Η σημασία της αποχώρησης της Τουρκίας από την Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης

Ετζεχάν Μπάλτα
Σοσιαλιστική Εναλλακτική, Τουρκία


Πριν από σχεδόν δέκα χρόνια, το 2012, το τουρκικό κοινοβούλιο επικύρωσε ομόφωνα τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας. Τότε η Τουρκία ήταν από τις πρώτες χώρες που επικύρωσαν τη Σύμβαση και η κίνηση αυτή επικροτήθηκε τόσο στο εσωτερικό όσο και διεθνώς. Μια δεκαετία αργότερα, παρά τις συνεχιζόμενες διαμαρτυρίες, η Τουρκία αποσύρθηκε από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης με προεδρικό διάταγμα που ανακοινώθηκε τα μεσάνυχτα μιας Παρασκευής (20 Μαρτίου 2021).

Η επικύρωση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης ήταν ουσιαστικά μια νίκη του γυναικείου κινήματος που αγωνίζεται για τον τερματισμό της βίας κατά των γυναικών εδώ και δεκαετίες, όπως παράλληλα αγωνίζεται για τα αναπαραγωγικά δικαιώματα και την ισότητα στην εργασία. 

Η υποχώρηση αυτή, ωστόσο, δεν αποτέλεσε έκπληξη για το κίνημα. Από την επικύρωσή της και μέχρι σήμερα, η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό ανεφάρμοστη καθώς η τουρκική κυβέρνηση δεν έλαβε ουσιαστικά μέτρα στην κατεύθυνση της ισότητας των φύλων. Στην πραγματικότητα η βία κατά των γυναικών δεν σταμάτησε ποτέ. 

Το 2020, 330 γυναίκες δολοφονήθηκαν στην Τουρκία, αλλά ο αριθμός των μη καταγεγραμμένων περιπτώσεων μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερος, καθώς οι γυναικοκτονίες συχνά καταγράφονται ως αυτοκτονίες. Ο αριθμός αυτός είναι σημαντικά υψηλότερος από τις 80 που καταγράφηκαν το 2008. Οι αυξανόμενοι αριθμοί των γυναικοκτονιών δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός. Οι γυναικοκτονίες είναι συχνά το τελευταίο βήμα στον κύκλο της βίας, ενώ ταυτόχρονα αποτελούν ένδειξη, αλλά και σύμβολο της αυξανόμενης ανισότητας. Σύμφωνα με επίσημες πηγές, το 40% των γυναικών που ζουν στην Τουρκία έχουν βιώσει σωματική ή σεξουαλική βία τουλάχιστον μία φορά στη ζωή τους. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το πραγματικό ποσοστό είναι πολύ υψηλότερο από αυτό.

Το ερώτημα, ωστόσο, εξακολουθεί να είναι, γιατί μια κυβέρνηση που επικύρωσε τη Σύμβαση αποφάσισε να αποσυρθεί από αυτήν εν μέσω αυξανόμενης βίας κατά των γυναικών και συνεχιζόμενων κοινωνικών διαμαρτυριών;

Στροφή στην ιδεολογία του «οικογενειοκρατισμού» από την κυβέρνηση του Ερντογάν

Την τελευταία δεκαετία βιώσαμε σημαντική αύξηση των επιθέσεων ενάντια στα δικαιώματα των γυναικών. Η έντονη σύγκρουση μεταξύ της κυβέρνησης του κυβερνώντος AKP (Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης) με το γυναικείο κίνημα, πήρε νέες διαστάσεις και επιταχύνθηκε ραγδαία μετά την εξέγερση του πάρκου Γκεζί το 2013, σύντομα μετά την επικύρωση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης. Ο φόβος του ΑΚΡ για τα κοινωνικά κινήματα, σε συνδυασμό με την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης, το έσπρωξε στο να αξιοποιήσει ακόμη πιο έντονα την ιδέα της «οικογένειας» και να επιτεθεί πιο σκληρά ενάντια στα δικαιώματα των γυναικών.

Πράγματι, ο «οικογενειοκρατισμός» (από τον αγγλικό όρο «familism») έχει αναδειχθεί σε μια από τις βασικές ιδεολογίες (και στρατηγικές πολιτικής) των κυβερνήσεων σε όλο τον κόσμο, όταν αντιμετωπίζουν οικονομικές και κοινωνικές πιέσεις. Σε συνδυασμό με τον αυξανόμενο συντηρητισμό και τον ακροδεξιό λαϊκισμό, ο οικογενειοκρατισμός επέτρεψε στις κυβερνήσεις να εδραιώσουν σε μεγαλύτερο βαθμό μια νέα εξουσιαστική δομή. Στο κέντρο του βρίσκεται η ιδέα ότι οι γυναίκες ανήκουν ουσιαστικά στην οικογένεια και ότι ο ρόλος τους είναι να διατηρήσουν τις αξίες της ως μονάδας-πυρήνα της κοινωνίας. Ο οικογενειοκρατισμός υπήρξε ένα από τα εργαλεία στα χέρια της άρχουσας τάξης για τη διαιώνιση της ανισότητας των φύλων.

Ο οικογενειοκρατισμός πατάει επίσης πάνω στην «ανησυχία» για τη μείωση του ρυθμού αύξησης του πληθυσμού, η οποία οδηγεί σε αύξηση του ηλικιωμένου πληθυσμού και αντίστοιχα του οικονομικού και κοινωνικού κόστους. Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού ήταν 2,3% ετησίως το 1980 και έφτασε στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει βρεθεί ποτέ (1,2%) το 2008, έτσι η έμφαση στην ιδέα της οικογένειας παρουσιάστηκε σαν η απάντηση στο «πρόβλημα της μείωσης του πληθυσμού». Και πράγματι, ως αποτέλεσμα των πολιτικών ενίσχυσης των γεννήσεων από την κυβέρνηση του ΑΚΡ, ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού ανέβηκε στο 1,7% το 2015.

Ένας οικογενειακός προσανατολισμός με έμφαση στην αύξηση της αναπαραγωγής, συνδυάζεται πάντα με τον αυστηρότερο έλεγχο πάνω στα σώματα των γυναικών και συνήθως η πρώτη επίθεση είναι αυτή ενάντια στο δικαίωμα στην άμβλωση. 

Οι αμβλώσεις είναι νόμιμες στην Τουρκία για περισσότερες από 4 δεκαετίες. Ωστόσο, γύρω στο 2010, η κυβέρνηση του ΑΚΡ άρχισε να προπαγανδίζει ανοιχτά ότι το δικαίωμα των γυναικών να αποφασίζουν για το σώμα τους ήταν «ηθικά προβληματικό». 

Μετά από μια αεροπορική επίθεση το 2011 που οδήγησε σε δεκάδες θανάτους Κούρδων χωρικών στο Uludere, ο πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε ότι «κάθε άμβλωση είναι μια Uludere». Επίσης ο τότε υπουργός Υγείας, Ρετζέπ Ακντάγ δήλωνε την ίδια περίοδο «ας αφήσουμε τη βιασμένη μητέρα να γεννήσει, αν χρειαστεί, το κράτος θα φροντίσει για το παιδί αυτό».[1] Αυτές οι δηλώσεις αποτελούσαν κομμάτι της καθημερινής προβολής της κυβερνητικής πολιτικής.

Παρά τις αντιδράσεις μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας, η κυβέρνηση πέτυχε να απαγορεύσει de facto την άμβλωση για τις άγαμες γυναίκες. Πολιτικές για τη στήριξη της αύξησης του πληθυσμού, όπως η άδεια μητρότητας και η στήριξη δομών φροντίδας των παιδιών, προωθήθηκαν επίσης ευρέως το ίδιο διάστημα.

Η εχθρότητα του ΑΚΡ απέναντι στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, ειδικά τα τελευταία χρόνια (ιδίως μετά το πραξικόπημα του Ιουλίου 2016), είναι μια άλλη αντανάκλαση της έμφασης που δίνει στον οικογενειοκρατισμό.[2] 

Ο φεμινισμός και ο αγώνας για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ παρουσιάζονται ως «δυτικές ιδεολογίες» και με αυτό τον τρόπο η υπεράσπιση της ετεροκανονικής πατριαρχίας παρουσιάστηκε ως «αντιιμπεριαλιστική». Δεδομένου ότι η Τουρκία έχει μακρά παράδοση αντιδυτικισμού ιδιαίτερα ανάμεσα στα πιο συντηρητικά στρώματα, αυτή η παρουσίαση ενίσχυσε τα κυβερνητικά επιχειρήματα.

Για την κυβέρνηση του ΑΚΡ και τον Ερντογάν η απόσυρση από τη Σύμβαση θα προωθούσε επίσης την ατζέντα των θρησκευτικών ομάδων, στις οποίες κυριαρχούν οι άνδρες. Αυτή η κίνηση, όπως ήλπιζε το ΑΚΡ, θα εδραίωνε την εκλογική του απήχηση. Ταυτόχρονα, η απόσυρση από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης ήταν για το καθεστώς επίδειξη δύναμης, όπως και επέκταση της σφαίρας επιρροής και των συμμαχιών του.

Η βία κατά των γυναικών ως θεσμός

Αν είχε εφαρμοστεί η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης (έστω και εν μέρει), θα σήμαινε τη λήψη μιας σειράς προστατευτικών μέτρων για τις γυναίκες, όπως επενδύσεις σε υποδομές για τη δημιουργία θέσεων εργασίας για τις γυναίκες, αύξηση των εκπαιδευτικών ευκαιριών, μέτρα υποδομής για την πρόληψη της ενδοοικογενειακής βίας, μείωση των υποχρεώσεων των γυναικών σε σχέση με την οικογένεια κ.λπ.

Ωστόσο, δεν αρκεί η ταξινόμηση της πατριαρχικής βίας μόνο με βάση τη σωματική, σεξουαλική, οικονομική και ψυχολογική βία – η πατριαρχική βία περιλαμβάνει κάθε συμπεριφορά που τραυματίζει/βλάπτει την αξιοπρέπεια και την ακεραιότητα μιας γυναίκας, ενός ομοφυλόφιλου, αμφιφυλόφιλου ή διεμφυλικού ατόμου. Δηλαδή, όλων εκείνων που θεωρείται ότι βρίσκονται κάτω ή έξω από το δυαδικό σύστημα των φύλων.

Ένας βασικός θεσμός που αντανακλά και αναπαράγει τη διατήρηση της ανδρικής κυριαρχίας, της συσσώρευσης κεφαλαίου και του κράτους, είναι η πατριαρχική οικογένεια. Για τον λόγο αυτό, η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης θεωρήθηκε στην πραγματικότητα από το καθεστώς του Ερντογάν ως ένα εργαλείο που αποδυναμώνει την ιδεολογία της οικογενειοκρατίας και ως εκ τούτου έπρεπε να εξαλειφθεί. Οι γυναίκες εκτίθενται συστηματικά στη βία ή ζούνε τη ζωή τους υπό τη συνεχή απειλή ότι θα αντιμετωπίσουν βία – και η οικογένεια είναι ο κατ’ εξοχήν χώρος όπου αυτή η βία αντανακλάται.

Επίσημα κρατικά στοιχεία για τη βία κατά των γυναικών στην Τουρκία δεν υπάρχουν σήμερα. Μόνο λόγω των αποτελεσμάτων της έρευνας που διεξήγαγε ο αρμόδιος κρατικός φορέας το 2008, γνωρίζουμε ότι τουλάχιστον το 40% των γυναικών έχουν υποστεί σωματική ή ψυχολογική βία τουλάχιστον μία φορά στη ζωή τους.[3] Έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι η κατάσταση σήμερα είναι σημαντικά χειρότερη από ό,τι το 2008.

Ένα άλλο ζήτημα που πρέπει να τονιστεί σχετικά με τη βία είναι οι παράλληλες σχέσεις της ανδρικής και της κρατικής βίας. Η «διατήρηση της τάξης» στη δημόσια σφαίρα, απαιτεί τη γενικευμένη χρήση βίας σε όλες τις πτυχές της ζωής – έτσι η βία που εφαρμόζεται από το κράτος, στην ιδιωτική ζωή διαπράττεται από άνδρες. Από αυτή την άποψη, υπάρχει ένας ορισμένος παραλληλισμός μεταξύ της βίας του κράτους κατά της κοινωνίας και της ανδρικής βίας. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η ανδρική βία έχει αυξηθεί μαζί με την κρατική βία, ιδίως μετά τα σημεία καμπής του 2013 (διαδηλώσεις στο πάρκο Γκεζί) και του 2016 (απόπειρα πραξικοπήματος κατά του Ερντογάν).

Αγνοώντας τους νόμους, τις συνθήκες και το Σύνταγμα

Η αποχώρηση της Τουρκίας από μια διεθνή συμφωνία με προεδρικό διάταγμα αντιβαίνει ακόμη και στο τουρκικό Σύνταγμα, το οποίο συντάχθηκε από το κυβερνών «Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» (AKP) και τον Ερντογάν.

Σύμφωνα με το άρθρο 90 του Συντάγματος, η ένταξη ή η αποχώρηση από διεθνείς συμβάσεις μπορεί να αποφασιστεί μόνο με την ψήφιση σχετικού νόμου από το κοινοβούλιο. Ωστόσο, ως αποτέλεσμα της ακραίας συγκέντρωσης εξουσίας στα χέρια του Ερντογάν, ακόμη και οι αναπληρωτές γενικοί διευθυντές στα διάφορα υπουργεία διορίζονται από τον ίδιο τον Πρόεδρο. Από τη μεταβίβαση μιας δημοτικής έκτασης σε ένα ίδρυμα, μέχρι την απόσυρση από μια διεθνή συμφωνία και τον διορισμό κυβερνητικών αξιωματούχων, όλες οι αποφάσεις λαμβάνονται από το καθεστώς του «ενός ανδρός αρχή».

Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης ενεργοποιήθηκε το 2014 και σύμφωνα με το τουρκικό Σύνταγμα όλες οι διεθνείς συνθήκες υποτίθεται ότι είναι υπεράνω του εθνικού δικαίου. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε ήδη, η Σύμβαση δεν εφαρμόστηκε ποτέ πραγματικά.[4] [5] Για παράδειγμα, οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν οι δράστες προκειμένου να ενοχοποιήσουν τα θύματα, χρησιμοποιούνται με όλο και μεγαλύτερη επιτυχία ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, τα οποία με τη σειρά τους ερμηνεύουν καταχρηστικά τους νόμους σχετικά με την προκλητική συμπεριφορά (των γυναικών) ή την καλή συμπεριφορά.

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης της χώρας (Κεμαλιστές) προσέφυγε στη δικαιοσύνη απαιτώντας την απόσυρση του προεδρικού διατάγματος (για αποχώρηση από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης) αλλά η απάντηση του δικαστηρίου ήταν η εξής:

«Μπορούμε να περιμένουμε την έγκριση του νόμου από τη Βουλή, αλλά είναι καθήκον της εκτελεστικής εξουσίας να τον καταθέσει ή να το αποσύρει».

Έτσι, το δικαστικό σώμα απέδειξε για άλλη μια φορά ότι έχει χάσει τη σχετική αυτονομία του και έχει μετατραπεί σε συστατικό στοιχείο του καθεστώτος του ΑΚΡ και δεν θα διστάσει να παραβιάσει τους ίδιους τους νόμους που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται.

Η αντίδραση των γυναικείων κινημάτων

Οι αγώνες των γυναικών έχουν μακρά ιστορία στην Τουρκία.[6] Ενώ η αποχώρηση από τη Σύμβαση αποτελεί θέμα πλατιάς συζήτησης από τις 20 Μαρτίου, το ίδιο διάστημα το γυναικείο κίνημα απάντησε με σημαντικές κινητοποιήσεις σε όλη την Τουρκία. Οι γυναίκες έχουν βγει στους δρόμους σε τουλάχιστον δέκα επαρχίες. «Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης είναι δική μας», «Αποσύρετε την απόφασή σας, εφαρμόστε τη Σύμβαση» ήταν τα κεντρικά συνθήματα. Διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες πραγματοποιούνται έκτοτε ασταμάτητα σε όλες τις μεγάλες πόλεις.

Τα τελευταία χρόνια το γυναικείο κίνημα διεκδικεί στους δρόμους την εφαρμογή της σύμβασης. Μόλις ξεκίνησε η συζήτηση για την απόσυρση το 2019, οι κοινωνικές διαμαρτυρίες εντάθηκαν. Και παρά την κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην οποία έχει κηρυχθεί η χώρα μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, οι γυναίκες κατεβαίνουν όλο και μαζικότερα στους δρόμους. Η ριζοσπαστικοποίηση που ξεκίνησε στις μεγάλες πόλεις, ιδίως μεταξύ Μαρτίου και Ιουλίου του χρόνου που διανύουμε δεν υποχώρησε, παρά την αύξηση της αστυνομικής βίας. Όταν τελικά η αποχώρηση της χώρας από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης επισημοποιήθηκε, οι γυναίκες βγήκαν και πάλι στους δρόμους.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια διεθνής Σύμβαση δεν μπορεί να τερματίσει τη βία κατά των γυναικών. Αν και η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης ήταν ένα βήμα προς τα εμπρός, ούτε καν πλησιάζει τις πραγματικές ανάγκες. Είναι η πατριαρχική καπιταλιστική τάξη αυτή που βλέπει τον άνθρωπο γενικά και τις γυναίκες ειδικότερα ως εμπόρευμα, που παράγει τη βία κατά των γυναικών και των κοριτσιών. 

Μόνο η ανατροπή του πατριαρχικού καπιταλισμού θα τερματίσει τη βία κατά των γυναικών. Ωστόσο, οι συμβάσεις παρέχουν τουλάχιστον μερική προστασία για τις γυναίκες και τα κορίτσια και επιτρέπουν στις κοινωνίες να πιέσουν τα κράτη να εφαρμόσουν αυτά τα μέτρα, έστω και απρόθυμα.

Έτσι, η απόσυρση από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης δεν αποτελεί πρόβλημα μόνο για τη μουσουλμανική – συντηρητική Τουρκία. Η εξάρτηση του καπιταλισμού από την οικογενειακή ιδεολογία και τη βία τον αναγκάζει να κάνει ένα βήμα μπροστά και δύο βήματα πίσω. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάνουμε πίσω από τον αγώνα για την εκ νέου υπογραφή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης. Ταυτόχρονα όμως, ένας από τους βασικούς μας στόχους είναι οι γυναίκες να δουν τις πραγματικές αιτίες της έμφυλης βίας, να την καταπολεμήσουν από κοινού και να ενταχθούν στον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού. Δεν θα σταματήσουμε μέχρι να επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για την πρόληψη της βίας κατά των γυναικών, να είμαστε αλληλέγγυοι με τις γυναίκες που πέφτουν θύματα βίας και να παλεύουμε για την εξασφάλιση της τιμωρίας των δραστών. Εδώ και παντού.


[1] sol.org.tr: «Sağlık Bakanı ‘imam’a uydu: “Tecavüze uğrayan doğursun, gerekirse devlet bakar»
[2] Έτσι, από τις χώρες που υπέγραψαν τη σύμβαση αλλά δεν την έθεσαν σε ισχύ, η Σλοβακία τον Φεβρουάριο και η Ουγγαρία τον Μάιο του 2020 αρνήθηκαν να την επικυρώσουν επειδή «είναι αντίθετη με το σύνταγμά τους, το οποίο ορίζει τον γάμο ως ετεροφυλόφιλη ένωση».
[3] Ωστόσο, έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι ο αριθμός αυτός είναι πολύ μεγαλύτερος: Πρώτον, επειδή δεν είναι αυτονόητο ότι όλες οι γυναίκες αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο τον ορισμό της βίας, ιδιαίτερα της ψυχολογικής και της οικονομικής βίας, είδη βίας που είναι δύσκολο να οριστούν. Δεύτερον, οι γυναίκες συχνά φοβούνται ή αποφεύγουν να «καταγγείλουν» βίαιους άνδρες, πάνω από το 90% των οποίων είναι συγγενείς πρώτου βαθμού. Τρίτον, οι γυναίκες βλέπουν τη βία ως πρόβλημα που προκύπτει ως αποτέλεσμα δικού τους σφάλματος και είναι πιθανό να έχουν αισθήματα ντροπής και να προτιμούν να την κρύβουν.
[4] Αυτό βέβαια ισχύει και για τις ευρωπαϊκές χώρες που βρίσκονται μακριά από την ουσιαστική κάλυψη των υλικών υποδομών και των αναγκών των γυναικών και των κοριτσιών που απαιτεί η Σύμβαση, αλλά η κατάσταση στην Τουρκία είναι πολύ χειρότερη.
[5] opendemocracy.net: «Why Turkey’s withdrawal from the Istanbul Convention is a global problem»
[6] Για παράδειγμα, φεμινιστικές ομάδες ήταν αυτές που πίεσαν για την επικύρωση από την Τουρκία της Σύμβασης του ΟΗΕ για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών το 1985 και πίεσαν με επιτυχία την κυβέρνηση να άρει τις επιφυλάξεις της το 1999. Επιπλέον, οι συμμαχίες μεταξύ των γυναικείων οργανώσεων συνέβαλαν στην προώθηση ενός νέου αστικού κώδικα το 2001, ο οποίος αναγνώρισε την πλήρη ισότητα γυναικών και ανδρών στον γάμο, και ενός νέου ποινικού κώδικα το 2004, με προοδευτικές αλλαγές στην τιμωρία των γυναικοκτονιών, του βιασμού στον γάμο, της σεξουαλικής παρενόχλησης, της κακοποίησης παιδιών και άλλων σεξουαλικών εγκλημάτων που διαιωνίζουν την καταπίεση των γυναικών.
7,037ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,084ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
368ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής