ΗΠΑ – επιδημία οπιοειδών: Πόσο κοστίζουν μισό εκατομμύριο ζωές;

Στις 29/6 ξεκίνησε στη Νέα Υόρκη μια δίκη με κατηγορούμενες μια σειρά φαρμακευτικές εταιρείες και κατήγορο την ίδια την Πολιτεία της Νέας Υόρκης. Οι εταιρείες κατηγορούνται ότι εν γνώσει τους διέθεταν στην αγορά εξαιρετικά επικίνδυνα οπιοειδή σκευάσματα (ως παυσίπονα) που προκαλούν σκληρό εθισμό και έχουν οδηγήσει χιλιάδες Αμερικάνους σε θάνατο από υπερβολική δόση. 

Η συγκεκριμένη δίκη είναι μια από τις πολλές που έχουν προγραμματιστεί για φέτος εναντίον φαρμακευτικών εταιρειών και διανομέων φαρμάκων στις ΗΠΑ. Συνολικά εναντίον τους έχουν ασκηθεί πάνω από 3.000 ομαδικές αγωγές από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, μια σειρά πολιτείες καθώς και δήμους και κοινότητες. Αιτία δεν είναι άλλη από αυτό που στις ΗΠΑ έχει ονομαστεί «επιδημία των οπιοειδών». 

Για το μέγεθος του ζητήματος, αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι την εικοσαετία 1999-2019 σχεδόν 500.000 Αμερικάνοι πολίτες πέθαναν από υπερβολική δόση οπιοειδών.

Οι βολικές «διευθετήσεις»

Ο μεγάλος απών βέβαια από την δίκη που διεξάγεται αυτές τις μέρες στη Νέα Υόρκη δεν είναι άλλος από τον φαρμακευτικό κολοσσό Johnson & Johnson. Η εταιρεία «διευθέτησε» την υπόθεση πληρώνοντας στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης το ποσό των 230 εκ. δολαρίων και έτσι εξαιρέθηκε από την δίκη, χωρίς μάλιστα να χρειαστεί να παραδεχτεί οποιαδήποτε υπαιτιότητα ή παρανομία, με μόνη υποχρέωση της να μην ξαναπουλήσει παυσίπονα στις ΗΠΑ.

Είχε προηγηθεί ανάλογη «διευθέτηση» σε αγωγή που είχε υποβάλλει η κυβέρνηση των ΗΠΑ στην εταιρεία – εκείνη η «διευθέτηση» κόστισε στην Johnson & Johnson 5 δισ. δολάρια. 

Στην πραγματικότητα βέβαια, εταιρείες όπως η Johnson & Johnson έχουν βγάλει αυτά τα ποσά στο πολλαπλάσιο από την «επιδημία των οπιοειδών» και κανένα πρόβλημα δεν έχουν με αυτές τις «διευθετήσεις» – για αυτό άλλωστε σε μια σειρά περιπτώσεις οι μεγάλες φαρμακευτικές πλήρωσαν εκατομμύρια δολάρια προκειμένου να μην έχουν δικαστικές περιπέτειες.

Το κόστος σε ανθρώπινες ζωές

Για να συλλάβουμε το μέγεθος του προβλήματος αρκεί να αναλογιστούμε πως κυρίως εξαιτίας των χιλιάδων θανάτων από υπερβολική δόση οπιοειδών, αλλά και των αυτοκτονιών πολλών απελπισμένων εθισμένων, το 2015 ήταν η πρώτη χρονιά μετά από περίπου έναν αιώνα που το μέσο προσδόκιμο ζωής στις ΗΠΑ παρουσίασε πτώση. Το 2014 ήταν 78,8 έτη, το 2015 ήταν 78,7 ενώ το 2016 και 2017 έπεσε ακόμη περισσότερο στα 78,5 έτη. Κάτι τέτοιο είναι πολύ παράδοξο για μια αναπτυγμένη, πλούσια χώρα – ο κανόνας είναι ότι σε τέτοιου είδους χώρες το προσδόκιμο ζωής ανεβαίνει κάθε χρόνο, αργά αλλά σταθερά. Η τελευταία φορά στην ιστορία των ΗΠΑ που είχαμε πτώση του προσδόκιμου ζωής ήταν κατά τα έτη 1915-1918, εξαιτίας των θανάτων στρατιωτών στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και της επιδημίας ισπανικής γρίπης του 1918.

Την περίοδο 1999-2017 οι θάνατοι από υπερβολική δόση οπιοειδών εξαπλασιάστηκαν, ενώ το 2017 οι θάνατοι ήταν περισσότεροι και από αυτούς που προκλήθηκαν από τον ιό του Aids στις χρονιές που η ασθένεια θέριζε.

«Σχετικά ακίνδυνα για εθισμό…»

Η συνταγογράφηση οπιοειδών αυξήθηκε σταδιακά στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘80, αλλά και στις αρχές της δεκαετίας του ‘90. Ήταν μάλιστα τη δεκαετία του ‘80 που δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά έρευνες που παρουσίαζαν τα οπιοειδή ως σχετικά ακίνδυνα για εθισμό όταν χορηγούνται ως παυσίπονα.

Το σημείο-καμπή για την εξέλιξη της πανδημίας των οπιοειδών ήταν το 1995, όταν οι φαρμακευτικές εταιρείες εισήγαγαν νέα προϊόντα με βάση τα οπιοειδή – και, ειδικότερα το OxyContin, ένα σκεύασμα παρατεταμένης αποδέσμευσης ενός φαρμάκου δεκαετιών που ονομάζεται οξυκωδόνη και κατασκευάζεται από την Purdue Pharma στο Stamford του Κονέκτικατ – οι συνταγές αυτές αυξήθηκαν και η χρήση των οπιοειδών για τη θεραπεία του χρόνιου πόνου έγινε ευρέως διαδεδομένη.

Η Purdue Pharma και άλλες εταιρείες προώθησαν έντονα τα οπιοειδή προϊόντα τους. Άσκησαν πιέσεις στους νομοθέτες, χρηματοδότησαν μαθήματα συνεχιζόμενης ιατρικής εκπαίδευσης, χρηματοδότησαν επαγγελματικές οργανώσεις και οργανώσεις ασθενών και οργάνωσαν μαζικές επισκέψεις σε μεμονωμένους γιατρούς. Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των δραστηριοτήτων, τόνιζαν την ασφάλεια, την αποτελεσματικότητα και τη χαμηλή πιθανότητα εθισμού των συνταγογραφούμενων οπιοειδών.

Στην πραγματικότητα, τα οπιοειδή δεν είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά για τη θεραπεία του χρόνιου πόνου – με τη μακροχρόνια χρήση, οι άνθρωποι μπορεί να αναπτύξουν ανοχή στα φάρμακα και να γίνουν ακόμη και πιο ευαίσθητοι στον πόνο. Και ο ισχυρισμός ότι το OxyContin ήταν λιγότερο εθιστικό από άλλα οπιοειδή παυσίπονα ήταν αναληθής – η Purdue Pharma γνώριζε ότι ήταν εθιστικό, όπως παραδέχτηκε σε αγωγή του 2007 που οδήγησε σε πρόστιμο ύψους 635 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ για την εταιρεία. 

Τα κέρδη τους, ο θάνατός μας

Η συγκεκριμένη υπόθεση μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο ως έγκλημα σε μαζική κλίμακα. Οι φαρμακευτικές εταιρείες ήξεραν ότι τα οπιοειδή είναι εξαιρετικά εθιστικά και μπορούν να οδηγήσουν στον θάνατο τον ασθενή που απελπισμένος παίρνει ολοένα και μεγαλύτερες δόσεις – κάτι που εντελώς κυνικά απέκρυψαν. Στην πραγματικότητα βέβαια, τι καλύτερο για μια φαρμακευτική εταιρεία από το να πουλάει φάρμακα που προκαλούν εθισμό σε όσους τα λαμβάνουν; Αυτό μεταφράζεται στην γλώσσα τους σε ακόμη περισσότερα και εξασφαλισμένα κέρδη. Και όταν, δυο δεκαετίες και πλέον μετά το «πάρτι» (γιατί ας μην έχουμε αμφιβολία πως σαν πάρτι κερδών έβλεπαν αυτή την υπόθεση παρά τα δραματικά της αποτελέσματα) τελείωσε, πληρώνουν ένα μικρό μέρος των δυσθεώρητων κερδών τους και συνεχίζουν τις μπίζνες – πάντα «για το καλό μας»…

Η τραγική αυτή ιστορία είναι άλλη μια απόδειξη ότι η Δημόσια Υγεία δεν είναι δυνατόν να είναι υπόθεση των ιδιωτικών φαρμακευτικών κολοσσών που μόνος τους γνώμονας είναι η αύξηση των κερδών τους – ακόμα και όταν αυτό κοστίζει εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπινες ζωές. Το αίτημα για αποκλειστικά δημόσιο και δωρεάν σύστημα υγείας και εθνικοποίηση του φαρμακευτικού κλάδου, κάτω από εργατικό και κοινωνικό έλεγχο, είναι ολοένα και πιο φανερό ότι αποτελεί ζήτημα ζωής και θανάτου. 

7,037ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,084ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
368ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής