Όχι στον πόλεμο στη Συρία! Χρειάζεται αντιπολεμικό κίνημα σε κάθε χώρα!

Άρθρο της Σύνταξης από το νέο τεύχος του «Ξ», 501, 17-31 Οκτώβρη

Στις 9/10 ξεκίνησε μια νέα φάση του πολέμου στη Συρία, με τον τουρκικό στρατό να εξαπολύει επίθεση στα συριακά εδάφη που ελέγχονται από τους Κούρδους. Ο τουρκικός στρατός επιτίθεται με αεροπλάνα, τανκ και πυροβολικό, ενώ στις επιχειρήσεις συμμετέχουν 14.000 στρατιώτες, συν τους 11.000 του «Ελεύθερου Συριακού Στρατού» (των στρατιωτικών μονάδων φανατικών ισλαμιστών που ελέγχονται από την Τουρκία).

Ήδη, υπάρχουν αναφορές για εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες, ενώ με βάση στοιχεία του ΟΗΕ πάνω από 100.000 άνθρωποι προσπαθούν να διαφύγουν για να γλυτώσουν τη ζωή τους.

Ο Ερντογάν εξήγησε ότι το σχέδιο με την οργουελική ονομασία «Πηγή Ειρήνης» είναι να δημιουργήσει μια «ασφαλή ζώνη» στα σύνορα της Τουρκίας πλάτους 30 και μήκους 480 χλμ (σχεδόν δύο φορές το μέγεθος της Κρήτης)! Ουσιαστικά, σκοπεύει να επεκτείνει μονομερώς και μόνιμα τα σύνορα της Τουρκίας σε βάρος της Συρίας, καταλαμβάνοντας μια περιοχή που ζουν περίπου 1 εκατομμύριο άνθρωποι, κυρίως Κούρδοι. Το εφιαλτικό πολεμικό σχέδιο περιλαμβάνει την αναγκαστική εγκατάσταση 1-2 εκατομμυρίων Σύρων προσφύγων που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στην Τουρκία. Με λίγα λόγια ο Ερντογάν σκοπεύει να καταλάβει μόνιμα εδάφη ξένης χώρας, να διώξει τους Κούρδους από τη γη που ζουν, και να εγκαταστήσει εκεί με τη βία και σε άθλιες συνθήκες τους πρόσφυγες από τη Συρία- πρόκειται για σχέδιο εθνοκάθαρσης.

Η «συμμαχία» με τις ΗΠΑ

Η Τουρκία επικαλέστηκε το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ που αναφέρεται «στο δικαίωμα μιας χώρας ή μιας συμμαχίας κρατών στην αυτοάμυνα όταν δέχεται επίθεση». Μόνο που η Τουρκία καμία στρατιωτική επίθεση δεν έχει δεχτεί στα σύνορα της. Η προπαγάνδα του Ερντογάν ότι πρέπει «να εξαλειφθεί ο “διάδρομος” του τρόμου κατά μήκος των τουρκικών συνόρων» είναι απλά μια δικαιολογία. Στην ουσία, αυτό που δεν μπορεί με τίποτα να αποδεχτεί το τούρκικο κατεστημένο είναι η δημιουργία μιας αυτόνομης περιοχής των Κούρδων στην Συρία, γιατί αυτό θα λειτουργούσε ως πόλος έλξης και για τα 20 εκατομμύρια Κούρδους που ζουν στο τουρκικό Κουρδιστάν, και φυσικά για τα εκατομμύρια Κούρδους που ζουν στο Ιράν και το Ιράκ.

Οι κουρδικές δυνάμεις της Συρίας περιέγραψαν την απόφαση του Τραμπ για αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από την περιοχή ως «πισώπλατη μαχαιριά». Και πράγματι, οι Κούρδοι της Συρίας ήταν αυτοί που κατάφεραν με ηρωισμό και αίμα να κερδίσουν και να περιορίσουν τον ISIS (Ισλαμικό Κράτος). Έτσι περίμεναν ότι οι στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ θα παραμείνουν στην περιοχή, κόβοντας το δρόμο του Ερντογάν. Ωστόσο, αποδείχθηκε για μια ακόμα φορά ότι οι «υποσχέσεις» των ιμπεριαλιστών δεν έχουν κανένα αντίκρισμα.

Η «συμμαχία» αυτή ήταν στην πραγματικότητα μονόπλευρη. Όπως εξηγήσαμε ξανά σαν «Ξ», οι ΗΠΑ δεν θα ήταν διατεθειμένες να καταστρέψουν τις σχέσεις τους με την Τουρκία για χάρη των Κούρδων. Και για την αστική τουρκική τάξη το κουρδικό ζήτημα και η πιθανότητα ύπαρξης ανεξάρτητου κουρδικού κράτους είναι κάτι ανάλογο με το παλαιστινιακό ζήτημα για την ισραηλινή αστική τάξη.

Αντιδράσεις και εντός του κατεστημένου

Το «άδειασμα» των Κούρδων προκάλεσε αντιδράσεις ακόμα και εντός του αμερικάνικου κατεστημένου. Ενδεικτική είναι η συνέντευξη που δημοσίευσε το αμερικάνικο υπερ-συντηρητικό μέσο Fox News -που είναι από τους βασικούς υποστηρικτές του Τραμπ- ενός από τους 1000 Αμερικανούς στρατιωτικούς που έχουν παραμείνει στην περιοχή με εντολή να μην παρέμβουν στον πόλεμο:

«Ντρέπομαι για πρώτη φορά στην καριέρα μου»

ήταν η δήλωση του στελέχους των ειδικών δυνάμεων των ΗΠΑ ο οποίος έχει συνυπηρετήσει με τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) και έχει εμπλακεί στη στρατιωτική εκπαίδευση τους. Και συνέχισε:

«Η Τουρκία δεν τηρεί τη συμφωνία… Οι Κούρδοι τήρησαν κάθε συμφωνία που έκαναν (με τους Τούρκους). Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος για το Τουρκικό κράτος -κανένας- σε αυτή την πλευρά των συνόρων»

Τέτοιες δηλώσεις, από τμήματα του στρατού, σε περίοδο στρατιωτικών επιχειρήσεων δεν είναι καθόλου συνηθισμένες, και δείχνουν τις αντιθέσεις που υπάρχουν και εντός της αμερικάνικης άρχουσας τάξης για το πως να αντιμετωπίσουν έναν κόσμο στον οποίο οι ΗΠΑ δεν είναι πλέον η μοναδική και αδιαμφισβήτητη υπερδύναμη στον κόσμο.

Τα κομμάτια του κατεστημένου των ΗΠΑ που αντιδρούν στην απόφαση του Τραμπ δεν το κάνουν από συμπάθεια προς τον κουρδικό λαό. Απλά καταλαβαίνουν ότι η απόσυρση του στρατού των ΗΠΑ αφήνει χώρο σε άλλες δυνάμεις όπως η Ρωσία να παίξουν κυρίαρχο ρόλο στην περιοχή.

Κυρώσεις για τα μάτια του κόσμου

Ο Τραμπ, υποχωρώντας μετά τις πιέσεις που δέχτηκε, ανακοίνωσε μια σειρά οικονομικών κυρώσεων που όπως είπε μπορούν να «καταστρέψουν την οικονομία της Τουρκίας». Τα μέτρα αυτά αφορούν κυρώσεις στις προσωπικές περιουσίες που έχουν υπουργοί της Τουρκίας στο έδαφος των ΗΠΑ, αύξηση των δασμών στις εξαγωγές χάλυβα στο 50%, και να μπει φρένο στις συνομιλίες για μιας νέα εμπορική συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών.

Το πρώτο μέτρο όπως είναι κατανοητό έχει έτσι και αλλιώς περιορισμένο αντίκτυπο. Όσον αφορά το εμπόριο χάλυβα, ήδη από την προηγούμενη φάση του εμπορικού πολέμου με την Τουρκία οι ΗΠΑ είχαν αυξήσει τους δασμούς, και αυτό είχε ρίξει την ποσότητα του χάλυβα που εξάγει η Τουρκία προς τις ΗΠΑ κατά 80%. Οπότε, ούτε αυτό το μέτρο αποτελεί ισχυρό χτύπημα. Τέλος, η εμπορική συμφωνία που «φρέναρε» ο Τραμπ δεν ήταν έτσι και αλλιώς κοντά να κλείσει.

Αν ο Τραμπ ήθελε πραγματικά να βάλει φρένο στον Ερντογάν δεν θα απέσυρε τα αμερικανικά στρατεύματα από την περιοχή στην οποία επιτίθεται η Τουρκία, θα επέβαλε  εμπάργκο στις πωλήσεις όπλων προς την Τουρκία και θα έπαιρνε αυστηρά οικονομικά μέτρα. Όμως, όπως δήλωσε στέλεχος του αμερικάνικου στρατού: «Προφανώς υπάρχει μια μακρά και ισχυρή σχέση ανάμεσα στους δύο στρατούς, και θέλουμε να βλέπουμε πέρα από τη σημερινή κρίση, και να εξασφαλίσουμε ότι αυτή η σχέση θα συνεχιστεί». Και ο νοών νοείτω. Φυσικά η αμερικανική παρουσία στην περιοχή δεν ήταν παράγοντας επίλυσης του κουρδικού και ειρήνευσης της περιοχής. Αντιθέτως, όσο οι Κούρδοι στηριζόταν στις δυνάμεις των ΗΠΑ για την επίτευξη της ανεξαρτησίας τους ήταν σίγουρο ότι εγκυμονούνταν αιματοκύλισμα στο μέλλον. 

Ξεκάθαρο είναι επίσης ότι ο ΟΗΕ δεν πρόκειται να σταματήσει ούτε αυτόν τον πόλεμο. Το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν κατάφερε να καταλήξει σε κοινό ανακοινωθέν, ενώ η δήλωση του γραμματέα του, Αντόνιο Γκουτιέρες, ότι «οποιαδήποτε στρατιωτική επιχείρηση» πρέπει να χαρακτηριστεί από «απόλυτο σεβασμό του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου» προκαλεί γέλια και κλάματα.

Ενίσχυση του Ισλαμικού Κράτους

Η εισβολή της Τουρκίας στη Ροτζάβα φυσικά θα ενισχύσει τον ISIS. Δεν είναι μόνο οι χιλιάδες κρατούμενοι φανατικοί ισλαμιστές στρατιώτες που κρατούνται στις κουρδικές περιοχές και είναι πιθανό να διαφύγουν στα πλαίσια της σύγκρουσης που μαίνεται αυτή τη στιγμή. Είναι και ότι αντικειμενικά ο νέος πόλεμος θα αποδυναμώσει το μέτωπο με το Ισλαμικό Κράτος, το οποίο σε μια σειρά περιοχές διεξάγει ανταρτοπόλεμο, και θα του δώσει την ευκαιρία για ανασύσταση των δυνάμεών του, παρότι δεν είναι πολύ πιθανό να ανακτήσει την προηγούμενη δύναμη και δυναμική που είχε.

Το πράσινο φως στον Ερντογάν και η απόσυρση των αμερικάνικων δυνάμεων από τη Συρία είναι ταυτόχρονα μια κίνηση που αποκαλύπτει την αδυναμία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Στη διάρκεια των προηγούμενων 9 χρόνων στη  Συρία διεξήχθη ένας πόλεμος στον οποίο είχαν εμπλοκή όλες σχεδόν οι μεγάλες δυνάμεις του πλανήτη και οι ΗΠΑ δεν κατάφεραν να πετύχουν τους στόχους τους. Μέχρι πριν λίγα χρόνια οι ΗΠΑ ήταν η αναμφισβήτητη κυρίαρχη δύναμη στην περιοχή της Μ. Ανατολής..

Βασικότεροι κερδισμένοι ήταν η Ρωσία και το Ιράν που επέκτειναν την πολιτική και στρατιωτική επιρροή τους και βέβαια το καθεστώς Άσαντ, με το οποίο συμμάχησαν, που μπόρεσε να επιβιώσει, χωρίς να έχει την τύχη του Καντάφι στη γειτονική Λιβύη.

Ούτε ο Άσαντ, ούτε οι Ρώσοι θα βοηθήσουν πραγματικά

Οι κουρδικές Μονάδες Λαϊκής Προστασίας (YPG) και η Γυναικεία Κουρδική Πολιτοφυλακή (YPJ) ήταν αυτές που πολέμησαν και νίκησαν τον ISIS όταν ο στρατός του Ιράκ και της Συρίας κατέρρεε πανικόβλητος στα μέτωπα του πολέμου. Ωστόσο οι Κούρδοι δεν έχουν τρόπο να αντιμετωπίσουν σε ανοιχτή μάχη το στρατό της Τουρκίας που είναι πολύ μεγαλύτερος και έχει τεχνολογικά εξελιγμένο και βαρύ οπλισμό.

Η αδυναμία τους αυτή φαίνεται να οδήγησε την ηγεσία των Κούρδων σε μια συμφωνία με τον Άσαντ, μετά από μεσολάβηση της Ρωσίας. Όπως φαίνεται, στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας οι Κούρδοι θα διαλύσουν τον στρατό τους και θα ενταχτούν στο συριακό στρατό, με αντάλλαγμα την «προστασία» τους από τον τουρκικό στρατό και μια αφηρημένη «αυτονομία» στα πλαίσια της Συρίας.

Ούτε ο Άσαντ, ούτε οι Ρώσοι έχουν στο νου τους να βοηθήσουν πραγματικά τους Κούρδους. Ο Άσαντ με αυτή τη συμφωνία πετυχαίνει να πάρει ξανά στον έλεγχο του το κομμάτι της Συρίας που έλεγχαν οι Κούρδοι και που μέχρι τώρα ήταν ουσιαστικά «χαμένο» για αυτόν, ενώ η Ρωσία πετυχαίνει να εμφανιστεί σαν μεγάλη «εγγυήτρια δύναμη» στην περιοχή και να καθορίζει πώς θα κινηθεί πολιτικά και στρατιωτικά το Συριακό κράτος . Κανένας από όλους αυτούς όμως δεν θέλει ένα ανεξάρτητο Κουρδιστάν. Και παρά τις κατά καιρούς έχθρες μεταξύ τους, υπάρχει ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας για το πως θα χειριστούν την παρούσα κρίση.

Δεν μπορεί να αποκλειστεί όμως τελείως και μια νέα και ίσως γενική ανάφλεξη αν οι ιμπεριαλιστές δεν τα βρουν μεταξύ τους, δημιουργώντας μια νέα ανεξέλεγκτη φάση στον πόλεμο στην περιοχή.

Οι μόνοι σύμμαχοι των Κούρδων

Είναι απαραίτητο να χτίσουμε ένα αντιπολεμικό κίνημα που εκτός από εκδηλώσεις αλληλεγγύης, πορείες και διαμαρτυρίες, θα προσπαθήσει να χτίσει δεσμούς συνεργασίας και αλληλεγγύης μεταξύ των λαών.

Ταυτόχρονα τα κουρδικά εργατικά και λαϊκά στρώματα, πρέπει να αντλήσουν όλα τα συμπεράσματα από τις μέχρι σήμερα εμπειρίες τους: καμία μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη και καμία καπιταλιστική κυβέρνηση («δημοκρατική» ή απολυταρχική) δεν πρόκειται να τους βοηθήσει στον αγώνα τους ενάντια στην καταπίεση, την φτώχεια και την ανεξαρτησία – το δικαίωμα δηλαδή να έχουν το δικό τους κράτος. Οι μόνοι πραγματικοί σύμμαχοι του κουρδικού λαού είναι οι λαοί της περιοχής, και πάνω απ’ όλα το τουρκικό και αραβικό εργατικό κίνημα που υποφέρει και αυτό από την φτώχεια, την εκμετάλλευση, τις δικτατορίες και τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις.

Η προσέγγιση και το χτίσιμο κοινών μετώπων αγώνα ανάμεσα στους Κούρδους και τους γειτονικούς τους λαούς δεν μπορεί να χτιστεί πάρα μόνο στη βάση ενός προγράμματος πάλης ενάντια σε όλα αυτά. Ειδικά στην Μ. Ανατολή όμως η πάλη ενάντια στην φτώχεια, την καταπίεση και τον ιμπεριαλισμό ισοδυναμεί με πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού και το χτίσιμο μιας κοινωνίας σοσιαλιστικής.

Οι επαναστάσεις στη Β. Αφρική το 2011 (γνωστές σαν Αραβική Άνοιξη) που ανέτρεψαν δικτατορίες δεκαετιών (παρότι στην πλειοψηφία τους δεν κατάφεραν τελικά να κατακτήσουν τα δημοκρατικά δικαιώματα και την ευημερία που επεδίωκαν), οι νέες επαναστατικές εκρήξεις στο Σουδάν και την Αλγερία, αλλά και μικρότερες κινητοποιήσεις όπως οι πορείες χιλιάδων στο Ιράκ ενάντια στην διαφθορά, η νικηφόρα απεργία των καθηγητών στην Ιορδανία, οι νεολαιίστικες κινητοποιήσεις στην Αίγυπτο ενάντια στην δικτατορία του Σίσι κ.α. δείχνουν τις αντικειμενικές δυνατότητες που υπάρχουν. Αυτό που λείπει είναι οι μαζικοί πολιτικοί φορείς που θα βοηθήσουν τα επαναστατικά αυτά κινήματα να αφαιρέσουν την εξουσία από τις ντόπιες διεφθαρμένες ελίτ, τους δικτάτορες και τους ιμπεριαλιστές και να την πάρουν στα δικά τους χέρια, στα χέρια των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων. Μόνοι οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα μπορούν να ειρηνεύσουν την περιοχή και να χτίσουν κοινωνίες ισότητας και αλληλεγγύης, χωρίς καταπίεση, εκμετάλλευση και φτώχεια. 


Η ιστορία του Κουρδιστάν

Το Κουρδιστάν είναι μια περιοχή στη Μέση Ανατολή που σήμερα είναι χωρισμένη ανάμεσα στην Τουρκία (Βόρειο Κουρδιστάν), στη Συρία (Ροζάβα ή Δυτικό Κουρδιστάν), στο Ιράκ (Νότιο Κουρδιστάν), και στο Ιράν (Ανατολικό Κουρδιστάν).
Οι Κούρδοι είναι σήμερα η πολυπληθέστερη εθνότητα (υπολογίζονται περίπου 30-40 εκατομμύρια) που δεν έχει δικό της κράτος. Είναι η 4η μεγαλύτερη εθνότητα στην περιοχή μετά τους Άραβες, τους Πέρσες και τους Τούρκους.
Μετά το τέλος του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, οι νικητές δυτικοί υποσχέθηκαν να δώσουν στους Κούρδους το δικό τους κράτος, κάτι που αποτυπώθηκε στη Συνθήκη των Σεβρών του 1920. Παρόλα αυτά, 3 χρόνια αργότερα στη Συνθήκη της Λωζάνης αυτή η υπόσχεση πάρθηκε πίσω. Από τότε υπάρχουν πολλές εξεγέρσεις, αντάρτικα κινήματα και αγώνες των Κούρδων που διεκδικούν αυτονομία για τις περιοχές τους και το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, δηλαδή το δικαίωμα να έχουν δικό τους κράτος.

Η ιστορία του πολέμου στη Συρία

Ο εμφύλιος πόλεμος στην Συρία είναι ο 2ος πιο θανατηφόρος πόλεμος του 21ου αιώνα (μετά τον πόλεμο στο Κονγκό). Έχει κοστίσει την ζωή περίπου 500.000 ανθρώπων (σε μια χώρα με πληθυσμό 20 εκ). Ο πόλεμος έχει ξεριζώσει πάνω από 11 εκατομμύρια ανθρώπους, εκ των οποίων 6 εκ εκτοπισμένοι στο εσωτερικό της Συρίας και 5 εκ πρόσφυγες σε τρίτες χώρες (η μεγάλη πλειοψηφία σε Τουρκία, Λίβανο, Ιορδανία, Αίγυπτο).
Η σύγκρουση στη Συρία ξεκίνησε όταν, στα πλαίσια του κύματος κινητοποιήσεων ενάντια σε δικτατορικά καθεστώτα της περιοχής (που ονομάστηκε Αραβική Άνοιξη), χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους διεκδικώντας την ανατροπή του δικτάτορα Άσαντ. Οι κινητοποιήσεις αντιμετωπίστηκαν με σκληρή καταστολή από το καθεστώς. Η ανυπαρξία μιας Αριστεράς που θα μπορούσε να δώσει κατεύθυνση στο κίνημα άφησε χώρο σε δυνάμεις φανατικών ισλαμιστών, που με την στήριξη των ΗΠΑ και άλλων δυτικών κυβερνήσεων ξεκίνησαν μια στρατιωτική αντιπαράθεση με σκοπό να ανατραπεί ο Άσαντ και να οριστεί μια πιο φιλοδυτική κυβέρνηση. Ρωσία και Ιράν έδωσαν στρατιωτική βοήθεια στον Άσαντ, στα πλαίσια της αντιπαράθεσης τους με τις ΗΠΑ. Έτσι, είχαμε στην ουσία έναν παγκόσμιο πόλεμο, όπου όλες οι μεγάλες δυνάμεις πολεμούσαν η μία την άλλη μέσω αντιπροσώπων.
Οι φανατικοί ισλαμιστές που οι δυτικοί χρηματοδοτούσαν στην πορεία αυτονομήθηκαν, δημιούργησαν το Ισλαμικό Κράτος (ISIS) και στράφηκαν κατά των δυτικών. Έτσι, οι δυτικοί στράφηκαν στους Κούρδους για να καταπολεμήσουν τον ISIS. Αυτό έδωσε την ευκαιρία στον Άσαντ να κερδίσει στην ουσία τον πόλεμο.
Όλα αυτά βεβαίως έγιναν με τεράστιο κόστος για τον Συριακό λαό, που πλήρωσε και συνεχίζει να πληρώνει το τίμημα της σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ των ιμπεριαλιστών και των τοπικών καπιταλιστών.