Κυκλοφορεί το βιβλίο «Φρίντριχ Ένγκελς. Διαλεκτά Κείμενα »

Κυκλοφόρησε μόλις από τις Εκδόσεις Τόπος το βιβλίο Φρίντριχ Ένγκελς. Διαλεκτά Κείμενα (μετάφραση-εισαγωγικό δοκίμιο: Χρήστος Κεφαλής). Ακολουθούν το Δελτίο Τύπου και ένα κείμενο του Χρήστου Κεφαλή, «Ο Φρίντριχ Ένγκελς για το μεταβατικό πρόγραμμα». Το τελευταίο αποτελεί σύνοψη του κεφαλαίου «Το μεταβατικό πρόγραμμα» από το εισαγωγικό του δοκίμιο στο βιβλίο, σελ. 44-54, δημοσιευμένο στην Εφημερίδα των Συντακτών, 1.11.2020.

Φρίντριχ Ένγκελς. Διαλεκτά Κείμενα
Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2020, σελ. 400, 16 €

Από το 1844, όταν ξεκίνησε η βαθιά φιλία τους, ο Φρίντριχ Ένγκελς υπήρξε ο αχώριστος σύντροφος, συνεργάτης και συναγωνιστής του Καρλ Μαρξ. Στο πλάι τού Μαρξ είχε καθοριστική συμβολή στην επεξεργασία του επιστημονικού σοσιαλισμού, συνεισφέροντας γόνιμα σε όλα τα πεδία του: πολιτική οικονομία, ιστορία, φιλοσοφία. Τα κύρια έργα του, όπως Η Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία (1845), Ο Πόλεμος των Χωρικών στη Γερμανία (1850), Αντί-Ντίρινγκ (1878), Ουτοπικός και Επιστημονικός Σοσιαλισμός (1880), Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους (1884), κ.ά., αποτέλεσαν σημαντικά ορόσημα στην ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας.

Στην παρούσα συλλογή, αφιερωμένη στα 200 χρόνια από τη γέννησή του, ο αναγνώστης θα βρει αρκετά αμετάφραστα στα ελληνικά και λιγότερο γνωστά αλλά εξίσου σημαντικά κείμενα του Ένγκελς. Εκτείνονται σε όλα τα στάδια της συγγραφικής του δραστηριότητας, από τα νεανικά του χρόνια, όταν ήταν ένας χεγκελιανός της Αριστεράς, ως την ώριμη περίοδό του, δίνοντας μια εικόνα της ευρύτητας πνεύματος και της οξύνοιάς του.

Στο εισαγωγικό του δοκίμιο ο Χρήστος Κεφαλής συζητά τη σύνολη διανοητική διαδρομή και το έργο του Ένγκελς. Αναδεικνύει τις συνεισφορές του στον εμπλουτισμό του ιστορικού και του διαλεκτικού υλισμού, συζητά τις πολιτικές επεξεργασίες του και την καθοριστική συνδρομή του στη συγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος, που τον καθιστούν διαχρονικά έναν από τους κλασικούς του μαρξισμού.

Ο Φρίντριχ Ένγκελς για το μεταβατικό πρόγραμμα

του Χρήστου Κεφαλή*

Οι αναλύσεις των κλασικών του μαρξισμού, Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, μας εκπλήσσουν συχνά με τη διορατικότητα, το βάθος και την επικαιρότητά τους, που τις κάνουν να φαντάζουν σημερινές ακόμη και 100 ή 150 χρόνια μετά τη διατύπωσή τους. Μια τέτοια περίπτωση έξοχα προβλεπτικής ανάλυσης ήταν οι θέσεις που διατύπωσε από το 1847 ο Φρίντριχ Ένγκελς για το μεταβατικό πρόγραμμα, με τις οποίες θα ασχοληθούμε στο παρόν κείμενο.

Το μεταβατικό πρόγραμμα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου και η θεμελίωσή του από τον Ένγκελς

Η λογική του μεταβατικού προγράμματος εμφανίστηκε στο κομμουνιστικό κίνημα ήδη στις παραμονές της επανάστασης του 1848 και αποτυπώθηκε στο πιο διάσημο κείμενο των Μαρξ και Ένγκελς εκείνης της περιόδου, το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Καθορίζοντας τη δική τους, κομμουνιστική κατεύθυνση, οι Μαρξ και Ένγκελς πρόβαλαν εκεί ένα πρόγραμμα «ενδιάμεσων» στόχων και αιτημάτων, που ενώ κανένα τους δεν ήταν άμεσα κομμουνιστικό και το καθένα μπορούσε θεωρητικά να επιλυθεί στα πλαίσια του καπιταλισμού, η επαναστατική συνολική εκπλήρωσή τους θα έδινε το πέρασμα στην κομμουνιστική επανάσταση. Τέτοια αιτήματα ήταν, κατά τους κλασικούς, η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στη γη, η επιβολή βαριάς φορολογίας στον ιδιωτικό πλούτο, η κατάργηση του δικαιώματος της κληρονομιάς, η εθνικοποίηση των μεταφορών και των επικοινωνιών, η ελεύθερη δημόσια εκπαίδευση, κοκ. Οι ίδιοι αναγνώριζαν πως «τα μέτρα [αυτά] φαίνονται οικονομικά ανεπαρκή και μη βιώσιμα, αλλά στην πορεία της ανάπτυξης απαιτούν παραπέρα εισροές στην παλιά κοινωνική τάξη και είναι αναπόφευκτα ως ένα μέσο για την πλήρη επαναστατικοποίηση του τρόπου της παραγωγής»[1]. Το μεταβατικό πρόγραμμα είχε έτσι γι’ αυτούς το χαρακτήρα ενός μοχλού, μιας ώθησης ώστε η επανάσταση να πάει πέρα από το αρχικό της στάδιο, την ανατροπή της απολυταρχίας, και να αμφισβητήσει το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.

Αν και το Κομμουνιστικό Μανιφέστο ήταν βασικά έργο του Μαρξ, είναι ασφαλές να πούμε ότι αυτό το ζωτικό προγραμματικό μέρος του οφείλεται κυρίως στον Ένγκελς. Ο Ένγκελς είχε ήδη διατυπώσει τα μεταβατικά αιτήματα στην μπροσούρα του «Οι αρχές του κομμουνισμού», που προηγήθηκε του Κομμουνιστικού Μανιφέστου. Εκεί παρουσίασε έναν «κατάλογο» από 12 μεταβατικές διεκδικήσεις, τις οποίες ακριβώς ενσωμάτωσε στο Μανιφέστο ο Μαρξ. Ο ίδιος εξηγούσε ότι οι διεκδικήσεις αυτές γίνονταν αναγκαίες από το γεγονός ότι η προλεταριακή επανάσταση δεν θα ήταν μια μοναδική πράξη, αλλά «θα είναι ικανή μόνο βαθμιαία να μετασχηματίσει την υφιστάμενη κοινωνία», αποτελώντας «μέτρα που επιτίθενται παραπέρα στην ατομική ιδιοκτησία»[2].

Η πιο αναλυτική όμως θεμελίωση του μεταβατικού προγράμματος θα βρεθεί σε ένα άλλο κείμενο του Ένγκελς, την πολεμική του το Σεπτέμβρη-Οκτώβρη του 1847 στον Καρλ Χάιντσεν. Ορισμένα από τα μεταβατικά αιτήματα που αναφέραμε προβάλλονταν στην ίδια περίοδο από αστούς δημοκράτες και ρεφορμιστές δημοσιολόγους, ένας από τους οποίους ήταν ο Χάιντσεν. Με αυτή την αφορμή, αφού χαρακτηρίζει τα μεταβατικά αιτήματα ως «αιτήματα των κομμουνιστών», από τους οποίους τα αντέγραφε ο Χάιντσεν, ο Ένγκελς εξηγεί τις διαφορές στον τρόπο που τα αντιλαμβάνονταν οι κομμουνιστές:

«Όλα τα μέτρα περιορισμού του ανταγωνισμού και της συσσώρευσης κεφαλαίων στα χέρια των ατόμων, όλοι οι περιορισμοί ή καταπίεση του κληρονομικού νόμου, κάθε οργάνωση της εργασίας από το κράτος κ.λπ., όλα αυτά τα μέτρα δεν είναι μόνο δυνατά ως επαναστατικά μέτρα, αλλά στην πραγματικότητα αναγκαία. Είναι δυνατά επειδή ολόκληρο το εξεγερμένο προλεταριάτο βρίσκεται πίσω από αυτά και τα διατηρεί με τη δύναμη των όπλων. Είναι δυνατά, παρά τις δυσκολίες και τα μειονεκτήματα που προβάλλουν εναντίον τους οι οικονομολόγοι, επειδή αυτές οι ίδιες δυσκολίες και τα μειονεκτήματα θα υποχρεώσουν το προλεταριάτο να προχωρήσει παραπέρα και παραπέρα μέχρι να καταργηθεί πλήρως η ατομική ιδιοκτησία, ώστε να μη χάσει ξανά αυτό που έχει ήδη κερδίσει. Είναι δυνατά ως προπαρασκευαστικά βήματα, προσωρινά μεταβατικά στάδια προς την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά όχι με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Ωστόσο, ο κ. Χάιντσεν θέλει όλα αυτά τα μέτρα ως μόνιμα, τελικά μέτρα. Δεν πρόκειται να είναι μια προετοιμασία για οτιδήποτε, πρόκειται να είναι οριστικά. Δεν είναι γι’ αυτόν μέσο, ​​αλλά σκοπός· δεν είναι σχεδιασμένα για μια επαναστατική αλλά για μια ειρηνική, αστική κατάσταση. Αλλά αυτό τα καθιστά ανέφικτα και ταυτόχρονα αντιδραστικά… Κοντολογίς: με τους κομμουνιστές αυτά τα μέτρα έχουν νόημα και λογική γιατί δεν γίνονται αντιληπτά ως αυθαίρετα μέτρα αλλά ως συνέπειες που θα προκύψουν αναγκαστικά και από μόνες τους από την ανάπτυξη της βιομηχανίας, της γεωργίας, του εμπορίου και των επικοινωνιών, από την ανάπτυξη της ταξικής πάλης μεταξύ της αστικής τάξης και του προλεταριάτου που εξαρτάται από αυτά· τα οποία θα προκύψουν όχι ως οριστικά, αλλά ως μεταβατικά μέτρα, μέτρα σωτηρίας του λαού που ανακύπτουν από τον ίδιο το μεταβατικό αγώνα μεταξύ των τάξεων»[3].

Ο Ένγκελς ενάντια στους σταλινικούς δογματιστές

Οι απόψεις του Ένγκελς που παραθέσαμε έρχονται σε κατάφωρη αντίθεση με τις θέσεις που έχουν υποστηρίξει για το μεταβατικό πρόγραμμα οι νεοσταλινικοί δογματιστές του ΚΚΕ. Πραγματικά, σε πλήθος άρθρα δημοσιευμένα στο Ριζοσπάστη και αλλού, οι σταλινικοί ινστρούχτορες διαλαλούν ότι η αποδοχή και προβολή των μεταβατικών αιτημάτων συνιστά ασυγχώρητο οπορτουνισμό και πως αν το ΚΚΕ τα υιοθετούσε θα απαρνούνταν την επαναστατική, σοσιαλιστική του δέσμευση. Ενδεικτικά, η Α. Παπαρήγα εκτιμά σε πρόσφατο κείμενό της ότι «Σε περίοδο μη σταθεροποιημένης αναιμικής καπιταλιστικής ανάκαμψης,  κατηγορείται το ΚΚΕ ότι δεν συνέβαλε στην οικοδόμηση ενός μετώπου πολιτικής συνεργασίας κατά των μνημονίων, ενώ σήμερα δεν συμβάλλει στην οικοδόμηση αριστερού πολιτικού μετώπου συνεργασίας ή αντικαπιταλιστικού, ή αντινεοφιλελεύθερου κ.λπ. με ένα μεταβατικό κυβερνητικό πρόγραμμα». Αυτές οι απόψεις, καταλήγει, αποτελούν δείγματα «παρεκκλίσεων, οπορτουνιστικών αντιλήψεων και στρατηγικής που τελικά καταλήγει στην αμφισβήτηση της αναγκαιότητας και ρεαλιστικότητας του σοσιαλισμού»[4].

Οι απόψεις αυτές των νεοσταλινικών δογματιστών είναι βέβαια αντιμαρξιστικές και ψευδο-κομμουνιστικές. Παριστάνοντας ότι πολεμούν τους οπορτουνιστές, πετούν στην πραγματικότητα στα σκουπίδια τις θέσεις των Μαρξ και Ένγκελς, για να τις αντικαταστήσουν με τις δικές τους αυθαίρετες, υποκειμενικές επινοήσεις.

Ο Ένγκελς, όπως είδαμε, απέρριπτε τα μεταβατικά αιτήματα ως ουτοπικά για τις ομαλές, ειρηνικές περιόδους του καπιταλισμού, ακριβώς επειδή αντιφάσκουν στην κύρια καπιταλιστική δυναμική, την οποία σε τέτοιες περιόδους το κίνημα δεν έχει τη δύναμη να κάμψει. Η Α. Παπαρήγα αντίθετα τα απορρίπτει, όπως ρητά λέει η ίδια, για μια «μη-σταθεροποιημένη» κατάσταση, δηλαδή ακριβώς για τις συνθήκες εκείνες όπου ο Ένγκελς υπογράμμιζε ότι είναι αναγκαία και πρέπει να υιοθετούνται και να προβάλλονται επίμονα από τους κομμουνιστές. Αυτό αφορά πρώτιστα τέτοιες περιόδους αστάθειας όπως η παγκόσμια κρίση του 2008 με την άνοδο των κινημάτων που ακολούθησε, καθώς και η τωρινή περίοδος της κρίσης του κορονοϊού, που προοιωνίζει αντίστοιχες κινηματικές εκρήξεις στο όχι μακρινό μέλλον.

Στην πραγματικότητα, οι νεοσταλινικοί δογματιστές μοιάζουν με ατρόμητους πολεμιστές που από το γεγονός ότι γίνεται πόλεμος βγάζουν το συμπέρασμα πως το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να πάνε στον πόλεμο χωρίς το πιο ισχυρό όπλο τους, επειδή είναι τόσο ατρόμητοι και επίφοβοι που μόλις τους δει ο εχθρός θα τρομάξει και θα το βάλει στα πόδια. Απορρίπτοντας τα μεταβατικά αιτήματα, αντί να εξηγούν τη διαφορά στον τρόπο τοποθέτησής τους όπως έκανε ο Ένγκελς, οι «πολεμιστές» αυτοί βοηθούν στην πράξη τους οπορτουνιστές, αποδείχνοντας τον εαυτό τους εξίσου δειλό με αυτούς.

Ο ώριμος Ένγκελς και οι μετέπειτα μαρξιστές

Άραγε ο Ένγκελς εγκατέλειψε αργότερα την αντίληψη του μεταβατικού προ- γράμματος; Ήταν οι μεταβατικοί στόχοι γι’ αυτόν κάτι που αφορούσε μόνο τις ιστορικά ανώριμες συνθήκες του 1848 και όχι τις μελλοντικές επαναστάσεις;

Όχι, ο Ένγκελς περιέγραψε την επαναστατική διαδικασία πανομοιότυπα και σε πολύ μεταγενέστερα κείμενά του. Το Μάρτη του 1891, σε μια επιστολή στον Μ. Οπενχάιμ, αναφέρθηκε στο ενδεχόμενο μιας γενικής κρίσης του καπιταλισμού, που θα κρατούσε 5-6 χρόνια, οδηγώντας σε μια κατάσταση που θα απαιτούσε κατεπείγοντα μέτρα για να βγει η κοινωνία από τα αδιέξοδα και τις πληγές της. Σε αυτή τη σύνδεση ανέπτυξε ένα επιχείρημα για το πώς η παραπέρα ανάπτυξη του καπιταλισμού θα μπορούσε, με τις σύμφυτες καταστροφικές τάσεις της, να επιφέρει μια τέτοια κατάσταση, και με ποια πολιτική τακτική θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί από τους κομμουνιστές:

«Για να απομακρύνουμε τις κατέχουσες τάξεις από το τιμόνι… χρειαζόμαστε μια ακόμη ταχύτερη επανάσταση στις μεθόδους παραγωγής, περισσότερα μηχανήματα, περισσότερη εκτόπιση εργασίας, την καταστροφή περισσότερων αγροτών και μικροαστών, πιο απτές ενδείξεις σε τεράστια κλίμακα των αναπόφευκτων αποτελεσμάτων της σύγχρονης μεγάλης κλίμακας βιομηχανίας. Όσο πιο γρήγορα και αμετάκλητα πραγματοποιείται αυτή η οικονομική επανάσταση, τόσο πιο επιτακτικά θα απαιτούνται μέτρα τα οποία, φαινομενικά έχοντας την πρόθεση να θεραπεύσουν κακά που ξαφνικά ανέλαβαν τεράστιες και ανυπόφορες αναλογίες, τελικά θα οδηγήσουν σε υπονόμευση των θεμελίων του υφιστάμενου τρόπου παραγωγής· και τόσο πιο γρήγορα, οι εργαζόμενες μάζες θα υπολογίζονται χάρη στην καθολική ψηφοφορία. Το ποια θα είναι αυτά τα αρχικά μέτρα πρέπει να εξαρτάται από τις τοπικές συνθήκες εκείνη τη στιγμή, ούτε μπορεί να ειπωθεί τίποτα γενικής φύσης γι’ αυτά εκ των προτέρων»[5].

Εδώ ο Ένγκελς επαναλαμβάνει τη θέση του στα 1847 για τα μεταβατικά αιτήματα ως μέτρα σωτηρίας του λαού, που γίνονται αναγκαία σε στιγμές ακραίας όξυνσης των αντιθέσεων του καπιταλισμού ως συνέπεια της ίδιας της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και μπορεί, συσπειρώνοντας τις λαϊκές μάζες, να δώσουν το έναυσμα στη σοσιαλιστική επανάσταση.

Ανάλογες θέσεις με τον Ένγκελς υποστήριξαν αργότερα, στην ιμπεριαλιστική εποχή, οι Λένιν και Τρότσκι.

Ο Λένιν, στις παραμονές της εξέγερσης, το Σεπτέμβρη του 1917, διατύπωσε στην μπροσούρα του «Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς πρέπει να την καταπολεμήσουμε», ένα πρόγραμμα μεταβατικών αιτημάτων για τη σωτηρία του λαού από την ερήμωση που είχε φέρει ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος. Τα μέτρα αυτά περιλάμβαναν την εθνικοποίηση των τραπεζών και των τραστ, την κατάργηση του εμπορικού απορρήτου, την καταγραφή και τον εργατικό έλεγχο της παραγωγής, τη ρύθμιση της κατανάλωσης, κοκ. Είναι αλήθεια ότι ο Λένιν τόνιζε πως τα μέτρα αυτά, προς τα οποία κατέτεινε το ίδιο το εργατικό κίνημα, αναλαμβάνοντας τη διεύθυνση των εργοστασίων που έκλειναν οι καπιταλιστές, κ.ά., θα μπορούσε να εκπληρωθούν μόνο με την ανάληψη της εξουσίας από τα συμφιλιωτικά ακόμη τότε Σοβιέτ. Πρόσθετε όμως ότι ακριβώς ένα τέτοιο πρόγραμμα, που απαντούσε στις ζωτικές ανάγκες των μαζών, και όχι ένα «καθαρά σοσιαλιστικό» πρόγραμμα, που ήταν ακόμη ανώριμο και δεν ανταποκρινόταν στις διαθέσεις τους, θα μπορούσε να φέρει στην εξουσία την εργατική τάξη, όπως άλλωστε και έγινε τον Οκτώβρη.

Αργότερα, στο 4ο Συνέδριο της Κομιντέρν το 1922, ο Λένιν υποστήριξε ισχυρά την ενσωμάτωση των μεταβατικών αιτημάτων στα προγράμματα των νεαρών τότε κομμουνιστικών κομμάτων. «Στα εθνικά προγράμματα με όλη την ακρίβεια και κατηγορηματικότητα», υπογράμμιζε, «θα πρέπει να επισημαίνεται η ανάγκη της πάλης για τις μεταβατικές διεκδικήσεις… Το 4ο Συνέδριο δηλώνει ότι η Κομμουνιστική Διεθνής καταδικάζει το ίδιο αποφασιστικά τόσο τις απόπειρες να παρουσιαστεί σαν οπορτουνισμός η προσθήκη των μερικών διεκδικήσεων στο πρόγραμμα, όσο και οποιεσδήποτε απόπειρες να συγκαλυφθεί και να υποκατασταθεί το βασικό επαναστατικό καθήκον με τις μερικές διεκδικήσεις… Στο γενικό πρόγραμμα πρέπει σαφώς να αναφέρονται οι βασικοί ιστορικοί τύποι των μεταβατικών διεκδικήσεων των εθνικών κομμάτων, ανάλογα με τη ριζική διαφορά των οικονομικών δομών, όπως λογουχάρη, η Αγγλία και η Ινδία».

Ο Λένιν αντιλαμβανόταν ξεκάθαρα ότι στις συνθήκες της ιμπεριαλιστικής εποχής, που χαρακτηρίζεται από έντονους σπασμούς και αναταραχές, τα μεταβατικά αιτήματα έχουν μόνιμη αναφορικότητα. Ενάντια στους δογματιστές της εποχής, που τα αποκήρυσσαν ως «οπορτουνισμό», επέμεινε να διαβαστεί στο 4ο Συνέδριο μια δήλωση καταδίκης τους από τη ρωσική αντιπροσωπεία συνταγμένη από τον ίδιο. Μάλιστα, σε μια πρότερη επιστολή του στον Ζινόβιεφ είχε απαιτήσει την άμεση διαγραφή από την Κομιντέρν όσων αντιτάσσονταν στο μεταβατικό πρόγραμμα και το ενιαίο μέτωπο, αντιλαμβανόμενος ότι αν αποκτούσαν επιρροή οι λογικές τους, τις οποίες αργότερα επέβαλλε ο σταλινισμός, θα έπαιζαν τον πιο καταστροφικό ρόλο[6]. Αργότερα, στα 1938, ο Τρότσκι ανανέωσε το μεταβατικό πρόγραμμα, προσαρμόζοντάς το στις συνθήκες της φασιστικής ανόδου.

Ο Λένιν και ο Τρότσκι είχαν, βέβαια, πίσω τους τις επεξεργασίες των Μαρξ και Ένγκελς και την εμπειρία του κομμουνιστικού κινήματος σχεδόν ενός αιώνα. Εκείνο που πραγματικά εκπλήσσει είναι η απαράμιλλη οξυδέρκεια με την οποία ο Ένγκελς μπόρεσε να συλλάβει τη σημασία των μεταβατικών αιτημάτων ενόσω δεν υπήρχε καμιά προηγούμενη εμπειρία και το κομμουνιστικό κίνημα βρισκόταν ακόμη στα σπάργανα. Η σχετική προβληματική του αποτελεί έξοχο δείγμα της δημιουργικής, φωτισμένης διαλεκτικής προσέγγισης των κλασικών, μιας προσέγγισης ευρισκόμενης στον αντίποδα της σταλινικής αρτηριοσκλήρυνσης και του δογματισμού.

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι συγγραφέας, μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης.  

[1] Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», στα Selected Works, Progress Publishers, Μόσχα 1977, τόμ. 1, σελ. 126.
[2] Φ. Ένγκελς, «Αρχές του κομμουνισμού», ό.π., σελ. 90-91.
[3] Φ. Ένγκελς, «Οι κομμουνιστές και ο Καρλ Χάιντσεν», MarxEngels Collected Works [MECW], Progress Publishers, τόμ. 6, σελ. 295-296.
[4] Α. Παπαρήγα, «Διδάγματα διαχρονικής σημασίας για τη στρατηγική του ΚΚΕ», Ριζοσπάστης, 18-19/1/2020.
[5] MECW, τόμ. 49, σελ. 152-153.
[6] Για τα προηγούμενα, βλέπε το εισαγωγικό δοκίμιο του γράφοντος στο Φρίντριχ Ένγκελς. Διαλεκτά Κείμενα, εκδ. Τόπος, Αθήνα 2020, σελ. 50-52.
7,037ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,077ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
368ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής