Ο Αμερικάνικος Εμφύλιος Πόλεμος του 1861 που καθόρισε την ιστορία των ΗΠΑ

Διαβάστε άρθρο του συντρόφου Τζέιμς Μακ Κέιμπ, από το site της «Σοσιαλιστικής Εναλλακτικής», αδελφής οργάνωσης του «Ξ» στις ΗΠΑ, σχετικά με τον αμερικάνικο εμφύλιο πόλεμο, ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα που καθόρισαν την ιστορία των ΗΠΑ. Τις προηγούμενες μέρες το συγκεκριμένο άρθρο είχε δημοσιευτεί σε συνέχειες. Το αναδημοσιεύουμε ενιαίο για την διευκόλυνση των αναγνωστών μας.


Ο Αμερικάνικος Εμφύλιος Πόλεμος ήταν η πιο σημαντική επανάσταση του 19ου αιώνα και η τελευταία μεγάλη αστική επανάσταση – η ιστορική του σημασία είναι τόσο σπουδαία, που είναι δύσκολο να υπερτιμηθεί. Η μελέτη της περιόδου εκείνης μπορεί να προσφέρει μεγάλο πλούτο πληροφοριών και πολύτιμα διδάγματα για όσους θέλουν να κατανοήσουν την ιστορία του ρατσισμού και του καπιταλισμού.

Η ρατσιστική ιδεολογία αναπτύχθηκε με σκοπό να δικαιολογήσει το διατλαντικό δουλεμπόριο, το οποίο έδωσε ώθηση στη βιομηχανική επανάσταση και την άνοδο του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Όπως περιέγραψε ο Γουόλτερ Ρόντνει:

«Η αλήθεια είναι ότι κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να σκλαβώσει έναν άλλο για αιώνες χωρίς να εφεύρει μια έννοια ανωτερότητας, και όταν το χρώμα και άλλα φυσικά χαρακτηριστικά αυτών των ανθρώπων (σημ: των σκλάβων) είναι διαφορετικά, αυτή η προκατάληψη δεν μπορεί παρά να πάρει μια ρατσιστική μορφή».

Η άνοδος και η πτώση του Βασιλείου του Βαμβακιού

«Η διαμάχη μεταξύ των υπέρμαχων και των αντίπαλων της δουλείας, είναι μια μάχη ζωής και θανάτου… Ο Νότος δε  μπορεί να υπάρξει χωρίς Αφρικάνικη δουλεία…» Επίτροπος απόσχισης της Νότιας Καρολίνας, 1861

Στα τέλη του 18ου αιώνα η δουλεία δεν έπαιζε πια δεσπόζοντα ρόλο στην αμερικάνικη οικονομία. Πολλοί αντίπαλοί της στις γραμμές των ανώτερων τάξεων πίστευαν πως από τη στιγμή που το Κογκρέσο απαγόρευσε την εισαγωγή σκλάβων το 1808, η δουλεία θα πέθαινε με έναν φυσικό τρόπο στο Νότο όπως είχε συμβεί στο Βορρά. Όταν η δουλεία έγινε οικονομικά αναξιόπιστη για τους γαιοκτήμονες της Βιρτζίνια περίπου στα 1790, αυτοί είχαν την τάση να απελευθερώνουν τους σκλάβους.

Οι φυτείες βαμβακιού στο Νότο ξεκίνησαν να αναπτύσσονται και να αποκτούν αξιόλογο μέγεθος μόνο μετά την ανακάλυψη των τζινς. Αυτή η εξέλιξη πολλαπλασίασε την παραγωγική ικανότητα των φυτειών κατά 100 φορές και έδωσε στη δουλεία μια παράταση ζωής. Έτσι, η οικονομική επανάσταση στον αγροτικό τομέα του Νότου ήταν παράγωγο της βιομηχανικής επανάστασης στη Βρετανία. Μαζί με τα νέα ατμοκίνητα μηχανήματα και εφευρέσεις όπως ο αργαλειός, η βρετανική βιομηχανία κλωστοϋφαντουργίας γνώρισε τεράστια ανάπτυξη.

Οι Βρετανοί καπιταλιστές περηφανεύονταν για την κατάργηση της δουλείας από το 1833. Παρόλα αυτά, είχαν σημαντικά κέρδη από την αμερικανική δουλεία, καθώς από το 1860, τα 4/5 των αγγλικών εισαγωγών ακατέργαστου βαμβακιού προέρχονταν από τον αμερικάνικο Νότο. Μέχρι το 1850, τα 3/4 του βαμβακιού που κυκλοφορούσε παγκοσμίως στο εμπόριο παραγόταν στο αμερικάνικο Νότο, γεγονός που επέτρεψε σε πολλούς ιδιοκτήτες σκλάβων να γίνουν εξαιρετικά πλούσιοι. Μέχρι και το 1860, το βαμβάκι που παραγόταν στο Νότο αποτελούσε το 57% του συνόλου το αμερικάνικων εξαγωγών.

Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα αυτή η «αριστοκρατία του βαμβακιού»  κυριάρχησε στην Ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ, το Ανώτατο Δικαστήριο και τις ένοπλες δυνάμεις. Υπαγόρευσε τις περισσότερες σημαντικές πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονταν στην Ουάσιγκτον πριν τον Εμφύλιο Πόλεμο. Κατά τη διάρκεια των 49 από τα 72 χρόνια  που μεσολάβησαν ανάμεσα στο 1789 και το 1861, οι Πρόεδροι των ΗΠΑ ήταν Νότιοι ιδιοκτήτες σκλάβων.

Η επιρροή και το κοινωνικό τους κύρος αυξήθηκαν καθώς τα μέλη των πλούσιων οικογενειών του Νότου και του Βορρά σύναπταν γάμους μεταξύ τους. Οι δεσμοί μεταξύ των ελίτ του Βορρά και του Νότου συσφίχθηκαν και μέσω της συμμαχίας της Βόρειας και της Νότιας πτέρυγας του Δημοκρατικού Κόμματος.

Η παραγωγή βαμβακιού χρειαζόταν εργατικά χέρια σε όλη τη διάρκεια του έτους, έτσι η δουλεία ήταν παράγοντας-κλειδί, καθώς οι σκλάβοι ήταν αδύνατο να κατέβουν σε απεργία ή να λείψουν από τα χωράφια, και έτσι δεν δημιουργούσαν πρόβλημα στη συνεχή παραγωγή. Παρότι η αγορά του βαμβακιού άνθισε στη δεκαετία του 1850, το ποσοστό κέρδους μειώθηκε, καθώς οι ιδιοκτήτες σκλάβων επένδυαν όλο και περισσότερο τα κέρδη τους στη γη και σε περισσότερους σκλάβους. Στην προσπάθεια τους να πετύχουν ακόμα περισσότερα κέρδη, οι ιδιοκτήτες σκλάβων εξάντλησαν ραγδαία τα εδάφη που κατείχαν, γεγονός που τους οδήγησε να μετακινηθούν σε περιοχές που μέχρι τότε καλλιεργούνταν από μικρομεσαίους αγρότες, κατά τη διάρκεια αυτού που ονομάστηκε «νοτιοδυτική επέκταση» στις αρχές του 19ου αιώνα. Με τον πόλεμο ενάντια στους ιθαγενείς Αμερικάνους (σημ: Ινδιάνους) την εξαγορά της Λουιζιάνας και της Φλόριντα και την προσάρτηση του Τέξας, οι ΗΠΑ τριπλασίασαν το μέγεθος τους μεταξύ του 1803 και του 1845. Σε κάθε Πολιτεία που εντάχθηκε στις ΗΠΑ εκείνο το διάστημα, επικρατούσε αυτόματα η δουλεία.

Ο αυξανόμενος ανταγωνισμός προκάλεσε μεγαλύτερες επενδύσεις σε σκλάβους και γη. Σε αντίθεση με τους άλλους καπιταλιστές, οι ιδιοκτήτες δούλων δεν μπορούσαν να επεκτείνουν την εργάσιμη μέρα. Οι δούλοι δε μπορούσαν να δουλέψουν πέρα από ένα ορισμένο σημείο χωρίς να αναπτυχθεί από την πλευρά τους παθητική μεν, σε μεγάλο βαθμό αποτελεσματική όμως αντίσταση. Απαιτούνταν αυστηρές μέθοδοι επιτήρησης και οι πιο βάρβαρες μορφές τιμωρίας και βασανιστηρίων για να εξασφαλιστεί η ολοκλήρωση των εργοδοτικών στόχων για τους σκλάβους.

Μια στις τέσσερις οικογένειες λευκών στο Νότο του 1860 είχε στην κατοχή της σκλάβους. Μόλις 3% κατείχε περισσότερους από 20 σκλάβους ενώ λιγότερο από 1% εξ αυτών κατείχαν περισσότερους από 100 σκλάβους. Η μεγαλύτερη μερίδα των οικογενειών αυτών είχε στην ιδιοκτησία της από 1 ως 4 σκλάβους. Οι περισσότεροι λευκοί ήταν φτωχοί αγρότες που μόλις επιβίωναν, αλλά πολλές οικογένειες λευκών που δεν κατείχαν σκλάβους, τους νοίκιαζαν περιστασιακά για εποχιακές εργασίες και είχαν τη φιλοδοξία να αποκτήσουν τους δικούς τους σκλάβους μια μέρα.

Επιπλέον, αναπτυσσόταν μια διαδικασία συγκεντροποίησης, κατά την οποία ο πλούτος των παραγωγών βαμβακιού συγκεντρωνόταν σε όλο και λιγότερους ιδιοκτήτες σκλάβων, κυρίως προερχόμενων από το «βαθύ» Νότο. Το 1860, η πιο πλούσια περιφέρεια των ΗΠΑ ήταν η περιφέρεια Άνταμς στο Μισσισίπη.

Η απαγόρευση της εισαγωγής σκλάβων από την Αφρική έδωσε ώθηση στην πρακτική της αναπαραγωγής σκλάβων για την αγορά και έσπρωξε την τιμή τους προς τα επάνω. Σε όλη την μέχρι τότε ανθρώπινη ιστορία, η αναπαραγωγή ανθρωπίνων όντων προς πώληση ήταν εξαιρετικά σπάνια ή εντελώς άγνωστη. Οι Πολιτείες στις οποίες κυριαρχούσε η δουλεία στον άνω Νότο, οι οποίες δε μπορούσαν να ανταγωνιστούν την πλούσια γη και τους ισχυρούς ιδιοκτήτες σκλάβων του «βαθέος» Νότου στο επίπεδο της παραγωγής βαμβακιού, ειδικεύτηκαν στην αναπαραγωγή σκλάβων. Η πλήρης μετατροπή των σκλάβων σε αντικείμενα και οι απάνθρωπες μέθοδοι χωρισμού οικογενειών και χωριστής πώλησης παντρεμένων ζευγαριών, έκανε αυτή την εξέλιξη ένα ιδιαίτερα βάρβαρο κεφάλαιο στην ανθρώπινη Ιστορία. Έτσι κρίθηκε αναγκαία η διαμόρφωση μιας ακόμη πιο ακραίας ρατσιστικής εκστρατείας από την ελίτ του Νότου.

Η προσφορά συνέχισε να υπολείπεται της ζήτησης. Έτσι, ένας σκλάβος ικανός να δουλέψει στα χωράφια και ο οποίος κόστιζε 150 δολάρια το 1808, έφτασε τις παραμονές του Εμφυλίου Πολέμου να κοστίζει μεταξύ 2 και 3 χιλιάδων δολαρίων. Το 1860 η συνολική αξία των 4 εκατομμυρίων σκλάβων που ζούσαν στις ΗΠΑ (3 δις δολάρια) ξεπέρασε το ποσό των κεφαλαίων που επενδύθηκαν στις υποδομές και τους σιδηροδρόμους στο σύνολο της έκτασης των ΗΠΑ.

Το υψηλό επίπεδο επενδύσεων που απαιτούνταν ανάγκασε τους δουλοκτήτες να ψάχνουν απεγνωσμένα τρόπους να επεκτείνουν το σύστημα της σε νέες περιοχές. Λόγω της κρίσης του συστήματος τους, πολλοί επιχειρηματίες-ιδιοκτήτες σκλάβων άρχισαν να κοιτάζουν πιο μακριά από τα δυτικά εδάφη. Το Μανιφέστο του Όστεντ του 1854, υπογεγραμμένο από τον Τζέιμς Μπιουκάναν που 2 χρόνια αργότερα έγινε Πρόεδρος των ΗΠΑ, διακήρυξε ανοιχτά την επιθυμία της ελίτ του Νότου να πάρει την Κούβα από τα χέρια της Ισπανίας. Ο Τζέιμς Μακ Φέρσον, στο βιβλίο του «Αυτό το τρομερό μαστίγιο» σημείωνε πως

«το 1856 ο προερχόμενος από το Τένεσι, Ουίλιαμ Γουόκερ ανακήρυξε τον εαυτό του Πρόεδρο της Νικαράγουας και εξέδωσε ένα διάταγμα επανεγκαθίδρυσης της δουλείας που σε μια προηγούμενη φάση είχε καταργηθεί».

Οι προσπάθειες για την ανάπτυξη της κλωστοϋφαντουργίας στο Νότο απέτυχαν, επειδή η δουλεία δε μπορούσε να χρησιμεύσει ως βάση για τη βιομηχανική παραγωγή και επίσης αποθάρρυνε τη μετανάστευση. Οι λευκοί μετανάστες εργάτες αισθάνονταν όχι μόνο το κοινωνικό στίγμα που συνδεόταν με τα επαγγέλματα τους στο Νότο, αλλά και την απουσία πολιτικής ισότητας και κοινωνικής ελευθερίας. Εξαιτίας αυτής της κατάστασης οι απόπειρες να εισαχθούν ειδικευμένες εργάτριες από την περιοχή της Νέας Αγγλίας απέτυχαν, ακόμη και όταν τους προσφέρθηκαν υψηλότεροι μισθοί. Επιπλέον, η πλημμυρίδα βαμβακερών προϊόντων από άλλες περιοχές συνέβαλε στην αποτυχία δημιουργίας ανταγωνιστικής κλωστοϋφαντουργικής βιομηχανίας στο Νότο.

Η φύση του συστήματος της δουλείας εμπόδισε την εκβιομηχάνιση και την ανάπτυξη των υποδομών στο Νότο, σε σύγκριση με τον εκσυγχρονισμό που έλαβε χώρα στο Βορρά. Μέχρι το 1860 για παράδειγμα, ο Βορράς διέθετε 3 φορές περισσότερους σιδηροδρόμους από ότι ο Νότος.

Παθητική και ενεργητική αντίσταση

Η επιβράδυνση της εργασίας δεν ήταν η μόνη μέθοδος αντίστασης που χρησιμοποιούσαν οι σκλάβοι. Έσπαγαν επίσης συχνά τα εργαλεία της δουλειάς τους ή κακοποιούσαν τα ζώα στις φυτείες. Υπήρξαν αναρίθμητες εξεγέρσεις δούλων, που συχνά καθοδηγούνταν από ιερείς. Ομάδες εξεγερμένων πήγαιναν από φάρμα σε φάρμα απελευθερώνοντας δούλους και σκοτώνοντας λευκούς κατοίκους. Ένας τέτοιος σκλάβος και ιερέας ήταν και ο Νατ Τέρνερ, που καθοδήγησε μια εξέγερση στη Βιρτζίνια το 1831. Ως απάντηση σε αυτό το περιστατικό, η Πολιτεία της Βιρτζίνια εγκαθίδρυσε ακόμη πιο άγριους κατασταλτικούς νόμους, απαγορεύοντας στους δούλους το κήρυγμα και την εκμάθηση γραφής και ανάγνωσης.

Αν ο σκηνοθέτης Κουέντιν Ταραντίνο είχε ρίξει μια σύντομη ματιά στην πραγματικότητα, δε θα είχε βάλει το χαρακτήρα του ιδιοκτήτη σκλάβων που ενσάρκωσε στην ταινία «Τζάνγκο» ο Λεονάρντο ντι Κάπριο να ρωτάει «Γιατί δεν ξεσηκώνονται και να σκοτώσουν τους λευκούς;». Η κοινωνία που περιγράφουμε ήταν μια από τις πιο καταπιεστικές στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ένας σημαντικός παράγοντας για την εισαγωγή του «δικαιώματος στην οπλοφορία» στο δεύτερο άρθρο του ιδρυτικού Συντάγματος των ΗΠΑ ήταν η νομιμοποίηση των ένοπλων σωμάτων ελέγχου των σκλάβων που υπήρχαν στις Πολιτείες του Νότου. Οι περισσότεροι λευκοί άνδρες ανάμεσα στις ηλικίες 18-45 ήταν υποχρεωμένοι να θητεύσουν σε αυτές κάποια στιγμή της ζωής τους.

Εκπαίδευση, κινητοποίηση, οργάνωση

Παρότι έγινε εξαιρετικά δύσκολο για τους σκλάβους να εξεγερθούν, πολλοί από αυτούς προχωρούσαν σε επικίνδυνες απόπειρες απόδρασης. Σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, υπήρχε ένα δίκτυο μυστικών διαδρομών και ασφαλών καταφυγίων, που έμεινε γνωστό ως «Υπόγειος Σιδηρόδρομος». Ο πιο γνωστός «πράκτορας» αυτού του δικτύου ήταν μια μικροσκοπική, αγράμματη γυναίκα που λεγόταν Αριέτ Τούμπμαν. Η Τούμπμαν έζησε μια θυελλώδη ζωή. Γεννήθηκε ως σκλάβα στο Μέριλαντ και στάλθηκε να δουλέψει στα χωράφια όταν ήταν 12 ετών. Ένα χρόνο μετά, κατά τη διάρκεια μιας προσπάθειας απόδρασης ενός σκλάβου από το χωράφι που δούλευε, ένας λευκός προσπάθησε να τον σταματήσει πετώντας του ένα βαρύ σιδερένιο αντικείμενο, που όμως πέτυχε την Αριέτ στο κεφάλι. Αυτός ο βαρύς τραυματισμός άφησε για πάντα το σημάδι του πάνω της, με αποτέλεσμα να χάνει περιοδικά τις αισθήσεις της και να φαίνεται σαν κοιμισμένη για 1-2 λεπτά κάθε τόσο. Παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, πραγματοποίησε 20 ταξίδια στις περιοχές του Μέριλαντ και του Ντέλαγουερ, οδηγώντας σύμφωνα με τις εκτιμήσεις περίπου 80 σκλάβους προς τον Βορρά ή τον Καναδά, χωρίς ποτέ να συλληφθεί. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, ηγήθηκε μιας επιδρομής 300 μαύρων στρατιωτών μέχρι τον ποταμό Κομπάχι στη Νότια Καρολίνα, όπου και απελευθέρωσαν 750 σκλάβους. Μετά τον πόλεμο δραστηριοποιήθηκε στους αγώνες για τα δικαιώματα των γυναικών και πέθανε το 1913 σε ηλικία 93 ετών.

Abolitionists

Στην πορεία προς τον Εμφύλιο Πόλεμο η ζωή των πρώην σκλάβων στο Βορρά γίνονταν όλο και πιο δύσκολη. Με βάση το Νόμο Περί Φυγάδων Σκλάβων, που μπήκε σε ισχύ το 1850, κάθε μαύρος στο Βορρά μπορούσε να πέσει θύμα απαγωγής από κάποιον λευκό και να μεταφερθεί στο Νότο, ενώ κάθε Βόρειος λευκός ήταν ανά πάσα στιγμή υποχρεωμένος να βοηθήσει στη σύλληψη ύποπτου για φυγή. Κανείς δεν ήταν πιο οργισμένος από αυτή την εξέλιξη από τους μαχητικούς πολέμιους της δουλείας του Βορρά, που έμειναν γνωστοί ως Abolitionists – από την αγγλική abolition που σημαίνει κατάργηση – της δουλείας).

O ηγέτης των Abolitionists, Ουίλιαμ Λόιντ Γκάρισον, ίδρυσε το 1833 τον «Αμερικάνικο Σύλλογο Ενάντια στη Δουλεία». Μέσα στα επόμενα δυο χρόνια ιδρύθηκαν πάνω από 300 τοπικές οργανώσεις του Συλλόγου σε όλο το Βορρά, που εξέδωσαν συνολικά πάνω από ένα εκατομμύριο προπαγανδιστικά φυλλάδιαΚατά καιρούς αυτή η δραστηριότητα ήταν επικίνδυνη. Το 1835 ο Γκάρισον πραγματοποίησε μια ομιλία στη Βοστόνη, όπου του επιτέθηκε ένας όχλος, που πετώντας πέτρες τον κυνήγησε μέσα στο Δημαρχείο της πόλης. Ο δήμαρχος αναγκάστηκε να τον βάλει στη φυλακή για μια νύχτα για τη δική του προστασία. Όταν ο Ελάιτζα Λόβτζοϊ ίδρυσε μια εφημερίδα κατά της δουλείας το 1837 στο Ιλινόις, ένας όχλος έριξε τα τυπογραφικά του μηχανήματα στον ποταμό Μισισιπή. Όταν στη συνέχεια επέμεινε να ιδρύσει μια νέα εφημερίδα, επιτέθηκαν στα γραφεία της και τον δολοφόνησαν.

Ο Φρέντερικ Ντάγκλας, ένας αυτοδίδακτος πρώην σκλάβος, έγινε μέλος του «Συλλόγου Ενάντια στη Δουλεία της Μασαχουσέτης» το 1841. Ταλαντούχος συγγραφέας και ρήτορας, ο Ντάγκλας γρήγορα έγινε ο πιο διάσημος μαύρος στις ΗΠΑ. Όσος κι αν ήταν ο κίνδυνος με τον οποίο ερχόταν αντιμέτωπος ο Γκάρισον για να προωθήσει τις ριζοσπαστικές απόψεις του, για τον Ντάγκλας ήταν αφάνταστα μεγαλύτερος. Σαν ένας πρώην σκλάβος που προωθούσε την ιδέα της ισότητας των φυλών μέσα σε μια βαθιά ρατσιστική κοινωνία, έγινε αγκάθι στα πλευρά του κατεστημένου του Βορρά και καρφί στο φέρετρο του συστήματος της δουλείας.

Πέρα από την καταστολή, η καμπάνια των Abolitionists, που οργάνωναν συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις, συλλογές υπογραφών και εκστρατείες οικονομικής ενίσχυσης, ερχόταν αντιμέτωπη και με τον κυνισμό. Έρχονταν αντιμέτωποι με επιχειρήματα του είδους «Η δουλεία είναι ένας από τους παλαιότερους θεσμούς που γνωρίζει ο άνθρωπος» ή «η δουλεία είναι αναπόσπαστο μέρος της αμερικάνικης οικονομίας. Η οικονομία μας θα καταρρεύσει χωρίς αυτήν». Πολλοί άνθρωποι οι οποίοι ήταν κατά της δουλείας, ή ακόμη και κατά του ρατσισμού, θα έλεγαν: «Μα οι ιδιοκτήτες σκλάβων ποτέ δεν θα εγκαταλείψουν με τη θέληση τους το σύστημα της δουλείας χωρίς αγώνα». Οι Abolitionists βέβαια, δεν είχαν καμιά αμφιβολία πως αν ήθελαν να νικήσουν τους ιδιοκτήτες σκλάβων θα έπρεπε να δώσουν μάχη. Στα χρόνια που προηγήθηκαν του αμερικάνικου εμφυλίου πολέμου, σταδιακά, όλο και περισσότεροι άνθρωποι άρχισαν να συμφωνούν μαζί τους. Οι μάχες ήταν ήδη πραγματικότητα σε μια σειρά Πολιτείες.

Τα πρώτα εμφυλιοπολεμικά επεισόδια

Όταν η Πολιτεία του Κάνσας άνοιξε επισήμως τις πύλες της για μετεγκατάσταση πληθυσμών με απόφαση της Ομοσπονδιακής κυβέρνησης το 1854, γρήγορα κατακλύστηκε από εποίκους κατά της δουλείας από τη Νέα Αγγλία καθώς και εποίκους υπέρ της δουλείας από το γειτονικό Μιζούρι. Η περιοχή άρχισε γρήγορα να αποκαλείται «Το Κάνσας που αιμορραγεί», καθώς η συνάντηση ανάμεσα στα δυο στρατόπεδα οδήγησε σε  ανταρτοπόλεμο, στα πλαίσια της μάχης γύρω από το ποια μορφή θα έπαιρνε το κοινωνικό σύστημα στην Πολιτεία. Το μέλος των Abolitionists Τζον Μπράουν επέδειξε για πρώτη φορά τις στρατιωτικές του δεξιότητες στις πεδιάδες του Κάνσας.

Ο Μπράουν έγινε αρχηγός μιας τοπικής πολιτοφυλακής και απέκτησε φήμη στις μάχες εναντίον των υπέρμαχων της δουλείας που ήταν γνωστοί ως «Τα Κτήνη των Συνόρων», μέχρις ότου το 1856 η ειρήνη επιβλήθηκε στο Κάνσας μέσω της παρέμβασης ομοσπονδιακών στρατευμάτων στην Πολιτεία. Παρότι ο γιος του, Φρέντερικ Μπράουν, σκοτώθηκε σε μια από αυτές τις μάχες, ο Μπράουν δεν εγκατέλειψε το μακροπρόθεσμο σχέδιο του: σκόπευε να ξεκινήσει μια ένοπλη εκστρατεία στο Νότο, κατά την οποία θα απελευθέρωνε σκλάβους και μετά θα αποσυρόταν στα βουνά, με τελικό στόχο τη δημιουργία ενός στρατού απελευθερωμένων δούλων που θα προκαλούσαν μαζική εξέγερση σε όλο το Νότο. Οργάνωσε μια συνδιάσκεψη στον Καναδά για να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο του, στην οποία συμμετείχαν μαύροι και λευκοί Abolitionists. Ένας από τους παρόντες στη συνδιάσκεψη ανέφερε ότι ο Μπράουν επικαλέστηκε το παράδειγμα του Αϊτινού επαναστάτη Τουσέν Λ’Ουβερτούρ, που ηγήθηκε μιας εξέγερσης σκλάβων χρησιμοποιώντας τις τακτικές του ανταρτοπόλεμου.

Ο Μπράουν μάλιστα συναντήθηκε με τον Φρέντερικ Ντάγκλας με την πρόθεση να προσπαθήσει να τον πείσει να λάβει μέρος στο σχέδιο του να κάνουν επιδρομή στο οπλοστάσιο της πόλης Χάρπερς Φέρι στη Βιρτζίνια. Ο Ντάγκλας προσπάθησε να τον πείσει πως το σχέδιο δεν ήταν καλά οργανωμένο και θα αποτύγχανε, αλλά ο Μπράουν ήταν πεπεισμένος ότι θα τα καταφέρει. Ο Μπράουν είχε παρασυρθεί από την αποτελεσματικότητα των αντάρτικων δραστηριοτήτων του στο Κάνσας.

Η μάχη του Χάρπερς Φέρι

Στις 16 Οκτωβρίου του 1859, ο Μπράουν και 15 από τους συντρόφους του κατέλαβαν το οπλοστάσιο του Χάρπερς Φέρι και έπεισαν ορισμένους σκλάβους να οχυρωθούν μαζί τους στο χώρο. Δυνάμεις των πεζοναυτών εισέβαλαν στο κτήριο και σκότωσαν δέκα από τους άντρες του, συμπεριλαμβανομένων και δυο γιων του. Ο ίδιος ο Μπράουν τραυματίστηκε βαριά από τον ξίφος ενός πεζοναύτη. Στη δίκη του μεταφέρθηκε με φορείο, αλλά σηκώθηκε όρθιος για να δώσει την τελευταία του ομιλία στην οποία «δίκασε» ο ίδιος τους κατηγόρους τους:

«…Εάν κρίνεται απαραίτητο να χάσω τη ζωή μου για την προώθηση των σκοπών της δικαιοσύνης, και να αναμίξω το αίμα μου με το αίμα εκατομμυρίων άλλων σε αυτή τη χώρα της σκλαβιάς, των οποίων τα δικαιώματα καταπατούνται από πράξεις άδικες και σκληρές, τότε λέω: ας γίνει έτσι…».

Τα τελευταία του λόγια, γραμμένα σε ένα κομμάτι χαρτί που έδωσε σε έναν δεσμοφύλακα αιωρούνταν σαν σκοτεινό σύννεφο πάνω από τον αμερικάνικο ορίζοντα:

«Εγώ ο Τζον Μπράουν είμαι τώρα αρκετά βέβαιος ότι τα εγκλήματα αυτής της ένοχης γης δε θα εξαφανιστούν ποτέ παρά μόνο με αίμα. Είχα ως τώρα μάταια κοροϊδέψει τον εαυτό μου ότι αυτό μπορεί να γίνει χωρίς πολλή αιματοχυσία».

Παρότι το σχέδιο του Μπράουν ήταν καταδικασμένο σε αποτυχία, είχε μια εκρηκτική επίδραση στην πολιτική συνείδηση στον Βορρά και το Νότο, όπως σημειώνει και ο Αμερικάνος Τροτσκιστής Τζορτζ Νόβακ:

«…Η απόπειρα του Τζον Μπράουν να επιβάλει την απελευθέρωση των μαύρων στο Νότο βασισμένος αποκλειστικά σε τρομοκρατικές μεθόδους απέτυχε. Άλλοι τρόποι και μέσα ήταν απαραίτητα για την απελευθέρωση, την ενίσχυση και την καθοδήγηση των επαναστατικών δυνάμεων που ήταν ικανές να ανατρέψουν την εξουσία της σκλαβιάς και να καταργήσουν ολοσχερώς τη δουλεία. Ωστόσο, η επιδρομή του Μπράουν δεν ήταν εντελώς αντιπαραγωγική ως προς την επίδραση της. Το χτύπημα που επέφερε στη δουλεία αντήχησε σε όλη τη χώρα και ενέπνευσε αυτούς που ακολούθησαν. Τα νέα της τολμηρής πράξης του ακούγονταν σαν ένας νυχτερινός συναγερμός, αναζωογονώντας το καταπιεσμένο έθνος και θέτοντας το σε επαγρύπνηση…»

Ο Εμφύλιος Πόλεμος

«…Η νέα μας κυβέρνηση βασίζεται… στη μεγάλη αλήθεια ότι οι Νέγροι δεν είναι ίσοι με τους λευκούς, ότι η δουλεία, η υποταγή στην ανώτερη φυλή, είναι η φυσική και φυσιολογική τους θέση. Αυτή, η νέα μας κυβέρνηση, είναι η πρώτη στην ιστορία του κόσμου, που βασίζεται σε αυτή τη μεγάλη φυσική, φιλοσοφική και ηθική αλήθεια…»

Αλεξάντερ Στέφενς, αντιπρόεδρος της Συνομοσπονδίας (σημ: των Πολιτειών του Νότου που αποσχίστηκαν από τις ΗΠΑ)

Η ανερχόμενη αστική τάξη του Βορρά αγωνιζόταν για την πολιτική υπεροχή από τις αρχές του 19ου αιώνα, ελπίζοντας να καταστρέψει την εξουσία του συστήματος της δουλείας με ταξικό συμβιβασμό και ειρηνικά συνταγματικά μέσα, ακολουθώντας το παράδειγμα των Βρετανών βιομηχάνων, που είχαν εισαγάγει την απελευθέρωση των σκλάβων με ταυτόχρονη αποζημίωση των δουλοκτητών στις αποικίες τους στην Καραϊβική. Οργάνωσαν τον αγώνα τους για πολιτική εξουσία μέσω της ίδρυσης του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος το 1854.

Η εκλογή του πρώτου αντιπροσώπου τους, του Αβραάμ Λίνκολν, ως προέδρου των ΗΠΑ το 1860, αντιμετωπίστηκε με λυσσαλέα αντίδραση από τους ιδιοκτήτες σκλάβων. Ο Λίνκολν ήταν ένα μετριοπαθές μέλος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και δε συμμετείχε στους Abolitionists, παρότι εκλέχτηκε βάσει ενός προγράμματος που καλούσε να μπει τέλος στην επέκταση της δουλείας προς τα δυτικά. Πριν την ορκωμοσία του, επτά Πολιτείες στις οποίες επικρατούσε η δουλεία ανακοίνωσαν την απόσχιση τους από τις ΗΠΑ και σχημάτισαν τις Συνομοσπονδιακές Πολιτείες της Αμερικής. Όταν οι δυνάμεις της Συνομοσπονδίας άνοιξαν πυρ στο Φρούριο Σάμτερ, το οποίο ήταν ένα φρούριο-κλειδί των δυνάμεων των ΗΠΑ στη Νότια Καρολίνα, τέσσερις ακόμη Πολιτείες στις οποίες επικρατούσε η δουλεία μπήκαν στη Συνομοσπονδία και ο Λίνκολν κήρυξε τον πόλεμο στο Νότο.

Οι πιο οξυδερκείς, ριζοσπάστες Abolitionists, αποτελούσαν την αντανάκλαση των συμφερόντων των μικρών αγροτών, των μισθωτών του Βορρά και των σκλάβων του Νότου. Αυτό όμως που επέτρεψε στις ιδέες τους να κερδίσουν μαζικά ακροατήρια ήταν η επιθετικότητα της δουλοκτητικής αντίδρασης, καθώς και η όξυνση της κοινωνικής κρίσης. Ο Φρέντερικ Ντάγκλας, που ήταν επικριτικός απέναντι στον Λίνκολν και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, δήλωσε ότι «η μοίρα της Δημοκρατίας και τη μοίρα του σκλάβου βρίσκονται σε άμεση σύνδεση». Το μηνιαίο περιοδικό που εξέδιδε κυκλοφόρησε με εξώφυλλο το σύνθημα «Ελευθερία για όλους, ή αλυσίδες για όλους». Για την κυβέρνηση του Λίνκολν, το καθήκον ήταν να νικήσει τις «επαναστατημένες Πολιτείες» και να τις φέρει πίσω στις ΗΠΑ.

Μεγάλο μέρος της στρατηγικής του Λίνκολν αφορούσε την προσπάθεια να υπάρξει συμβιβασμός με τους συντηρητικούς Ρεπουμπλικάνους και Δημοκρατικούς του Βορρά, που επιθυμούσαν μια επανένωση των ΗΠΑ με το σύστημα της δουλείας να μένει ανέπαφο. Αυτές οι δυνάμεις αντιπροσώπευαν στοιχεία του χρηματοοικονομικού τομέα του Βορρά που είχαν αποκτήσει δεσμούς συγγένειας μέσω γάμων με οικογένειες δουλοκτητών και είχαν εκχωρήσει σημαντικά δάνεια για επενδύσεις κεφαλαίου και ασφαλιστήρια συμβόλαια στους σκλάβους. Ο Λίνκολν είχε τοποθετήσει έναν Δημοκρατικό, τον στρατηγό Τζορτζ Μπ. Μακ Κλέλαν, ως επικεφαλής του στρατού των ΗΠΑ. Εξαιτίας των πολιτικών τους πεποιθήσεων, τόσο ο Μακ Κλέλαν, όσο και άλλοι επιτελείς που είχε τοποθετήσει αρχικά ο Λίνκολν σε καίριες θέσεις, κράτησαν μια υπερβολικά αμυντική στάση στις μάχες με το στρατό της Συνομοσπονδίας.

Οι δυνάμεις του Βορρά ήρθαν αντιμέτωπες με αναρίθμητες ήττες κατά τη διάρκεια του 1862, κάτι που έκανε τους μοναρχικούς σε ολόκληρο τον πλανήτη να τρίβουν τα χέρια τους με ευχαρίστηση. Εξ άλλου, οι ΗΠΑ εκείνη την περίοδο ήταν το πιο προηγμένο κράτος παγκοσμίως όσον αφορά τα δημοκρατικά δικαιώματα. Τα επαναστατικά κινήματα που ξέσπασαν το 1848 στην Ιταλία, την Αυστρία, τη Γερμανία και τη Γαλλία, είχαν όλα υποστεί άγρια καταστολή από την αντίδραση.

Ο Ναπολέων ο Γ’ της Γαλλίας ήθελε να αναγνωρίσει επισήμως τη Συνομοσπονδία, αλλά συγκρατήθηκε για να περιμένει πρώτα να δει τι στάση θα κρατούσε η Βρετανία. Πολλά μέλη του Βρετανικού Κοινοβουλίου πίεζαν για αναγνώριση της Συνομοσπονδίας, κάτι που θα τόνωνε το ηθικό των Νότιων και θα ενθάρρυνε τις ξένες επενδύσεις στις Πολιτείες που ήταν μέλη της Συνομοσπονδίας.

Ο βασιλιάς Λεοπόλδος του Βελγίου, όπως και ο γαλλικός και ο βρετανικός τύπος αποτέλεσαν το επίκεντρο μιας εκστρατείας που καλούσε σε στρατιωτική επέμβαση. Ο Καρλ Μαρξ θα διαφωνούσε στα περισσότερα ζητήματα με τον Λίνκολν, όμως του παρείχε κριτική υποστήριξη στη μάχη ενάντια στη δουλοκρατία.

Μια νίκη της Συνομοσπονδίας, που σε εκείνη τη φάση ήταν σίγουρα πιθανή, θα ήταν επίσης νίκη για τους μοναρχικούς διεθνώς, που θα έβγαιναν ενδυναμωμένοι στην προσπάθεια τους να καταστείλουν τα μαζικά κινήματα στις χώρες τους.

Κάτω από το βάρος αυτών των πιέσεων, η στάση του Λίνκολν ως προς το ζήτημα της απελευθέρωσης των μαύρων άλλαξε. Ο Λίνκολν ήταν πάντα κατά του θεσμού της δουλείας, αλλά οι προτάσεις του μέχρι και τις αρχές του 1862 ήταν για σταδιακή απελευθέρωση, σε συνδυασμό με αποζημίωση στους δουλοκτήτες και μια πολιτική αναγκαστικής απέλασης, στην οποία οι πρώην σκλάβοι θα ενθαρρύνονταν να μεταναστεύσουν στην Αφρική ή την Καραϊβική, επειδή, όπως ισχυριζόταν ο Λίνκολν, δε θα μπορούσαν ποτέ να πετύχουν την ισότητα σε μια κοινωνία τόσο ρατσιστική όσο οι ΗΠΑ. Ο Φρέντερικ Ντάγκλας ήταν εξαιρετικά επικριτικός όσον αφορά αυτή τη στρατηγική και ο Ουίλιαμ Λόιντ Γκάρισον έγραψε σχετικά:

«…τι άλλο, από τον βαθύτερο εγωισμό γεννά αυτό το σχέδιο; Η εκπαίδευση του Προέδρου Λίνκολν ανάμεσα στα λούμπεν λευκά στοιχεία του Κεντάκι ήταν πολύ ατυχής για την ηθική του ανάπτυξη, τόσο ώστε να μην υπάρχει τίποτα το ανώτερο ή το ευγενές στον χαρακτήρα του…».

Σε κάθε περίπτωση στην οποία ο στρατός των ΗΠΑ έμπαινε στο Νότο, οι σκλάβοι το έσκαγαν και περνούσαν στις περιοχές που ελέγχονταν από τις δυνάμεις του Βορρά. Ο Λίνκολν άρχισε να συνειδητοποιεί πως προκειμένου να κερδίσει τον πόλεμο δεν αρκούσε το να απελευθερώνει τους σκλάβους, αλλά έπρεπε και να ενσωματώσει όσο περισσότερους γινόταν στις δυνάμεις του στρατού.

Η Διακήρυξη της Χειραφέτησης

Η Διακήρυξη της Χειραφέτησης (Emancipation Proclamation) που εκδόθηκε την 1η Ιανουαρίου του 1863, απαιτούσε άμεση απελευθέρωση όλων των σκλάβων από τους δουλοκτήτες χωρίς αποζημίωση. Μονομιάς, μια περιουσία ύψους 3 δις δολαρίων «αφανίστηκε» εντελώς νόμιμα. Από οικονομικής πλευράς η κίνηση αυτή προσεγγίζει την κατάσχεση της εκκλησιαστικής περιουσίας κατά την διάρκεια της Μεταρρύθμισης του Ερρίκου του Η’ ή την εθνικοποίηση των εργοστασίων και της περιουσίας των μεγάλων γαιοκτημόνων από τους Μπολσεβίκους μετά τη Ρώσικη Επανάσταση.

Ο Καρλ Μαρξ έγραψε σχετικά στην εφημερίδα New York Tribune:

«…Μέχρι στιγμής, έχουμε δει μόνο την πρώτη πράξη του Εμφυλίου Πολέμου – την επίσημη, συνταγματική διεξαγωγή του. Η δεύτερη πράξη, η επαναστατική διεξαγωγή του, βρίσκεται κοντά μας…»

Ο Ντάγκλας σημείωσε για την αλλαγή που προωθούσε η Διακήρυξη:

«…Είναι πραγματικά θαυμάσιο πως όλες οι προσπάθειες να αποφύγουν, να αναβάλουν και να αποτρέψουν την έλευση της, έχουν χλευαστεί και αγνοηθεί από τον καταπληκτικό, σαρωτικό ρυθμό με τον οποίο εξελίσσονται τα γεγονότα…»

Ο νέος χαρακτήρας που πήρε ο πόλεμος είχε διεθνή αντίκτυπο, καθώς συγκεντρώσεις υπέρ του Βορρά οργανώνονταν από εργαζόμενους σε όλη τη Βρετανία και τη Γαλλία. Μια τέτοια μαζική συγκέντρωση 3.000 ανθρώπων στο St James’ Hall του Λονδίνου, ενέκρινε ένα ψήφισμα που ανέφερε ότι οι Βρετανοί εργαζόμενοι θα πάλευαν ενάντια στη διπλωματική αναγνώριση οποιασδήποτε κυβέρνησης «που εγκαθιδρύθηκε στη βάση της ανθρώπινης σκλαβιάς». Αν και πολλοί εργάτες του τομέα της κλωστοϋφαντουργίας καταδικάστηκαν στην ανεργία εξαιτίας του μπλοκαρίσματος των εισαγωγών βαμβακιού από το Νότο, ένας Νότιος κατάσκοπος ονόματι Χένρι Χότζε σημείωσε:

«…οι εργαζόμενοι του Λάνκασαϊρ είναι η μόνη τάξη η οποία ως τέτοια συνεχίζει να εκφράζει ενεργά τη δυσαρέσκεια της προς εμάς… στις γραμμές τους η αδικαιολόγητη… αποστροφή προς τα θεσμικά μας όργανα είναι τόσο σταθερή όσο σε οποιοδήποτε μέρος της Νέας Αγγλίας…».

Αυτή η οργανωμένη αντίθεση στην προτεινόμενη αναγνώριση της Συνομοσπονδίας (σημ: των Πολιτειών του Νότου που αποσχίστηκαν από τις ΗΠΑ), πρέπει να είχε επιπτώσεις στην απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης να μην αναγνωρίσει την Συνομοσπονδία. Προσπαθούσαν άλλωστε ακόμα να ξεπεράσουν τις συνέπειες από το κίνημα των Χαρτιστών της δεκαετίας του 1840 και τους αγώνες της βιομηχανικής εργατικής τάξης.

Η έκδοση της Διακήρυξης της Χειραφέτησης γέμισε με επαναστατικό ζήλο τις γραμμές του στρατού των ΗΠΑ, γεγονός που άλλαξε την ισορροπία υπέρ τους στη μάχη του Γκέτισμπεργκ τον Ιούλιο του 1863. Κέρδισαν τις περισσότερες μεγάλες μάχες μετά από αυτό.

Ο Λίνκολν αναγνώρισε ότι:

«…Καμία ανθρώπινη δύναμη δε μπορεί να υποτάξει αυτή την εξέγερση (σημ: των Νότιων) χωρίς να χρησιμοποιήσει τον μοχλό της Χειραφέτησης όπως έκανα εγώ…».

Δικαιώθηκε όταν επανεξελέγη το 1864, έχοντας πρωτύτερα διεξάγει μια εκστρατεία που προωθούσε τη δέσμευση να αγωνιστεί για μια τροποποίηση του Συντάγματος που θα καταργούσε τη δουλεία. Ένα εντυπωσιακό ποσοστό που έφτασε το 78% των στρατιωτών του Βορρά τον υπερψήφισε, παρότι ο αντίπαλος του από το Δημοκρατικό Κόμμα ήταν ο πρώην επικεφαλής του στρατεύματος, Τζορ Μακ Κλέλαν. Ο Κλέλαν κατέβηκε στις εκλογές με βασικό σύνθημα τη διεξαγωγή άμεσων ειρηνευτικών συνομιλιών με τους Νότιους για τον τερματισμό του πολέμου. Ακόμα και ο Ουίλιαμ Λόιντ Γκάρισον συγκρούστηκε με μερικούς από τους πιο κοντινούς του συντρόφους στο κίνημα των Abolitionists προκειμένου να στηρίξει ανοιχτά τον Λίνκολν στην προσπάθεια επανεκλογής του.

Την πρώτη φορά που ο Φρέντερικ Ντάγκλας συναντήθηκε με τον Λίνκολν το 1863, υποστήριξε πως πρέπει να εφαρμοστεί το μέτρο της ίσης αμοιβής και της δημιουργίας κινήτρων για τους μαύρους στρατιώτες, καθώς και η προστασία όσων από αυτούς είχαν πέσει αιχμάλωτοι στα χέρια των Νοτίων. Ο Λίνκολν διέκοψε την ανταλλαγή αιχμαλώτων πολέμου μέχρις ότου η Συνομοσπονδία συμφώνησε να επιστρέψει τους στρατιώτες της Ένωσης (της επίσημης κυβέρνησης). Πολλά Συντάγματα που υπηρετούσαν μαύροι στρατιώτες αρνήθηκαν να λάβουν οποιαδήποτε αμοιβή μέχρι να τους δοθεί ίσος μισθός με τους λευκούς. Το Κογκρέσο χορήγησε τελικά ίση αμοιβή στους μαύρους στρατιώτες τον Ιούνη του 1864. Δυο από τους γιούς του Ντάγκλας πολέμησαν με το περίφημο 54ο Σύνταγμα της Μασαχουσέτης και ένας τρίτος γιος του δούλεψε ως στρατολογητής για τα Συντάγματα των μαύρων στις γραμμές των απελευθερωμένων σκλάβων του Μισισίπη.

Η σφαγή στο Φρούριο Πίλοου

Η κυβέρνηση του Λίνκολν κατανοούσε πως οι 188.000 Αφροαμερικάνοι που εντάχθηκαν στον στρατό και το ναυτικό για να παλέψουν για την κατάργηση της δουλείας ήταν το κλειδί στον αγώνα για τη συντριβή της εξουσίας των δουλοκτητών. Τα στρατεύματα των μαύρων αγωνίστηκαν με πάθος και αγριότητα, όχι μόνο επειδή πάλευαν για την απελευθέρωση τους, αλλά γιατί σε περίπτωση ήττας θα έρχονταν αντιμέτωπα είτε με την εκτέλεση, είτε με την επιστροφή στη δουλεία. Οι μαύροι στρατιώτες που παραδίνονταν έπεφταν συχνά θύματα ομαδικών σφαγών, όπως συνέβη στο Φρούριο Πίλοου του Τενεσί. 231 στρατιώτες της Ένωσης, οι περισσότεροι μαύροι, δολοφονήθηκαν αφού περικυκλώθηκαν. Ένας αυτόπτης μάρτυρας περιέγραψε πως άμαχοι μαύροι περαστικοί δολοφονήθηκαν επίσης εκείνη τη μέρα:

«…Υπήρχαν επίσης δυο Νέγρες και 3 μικρά μαυράκια που στέκονταν σε απόσταση 25 βημάτων από μένα, όταν ένας Νότιος πήγε προς το μέρος τους και τους είπε: “Ναι, πανάθεμα σας, νομίζατε ότι είστε ελεύθεροι, έτσι;” και τους πυροβόλησε όλους. Έπεσαν όλοι νεκροί εκτός από το ένα παιδί που στη συνέχεια το χτύπησε στο κεφάλι με τη λαβή του όπλου του…».

Στις μάχες που ακολούθησαν τα στρατεύματα των μαύρων συχνά έμπαιναν στο πεδίο της σύγκρουσης φωνάζοντας «Θυμηθείτε το Φρούριο Πίλοου»! Μήνες αργότερα, ένα λευκό Σύνταγμα της Αϊόβα αιχμαλώτισε 23 στρατιώτες από μια μονάδα της Συνομοσπονδίας που είχε λάβει μέρος στη σφαγή του Φορτ Πίλοου. Οι εξαγριωμένοι Βόρειοι στρατιώτες ανέκριναν τους αιχμαλώτους και τους ζήτησαν να πουν αν θυμόντουσαν το Φορτ Πίλοου λίγο πριν τους εκτελέσουν όλους με συνοπτικές διαδικασίες.

Κατάργηση της δουλείας

Η Δεύτερη Αμερικάνικη Επανάσταση (η Πρώτη Αμερικάνικη Επανάσταση θεωρείται ο αγώνας για ανεξαρτησία από την Βρετανία) παγιώθηκε περαιτέρω την 31η Ιανουαρίου του 1865, όταν η 13η τροποποίηση του Συντάγματος, η οποία καταργούσε τη δουλεία, πέρασε με ισχνή πλειοψηφία από το Κοινοβούλιο. Ο Τσαρλς Ντάγκλας, γιος του Φρέντερικ, του έγραψε σχετικά:

«…Μια τέτοια χαρά που ποτέ δεν είχα δει, κανόνια να ρίχνουν, άνθρωποι να αγκαλιάζονται και να δίνουν τα χέρια, λευκοί άνθρωποι εννοώ, σημαίες να κυματίζουν. Σου λέω, τα πράγματα προχωράνε υπέροχα…».

Τελική νίκη

Δυο μήνες αργότερα, οι δυνάμεις της Ένωσης, με επικεφαλής το (αποκλειστικά αποτελούμενο από μαύρους στρατιώτες) 5ο Σύνταγμα Ιππικού της Μασαχουσέτης, έμπαιναν στην πόλη Ρίτζμοντ της Βιρτζίνια, πρωτεύουσα της Συνομοσπονδίας. Οι Αφροαμερικάνοι κάτοικοι της πόλης πλημμύρισαν τους δρόμους, φωνάζοντας και τραγουδώντας. Οι λευκοί κάτοικοι της πόλης παρέμειναν κλεισμένοι στα σπίτια τους. Πολλοί από αυτούς, που μέχρι τότε θεωρούσαν τους σκλάβους τους πιστούς και ευχαριστημένους, έμειναν έκπληκτοι από την υποδοχή που επιφύλαξε ο μαύρος πληθυσμός στον κατακτητικό (ή απελευθερωτικό) στρατό της Ένωσης. Το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου ήρθε μία εβδομάδα αργότερα, με την παράδοση του στρατού της Βόρειας Βιρτζίνια στο στρατό της Ένωσης.

Ο Λίνκολν στην τελευταία του ομιλία στις 11 Απρίλη του 1865 πρότεινε την ιδέα να δοθεί δικαίωμα ψήφου στους μαύρους άνδρες. 3 μέρες αργότερα δολοφονήθηκε. Η ριζοσπαστικοποίηση του Λίνκολν κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου αντανακλούσε την εμπειρία των μαζών στο Βορρά. Η εφημερίδα New York World, που παραδοσιακά του ασκούσε σκληρή κριτική σημείωσε μετά το θάνατο του πως

«…Μερικοί άλλαξαν πιο γρήγορα, μερικοί πιο αργά απ’ ότι εκείνος. Αλλά υπάρχουν πολλοί λίγοι από τους συμπατριώτες του που δεν άλλαξαν καθόλου…».

Η αστική τάξη του Βορρά παίρνει τον πλήρη έλεγχο

Ενώ ο πόλεμος είχε εξαντλήσει τους πόρους της Συνομοσπονδίας και απέκοψε τις σοδειές της από την αγορά, η βιομηχανία και η γεωργία του Βορρά είχαν εκτιναχτεί. Ο ξεκάθαρος ανταγωνισμός μεταξύ των βιομηχάνων και των δουλοκτητών από τη  μια μεριά και η ιστορική ανωριμότητα της εργατικής τάξης από την άλλη, επέτρεψε στη ριζοσπαστική αστική τάξη να συνθλίψει τους ταξικούς της εχθρούς και να γίνει η μόνη ηγέτιδα δύναμη της χώρας. Αυτός ήταν ο πιο σημαντικός επαναστατικός αγώνας του 19ου αιώνα και επιπλέον ο πιο επιτυχημένος. Η κούρσα προς την εξουσία της ριζοσπαστικής αστικής τάξης βασίστηκε στις επιτυχίες της Πρώτης Αμερικάνικης Επανάστασης, όταν πέτυχε την ανεξαρτησία από τη Βρετανική Αυτοκρατορία και εγκαθίδρυσε την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Οι μαζικοί αγώνες στα μέσα του 19ου αιώνα στην Ευρώπη είχαν ως στόχο σε μεγάλο βαθμό να απομακρύνουν απομεινάρια της φεουδαρχίας, τα οποία παρεμπόδιζαν την πρόοδο. Αν και οι περισσότεροι από αυτούς τους αγώνες απέτυχαν στην εκπλήρωση των στόχων τους, κέρδισαν την εφαρμογή χρήσιμων κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, όπως η επέκταση του δικαιώματος ψήφου στη Βρετανία. Η απελευθέρωση των δούλων διακηρύχθηκε στη Ρωσία και την Ουγγαρία, αλλά μόνο στις ΗΠΑ έλαβε χώρα ένας πραγματικά επαναστατικός μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων.

Οι Ριζοσπάστες Ρεπουμπλικάνοι, όπως ο Θαντέους Στίβενς, ο Τσαρλς Σάμνερ και ο Μπέντζαμιν Ουέιντ, ήρθαν στο προσκήνιο κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου και στην περίοδο της Ανασυγκρότησης (Reconstruction) αμέσως μετά. Οι Ριζοσπάστες ήταν οι τελευταίοι Αμερικάνοι αστοί επαναστάτες. Συνέθλιψαν όλη την αντιπολίτευση που είχαν από τα αριστερά (τους μαχητικούς Abolitionists και το εργατικό κίνημα) και κατέλαβαν όλη την πολιτική και οικονομική εξουσία. Αυτό τους έδωσε την ευκαιρία να μεταμορφώσουν τις ΗΠΑ σε μια χώρα-μοντέλο αστικής δημοκρατίας, καθώς κατέστρεφαν τα τελευταία απομεινάρια των προ-καπιταλιστικών συνθηκών. Μόλις οι βιομήχανοι πέτυχαν πολιτική και οικονομική κυριαρχία, δεν έβλεπαν πλέον την ανάγκη για περαιτέρω θεμελιώδεις αλλαγές στην αμερικάνικη κοινωνία. Ο χρόνος για επαναστατικούς μετασχηματισμούς μέσα στα όρια του καπιταλισμού είχε φτάσει στο τέλος του.

Ανασυγκρότηση: Επανάσταση και Αντεπανάσταση

«…Αυτές είναι στιγμές που δοκιμάζουν τις ψυχές των ανθρώπων. Χωρίς αμφιβολία, θα ακούσετε έναν μεγάλο αριθμό ιστοριών σχετικά με την κατάσταση αυτής της χώρας, η σημερινή ατυχής κατάσταση της οφείλεται εξ ολοκλήρου στην προδοσία, οι πλούσιοι πάντα προδίδουν τους φτωχούς…»
Χένρι Τζόι Μακ Κράκεν

[Η περίοδος που ονομάστηκε «Ανασυγκρότηση» (Reconstruction) στην αμερικάνικη ιστορία είναι η περίοδος μετά το τέλος του Αμερικάνικου Εμφυλίου Πολέμου, δηλαδή από το 1865 μέχρι το 1877, και ουσιαστικά αναφερόταν στην προσπάθεια ανασυγκρότησης των Νοτίων περιοχών μετά την ήττα τους από τους Βόρειους]

Το καλοκαίρι του 1865 οι Αφροαμερικάνοι του Νότου άρχισαν να οργανώνουν πολιτικές συγκεντρώσεις. Απαιτούσαν το δικαίωμα να κατέχουν γη, να φέρουν όπλα, να υπηρετούν ως ένορκοι, να ψηφίζουν, να έχουν πρόσβαση στη δημόσια εκπαίδευση κοκ. Σε μια σειρά περιοχές κατέλαβαν τις φυτείες, μοίρασαν τη γη μεταξύ τους και εγκαθίδρυσαν τις δικές τους μορφές διοίκησης. Οι φυτείες ορυζώνων σε τμήματα των ακτών της Τζόρτζια και της Νότιας Καρολίνα εγκαταλείφθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους κατά την διάρκεια του Πολέμου. 40.000 πρώην σκλάβοι πήραν ο καθένας από 40 στρέμματα γης και άρχισαν να καλλιεργούν για λογαριασμό τους. Σχημάτισαν επίσης ένοπλες πολιτοφυλακές για να υπερασπιστούν το νέο τρόπο ζωής τους.

Ο Τίνις Κάμπελ ήταν ένας από τους χιλιάδες Αφροαμερικάνους που ταξίδεψαν από το Βορρά για να συμμετάσχουν στον αγώνα της απελευθέρωσης. Ο Κάμπελ και η σύζυγος του Αριέτ ήρθαν στο νησί της Αγίας Αικατερινής στις ακτές της Τζόρτζια από το Νιού Τζέρσεϊ. Είχε υπάρξει δραστήριο μέλος των Abolitionists και πολιτικός ακτιβιστής κατά τη διάρκεια του πολέμου, ενώ βοήθησε και στην οργάνωση της αναδιανομής της γης στο νησί, τη δημιουργία σχολείων και την οργάνωση μιας πολιτοφυλακής 275 ανδρών για την υπεράσπιση του. Σύντομα μετά την κατάληψη της γης, έφτασε διαταγή από την Ομοσπονδιακή κυβέρνηση, που απαιτούσε να παραδοθεί η γη πίσω στον πρώην ιδιοκτήτη της, Τζέικομπ Ουάλμπεργκ. Η κυβέρνηση έστειλε μαύρα ομοσπονδιακά στρατεύματα στο νησί το Γενάρη του 1866 και η πολιτοφυλακή αρνήθηκε να ανοίξει πυρ εναντίον τους. Η γη του νησιού επιστράφηκε στον Ουάλμπεργκ, ο οποίος υπέγραψε συμβάσεις εργασίας με τους εποίκους.

Η αστική τάξη, με τη δύναμη που πήγαζε από τη νικηφόρα της πορεία, ήταν πρόθυμη να μεταφέρει στις δυτικές περιοχές που είχαν καταληφθεί από την Ομοσπονδιακή κυβέρνηση σε αγροτικές, μεταλλευτικές και άλλες επιχειρήσεις. Το να κατασχέσει όμως την περιουσία των πλούσιων του Νότου και να την παραδώσει στα χέρια των φτωχών, ήταν κάτι που θα δημιουργούσε πολύ κακό προηγούμενο.

Αν και η Ρεπουμπλικανική κυβέρνηση υπερασπιζόταν τα δικαιώματα των πρώην δουλοκτητών στη γη που κατείχαν, χρησιμοποιούσε τις μάζες των μαύρων και των φτωχότερων λευκών, μαζί με τη δύναμη των Ομοσπονδιακών στρατευμάτων για να κρατήσει τους πρώην Συνομοσπονδιακούς μακριά από την προσπάθεια πολιτικής οργάνωσης κατά τη διάρκεια των μεταπολεμικών χρόνων. Το Κογκρέσο ενέκρινε τη 14η τροποποίηση του Συντάγματος που έδινε υπηκοότητα σε όσους είχαν γεννηθεί στις ΗΠΑ, καθώς και την εξουσία στην Ομοσπονδιακή κυβέρνηση να καθορίζει το ποιοι έχουν δικαίωμα ψήφου στην κάθε Πολιτεία ξεχωριστά.

Οι Ριζοσπάστες Ρεπουμπλικάνοι πέτυχαν να κερδίσουν την πλειοψηφία και στα δυο σώματα του Κογκρέσου στις εκλογές του 1866. Το Κογκρέσο στη συνέχεια ενέκρινε μια σειρά νομοθετικών Πράξεων Ανασυγκρότησης, η πρώτη εκ των οποίων χώριζε την παλαιά Συνομοσπονδία σε πέντε στρατιωτικές περιοχές. Το 1869, πέρασε η 15η Τροποποίηση του Συντάγματος, που απαγόρευε κάθε περιορισμό στο δικαίωμα ψήφου «εξαιτίας της φυλής, τους χρώματος ή της προηγούμενης κατάστασης υποτέλειας».

Πολλοί από τους νέους πολιτικούς ηγέτες στο Νότο προέρχονταν από τις τάξεις των Νότιων Ενωτικών μαύρων και λευκών ακτιβιστών που προέρχονταν από το Βορρά, βετεράνων του στρατού της Ένωσης και Βόρειων επιχειρηματιών που είχαν εγκατασταθεί στο Νότο.

Ο Τίνις Κάμπελ εκλέχτηκε στο Κογκρέσο ως γερουσιαστής στη Τζόρτζια το 1868, μαζί με περισσότερους από 2.000 μαύρους άνδρες, οι οποίοι κατείχαν εκλεγμένα αξιώματα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1870. Αυτές οι κυβερνήσεις Ανασυγκρότησης ίδρυσαν το πρώτο δημόσιο σχολικό σύστημα στο Νότο. Κατάργησαν την ποινή της φυλάκισης για χρέη και τις διατάξεις που όριζαν ότι για να έχει κάποιος το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι έπρεπε να κατέχει μια ορισμένη περιουσία. Ωστόσο, η αποτυχία τους να διανείμουν τη γη στους πρώην σκλάβους και τους φτωχούς λευκούς, οδήγησε σε ένα σύστημα στο οποίο οι φτωχοί αγρότες ήταν αναγκασμένοι να ενοικιάζουν κομμάτια γης, γεγονός που φόρτωνε χρέη στις πλάτες τους.

Η Λευκή Τρομοκρατία και η προδοσία της άρχουσας τάξης

Η ηγεσία των πρώην δουλοκτητών Συνομοσπονδιακών ίδρυσε λευκές παραστρατιωτικές οργανώσεις, όπως η Ένωση Λευκών και η Κου Κλουξ Κλαν σε μια προσπάθεια να εμποδίσει τους Αφροαμερικάνους και τους λευκούς Ρεπουμπλικάνους να οργανωθούν πολιτικά. Εξαπέλυσαν μια εκστρατεία που περιλάμβανε δολοφονίες και εκφοβισμό, ενώ η Κου Κλουξ Κλαν έθεσε ως νούμερο ένα στόχο τα σχολεία των μαύρων, βάζοντας τους μαζικά φωτιά.

Ο συντηρητισμός της αστικής τάξης του Βορρά αποκρυσταλλώθηκε όταν οι εργάτες του Παρισιού πήραν την εξουσία και σχημάτισαν την πρώτη εργατική κυβέρνηση στην ιστορία με την Παρισινή Κομμούνα το 1871. Αυτά τα γεγονότα έφεραν τρόμο στις καρδιές των εκπροσώπων της αστικής τάξης και κάθε κίνηση προς ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις έλαβε τέλος. Η προσέγγιση τους προς τους πρώην Συνομοσπονδιακούς ήταν πλέον συμβιβαστική. Ο Ρεπουμπλικάνος Ρούθερφορντ Μπ. Χέιζ εκλέχτηκε Πρόεδρος το 1887. Την επομένη της εκλογής του, πληροφόρησε τις κυβερνήσεις των πολιτειών του Νότου ότι δεν μπορούσε πλέον να ανταποκριθεί στα αιτήματα τους για ομοσπονδιακά στρατεύματα που να προστατεύουν το δικαίωμα ψήφου για τους μαύρους. Τα περισσότερα ομοσπονδιακά στρατεύματα αποσύρθηκαν από το Νότο, γεγονός που επέτρεψε στη Κου Κλουξ Κλαν να εξαπολύσει ένα όργιο τρομοκρατίας. Ο Χέιζ προειδοποίησε μια αντιπροσωπεία Αφροαμερικάνων από τη Νότια Καρολίνα πως «...η χρήση στρατιωτικών δυνάμεων στις αστικές υποθέσεις ήταν απεχθής για το πνεύμα των Αμερικάνικων θεσμών και θα πρέπει να λάβει τέλος αν είναι δυνατόν…». Παρά την «απέχθεια» του, ο Χέιζ δε δίστασε τέσσερις μήνες αργότερα να χρησιμοποιήσει τα Ομοσπονδιακά στρατεύματα για να καταστείλει τη Μεγάλη Απεργία των Σιδηροδρομικών στις Μεσοδυτικές Πολιτείες.

Έχοντας εδραιώσει την κυριαρχία της στη χώρα, η αστική τάξη στράφηκε ενάντια στους εργαζομένους και τους φτωχούς που προσπαθούσαν να φτάσουν τη Δεύτερη Επανάσταση ως το τέλος, και από τότε έγινε ο πιο σκληρός αντίπαλος της προόδου και της δημοκρατίας.

Οι πρώην Συνομοσπονδιακοί ανέκτησαν την πολιτική εξουσία σε ολόκληρο το Νότο και επέβαλλαν τους νόμους διαχωρισμού των μαύρων από τους λευκούς που έμειναν γνωστοί ως νόμοι Τζίμ Κρόου. Παράλληλα, φρόντισαν οι μαύροι πολίτες να χάσουν όλα τα πολιτικά αξιώματα που κατείχαν. Γενικά, οι νόμοι διαχωρισμού του Τζιμ Κρόου, απέδωσαν τις πόλεις στους λευκούς και τη ζωή στα χωράφια στους μαύρους ως δουλοπάροικους.

Οι βόρειες επιχειρήσεις σιδηρόδρομων, ξυλείας και μεταλλευμάτων εξασφάλισαν τα συμφέροντα τους μέσω ενός διαιρεμένου και πάμφτωχου πληθυσμού που αποτελούσε μια πλούσια πηγή φτηνών εργατικών χεριών. Τα κέρδη αυξήθηκαν. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, οι Αφροαμερικάνοι στο Νότο μετατρέπονταν σε αποδιοπομπαίο τράγο κάθε φορά που η οικονομία έκανε κοιλιά. Μεταξύ των ετών 1882 και 1930, κάθε φορά που έπεφτε η τιμή του βαμβακιού, αυξανόταν και ο αριθμός των Αφροαμερικάνων που έπεφταν θύματα λυντσαρίσματος στις Πολιτείες που παρήγαγαν βαμβάκι.

«Δεν μπορείς να έχεις καπιταλισμό χωρίς ρατσισμό»Mάλκολμ Χ

Παρότι τα περισσότερα μέτρα διαχωρισμού του συστήματος Τζιμ Κρόου καταργήθηκαν χάρη στο μαζικό κίνημα της δεκαετίας του 1960, πολλά είναι αυτά που δεν έχουν αλλάξει για τους μαύρους στις ΗΠΑ μέχρι και σήμερα. Ο θεσμικός ρατσισμός είναι ενσωματωμένος στον ιστό του αμερικάνικου καπιταλισμού. Η ανεργία των μαύρων εξακολουθεί να είναι διπλάσια από αυτή των λευκών, όπως ήταν και το 1963, όταν εκατοντάδες χιλιάδες πήραν μέρος στην ιστορική Πορεία στην Ουάσιγκτον. Οι ΗΠΑ αυτή τη στιγμή φυλακίζουν μεγαλύτερο ποσοστό του μαύρου πληθυσμού από ότι η Νότια Αφρική στο απόγειο του Απαρτχάιντ και ένας μαύρος άνδρας δολοφονείται κάθε 28 ώρες από κάποιον αστυνομικό ή ρατσιστή. Το σύστημα καταστρέφει το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων και συνολικά των φτωχών, έχοντας καταδικάσει 49 εκατομμύρια Αμερικάνους να ζουν στη φτώχεια, συμπεριλαμβανομένων 16,2 εκατομμυρίων παιδιών. Ανάμεσα στους πληθυσμούς των Αφροαμερικάνων και των Λατίνων, σχεδόν ένα στα τρία παιδιά κινδυνεύει από την πείνα. [σημ: στοιχεία του 2013]

Η Δεύτερη Αμερικάνικη Επανάσταση ήταν μια αποφασιστική νίκη για την ανθρώπινη πρόοδο. Το μεγαλύτερο εμπόδιο για περαιτέρω πρόοδο όμως, δεν είναι πλέον το δουλοκτητικό σύστημα, αλλά η Αμερικάνικη αστική τάξη. Τα ακραία επεισόδια φτώχειας, πολέμων και περιβαλλοντικής καταστροφής εντείνονται, καθώς η κοινωνία στην ουσία κάνει βήματα προς τα πίσω. Μόνο ένα πλατύ κίνημα της εργατικής τάξης, της νεολαίας και των φτωχών μπορεί να φέρει την αλλαγή που χρειάζεται η κοινωνία. Η εργατική τάξη πρέπει να οργανωθεί, προκειμένου να συνειδητοποιήσει την τεράστια δύναμη που κατέχει.

Στις ΗΠΑ αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα διαρκώς αυξανόμενο, αλλά ακόμη χαμηλό επίπεδο σοσιαλιστικής και ταξικής συνείδησης και οι δυνάμεις που παλεύουν για μια σοσιαλιστική εναλλακτική στο σάπιο σύστημα του καπιταλισμού είναι ακόμη μικρές. Παρόλα αυτά, καμιά μάχη δεν είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη σε αποτυχία. Οι περισσότεροι, κοιτώντας την ιστορία εκ των υστέρων, μιλάνε για το υποτιθέμενο «αναπόφευκτο» να έχει η ιστορία την εξέλιξη που είχε. Τίποτα όμως δεν είναι γραμμένο σε πέτρα.

Χωρίς την αυτοθυσία των Abolitionists στη μάχη τους ενάντια στο δουλοκτητικό σύστημα πριν τον Εμφύλιο Πόλεμο, ο Νότος θα κέρδιζε.

Ας θυμόμαστε πάντα τα αθάνατα λόγια του Φρέντερικ Ντάγκλας: «Χωρίς αγώνα, δεν υπάρχει πρόοδος».