Μελαγχολικές συγκρίσεις με αφορμή την υπόθεση Κουφοντίνα

Δημοσιεύουμε άρθρο που μας έστειλε ο αναγνώστης μας σ. Κώστας Παπακώστας.

«Πλέον, η λεγόμενη “δικαιοσύνη”, έτσι όπως έχει ασκηθεί προς εσάς και ακόμη ασκείται, αν και νομικά δικαιολογείται, πολιτικά είναι ή εκδίκηση ή φόβος.» 

Αυτό έγραφε ο Φραντσέσκο Κοσίγκα, σε επιστολή που είχε στείλει στον φυλακισμένο Πάολο Περσικέτι, στέλεχος των ύστερων Ερυθρών Ταξιαρχιών, στο τέλος του μακρινού και θαμπού πλέον 1992. Μια από τις πολλές που είχε στείλει ο Κοσίγκα σε πολιτικούς κρατούμενους εκείνη την περίοδο. Όπως στον Ρενάτο Κούρτσιο, ιστορικό αρχηγό των Ερυθρών Ταξιαρχιών, τον οποίο, αξίζει να σημειωθεί, επισκέφτηκε στις φυλακές της  Ρεμπίμπια όπου κρατείτο, τον Νοέμβριο του 1992. Ακόμη και στον Πρόσπερο Γκαλινάρι, φυσικό αυτουργό της απαγωγής του πρώην πρωθυπουργού Άλντο Μόρο. Και στον Τόνι Νέγκρι, αυτοεξόριστο τότε στη Γαλλία, η οποία παρείχε άσυλο στους πολιτικά καταδιωκόμενους ανά τον κόσμο, χάρις στη περιβόητη «dottrina Μιτεράν». Επιστολές που έστειλε λίγους μήνες μετά το τέλος της θητείας του, το 1992. 

Ποιός ήταν ο Κοσίγκα και ποια η θητεία του; 

Πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας από το 1985 έως τον Απρίλιο του 1992. Δεξιός, προερχόμενος από τα σπλάχνα του κόμματος της Χριστιανικής Δημοκρατίας. Επιπλέον πρωθυπουργός την περίοδο 1979-1980 και υπουργός εσωτερικών στη γείτονα χώρα ακριβώς πριν, στα περιβόητα «χρόνια του μόλυβδου», όπου μεταξύ άλλων διαχειρίστηκε, (με τις πλάτες του ξαδέρφου του για να λέμε την αλήθεια, του Ενρίκο Μπερλιγκουέρ) και την υπόθεση της απαγωγής και δολοφονίας του Άλντο Μόρο. 

Ο Κοσίγκα, που στη θητεία του ως Υπουργός Εσωτερικών, μετά την εν ψυχρώ δολοφονία του φοιτητή Φραντσέσκο Λορούσο από τους καραμπινιέρους τον Μάρτη του ’77 στη Μπολόνια, έστειλε τεθωρακισμένα άρματα μέσα στην πανεπιστημιακή  ζώνη για να καταστείλει τη φοιτητική εξέγερση. Αυτός που για τρεις μήνες μετά τα γεγονότα του ’77 απαγόρευσε τις διαδηλώσεις και τις κινητοποιήσεις. Ναι, αυτός που μεταρρύθμισε επί το αυταρχικότερο τον ποινικό κώδικα Ρόκκο του φασιστικού καθεστώτος Μουσολίνι για να αντιμετωπίσει την διασάλευση του δημοκρατικού πολιτεύματος και την εξέγερση από τις ένοπλες ομάδες και συμμορίες, όπως έλεγε. Που στις πορείες, επί μια τριετία (και το θυμάμαι καλά), ακουγόταν πάντα το σύνθημα «Κοσίγκα μπόγια» και το όνομά του (Cossiga) γραφόταν με Κ αντί για C και τα δύο ss σε ρουνική γραφή για να παραπέμπει στα τάγματα εφόδου των Ες-Ες.

Ο Κοσίγκα, είχε απόλυτη επίγνωση ποιους είχε απέναντί του. Για αυτό κατέβασε άρματα μάχης στους δρόμους, για αυτό ανέχθηκε τους ανεξέλεγκτους καραμπινιέρους να πυροβολούν πισώπλατα και να δολοφονούν διαδηλωτές, όπως τον Λορούσο και την Τζιορτζιάνα Μάζι, για αυτό οργάνωσε την αυταρχοποίηση του ιταλικού κράτους και τη γιγάντωση των μηχανισμών της κρατικής επιβολής. Ήξερε ότι είχε απέναντί του πραγματικούς εχθρούς του δημοκρατικού (όπως το εννοούσε εκείνος βέβαια) πολιτεύματος. Ταξικούς εχθρούς. Και το μαζικό κίνημα με τον θυμό και την ταξική ανυποταξία εκείνης της πολιτικής περιόδου αλλά και τις ένοπλες οργανώσεις, κυρίως τις Ερυθρές Ταξιαρχίες που ήταν σε πόλεμο με την καρδιά του αστικού κράτους και την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Και υπερασπίστηκε το κράτος και την έννομη τάξη με ότι μέσο είχε στη διάθεσή του.

Κι όμως, αυτός ο με το ατσαλάκωτο δεξιό βιογραφικό Κοσίγκα, στους ορκισμένους του εχθρούς, τους ερυθροταξιαρχίτες, αλλά και τις άλλες ένοπλες οργανώσεις στην Ιταλία, απέδωσε εκείνο το σεβασμό και την αξιοπρέπεια  που απορρέει, όταν αντιμετωπίζεις έναν με κάποια αιτία εχθρό. Μιλούσε για και πολεμούσε τις «ένοπλες ανατρεπτικές οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς» όπως τις αποκαλούσε και τους «ένοπλους ανατροπείς του έννομου κράτους και των θεσμών». Και τις-τους  πολέμησε με λυσσαλέο τρόπο. Ειδικά τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, που η ένοπλη δράση της προκάλεσε 86 νεκρούς, κατά κύριο λόγο από τον χώρο των σωμάτων ασφαλείας, των δικαστών και των πολιτικών. ΠΟΤΕ όμως δε μίλησε για δολοφόνους του κοινού ποινικού δικαίου, για εγκληματίες και εγκληματικές οργανώσεις, για πολιτικούς προβοκάτορες και για θεωρίες συνομωσίας. 

Ο Κοσίγκα νίκησε. Το ιταλικό κράτος κατατρόπωσε τις Ερυθρές Ταξιαρχίες των 911 μελών (κατά τον Κούρτσιο) αλλά και πολλών δεκάδων άλλων που αποσκίρτησαν από αυτή και συγκρότησαν άλλες ένοπλες ομάδες. Tις εξάρθρωσε, τις διέλυσε κυριολεκτικά και έως το 1988 που Κούρτσιο και Μορέτι ανακοίνωσαν την αυτοδιάλυσή των Ερυθρών Ταξιαρχιών, είχε φυλακιστεί το συντριπτικό μέρος των μελών τους. 

Τρία χρόνια μετά ο νικητής Κοσίγκα, ως πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας, ξεκίνησε την τεράστια προσπάθειά του για να εγκριθεί νόμος και ετοίμασε προεδρικά διατάγματα χορήγησης πολιτικής αμνηστίας σε ηγετικά στελέχη των κρατούμενων ερυθροταξιαρχιτών. Ναι, καλά το διαβάζετε, τρία χρόνια μετά. Γιατί: 

«…πάντα ένιωθα ότι επρόκειτο για ένα βαρύτατο και αξιοθρήνητο πολιτικό φαινόμενο, αλλά οι ρίζες του βυθίζονταν στην ειδική πολιτική και κοινωνική κατάσταση της χώρας και όχι σε “χούμους  παραβατικό”»

έγραφε στην παραπάνω αναφερόμενη επιστολή στον Περσικέτι. Και συνέχιζε:

«…πιστεύω πως πρέπει να κλείσει αυτό το πονεμένο και στενάχωρο κεφάλαιο της αστικής και πολιτικής ζωής στη χώρα». 

Προσπάθεια όμως που έμεινε ατελέσφορη, λόγω των σφοδρών αντιδράσεων των συγγενών των θυμάτων, του πρωθυπουργού εκείνη την περίοδο και μαφιόζου Αντρεότι και κυρίως του πρόσφατα τότε μετονομασμένου κομμουνιστικού κόμματος. 

Με αφορμή την υπόθεση Κουφοντίνα, φαντάζει αδιανόητη η μετεγκατάσταση στη σφαίρα του εγχώριου πολιτικού γίγνεσθαι, μιας ανάλογης πολιτικής και κοινωνικής διαλεκτικής. Πόσο μάλλον όταν η εγχώρια κυνική αναλγησία στα ανώτατα επίπεδα των θεσμών, περίσσευε και περισσεύει. Ο αστισμός και η κυριαρχία στον τόπο μας αρνείται να παραδεχθεί ότι ο ακραίος ταξικός διαχωρισμός αλλά και η πολιτική ιστορία της χώρας (χούντα, αμερικανοκρατία, κυπριακό), ήταν δυνατόν να διέγειρε και να σπινθήρισε λανθασμένες, αδιέξοδες, απελπισμένες και απονενοημένες πολιτικές συμπεριφορές. Ακόμη και σήμερα ο Κουφοντίνας, για το σύστημα εξουσίας, δεν νοείται ως πολιτικός κρατούμενος, ως φυλακισμένος επαναστάτης ή «επαναστάτης» για την δικιά του αιτία, ως απόκοτο σε τελική ανάλυση των προαναφερόμενων ιστορικών διαδρομών και διαχωρισμών των τριών τελευταίων δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα. Στην επίσημη αφήγησή νοείται ως εξαιρετικά επικίνδυνος μηδενιστής, πρωταγωνιστικό στέλεχος τρομοκρατικής οργάνωσης, που λάτρευε τη βία και την ένοπλη δράση… για τη δράση. 

Ο Κουφοντίνας επιδεικνύεται από την κυβέρνηση που τον περιφέρει από φυλακή σε φυλακή, ως ένα λαφυραγωγημένο τρόπαιο του δικού της κράτους νικητή, με «α λα καρτ» πολιτική χρήση του, ανάλογα με την πολιτική συγκυρία και τη στιγμή. Διαβαθμισμένος μάλιστα, ως κορυφαίο «homo criminalis», που ανήκει στον κόσμο ενός εγκληματικού και αποτρόπαιου τρομοκρατικού σιναφιού. Για τον οποίο το κράτος, το δικό της κράτος, ως αδίστακτος και αιώνιος εκδικητής, δεν αρκέστηκε στην τιμωρία του αντάρτικου με ή χωρίς εισαγωγικά παρελθόντος του, αλλά την τρίτη δεκαετία του νέου αιώνα τιμωρεί και το φυλακισμένο του παρόν.