Κι αν δεν ήταν η Ελένη; Μια ερώτηση με αφορμή την υπόθεση Τοπαλούδη

02/06/2020
Comments off
199 Views

Έχουν περάσει λίγες εβδομάδες από το απόγευμα της 16ης Μαΐου, τη μέρα που ανακοινώθηκε στην αίθουσα τελετών του εφετείου η ομόφωνη καταδίκη των δύο κατηγορούμενων για βιασμό και ανθρωποκτονία της Ελένης Τοπαλούδη. Το αποτέλεσμα δεν ήταν καθόλου αυτονόητο· στο παρελθόν έχουν υπάρξει πολλές καταγγελίες βιασμών οι οποίες δεν έφτασαν ποτέ στη δικαίωση του θύματος, όπως για παράδειγμα η περίπτωση της φοιτήτριας στην Ξάνθη το 2015. Είναι λοιπόν σημαντικό, κατ’ αρχή, να υποδεχτούμε θετικά αυτήν την έκβαση, αναγνωρίζοντας ότι ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσαμε να περιμένουμε θεσμικά από την αστική δικαιοσύνη και ότι αποτέλεσε μια πολύ σημαντική νίκη στον αγώνα ενάντια στην έμφυλη βία.

Ο βιασμός και η γυναικοκτονία της Ελένης Τοπαλούδη πήραν εξαρχής πολύ μεγάλες, για τα ελληνικά δεδομένα, διαστάσεις και απασχόλησαν έντονα την κοινή γνώμη. Το γεγονός αυτό δεν είναι τυχαίο· συνέβη σε μια περίοδο που το φεμινιστικό κίνημα στην Ελλάδα μεγεθύνεται και συσπειρώνει ολοένα και περισσότερες γυναίκες, παρότι απέχει πολύ από τα μεγάλα φεμινιστικά κινήματα που έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια στη Λατινική Αμερική, την Ισπανία και σε άλλες χώρες του κόσμου. Διάφορες συλλογικότητες και οργανώσεις κινητοποιήθηκαν διαδραματίζοντας καθοριστικό ρόλο στη δημοσιοποίηση του ζητήματος και την ευαισθητοποίηση γύρω από αυτό. Ταυτόχρονα το «υπόκωφο» μέχρι πρότινος θέμα της βίας κατά των γυναικών άνοιξε στη δημόσια σφαίρα με ακόμα πιο έντονους διεκδικητικούς όρους ως προς την ανάγκη αντιμετώπισής του.

Τα όρια της αστικής δικαιοσύνης και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε στον αγώνα ενάντια στην βία κατά των γυναικών

Η δικαιοσύνη δεν παύει να είναι ένας θεσμός μέσα σε ένα αστικό κράτος. Αν και το αποτέλεσμα στη συγκεκριμένη δίκη λοιπόν είναι από μια πλευρά ενθαρρυντικό, η ίδια η δίκη και τα όσα την πλαισίωσαν έκαναν ορατή για μια ακόμα φορά μια πραγματικότητα την οποία πρέπει να ανατρέψουμε: η προστασία από την έμφυλη βία δεν είναι ίση για όλες τις γυναίκες· εξαρτάται από την κοινωνική και την ταξική μας θέση και από τη σύμπλευσή μας με το – κατά την πατριαρχία κατασκευασμένο – κοινωνικό φύλο.

Έχει ιδιαίτερη σημασία να σταθούμε στην τακτική που ακολούθησε η πολιτική αγωγή, η οποία -ας τονιστεί- εκπροσωπήθηκε από τον για πολλά γνωστό Αλέξη Κούγια. Η τακτική ήταν βασισμένη στη δημιουργία μιας «καλής» εικόνας για την Ελένη, «καλής» βέβαια σύμφωνα με τις προδιαγραφές ενός συγκεκριμένου κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Η Ελένη παρουσιάστηκε ως μια ήσυχη κοπέλα, επιμελής φοιτήτρια, φιλόδοξη, συνεσταλμένη και «άβγαλτη» σεξουαλικά. Και φυσικά τίποτα το μεμπτό δεν υπάρχει σε αυτά καθεαυτά τα χαρακτηριστικά· το πρόβλημα έγκειται στο ότι στο σύστημα αυτό η ανθρώπινη αξία υπολογίζεται με βάση χαρακτηριστικά σαν αυτά – τα ηθικά χαρακτηριστικά που είναι «κοινωνικά αποδεκτά».

Η ηθικοκεντρική τακτική συνηθίζεται να ακολουθείται από τους συνήγορους υπεράσπισης των κατηγορούμενων, οι οποίοι στοχεύουν με αυτόν τον τρόπο να εγείρουν αμφιβολίες θέτοντας τον προβληματισμό, «πώς γίνεται ένας τόσο ηθικός άνθρωπος να διέπραξε το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται;». Στην περίπτωση αυτή όμως που η εν λόγω τακτική χρησιμοποιήθηκε από την πλευρά του θύματος μεταφράζεται ως «είναι αδιαμφισβήτητα καταδικαστέο το ότι ένα τέτοιο άτομο έγινε θύμα βιασμού και γυναικοκτονίας». Είναι λοιπόν ο βιασμός και η γυναικοκτονία εγκλήματα η βαρύτητα των οποίων εξαρτάται από το ποιο ήταν το θύμα;

Από την πλευρά της κοινής γνώμης η απάντηση σε αυτό το ερώτημα μπορεί να διευκολυνθεί αν αναρωτηθούμε ποια θα ήταν η στάση της κοινωνίας αν η Ελένη ήταν μια άλλη γυναίκα. Αν ήταν π.χ. μια νέα εργαζόμενη που έβγαινε συχνά και είχε έντονη σεξουαλική ζωή ή ακόμα χειρότερα αν ήταν ομοφυλόφιλη, τρανσέξουαλ, ή ανδροπρεπής, ή με οποιοδήποτε χαρακτηριστικό που αποκλίνει από την κοινωνική νόρμα που προσδοκά τη γυναίκα να είναι μεταξύ άλλων σεμνή, «θηλυκή», αφοσιωμένη στον σύντροφό της, με β’ κοινωνικό ρόλο και «χωρίς να προκαλεί». Σε αυτές τις περιπτώσεις η κοινή γνώμη δείχνει πολλή περισσότερη ανοχή. Είναι κανονικοποιημένο για παράδειγμα στην κοινωνική συνείδηση ότι μια γυναίκα με κολλητά, μίνι κοκ «πάει γυρεύοντας» και ότι η βία απέναντι σε μια γυναίκα τρανσέξουαλ ή μια εκδιδόμενη δεν είναι έγκλημα αλλά αποτέλεσμα των επιλογών τους. Φαίνεται λοιπόν ότι πράγματι στη σημερινή κοινωνία ο βιασμός και η βία απέναντι στις γυναίκες είναι εγκλήματα των οποίων το βάρος αλλάζει ανάλογα με το ποιο είναι το θύμα, όπως είναι και το μοναδικό ίσως έγκλημα στο οποίο μέρος της ευθύνης (κάποιες φορές ακόμα και το σύνολό της) μεταβιβάζεται από το θύτη στο θύμα.

Οι πεποιθήσεις αυτές δεν είναι τίποτα άλλο από την αντανάκλαση στην κοινωνική συνείδηση της πατριαρχίας και του τρόπου με τον οποίο αυτή ορίζει τη θέση της γυναίκας στον καπιταλισμό. Οι αντιλήψεις σε μία κοινωνία βέβαια δεν υπάρχουν αποκομένες από το θεσμικό πλαίσιο που την περιβάλλει. Οι δικαστικές αίθουσες είναι ο χώρος όπου  μεταφέρονται οι κοινωνικές αντιλήψεις και αναπαράγεται το αξιακό σύστημα. Ωστόσο πριν φτάσουμε στις δικαστικές αίθουσες, προηγείται ένα ολόκληρο πολιτειακό σύστημα το οποίο λειτουργεί για να διατηρεί τόσο την έμφυλη ανισότητα όσο και την ταξική ανισότητα ανάμεσα στο γυναικείο φύλο, και το θέμα της έμφυλης βίας είναι ένα θέμα που το καταδεικνύει περίτρανα.

Η απουσία προστασίας από την πολιτεία

Κάποτε ο Λέων Τρότσκι είχε γράψει ότι:

«η υποκρισία της επικρατούσας γνώμης αναπτύσσεται παντού και πάντα ως το τετράγωνο ή ο κύβος των κοινωνικών αντιθέσεων» (family, youth and culture – the thermidor in the family).

Μια τέτοια σχέση ισχύει και για τη στάση της πολιτείας στο ζήτημα της έμφυλης βίας. Σε ένα υποκριτικό κράτος που διατείνεται πως καταπολεμά τη βία κατά των γυναικών τα θύματα βίας συχνά δεν καταφέρνουν καν να καταγγείλουν το περιστατικό στην αστυνομία. Κι όταν ακόμα το καταφέρουν καλούνται να περάσουν μέσα από μια εξαιρετικά ψυχοφθόρα κι εξευτελιστική διαδικασία. Ψυχοφθόρα κι εξευτελιστική γιατί μια γυναίκα κακοποιημένη που βρίσκει το σθένος να διεκδικήσει την προστασία της και την τιμωρία του δράστη, όταν πάει στο τμήμα έχει την ανάγκη να την αντιμετωπίσουν με σεβασμό και ενσυναίσθηση και να αισθανθεί ασφαλής. Αντιθέτως πολλές μαρτυρίες δείχνουν ότι συνήθης αστυνομική πρακτική είναι η δυσπιστία για το αν η γυναίκα λέει την αλήθεια, η μεταφορά μέρους τουλάχιστον της ευθύνης για ότι της συνέβη στην ίδια και η αποτροπή από το να καταθέσει μήνυση ή να κινήσει οποιαδήποτε άλλη διαδικασία. Στην καλύτερη εκδοχή που η αστυνομία έχει τη διάθεση να ανταποκριθεί η εκπαίδευσή της είναι πλήρως ανεπαρκής. Αν δε μια γυναίκα παρόλα αυτά θέλει να κινηθεί δικαστικά εναντίον του κακοποιού της – π.χ. να πάρει ασφαλιστικά μέτρα ή να ασκήσει μήνυση –  θα πρέπει να είναι σε θέση να επωμιστεί τα έξοδα, κάτι που αυτομάτως στερεί αυτήν την επιλογή από τις χαμηλόμισθες και άνεργες γυναίκες. Κι αν μιλήσουμε για τις γυναίκες μετανάστριες και προσφύγισσες χωρίς χαρτιά, τότε βλέπουμε πραγματικά την πλήρη ανυπαρξία οποιαδήποτε θεσμικής προστασίας από την έμφυλη βία. 

Και όλα αυτά δεν είναι τυχαία, γιατί στο σύστημα αυτό οι θεσμοί είναι φτιαγμένοι έτσι ώστε να συντηρούν την ταξική ανισότητα, τις έμφυλες διακρίσεις και την καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Αγώνας για πραγματική ισότητα

Η έμφυλη βία είναι κι αυτή μια απόρροια του τρόπου με τον οποίο ο καπιταλισμός ιεραρχικοποιεί την κοινωνία σε δυνατούς και αδύναμους, σε καταπιεστές και καταπιεζόμενους, χρησιμοποιώντας κάθε μορφή διάκρισης, κι εν προκειμένω το βιολογικό και κοινωνικό φύλο.

Ο αγώνας μας ενάντια στην έμφυλη βία είναι ένας αγώνας για να αλλάξουμε την κοινωνική συνείδηση και να διεκδικήσουμε μια κοινωνία όπου κανένα περιστατικό έμφυλης βίας δεν θα γίνεται ανεκτό, θα υπάρχει πλήρης σεβασμός στη διαφορετικότητα, στις επιλογές και την προσωπικότητα της κάθε μιας. Κι αυτό μπορεί να γίνει πραγματικότητα μόνο στα πλαίσια μίας κοινωνίας σοσιαλιστικής, χωρίς εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, με πραγματική ισότητα και ελευθερία για όλους τους ανθρώπους.