ΗΠΑ: Η ήττα του Τραμπ, η «κανονικότητα» του Μπάιντεν και η αναγέννηση των κινημάτων

Δημοσιεύουμε διασκευή άρθρου της «Σοσιαλιστικής Εναλλακτικής» (Socialist Alternative – τμήμα της ISA στις ΗΠΑ) που κυκλοφόρησε αμέσως μετά την ανακοίνωση της επικράτησης του Μπάιντεν έναντι του Τραμπ. Το άρθρο επιμελήθηκε η Χριστίνα Ζιάκα.

Δεκάδες εκατομμύρια εργαζόμενοι, νεολαίοι και ακτιβιστές στις ΗΠΑ και εκατοντάδες εκατομμύρια σε όλο τον κόσμο, νιώθουν χαρά και ανακούφιση για την ήττα του Ντ. Τράμπ. Στις 20 Γενάρη του 2021, μετά την ορκωμοσία του Τζ. Μπάιντεν, ο Τραμπ θα κλείσει πίσω του και την πόρτα του Λευκού Οίκου. Αλλά η πανδημία, η οικονομική καταστροφή, ο κρατικός ρατσισμός και η κλιματική κρίση, θα παραμείνουν.

Ο Τζ. Μπάιντεν καθ’ όλη την προεκλογική του εκστρατεία επαναλάμβανε μονότονα ότι δεν θα φέρει θεμελιακές αλλαγές, ότι εγγυάται την επιστροφή στην «κανονικότητα» και ότι θα συνεργαστεί με το Ρεπουμπλικάνικο Κόμμα. Αυτή την «κανονικότητα» θα πρέπει να αντιμετωπίσουν αποφασιστικά τα μαζικά κινήματα. Δεν έχουν άλλο δρόμο για να υπάρξουν κέρδη για τους εργαζόμενους, για να πολεμήσουν την Ακροδεξιά και για να αμφισβητήσουν την καταστροφική εξουσία των δισεκατομμυριούχων.

Ο Ντ. Τραμπ, όπως ήταν αναμενόμενο, αμφισβήτησε τις επιστολικές ψήφους, κατέφυγε σε νομικά τερτίπια και συνεχίζει να αρνείται την ήττα του. Ένα κομμάτι των ψηφοφόρων του ανταποκρίθηκε στις δηλώσεις του με κινητοποιήσεις έξω από τα εκλογικά τμήματα και μέχρι τον Γενάρη δεν μπορούν να αποκλειστούν κι άλλες διαμαρτυρίες.

Αλλά η πλειοψηφία της αμερικανικής άρχουσας τάξης και οι βασικοί πυλώνες του διεθνούς κατεστημένου, δεν θέλουν περαιτέρω χάος. Οι μεγαλοϊδιοκτήτες των ΜΜΕ, ακόμα κι αυτών που ήταν φίλα προσκείμενα προς τον Ντ. Τράμπ, όπως το FoxNews, αλλά και τμήματα του Ρεπουμπλικανικού κατεστημένου, τον εγκαταλείπουν σιγά-σιγά, γιατί ιεραρχούν την «λειτουργία» του συστήματός τους πιο ψηλά από τα νάζια του Ντ. Τράμπ.

Ακόμη και το δικαστικό σύστημα, στο οποίο κατέφυγε για να σταματήσει την καταμέτρηση σε κάποιες επίμαχες πολιτείες, αρνήθηκε να παρέμβει. Και δεν προβλέπεται οι επανακαταμετρήσεις, όπου αυτές γίνουν, να ανατρέψουν τη νίκη του Τζ. Μπάιντεν.

Μια πολωμένη κοινωνία και ένα οριακό αποτέλεσμα

Μέχρι και λίγο πριν τις εκλογές, οι δημοσκοπήσεις έδιναν νίκη με μεγάλη διαφορά στους Δημοκρατικούς. Για άλλη μια φορά έπεσαν έξω. Οι Δημοκρατικοί «κατάφεραν» να χάσουν κάποιες κρίσιμες μάχες για την Γερουσία και να κρατήσουν σε αγωνία εκατομμύρια ανθρώπους στις ΗΠΑ και διεθνώς μέχρι να κριθεί το αποτέλεσμα. (Ας σημειώσουμε όμως σε μια θετική παρένθεση την επανεκλογή στην Γερουσία των τεσσάρων ριζοσπαστών βουλευτίνων, επονομαζόμενων ως «The Squad» («Μπλοκ»), Αλεξάνδρια Οκάσιο-Κορτέζ, Ρασίντα Τλάιμπ, Ιλχάν Ομάρ, Αγιάνα Πρίσλεϋ. Στο ίδιο γκρούπ προστέθηκαν η Κόρι Μπούς, ο Τζαμάλ Μπόουμαν κ.α.).

Παρά την πανδημία, παρά το αντιδημοκρατικό εκλογικό σύστημα στις ΗΠΑ –κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της αέναης εναλλαγής των δύο κομμάτων εξουσίας, Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων – παρά την συνεχή προπαγάνδα του Ντ. Τράμπ κατά της επιστολικής ψήφου, η συμμετοχή στις εκλογές, στα ταχυδρομεία και στην κάλπη,  ξεπέρασε κάθε ιστορικό προηγούμενο από το 1908 και μετά!

Αλλά αυτό το μαζικό ρεύμα δεν κατευθύνθηκε μόνο προς τους Δημοκρατικούς. Ο Ντ. Τράμπ όχι μόνο δεν συνετρίβη, αλλά κατάφερε να βγει αλώβητος, παρότι διαχειρίστηκε την πανδημία εγκληματικά και οι ΗΠΑ καταλαμβάνουν την πρώτη θέση διεθνώς σε αριθμό κρουσμάτων και νεκρών – 235.000 ως σήμερα.

Έτσι είχαμε το φαινομενικά παράδοξο, ο Ντ. Τραμπ, από τους πιο αντιδημοφιλείς προέδρους στην ιστορία των ΗΠΑ, να παίρνει σχεδόν 71 εκατομμύρια ψήφους ή το 47,7% και να κάνει την 3η καλύτερη επίδοση προεδρικού υποψηφίου στην ιστορία των ΗΠΑ και ο Τζ. Μπάιντεν, ίσως ο πιο βαρετός και πιο γηραλέος προεδρικός υποψήφιος, να παίρνει πάνω από 75 εκατομμύρια ψήφους ή το 50,7% στην καλύτερη επίδοση υποψηφίου στην ιστορία της χώρας!

Σε ένα exit poll του FoxNews, το 72% των ψηφοφόρων δήλωσε ως βασικό κριτήριο της ψήφου του την ύπαρξη μιας κυβέρνησης που θα εγκαθιδρύσει ένα σύστημα Δημόσιας Υγείας. Ακόμα και στην πολιτεία της Φλόριντα, που νίκησε ο Τράμπ, το 61% των ψηφοφόρων δήλωσαν στο exit poll πως επιθυμούν δημοψήφισμα για την κατοχύρωση ως ελάχιστου ημερομισθίου τα 15 δολάρια την ώρα.

Αυτά τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι οι Αμερικανοί εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα θα μπορούσαν να συντρίψουν εκλογικά τον Τράμπ, αν καλούνταν όμως να ψηφίσουν για την εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος, που μόνο ο Μπέρνι Σάντερς είχε προβάλει μέχρι την πρόωρη απόσυρση του από την κούρσα των προκριματικών του Δημοκρατικού Κόμματος.

Αντί για αυτό οι Δημοκρατικοί κέρδισαν οριακά. Γιατί διάλεξαν εξαρχής έναν υποψήφιο ο οποίος δεν είχε την ικανότητα της επαφής με την κοινωνία και τις ανάγκες της, ενώ ο Τράμπ αλώνιζε παντού. Αρνήθηκαν να προβάλουν αιτήματα όπως το «Δημόσια Υγεία για όλους» (Medicare for All) ή ψηλότερη φορολογία στα κέρδη της Γουόλ Στρήτ (χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης). Δεν έκαναν ούτε το πιο στοιχειώδες πράγμα, που είναι η μαζική εγγραφή νέων ψηφοφόρων στους εκλογικούς καταλόγους. Αυτά δεν είναι τυχαία λάθη ή ελλείψεις, αλλά το επακόλουθο της ταξικής φύσης του Δημοκρατικού Κόμματος ως κόμμα της άρχουσας τάξης.

Η ανάλυση των exit poll έδειξε ακόμα ότι, το 82% των ψηφοφόρων που θεωρούσαν την πανδημία ζήτημα κλειδί ψήφισαν τον Μπάιντεν, ενώ όσοι ιεραρχούσαν ψηλά την οικονομική κρίση διάλεξαν στο ίδιο ποσοστό τον Τραμπ. Στην πραγματικότητα το Δημοκρατικό Κόμμα δεν πρότεινε τίποτα στους εργαζόμενους, τους ανέργους, σε όσους φοβούνται για το μέλλον. Αντίθετα τα συνθήματα του Τραμπ για «ανοικτή» την οικονομία, παρά την πανδημία, ήταν μια σχετική ανακούφιση γι’ αυτά τα στρώματα. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι αν δεν υπήρχε η πανδημία και οι εγκληματικοί χειρισμοί του Τραμπ, η νίκη του απέναντι στον Μπάιντεν πιθανά να αποτελούσε το βασικότερο σενάριο.

Ψήφος κατά του Τραμπ και όχι υπέρ του Μπάιντεν

Ιδιαίτερα πλησιάζοντας προς την κάλπη της 4ης Νοέμβρη, ο Μπάιντεν προκαλούσε συνεχώς ψυχρολουσία στα λαϊκά στρώματα και στη νεολαία.

Δεσμεύτηκε πως δεν θα απαγορεύσει την καταστροφική μέθοδο εξόρυξης του fracking κι άλλες αντι-περιβαλλοντικές πολιτικές, πως δεν θα περικόψει τις δαπάνες για την αστυνομία (βασικό αίτημα του κινήματος Black Lives Matter) επανέλαβε την χυδαία θέση πως «οι αστυνομικοί πρέπει να πυροβολούν τους υπόπτους, αλλά στα πόδια…» και δήλωσε ενάντιος του Medicare for all.

Καμιά έκπληξη λοιπόν που σε εκλογική ανάλυση της «Axios» το 58% των Δημοκρατικών ψηφοφόρων δήλωσαν πως ψήφισαν «εναντίον του Τραμπ» και όχι «για τον Μπάιντεν».

Όλα αυτά άφησαν χώρο στον Τραμπ να ασκεί κριτική στον Μπάιντεν από τα… αριστερά, ανασύροντας τις πολιτικές του από την περίοδο που ως αντιπρόεδρος του Μπ. Ομπάμα υποστήριζε ρατσιστικές πολιτικές στο εσωτερικό των ΗΠΑ και συνέχιση των πολεμικών επεμβάσεων στο εξωτερικό.

Το κοκτέιλ της εκστρατείας του Τραμπ συμπλήρωνε βέβαια ο ρατσισμός, ο σεξισμός, οι θεωρίες συνωμοσίας και η ρητορική του «νόμου και τάξης», όλα όσα χαϊδεύουν τα αυτιά των πιο συντηρητικών ή ακροδεξιών λευκών ψηφοφόρων.

Το αποκορύφωμα ήταν η δήλωση του Τραμπ στα ΜΜΕ στις 4 Νοέμβρη:

«Οι Δημοκρατικοί είναι το κόμμα των μεγάλων χορηγών, των μεγαλο-ιδιοκτητών των ΜΜΕ, των πολυεθνικών της τεχνολογίας. Και οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν γίνει το κόμμα του Αμερικανού εργάτη».

Εκ πρώτης όψεως είναι εξοργιστικό να κάνει αυτή την δήλωση ένας δισεκατομμυριούχος όπως ο Τράμπ. Η οποία δεν πατά ούτε καν στα εκλογικά στοιχεία. Στα πιο χαμηλά εισοδήματα, κάτω από 50.000 δολάρια το χρόνο, ο Μπάιντεν επικράτησε του Τραμπ με 57% έναντι 41%. Στα μεσαία εισοδήματα, 50.000-100.000 δολάρια το χρόνο, επίσης νίκησε καθαρά ο Μπάιντεν με 56% έναντι 43%. Αντίθετα, ο Τραμπ υποστηρίχτηκε από τα ψηλότερα εισοδήματα, πάνω από 100.000  δολάρια το χρόνο, όπου υπερίσχυσε με 54% έναντι 43%. Όμως οι δηλώσεις του Τραμπ είχαν κοινωνικό αντίκτυπο, γιατί απέναντι του βρίσκονταν θλιβεροί και εκφυλισμένοι πολιτικοί αντίπαλοι και το 2016  και τώρα, όπως η Χίλαρι Κλίντον και ο Τζ. Μπάιντεν.

Επιπλέον η ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος είχε διαλέξει να ξοδέψει περισσότερη ενέργεια στις δικές της προκριματικές εκλογές για να βγάλει εκτός κούρσας τον Μπέρνι Σάντερς, παρά στην αληθινή εκλογική μάχη κατά του Τραμπ.

Εκ των υστέρων διάφοροι αναλυτές λένε πως για το οριακό αποτέλεσμα φταίνε όσοι δεν ψήφισαν, η επιρροή του ρατσισμού στην λευκή εργατική τάξη ή η σύνδεση των Δημοκρατικών με «ριζοσπάστες αριστερούς» όπως ο Σάντερς ή η Αλεξάνδρια Οκάσιο-Κορτές. Οι τελευταίοι παρεμπιπτόντως κατέληξαν όχι απλά να αποδεχτούν την υποψηφιότητα Μπάιντεν, αλλά να προσπαθούν να ωραιοποιήσουν την εικόνα του…

Βαθιές αντιφάσεις

Κάποιες αναλύσεις, ακόμα και αγωνιστών της Αριστεράς, αποδίδουν την κύρια ευθύνη για την άνοδο των ψήφων του Τραμπ συγκριτικά με το 2016, στην επιρροή του ρατσισμού στην λευκή εργατική τάξη. Πράγματι ο ρατσισμός είναι βαθιά ριζωμένος στην αμερικάνικη κοινωνία και τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας και του Τραμπ, έχουν αναπτυχθεί οι ακροδεξιές ομάδες και οργανώσεις, που θα συνεχίσουν να αποτελούν μια απειλή για τα κινήματα και τους εργαζόμενους.

Αλλά αυτό δεν φτάνει για να εξηγήσει τα εκλογικά κέρδη του Τραμπ και θα ήταν πολύ σοβαρό λάθος να καταγραφούν όλοι οι ψηφοφόροι του ως λευκοί ρατσιστές και ακροδεξιοί. Δεν είναι άλλωστε. Ο Τραμπ αύξησε τις ψήφους του και στην κοινότητα των Μαύρων και των Λατίνων. Στην πραγματικότητα κέρδισε την ψηλότερη ψήφο από έγχρωμους Αμερικανούς συγκριτικά με κάθε άλλο Ρεπουμπλικάνο υποψήφιο τα τελευταία 60 χρόνια!

Και ο βασικός λόγος γι’ αυτό είναι ότι αυτά τα στρώματα, τα πιο χτυπημένα της τωρινής οικονομικής κρίσης, αναζητούσαν απαντήσεις κυρίως για το εισόδημα, την ανεργία, τα επιδόματα κλπ, που το Δημοκρατικό Κόμμα απλά δεν τους έδωσε ποτέ.

Από την σκοπιά της άρχουσας τάξης θα ήταν πολύ βολικό η ψήφος να καθοριζόταν μόνο από φυλετικά κριτήρια. Γιατί όσο πιο εκτεταμένη είναι η επιρροή των πολιτικών  ταυτότητας, και οι φυλετικοί διαχωρισμοί, τόσο πιο διασπασμένη θα παραμείνει η έτσι κι αλλιώς πολυφυλετική αμερικάνικη εργατική τάξη και κοινωνία. Και κάτι τέτοιο θα άφηνε ανενόχλητο τον Τζ. Μπάιντεν να εφαρμόζει την ατζέντα των πολυεθνικών και της Γουόλ Στρητ.

Αλλά από την σκοπιά των κινημάτων, είτε με μια κυβέρνηση Τράμπ, είτε με μια κυβέρνηση Μπάιντεν, η πραγματική ενότητα της εργατικής τάξης ενάντια στον ρατσισμό είναι ζωτικής σημασίας. Κι αυτό προϋποθέτει ένα πρόγραμμα μάχης που θα συνενώνει τις διεκδικήσεις όλων των εργαζομένων, ανεξάρτητα από φυλή και χρώμα και μια καθαρή στάση υπέρ της μαύρης απελευθέρωσης και των δικαιωμάτων των μεταναστών.

Η μαζική πολυφυλετική εξέγερση που ξέσπασε μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, έδειξε με ακρίβεια τις δυνατότητες των κοινών αγώνων κατά του ρατσισμού και της οικονομικής ανισότητας. Όμως, η έλλειψη ηγεσίας, οργάνωσης και σαφούς στρατηγικής, έδωσε τελικά στην άρχουσα τάξη την ευκαιρία να δημιουργήσει σύγχυση και να δυσφημίσει το κίνημα. Ο Τράμπ πηγαίνοντας ένα βήμα πιο πέρα, εκμεταλλεύτηκε τους φόβους πολλών ανθρώπων και εμφάνισε τον εαυτό του ως τον μόνο εγγυητή απέναντι στο κοινωνικό χάος.

Με τι θα μοιάζει η προεδρία του Μπάιντεν

Η προεδρία Τζ. Μπάιντεν μαζί με την αντιπρόεδρο Καμάλα Χάρις δεν πρόκειται να λύσει κανένα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι. Η εύκολη δικαιολογία τους θα είναι ο πολύ πιθανός έλεγχος της Γερουσίας από τους Ρεπουμπλικάνους (σ.σ. την στιγμή που γράφεται το άρθρο τα αποτελέσματα δεν είναι ολοκληρωμένα). Ενώ στην πραγματικότητα ο Μπάιντεν έχει δηλώσει προκαταβολικά πως δεν σκοπεύει να συγκρουστεί μαζί τους για τίποτα και πως θα επιδιώξει συνεργασία σε όλα τα επίπεδα.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν θα βρεθεί με το καλημέρα αντιμέτωπη με δύο βαθιές κρίσεις, της πανδημίας και της οικονομίας. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα και οι καπιταλιστές οικονομολόγοι είναι ομόφωνοι ότι απαιτούνται κι άλλα μεγάλα δημοσιονομικά πακέτα για να διασωθεί η οικονομία από μεγαλύτερη κατρακύλα. Ένα μεγάλο μέρος αυτών των πακέτων θα κατευθυνθεί στα επιδόματα ανεργίας.

Αλλά ο Μπάιντεν έχει ξεκαθαρίσει πως δεν θα υπάρξει κανένα οικονομικό πακέτο για την εφαρμογή του Medicare for All ή για την στροφή της οικονομίας σε ένα πράσινο μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας ώστε να μπει φρένο στην κλιματική αλλαγή.

Η εργατική τάξη, η νεολαία και τα λαϊκά στρώματα, θα χρειαστεί να χτίσουν τα δικά τους κινήματα για να επιβάλλουν ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης για τους εργαζόμενους, για το δημοκρατικό κοινωνικό έλεγχο της αστυνομίας, για το Medicare for All και για ένα σοσιαλιστικό και οικολογικό μετασχηματισμό της οικονομίας και της κοινωνίας.

Το Δημοκρατικό Κόμμα θα συνεχίσει να είναι ένα εργαλείο στα χέρια των πολυεθνικών και του κεφαλαίου και ο Μπάιντεν θα παραμείνει πιστός υπηρέτης των δισεκατομμυριούχων, όπως άλλωστε ήταν σε όλη την πολιτική του καριέρα. Το τίμημα είναι ότι εκατομμύρια άνθρωποι θα αναγκαστούν να αναζητήσουν αλλού μια εναλλακτική πολιτική λύση. Και για κάποια από αυτά τα στρώματα η εύκολη καταφυγή θα είναι ο ρατσισμός και η ακροδεξιά ή ένας μιμητής του Ντ. Τράμπ. Το Δημοκρατικό Κόμμα ούτε ήταν, ούτε μπορεί να γίνει το φρένο της περαιτέρω ενίσχυσης της ακροδεξιάς στις ΗΠΑ.

Η εργατική τάξη, η νεολαία και τα κινήματα στις ΗΠΑ, χρειάζονται το δικό τους Κόμμα, το δικό τους πρόγραμμα, τη δική τους κοινωνική και πολιτική εναλλακτική. Ο Μπάιντεν μετά τη νίκη του υποσχέθηκε «θεραπεία» της Αμερικάνικης κοινωνίας από το τραύμα του Τραμπ. Κάνει λάθος, η Αμερικάνικη κοινωνία χρειάζεται θεραπεία από την καπιταλιστική γάγγραινα.

7,037ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,075ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
368ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής