Ο Τρότσκι για το φασισμό

Του Χρήστου Κεφαλή
Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Χρήστου Κεφαλή «Μαρξιστικές Ματιές στον Σύγχρονο Κόσμο». Το βιβλίο περιλαμβάνει εννιά άρθρα του συγγραφέα δημοσιευμένα στα 2012-16 στο περιοδικό «Μαρξιστική Σκέψη», ξαναδουλεμένα και συμπληρωμένα, πάνω σε μια ποικιλία θεμάτων: παγκοσμιοποίηση, εθνικό ζήτημα, η κατάρρευση της ΕΣΣΔ, οι εξελίξεις στην Κίνα, φασισμός, ο φιλοσοφικός ιρασιοναλισμός, η ποίηση του Καβάφη, κ.ά. Κυκλοφορεί σύντομα από τις εκδόσεις Τόπος.

cover-marxistikes-maties

Ο Τρότσκι το 1928, σε ένα υποκεφάλαιο στο Η 3η Διεθνής Μετά τον Λένιν, κριτικάρει ήδη τις διακηρύξεις του Στάλιν περί σοσιαλφασισμού. Σημειώνει εκεί:

«Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η σοσιαλδημοκρατία είναι η αριστερή πτέρυγα της αστικής κοινωνίας… Αλλά είναι απόλυτα χωρίς νόημα να χαρακτηρίζεται η σοσιαλδημοκρατία ως “η μετριοπαθής πτέρυγα του φασισμού”. Τι γίνεται τότε η ίδια η αστική κοινωνία; Για να προσανατολιστεί κανείς στοιχειωδώς στην πολιτική, δεν πρέπει να τα βάζει όλα σε ένα σακί, αλλά αντίθετα να διακρίνει ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία και το φασισμό που αντιπροσωπεύουν τους δυο πόλους του αστικού μετώπου –ενωμένους σε στιγμή κινδύνου– αλλά δυο πόλους παρ’ όλα αυτά»21.

Στη συνέχεια, όταν η απειλή του φασισμού στη Γερμανία γίνεται φανερή, από τις αρχές του 1930, ο Τρότσκι γράφει δυο βασικές μπροσούρες –Και Τώρα; και Ο Μόνος Δρόμος– καθώς και σειρά άρθρων, όπου αναλύει διεξοδικά την αναπτυσσόμενη σύγκρουση ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και το φασισμό.

Ο Τρότσκι θέτει ρητά το ερώτημα «πώς παλεύει και νικάει»22 κανείς το φασισμό, που διαπερνά όλα τα κείμενά του. Αυτό είναι ένα πιο ευρύ ερώτημα από το τι είναι ο φασισμός. Για να απαντηθεί πρέπει να μελετήσουμε όχι μόνο τον ίδιο το φασισμό, αλλά και τις σχέσεις ανάμεσα στις διάφορες τάξεις, ομάδες και πολιτικές δυνάμεις της κοινωνίας, σε σύνδεση με το φασισμό, κοκ.

Ο Τρότσκι δείχνει ότι έχει δημιουργηθεί στη Γερμανία μια ισορροπία, που δεν είναι ακόμη οριστικά υπέρ του φασισμού, αλλά κατ’ αρχήν τον ευνοεί. Επομένως, συμπεραίνει, το εργατικό κίνημα πρέπει να δώσει πρώτα μια αμυντική μάχη για να αποκρούσει τη φασιστική επίθεση, και μετά μόνο να περάσει σε αντεπίθεση:

«Το γεγονός ότι [ο φασισμός] είχε τη δυνατότητα να καταλάβει μια τόσο ισχυρή βάση αφετηρίας στις παραμονές μιας επαναστατικής περιόδου και όχι στο τέρμα της – αυτό αποτελεί όχι το ασθενικό σημείο του φασισμού αλλά το ασθενικό σημείο του κομμουνισμού… Η τακτική του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, στην άμεση περίοδο πρέπει να αποβλέπει στην επίθεση ή στην άμυνα; Απαντούμε: στην άμυνα… Πρέπει να πλησιάσουμε τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες στο πεδίο της άμυνας για να τους οδηγήσουμε έπειτα σε μια αποφασιστική επίθεση»23.

Αυτή είναι η κεντρική εκτίμηση της στιγμής από τον Τρότσκι, από την οποία ξεκινά για να αναλύσει τα ζητήματα του αντιφασιστικού αγώνα. Από δω αναπτύσσει δυο αλληλένδετες προβληματικές. Η πρώτη και πιο οικεία είναι το ενιαίο μέτωπο, ενώ η δεύτερη αφορά στην ανάλυση της ταξικής πάλης και των μορφών της αστικής εξουσίας στην περίοδο της ανόδου του φασισμού.

Ο Τρότσκι είχε ήδη διατυπώσει την τακτική του ενιαίου μετώπου σε μια σημαντική εισήγησή του για τα καθήκοντα του Γαλλικού ΚΚ το 1922, «Για το ενιαίο Μέτωπο». Τότε βέβαια αναφερόταν σε κοινές ενέργειες με τη σοσιαλδημοκρατία για απεργίες, μαζικές εκδηλώσεις, κ.λπ. Τώρα τη συνδέει με τον αγώνα ενάντια στο φασισμό. Και λέει ότι στην κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στη Γερμανία το ενιαίο μέτωπο είναι αναγκαίο, ότι χωρίς μια πολιτική ενιαίου μετώπου απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία, η αρχική μη αποφασιστική υπεροχή του φασισμού θα μετατραπεί πολύ γρήγορα σε αποφασιστική υπεροχή.

«Μια αμυντική θέση συνεπάγεται την πολιτική της προσέγγισης της πλειονότητας της γερμανικής εργατικής τάξης και του ενιαίου μετώπου με τους σοσιαλδημοκράτες και τους ακομμάτιστους εργάτες ενάντια στο φασιστικό κίνδυνο… Ακριβώς απέναντι στο φασισμό, που είναι ένα ξυράφι στα χέρια του ταξικού εχθρού, μια σφαλερή πολιτική… μπορεί, μέσα σε πολύ μικρό διάστημα, να οδηγήσει σε ολέθριο αποτέλεσμα»24.

Σε αντίθεση με τη σταλινική άποψη, σύμφωνα με την οποία το ενιαίο μέτωπο απευθύνεται μόνο στις μάζες, ο Τρότσκι υπογραμμίζει ότι το ενιαίο μέτωπο πρέπει να εφαρμόζεται προς τη βάση αλλά και την ηγεσία της σοσιαλδημοκρατίας. Με το ενιαίο μέτωπο, παρατηρεί, το κομμουνιστικό κόμμα «δεν απευθύνεται μονάχα στις μάζες, αλλά επίσης και στις οργανώσεις που η ηγεσία τους είναι αναγνωρισμένη από τις μάζες. Αντιπαραθέτει μπροστά στα μάτια των μαζών τις ρεφορμιστικές οργανώσεις με τα πραγματικά καθήκοντα της ταξικής πάλης». Παραθέτοντας αποσπάσματα από τις δικές του θέσεις του 1922, τεκμηριώνει παραπέρα ότι τέτοια ήταν η αντίληψη του ενιαίου μετώπου επί Λένιν, και ότι ο σταλινισμός είχε απομακρυνθεί από αυτήν. Το τελευταίο εξηγείται από τον Τρότσκι με τις οπορτουνιστικές εφαρμογές του ενιαίου μετώπου στο παρελθόν, όταν ο σταλινισμός είχε διατηρήσει συμμαχίες με το Κουομιτάνγκ στην Κίνα και με τους Άγγλους συνδικαλιστές στη βρετανική γενική απεργία του 1926 ενώ είχαν πάψει να είναι χρήσιμες στο επαναστατικό κίνημα. Έτσι η σταλινική άρνηση του ενιαίου μετώπου δεν αποτελεί παρά μια τυχοδιωκτική εξαλλαγή του οπορτουνισμού: η οπορτουνιστική αποδοχή ασύμφορων συμμαχιών μετασχηματίζεται στην τυχοδιωκτική άρνηση κάθε συμμαχίας25.

Γύρω από αυτή τη διεισδυτική προβληματική, ο Τρότσκι δένει μια σειρά ακόμη στοιχεία:

  1. Η κριτική του σταλινικού χυδαίου ριζοσπαστισμού, που εκδηλώνεται στην άρνηση της αντίθεσης φασισμού-δημοκρατίας και φασισμού-σοσιαλδημοκρατίας.

Στις πρώτες σελίδες του Και Τώρα; ο Τρότσκι παραθέτει ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση της 11ης Ολομέλειας της ΕΕ της Κομιντέρν, που έκανε λόγο για το «Φιλελεύθερο κατασκεύασμα της αντίθεσης ανάμεσα στο φασισμό και την αστική δημοκρατία». Και προβαίνει σε μια ισχυρή κριτική των βάσεων της σταλινικής λογικής: «Από τη μαρξιστική άρνηση της απόλυτης αντίθεσης βγάζει την άρνηση κάθε αντίθεσης, ακόμη και σχετικής. Αυτό είναι το τυπικό λάθος του χυδαίου ριζοσπαστισμού»26. Σχολιάζοντας τις ομιλίες των ηγετών του ΚΚΓ, ο Τρότσκι δείχνει παραπέρα ότι αυτός ο χυδαίος ριζοσπαστισμός, οι σοσιαλφασισμοί, κοκ, ήταν η άλλη όψη της γραφειοκρατικής δειλίας, της άρνησης των σταλινικών αρχηγών να παλέψουν ενάντια στον πραγματικό κύριο εχθρό, το φασισμό. Αυτό βέβαια δεν τον εμποδίζει, αλλά απεναντίας τον βοηθά να αναπτύσσει μια οξυδερκή κριτική της σοσιαλδημοκρατίας, αναδεικνύοντας τις δικές της μεγάλες ιστορικές ευθύνες. Τονίζει διαρκώς ότι το ενιαίο μέτωπο αποσκοπεί μεταξύ άλλων στο να πείσει τις μάζες μέσα από την ίδια τους την εμπειρία για την απροθυμία της πλειοψηφίας της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας να συμμετάσχει πραγματικά στον αντιφασιστικό αγώνα και να επιφέρει μια ρήξη ανάμεσα στις μάζες της σοσιαλδημοκρατίας και την ηγεσία της, κερδίζοντάς τις στην κομμουνιστική πολιτική, αλλά και μια ρήξη ενδεχόμενα στην ηγεσία της σοσιαλδημοκρατίας.

  1. H κριτική του τελεσιγραφισμού, της σταλινικής απαίτησης ότι οι μάζες πρέπει να αποδεχτούν εκ των προτέρων την κομμουνιστική ηγεσία.

Ο Τρότσκι δείχνει, σε ένα εξαιρετικό κεφάλαιο για το «γραφειοκρατικό τελεσιγραφισμό» στο Και Τώρα;, ότι αυτή η απαίτηση και η οικεία και επί των ημερών μας καταγγελία κάθε κινήματος και αγωνιστή που δεν την ενστερνίζεται προκαταβολικά, ήταν η άλλη όψη της ανικανότητας των σταλινικών ηγετών να κερδίσουν έμπρακτα την εμπιστοσύνη των μαζών.

«Ο τελεσιγραφισμός», γράφει, «είναι μια απόπειρα να εκβιάσουν την εργατική τάξη, όταν δεν καταφέρνουν να την πείσουν… Σπρωγμένη ως την άκρη της, η θέση της σταλινικής γραφειοκρατίας είναι, στην πραγματικότητα, άρνηση του κόμματος: σε τι συνίσταται όλο το ιστορικό έργο του κόμματος, αν το προλεταριάτο πρέπει να αναγνωρίσει προκαταβολικά την ηγεσία…;»27

Στην ανάλυση του Τρότσκι, ο τελεσιγραφισμός αποτελεί το απαραίτητο συμπλήρωμα του γραφειοκρατικού υποκειμενισμού. Είναι η αναγκαία μέθοδος με την οποία η γραφειοκρατική σταλινική ηγεσία επιχειρεί να «πείσει» τις μάζες και τον ίδιο την εαυτό της για την ορθότητα της πολιτικής της, ενάντια σε όλα τα γεγονότα. Ο ίδιος, ανιχνεύει τις ρίζες του στις τακτικές των υπεραριστερών Μπολσεβίκων όπως ο Μπογκντάνοφ στην περίοδο της πρώτης Ρωσικής Επανάστασης, που έθεταν συστηματικά τελεσίγραφα στις μαζικές οργανώσεις, τα σοβιέτ, κ.ά., να αναγνωρίσουν την ηγεσία του κόμματος ως όρο για να συμμετάσχουν σε αυτές· μια τακτική την οποία είχε απορρίψει επίμονα ο Λένιν.

  1. Η σύνδεση ανάμεσα στο ενιαίο μέτωπο και τα σοβιέτ.

Ο Τρότσκι συγκρίνει τις αντιφασιστικές επιτροπές άμυνας που σχηματίζονταν αυθόρμητα στη Γερμανία από σοσιαλδημοκράτες και κομμουνιστές εργάτες με τα σοβιέτ της ρωσικής επανάστασης. «Το σοβιέτ», υποστηρίζει, «είναι η ανώτερη μορφή του ενιαίου μετώπου μέσα στις συνθήκες όπου το προλεταριάτο μπαίνει στην εποχή της πάλης για την εξουσία». Μάλιστα, τα σοβιέτ θα παρέμεναν «όργανα ενιαίου μετώπου» ακόμη και μετά τη νίκη των κομμουνιστών, καθώς συνενώνουν «εκατομμύρια ανθρώπους», που θα ήταν στη Γερμανία οι «σοσιαλδημοκράτες, ακομμάτιστοι, καθολικοί εργάτες κ.λπ.»28.

Γι’ αυτό, συμπεραίνει, η άρνηση της Κομιντέρν να παλέψει για το ενιαίο μέτωπο, είναι άρνηση της ίδιας της επανάστασης και των σοβιέτ. Αυτή η επιχειρηματολογία υπονοεί μια αναγνώριση ότι το ενιαίο μέτωπο δεν είναι μόνο μια τακτική για να δυναμώσει το επαναστατικό κόμμα και το κίνημα, όπως παρουσιάζεται στις περισσότερες περιπτώσεις από τον Τρότσκι, αλλά έχει επίσης μια στρατηγική διάσταση, της οικοδόμησης, στα πλαίσια του αντιφασιστικού αγώνα, της βάσης για την εργατική εξουσία, ιδίως στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όπου λόγω της ισχύος του κοινοβουλευτισμού τα σοβιέτ δεν μπορούν να σταθεροποιηθούν αυθόρμητα, όπως στις ρωσικές επαναστάσεις.

Αυτές οι πλευρές της ανάλυσης του Τρότσκι παραμένουν εξαιρετικά επίκαιρες απέναντι στη νεοσταλινική πολιτική της ηγεσίας του ΚΚΕ. Αυτή η πολιτική είναι ουσιαστικά μια μεταφορά της σταλινικής λογικής της 3ης περιόδου περί επαναστατικής επίθεσης στις σημερινές συνθήκες. Υπερπηδά το αμυντικό στάδιο του κινήματος, στο όνομα μιας φανταστικής αντεπίθεσης για την οποία το κίνημα δεν έχει ακόμη επαρκείς δυνάμεις. Και σε αυτή τη βάση αναπαράγει την άρνηση του ενιαίου μετώπου, την τελεσιγραφική στάση απέναντι στα κινήματα, την άρνηση της συμβολής στην αυτό-οργάνωση των μαζών από τα κάτω, κοκ.

(…)

Τέλος, στις συζητήσεις των προβλημάτων της προφασιστικής περιόδου ο Τρότσκι αναλύει μια σειρά πλευρές της πολιτικής τακτικής των ναζί. Εδώ περιλαμβάνονται ζητήματα της στάσης των ναζί απέναντι στην αστική δημοκρατία και τις άλλες, μη φασιστικές αστικές πολιτικές δυνάμεις, του τρόπου που αξιοποιούσαν τις ταλαντεύσεις αυτών των δυνάμεων για να μετακινήσουν τα εμπόδια από το δρόμο τους, κοκ.

Ένα κομβικό σημείο της επιχειρηματολογίας του Τρότσκι είναι η κριτική του στις απατηλές απόψεις, υποστηριζόμενες από τους σταλινικούς δογματιστές, αλλά και ακαδημαϊκής κλίσης μαρξιστές όπως ο Ταλχάιμερ και αστούς αναλυτές, ότι οι φασίστες μπορούσαν να ανέβουν ειρηνικά στην εξουσία, ή ότι η επικράτησή τους δεν θα έφερνε κάτι νέο. Αυτοί οι αναλυτές έπαιρναν τοις μετρητοίς τις διακηρύξεις του Χίτλερ, σε μια ορισμένη περίοδο, περί «σεβασμού του συντάγματος της Βαϊμάρης».

Ο Τρότσκι ξεσκεπάζει τους πραγματικούς σκοπούς και τις επιδιώξεις των ναζί που κρύβονταν πίσω από τις παραπλανητικές αυτές διακηρύξεις:

«Σε ένα από τα προηγούμενα έργα μου πρόβαλα την ιδέα ότι ο Χίτλερ δεν έχει τη δυνατότητα να φτάσει στην εξουσία από τον κοινοβουλευτικό δρόμο: κι αν ακόμα παραδεχτούμε πως μπορεί να κερδίσει τα 51% των ψήφων, η όξυνση των οικονομικών και πολιτικών αντιφάσεων θα ’πρεπε να προκαλέσει την ανοιχτή έκρηξη πολύ πριν φτάσει αυτή η στιγμή… Από τη σκέψη πως οι εθνικοσοσιαλιστές είναι αδύνατο να φτάσουν στην εξουσία “ειρηνικά”, έβγαλα το συμπέρασμα πως ήταν αναπόφευκτοι άλλοι δρόμοι για να φτάσουν στην εξουσία: είτε μ’ ένα ανοιχτό πραξικόπημα είτε ύστερα από μια φάση συμμαχίας που θα την ακολουθούσε ένα αναπόφευκτο πραξικόπημα… Πρέπει ακόμα να προστεθεί ότι ο [συνταγματικός] ελιγμός του Χίτλερ είναι δίκοπος: εξαπατά όχι μονάχα τους αντιπάλους, αλλά επίσης και τους οπαδούς… Ο Χίτλερ δε θα μπορέσει, για να μην αποθαρρύνει κι αυτός τις γραμμές του, να μακρύνει για πολύ καιρό το γλυκό του ρομάντσο με το Σύνταγμα της Βαϊμάρης. Θα τραβήξει έγκαιρα το μαχαίρι του»32.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Τρότσκι αντικρούει ιδιαίτερα τις σταλινικές απόψεις ότι «το πέρασμα από τη δημοκρατία στο φασισμό μπορεί να έχει ένα χαρακτήρα “οργανικής εξέλιξης”, δηλαδή μπορεί να γίνει “βαθμιαία και από τον ψυχρό δρόμο”»33. Παραθέτοντας αυτές τις διακηρύξεις του Βέρνερ Χιρς, ενός θεωρητικού του ΚΚΓ, σημειώνει ότι σκοπός του φασισμού ήταν η συντριβή των εργατικών οργανώσεων και ότι οι υποστηρικτές τους συνθηκολογούσαν με αυτή την προοπτική από γραφειοκρατική δειλία:

«Η θέση ότι το πέρασμα από τη δημοκρατία στο φασισμό μπορεί να έχει “οργανικό” και “βαθμιαίο” χαρακτήρα δεν σημαίνει, ολοφάνερα, τίποτε άλλο παρά τούτο: μπορούν να αφαιρέσουν από το προλεταριάτο όχι μονάχα όλες τις υλικές του κατακτήσεις –το καθορισμένο βιοτικό επίπεδο, την κοινωνική νομοθεσία, τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα– αλλά επίσης και το ουσιώδες όργανο αυτών των κατακτήσεων, δηλαδή τις οργανώσεις του, κι αυτό χωρίς κλονισμούς και χωρίς αγώνες. Το πέρασμα στο φασισμό “από τον ψυχρό δρόμο” προϋποθέτει έτσι την τρομερότερη πολιτική συνθηκολόγηση του προλεταριάτου που μπορεί να φανταστεί κανείς»34.

Και οι παραπάνω αναλύσεις του Τρότσκι διατηρούν αμείωτη επικαιρότητα, αναφορικά με τις τακτικές του φασισμού στις μέρες μας αλλά και τον τρόπο που αυτές παρανοούνται από τη μικροαστική και νεοσταλινική φιλολογία. Από τη μια, οι σύγχρονοι εκπρόσωποι της ακροδεξιάς και του νεοφασισμού, χαρακτηριστικά η Λεπέν στη Γαλλία, προσπαθούν εναγώνια να πείσουν ότι έχουν απαρνηθεί τις παλιές ακρότητές τους, μια τακτική υπαγορευόμενη από την επιδίωξη να γίνουν αποδεκτοί από τις ηγετικές μερίδες του κεφαλαίου, αλλά και την ιδιαιτερότητα της παρούσας φάσης, όταν η δικτατορική εκτροπή, λόγω της ύπαρξης της ΕΕ, απαιτεί μια προώθηση των θέσεων των φασιστών σε μια σειρά χώρες. Από την άλλη, δεν λείπουν και τώρα οι δημοσιολόγοι, στον αριστερό και ευρύτερο «δημοκρατικό» χώρο, που παίρνουν τοις μετρητοίς τη «συνταγματική» στροφή της ακροδεξιάς. Τέτοιες θέσεις εξέφρασαν κατά καιρούς οι Μ. Ανδρουλάκης, Γ. Ψαριανός, καθώς και η Α. Παπαρήγα. Η τελευταία έφτασε να υποστηρίξει, παραχαράσσοντας ωμά τα ιστορικά γεγονότα, ότι και η άνοδος των ναζί στην εξουσία έγινε κοινοβουλευτικά: «Ξεχάσαμε άραγε», έθετε από το 1991 η πρώην ΓΓ του ΚΚΕ το ερώτημα, «τη μαζική βάση που πέτυχε ο Χίτλερ, το γεγονός ότι ανέβηκε στην εξουσία με κοινοβουλευτικό τρόπο;» Επανέλαβε μάλιστα την ίδια εκτίμηση το 2011: «Μην ξεχνάτε ότι όλοι αυτοί –ο Μεταξάς, ο Μουσολίνι, ο Χίτλερ– ανέβηκαν κοινοβουλευτικά, μέσω ψήφων. Αυτό να μην το ξεχνάτε»35.

Φυσικά, δεν υπάρχει ίχνος αλήθειας στους παραπάνω ισχυρισμούς. Επαναλαμβάνουν με μορφή καρικατούρας, ως μια εκ των υστέρων διαπίστωση, αυτό που διαβεβαίωναν οι διάφοροι Χιρς ως πρόβλεψη στον καιρό του Τρότσκι. Κι αυτό όταν η ιστορία απέδειξε ότι ο φασισμός, σε όλες τις περιπτώσεις, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, κ.λπ., έφτασε στην εξουσία με πραξικόπημα, παραμερίζοντας και καταργώντας την αστική δημοκρατία. Όπως και στο παρελθόν, στην πράξη οι απόψεις αυτές χρησιμεύουν ως άλλοθι για τη σμίκρυνση του φασιστικού κινδύνου και την αποφυγή του αγώνα ενάντια στο φασισμό.

 


Σημειώσεις
[21] Βλέπε στο ίδιο υποκεφάλαιο στο Η 3η Διεθνής Μετά τον Λένιν.
[22] Λ. Τρότσκι, Και Τώρα;, εκδ. Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, σελ. 33.
[23] Λ. Τρότσκι, «Η στροφή της Κομμουνιστικής Διεθνούς και η κατάσταση στη Γερμανία», στο Γερμανία: ο Φασισμός και το Εργατικό Κίνημα, εκδ. Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, σελ. 13, 29, 31.
[24] Στο ίδιο, σελ. 30, 25.
[25] Για τα παραπάνω, βλέπε Λ. Τρότσκι, Και Τώρα;, σελ. 59-65, ιδίως σελ. 63, 64-65.
[26] Στο ίδιο, σελ. 23.
[27] Στο ίδιο, σελ. 39. Επίσης, παραπέρα, σελ. 41-42 για τις θέσεις του Μπογκντάνοφ.
[28] Στο ίδιο, σελ. 80, 83, κ.ε.
[32] Λ. Τρότσκι, Και Τώρα;, σελ. 130, 132.
[33] Στο ίδιο, σελ. 28.
[34] Στο ίδιο, σελ. 30.
[35] Α. Παπαρήγα, «Παρόντες στα προβλήματα του λαού», Ριζοσπάστης, 28/8/1991 και «Η παρέμβαση της ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Αλέκας Παπαρήγα στη βουλή για το χαράτσι στα ακίνητα “Η χρεοκοπία είναι άλλη για το κεφάλαιο και άλλη για το λαό”», 21/9/2011, kke.gr. Για τις απόψεις των Μ. Ανδρουλάκη και Γ. Ψαριανού βλέπε Χ. Κεφαλής, «Για τον ακροδεξιό, νεοφασιστικό κίνδυνο και την αντιμετώπισή του», Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 5, σελ. 317-318.

 

Θεματικές