισία– να αναζητούν διέξοδο στον υποτιθέμενο ριζοσπαστισμό της ακροδεξιάς και να στρέφονται στην αποχή. Επομένως, οι χρεοκοπημένες πολιτικές των παραδοσιακών κομμάτων της Αριστεράς αλλά και των συμβιβασμένων νέων Αριστερών σχηματισμών δημιουργούν ένα πολιτικό κενό που έρχεται να καλύψει η ακροδεξιά.

Τα αποτελέσματα των προεδρικών εκλογών στην Πορτογαλία δείχνουν με καθαρό τρόπο ότι η έλλειψη μιας πραγματικής ανατρεπτικής Αριστεράς, που θα βάζει στο επίκεντρο τις ανάγκες της εργατικής τάξης, της νεολαίας και των καταπιεσμένων στρωμάτων, δίνει τη δυνατότητα στα κόμματα της άρχουσας τάξης να συνεχίσουν τις επιθέσεις ενάντια στα πλατιά λαϊκά στρώματα και ταυτόχρονα να αφήνουν ελεύθερο πεδίο παρέμβασης στην Ακροδεξιά.

7,037ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,078ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
368ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής