Η κατάρρευση του κινέζικου χρηματιστηρίου

13/07/2015
Comments off
882 Views

Εδώ και πολύ καιρό το «Ξεκίνημα» αναφέρεται στην κρίση που εγκυμονείται στην κινέζικη οικονομία. Η διαρκής συσσώρευση αντιθέσεων στην κινέζικη οικονομία οδήγησε στη διάρκεια του προηγούμενου μήνα (Ιούνη) στην κρίση του κινέζικου χρηματιστηρίου. Δημοσιεύουμε στη συνέχεια συνέντευξη του συντρόφου Βίνσεντ Κόλο, υπεύθυνο σύνταξης του ChinaWorker.info, κεντρικού σάιτ του κινέζικου τμήματος της CWI με έδρα το Χονγκ Κονγκ.
  • Πόσο σοβαρή είναι η κρίση στο χρηματιστήριο και πως αντιδράει η κυβέρνηση σ’ αυτή;

Αυτή τη στιγμή ζούμε το σκάσιμο της τεράστιας χρηματιστηριακής φούσκας που χτίστηκε στην διάρκεια του προηγούμενου χρόνου. Η έκταση και η ταχύτητα της κατάρρευσης έχει πάρει πραγματικά δραματικές διαστάσεις. Το κινέζικο καθεστώς βρίσκεται σε κατάσταση σοκ γιατί δεν είχε προβλέψει αυτή την εξέλιξη, όσο κι αν αυτό ακούγεται παράλογο.

Η συνολική αξία της χρηματιστηριακής αγοράς ανήλθε στο ύψος των 10 τρισεκατομμυρίων δολαρίων στις αρχές του Ιούνη, πράγμα το οποίο αντιπροσώπευε μια αύξηση των αξιών κατά 6,7 τρισεκατομμύρια μέσα σ’ ένα χρόνο. Αυτού του είδους η αύξηση σ’ ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα δεν έχει κανένα προηγούμενο για κανένα χρηματιστήριο παγκόσμια.

Η αύξηση αυτή αντιστοιχούσε στο σύνολο της αξίας του χρηματιστηρίου του Τόκιο, που είναι το τρίτο μεγαλύτερο χρηματιστήριο στο πλανήτη, μετά από αυτά της Νέας Υόρκης και της Σαγκάης.

Στη διάρκεια των πρώτων μηνών της φετινής χρονιάς νέοι δισεκατομμυριούχοι (σε «αξίες» δολαρίων και όχι του κινεζικού νομίσματος, γουάν) δημιουργούνταν με τον ρυθμό των 4 κάθε βδομάδα, εξαιτίας της αλματώδους αύξησης των τιμών των μετοχών.

Στη συνέχεια όμως ήρθε η κατάρρευση κατά την οποία το χρηματιστήριο έχασε πάνω από 3 τρισεκατομμύρια δολάρια μέσα σε 3 βδομάδες, περίπου το ένα τρίτο των συνολικών αξιών από τις 15 Ιούνη. Η εφημερίδα «Η ώρα των μετοχών», που εκδίδεται στην Σενζέν, αναφέρει ότι για 760 εταιρείες, που αντιπροσωπεύουν πάνω από το ένα τέταρτο όλων των εταιρειών στη Σαγκάη και τη Σενζέν, έχει «παγώσει» η διαπραγμάτευση τους στο χρηματιστήριο στην διάρκεια της τελευταίας βδομάδας.

Οι μικροί επενδυτές αριθμούν αυτή τη στιγμή γύρω στα 90 εκατομμύρια και για πρώτη φόρα έχουν ξεπεράσει τον αριθμό των μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος. Εκατομμύρια άνθρωποι –υπολογίζονται σε 40 εκατομμύρια– έτρεξαν να «επενδύσουν» στο χρηματιστήριο από τις αρχές αυτού του χρόνου και οι περισσότεροι βέβαια μετράνε ήδη απώλειες.

Πολλοί απ’ αυτούς οι οποίοι πήραν δάνεια για να μπουν στο χρηματιστήριο, βρίσκονται στα πρόθυρα της καταστροφής. Μιλάμε για ένα πολύ σημαντικό κοινωνικό στρώμα, την μεσαία τάξη των πόλεων, που αποτελεί και τη κοινωνική βάση του Κομμουνιστικού Κόμματος, την οποία χρειάζεται για να διατηρήσει την εξουσία του. Αυτά τα στρώματα είχαν ήδη χτυπηθεί από την πτώση της αγοράς ακινήτων την προηγούμενη περίοδο και το καθεστώς έλπιζε ότι με τη στροφή του στο χρηματιστήριο αυτά τα στρώματα θα έβρισκαν μια νέα δίοδο για να αυξήσουν τον πλούτο τους, να συνεχίσει να παραμένει υψηλή η αγοραστική ζήτηση στην οικονομία και να μην έχουμε κοινωνικές αναταραχές. Αυτό είναι το όραμα του Ξι Ζινπινγκ, το οποίο όμως έχει κλονιστεί συθέμελα στη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων.

  • Θεωρείς ότι τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση για να διασώσει το χρηματιστήριο μπορούν να έχουν κάποια επιτυχία;

Πρέπει να περιμένουμε να δούμε ποιος θα είναι ο ακριβής αντίκτυπος των μέτρων αυτών. Μέχρι στιγμής πάντως έχουν αποτύχει παταγωδώς. Δεν έχουν βρει κανένα τρόπο να σταματήσουν τις πανικόβλητες πωλήσεις μετοχών που προκαλούν κατάρρευση των τιμών τους.

Κάθε μέρα ακούμε την εξαγγελία νέων πολιτικών και επομένως πρέπει να περιμένουμε κι άλλες. Από τις 27/6 και μετά, έχουν μειώσει κι άλλο τα επιτόκια, έχουν ενισχύσει μαζικά τη ρευστότητα των τραπεζών, έχουν απαγορεύσει την έκδοση νέων μετοχών, έχουν υποχρεώσει ασφαλιστικά ταμεία και άλλους δημόσιους οργανισμούς να αγοράσουν μετοχές και έχουν δημιουργήσει ένα «ταμείο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας».

Έχουν στην ουσία κινητοποιήσει όλο το δημόσιο χρηματοπιστωτικό σύστημα σε μια μαζική επιχείρηση διάσωσης του χρηματιστηρίου με αποκορύφωμα την ανακοίνωση της Κυριακής 5/7, ότι η Κεντρική Τράπεζα θα λειτουργήσει σαν «τελικός αγοραστής» για να σταματήσει την πτώση των χρηματιστηριακών αξιών.

Όμως το τραπεζικό σύστημα στη Κίνα είναι ήδη τεντωμένο πέρα απ’ τα όρια, γιατί είχε αναλάβει να χρηματοδοτήσει τα μεγάλα δημόσια ελλείμματα των τελευταίων 5 χρόνων, επομένως το θέμα δεν είναι αν οι τράπεζες μπορούν να σώσουν το χρηματιστήριο, αλλά αν η κυβέρνηση θα καταφέρει να σώσει και τα δύο.

Έτσι, το καθεστώς είναι πανικόβλητο και σε αδιέξοδο, γιατί αυτές οι πολιτικές που στο παρελθόν μπορούσαν να φέρουν κάποια αποτελέσματα, σήμερα εμφανίζονται εντελώς αναποτελεσματικές. Αυτό όμως αποτελεί αντανάκλαση της γενικότερης κακής κατάστασης της οικονομίας, η οποία εμφανίζει το χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα.

Η πραγματική ανάπτυξη του ΑΕΠ είναι στο 3-4% το πολύ, το ένα τρίτο των επαρχιών της Κίνας είναι αντιμέτωπο με ύφεση και η μεταποιητική βιομηχανία βρίσκεται σε συρρίκνωση με διαρκή απώλεια θέσεων εργασίας.

Ο κόσμος γενικά ήξερε ότι αυτή η άνοδος του χρηματιστηρίου ήταν μη φυσιολογική, αλλά πίστευε ότι αν το Πεκίνο ήθελε το χρηματιστήριο να ανεβαίνει, θα έβρισκε τον τρόπο να τα καταφέρει. Αυτή ακριβώς η πίστη είναι που σήμερα καταρρέει. Κι αυτό μπορεί να έχει μια μαζική ψυχολογική επίπτωση προκαλώντας την κατάρρευση του μύθου ότι η κυβέρνηση είναι πανίσχυρη κι ότι μπορεί να καθορίζει την πορεία της οικονομίας με διατάγματα.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Έχει προκαλέσει επίσης την αποκαθήλωση της παντοδυναμίας της κυβέρνησης. Οι Τάιμς της Νέας Υόρκης γράψανε σχετικά ότι η αποτυχία της κυβέρνησης να σταματήσει την πτώση του χρηματιστηρίου, έχει εξαφανίσει την εντύπωση ότι η κυβέρνηση του κινέζου προέδρου Ξι Ζινπινγκ ήταν άτρωτη. Οι αναλυτές του (οίκου αξιολόγησης) Fitch έγραψαν ότι αυτή η εξέλιξη μπορούσε να οδηγήσει σε «κρίση εμπιστοσύνης στον κρατικό μηχανισμό». Το περιοδικό Economist περιγράφει τις εξελίξεις σαν «το πρώτο μεγάλο πλήγμα στην ηγετική ομάδα του προέδρου Ξι και του πρωθυπουργού Λι».

Αυτό είναι που οι άρχουσες τάξεις διεθνώς φοβούνται: την πιθανότητα μιας μεγάλης πολιτικής κρίσης στη Κίνα. Γιατί παρά τα όσα υποκριτικά λένε περί δημοκρατίας, στηρίζουν πλήρως αυτό το κράτος, που αποτελεί μια μονοκομματική δικτατορία, γιατί έτσι εξυπηρετούνται τα συμφέροντα του διεθνούς καπιταλισμού.

Η αγορά επομένως θα παραμείνει πολύ ρευστή, παρότι το καθεστώς, χρησιμοποιώντας ακριβώς τις δικτατορικές εξουσίες που έχει, μπορεί να πάρει πολλά μετρά που εκλεγμένες («δημοκρατικές») κυβερνήσεις δεν μπορούν. Από τη μια, μέτρα όπως αυτά που έχουν ήδη αναφερθεί παραπάνω για να διασωθεί το χρηματιστήριο και, δεύτερον, αλλά εξίσου σημαντικό, μπορεί να απαγορεύσει τις κακές ειδήσεις.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν ειδοποιηθεί ότι δεν μπορούν να χρησιμοποιούν εκφράσεις όπως «χρηματιστηριακή καταστροφή» και «διάσωση της αγοράς». Δεν μπορούν  να δημοσιοποιούν αυτοκτονίες που έχουν σχέση με τη πτώση του χρηματιστηρίου. Η αστυνομία έχει αρχίσει να συλλαμβάνει άτομα με την κατηγορία της «διάδοσης φημών» και την ίδια στιγμή η «Λαϊκή Ημερησία» συνεχίζει με το παλιό ρεφρέν «το ουράνιο τόξο έρχεται πάντα μετά από τη βροχή».

Τίποτα απ’ αυτά δεν μπορεί να αποδώσει μακροπρόθεσμα, καθώς οι εξελίξεις στην πραγματική οικονομία τρέχουν μπροστά απ’ τις ενέργειες της κυβέρνησης εδώ κι αρκετό καιρό. Αν αυτή η μαζική κρατική παρέμβαση καταφέρει να αποδώσει καρπούς και επαναφέρει την ηρεμία, αυτό απλά θα σημαίνει ότι η φούσκα θα συνεχίσει να υπάρχει και θα διογκωθεί ξανά, καθώς οι κερδοσκόποι θα σπεύσουν ν’ αναλάβουν νέα και μεγαλύτερα ρίσκα πιστεύοντας ότι η κυβέρνηση θα τους υποστηρίξει. Έτσι θα έχουμε ένα χρηματιστήριο που καλπάζει αλλά που ταυτόχρονα βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τα δύσκολα προβλήματα που έχει μπροστά της η πραγματική οικονομία. Το  μοιραίο αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι ένα ακόμα μεγαλύτερο χρηματιστηριακό κραχ.

  • Γιατί το καθεστώς του ΚΚΚ αγωνίζεται τόσο απεγνωσμένα να σώσει τη χρηματιστηριακή αγορά;

Κατ’ αρχήν, αυτή τη στιγμή μπαίνει ένα θέμα κύρους του καθεστώτος – αν δεν μπορέσουν να σώσουν το χρηματιστήριο, αυτό θα μετρήσει σαν μια δημόσια και ταπεινωτική ήττα. Και θα έχει πολύ σοβαρές πολιτικές επιπτώσεις. Ήδη έχουν αναφερθεί οι πρώτες διαδηλώσεις οργισμένων επενδυτών, κάτι που το ΚΚΚ δεν επιθυμεί με τίποτα αυτή τη στιγμή.

Αν δεν αποδώσουν τα μέτρα, αυτό θα σημαίνει απώλεια της πολιτικής κυριαρχίας, κάτι που για μια δικτατορία μπορεί να αποδειχθεί μοιραίο.

Δεύτερο, απειλεί να επιταχύνει την πολύ σοβαρή οικονομική κρίση. Ο λόγος για τον οποίο το ΚΚΚ αποφάσισε να δημιουργήσει ένα «bull market» [σημ: να δώσει δηλαδή δυναμική ώθηση στο χρηματιστήριο με τις τιμές των μετοχών να αυξάνονται αλματωδώς, ένα φαινόμενο που στη γλώσσα των οικονομολόγων ονομάζεται «bull market»] μας οδηγεί πίσω στο 2012. Αυτό αποτέλεσε μια βασική πτυχή της πολιτικής των μεταρρυθμίσεων που εισήγαγε ο Ξι Ζινπίνγκ, μια πολιτική που στόχευε στο να δώσει πιο αποφασιστικό ακόμα ρόλο στην αγορά. Αυτό βέβαια ακούγεται ειρωνικό τώρα. Με το οικονομικό μοντέλο του κινέζικου κρατικού καπιταλισμού και την στηριζόμενη σε ολοένα αυξανόμενα χρέη ανάπτυξη να έχει εξαντλήσει τη δυναμική της, το καθεστώς επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει ένα ανθηρό χρηματιστήριο σαν σωσίβιο για την οικονομία και να αφαιρέσει την πίεση απ’ το τραπεζικό σύστημα που πνίγεται σ’ έναν ωκεανό «κόκκινων» δανείων. Κυρίως απέβλεπε στη διάσωση χιλιάδων επιχειρήσεων που είναι υπερφορτωμένες με χρέη, μέσω της έκδοσης νέων μετοχών, αντλώντας έτσι κεφάλαια για την αποπληρωμή τους.

Ο δείκτης χρέους προς το ΑΕΠ της Κίνας έχει φτάσει στο 280% πλέον, πάνω από 1½ φορά αυτόν της Ελλάδας και το μεγαλύτερο κομμάτι αυτού του χρέους βαρύνει τις κρατικά ελεγχόμενες επιχειρήσεις και τις τοπικές κυβερνήσεις.

Τώρα, αυτή η πολιτική έχει «σκάσει στα μούτρα» του καθεστώτος – τράπεζες και κρατικές επιχειρήσεις μετράνε ήδη τεράστιες απώλειες απ’ την πτώση των μετοχών. Ο στόχος του μπαράζ των μέτρων διάσωσης είναι να τους δώσει λίγο χρόνο ανάσας ώστε να προλάβουν να ξεφορτωθούν αυτές τις «επενδύσεις», πριν το χρηματιστήριο ξαναρχίσει να πέφτει. Αυτό είναι πιθανό, καθώς το καθεστώς έχει μια πολύ πιο λεπτομερή και πλήρη εικόνα της κατάστασης, εικόνα που μπορεί να είναι πολύ χειρότερη απ’ αυτή που είναι διαθέσιμη για το κοινό.

Η WSJ [σημ: Γουολ Στριτ Τζέρναλ – αμερικανική οικονομική εφημερίδα] συγκρίνει τα μέτρα της κινεζικής κυβέρνησης μ’ αυτά που είχε πάρει η FED [σημ: αμερικανική κεντρική (ομοσπονδιακ΄λη) τράπεζα] για να σώσει το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, τη Γουώλ Στρητ, το 2008. Έχει σημασία να τονιστεί ότι παρόμοια πολιτική –προσπάθειας ελέγχου του χρηματιστηρίου– εφαρμόζει και η Ιαπωνία αυτή τη στιγμή.

Πρέπει να σημειώσουμε ωστόσο ότι αυτές οι προσπάθειες της κινεζικής κυβέρνησης που κρατάνε καιρό –όπως είπαμε αυτή δημιούργησε τη φούσκα ευθύς εξαρχής– δεν απέδωσαν αποτελέσματα και τώρα έχει χάσει τον έλεγχο, πληρώνοντας το οικονομικό τίμημα σε πρώτη φάση, αλλά και το πολιτικό τίμημα στο βαθμό που η κρίση θα συνεχιστεί.

Η κρίση (που θα εμφανιζόταν ούτως ή άλλως σύντομα) πυροδοτήθηκε από την ίδια την κυβέρνηση, όταν προσπάθησε να εισάγει πιο σφιχτούς κανόνες για την αγορά μετοχών τον Ιούνη. Ο «αέρας» στο κινεζικό χρηματιστήριο πολλαπλασιάστηκε 9 φορές μέσα στα τελευταία δυο χρόνια και σήμερα υπολογίζεται περίπου στο 1 τρις δολάρια, αν μετρήσουμε επίσημα και ανεπίσημα δάνεια που έχουν διοχετευτεί σ’ αυτόν τον σκοπό. Αυτό δημιουργεί απείρως μεγαλύτερα ρίσκα στην αγορά, αφού οι δανειστές σ’ αυτές τις συνθήκες απαιτούν την επιστροφή των δανείων που έχουν δώσει, δημιουργείται έτσι μια αλυσιδωτή αντίδραση.  Σύμφωνα με τη Citygroup μόνο το 1/4 αυτών των δανείων έχουν γίνει απαιτητά τις τελευταίες τρεις βδομάδες, πράγμα που σημαίνει ότι τα 3/4 είναι ακόμα εκεί, μέσα στην χρηματιστηριακή αγορά, και περιμένουν να εξέλθουν. Έτσι, όλα δείχνουν ότι αυτή η κατάσταση θα συνεχιστεί για αρκετό καιρό ακόμα.

Μια «φυσιολογική» χρηματιστηριακή αγορά είναι ούτως ή άλλως ένα επίσημο και «καθώς πρέπει» καζίνο. Με τα επίπεδα του «αέρα» σ’ αυτά τα επίπεδα όμως, το καζίνο έχει μετατραπεί πιο πολύ σ’ ένα παιχνίδι ρωσικής ρουλέτας, όπως δήλωσε η οικονομολόγος Ανν Στήβενσον – Γιανγκ.

  • Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στην ευρύτερη οικονομία;

Τα απεγνωσμένα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση μας κάνουν να πιστεύουμε ότι η εικόνα είναι πολύ χειρότερη απ’ αυτή που φαίνεται.

Μπορεί να υπάρξει λοιπόν μια αλυσιδωτή αντίδραση, καθώς οι εταιρίες, των οποίων οι μετοχές συχνά χρησιμοποιούνται σαν εγγύηση για τα δάνεια που παίρνουν απ’ τις τράπεζες, βρίσκονται σε συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας. Το ποσοστό έκθεσης των τραπεζών στα δάνεια που οδηγήθηκαν στο χρηματιστήριο είναι ένα σκοτεινό σημείο. Μπορεί να υπάρξει μετάδοση της μόλυνσης, κυρίως μέσω του σκιώδους τραπεζικού συστήματος; Αυτό το σκιώδες σύστημα είναι το δεύτερο μεγαλύτερο στον κόσμο, μετά των ΗΠΑ, αλλά υπάρχει μια στενή σύνδεση αυτών των δανειστών με τις κρατικές τράπεζες, που έχουν αναμειχθεί βαθιά στο ράλι που προηγήθηκε, δημιουργώντας μια σειρά ευφάνταστα προϊόντα διαχείρισης πλούτου, συμβάλλοντας στη γενική οικονομική ευφορία της προηγούμενης περιόδου.

Είναι λοιπόν πιθανό ότι το καθεστώς βλέπει προ των πυλών έναν πολύ σοβαρό συστημικό κίνδυνο, έναν κίνδυνο που αφορά το χρηματοπιστωτικό σύστημα στο σύνολό του και γι αυτό προσπαθεί να αποφύγει πάση θυσία της επέκταση της κρίσης.

Πολλοί αναλυτές διεθνώς λένε ότι η ελληνική κρίση είναι σοβαρή, αλλά η κρίση της Κίνας είναι πολύ χειρότερη και θα έχει πολύ μεγαλύτερες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.

Οι τιμές των εμπορευμάτων βρίσκονται ήδη σε πτώση διεθνώς. Χαλκός, πετρέλαιο, μέταλλα υποτιμούνται, καθώς η Κίνα είναι μακράν ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πρώτων υλών παγκοσμίως και μια πτώση στη ζήτηση θα έχει καταστροφικές συνέπειες.

Υπάρχουν και πάρα πολλές άλλες παράμετροι που επίσης οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η κρίση στην Κίνα  θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία. Γι αυτό πολλοί, και όχι μόνο εμείς οι σοσιαλιστές, προειδοποιούν ότι, σε συνδυασμό και με την κρίση της Ευρωζώνης, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο κεφάλαιο της παγκόσμιας αναταραχής και ύφεσης, που ξεκίνησε το 2008.

Θεματικές

,