1 Ιουλίου 1946: η αρχή των πυρηνικών δοκιμών των ΗΠΑ στα νησιά Μάρσαλ

Τα νησιά Μάρσαλ, είναι μια σχετικά μικρή σε έκταση χώρα στον Ειρηνικό ωκεανό που αποτελείται από μερικές δεκάδες κοραλλιογενείς ατόλες με χιλιάδες μικρά νησιά, περίπου στα μισά της απόστασης ανάμεσα στην Παπούα Νέα Γουινέα και τη Χαβάη, με μέσο υψόμετρο μόλις δύο μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Παρά την απέραντη φυσική ομορφιά τους, είναι γνωστά ως ένα από τα πιο επικίνδυνα μέρη του πλανήτη, εξαιτίας των πολυετών πυρηνικών δοκιμών του αμερικανικού στρατού μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Την 1η Ιουλίου του 1946 πραγματοποιήθηκε η πρώτη –από τις δεκάδες που θα ακολουθούσαν τους επόμενους μήνες και χρόνια– πυρηνικές δοκιμές στα νησιά Μάρσαλ. Από το 1946 ως το 1958, το μικρό νησιωτικό σύμπλεγμα μετατράπηκε σε πυρηνικό «πειραματόζωο» των ΗΠΑ, ενώ οι κάτοικοι του εξαπατήθηκαν, εκδιώχθηκαν και στο τέλος αφέθηκαν να ζήσουν με τις επιπτώσεις, όπως και με τα απόβλητα των πυρηνικών δοκιμών.

Το καινούριο τους «παιχνίδι»

Σχεδόν ένα χρόνο μετά την ισοπέδωση της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, στις οποίες υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν ακαριαία ως και 225.000 άνθρωποι ενώ εκατομμύρια άλλοι πέθαναν αργότερα ή έζησαν την υπόλοιπη ζωή τους με τις επιπτώσεις της ραδιενέργειας, η αμερικάνικη κυβέρνηση ήθελε να δει μέχρι που φτάνουν οι δυνατότητες του νέου φονικού «παιχνιδιού» της.

Το ντοκιμαντέρ «Radio Bikini» του 1988, που περιγράφει με λεπτομέρειες τις πρώτες πυρηνικές δοκιμές στα Μάρσαλ, ξεκινάει με ένα απόσπασμα της σχετικής ομιλίας του προέδρου των ΗΠΑ Χάρυ Τρούμαν:

«Πριν λίγο καιρό, ένα αμερικανικό αεροπλάνο έριξε μία βόμβα στη Χιροσίμα. Αυτή η βόμβα έχει μεγαλύτερη δύναμη από 20.000 τόνους TNT. Είναι η ατομική βόμβα. Είναι η αξιοποίηση της βασικής δύναμης του σύμπαντος. […] Ευχαριστούμε το Θεό που ήρθε σε μας αντί για τον εχθρό μας και προσευχόμαστε σε αυτόν να μας καθοδηγήσει ώστε να τη χρησιμοποιήσουμε με το δικό του τρόπο και για τους δικούς του σκοπούς».

Προκειμένου όμως να τη χρησιμοποιήσουν «για τους σκοπούς του Θεού», έπρεπε πρώτα να δοκιμάσουν τα όρια και τις επιπτώσεις της, όπως και τις διάφορες εκδοχές της, αλλά και τα διαφορετικά αποτελέσματα που προκύπτουν ανάλογα με το αν θα εκραγεί στο έδαφος, τον αέρα ή το νερό. Χρειάζονταν επομένως ένα τοπίο που να παρέχει αυτές τις δυνατότητες, μακριά από το έδαφος των ΗΠΑ και… με αναλώσιμους κατοίκους.

Κάτι καλό για την ανθρωπότητα…

Έτσι, το 1946 εκπρόσωποι της αμερικανικής κυβέρνησης «εξήγησαν» στους κατοίκους της ατόλης Μπικίνι ότι τη χρειάζονταν για να κάνουν τα πειράματα που θα επέτρεπαν να μετατραπεί η νέα καταστροφική δύναμη που είχαν ανακαλύψει, σε κάτι «καλό για την ανθρωπότητα». Τους ζήτησαν να συναινέσουν στη μεταφορά τους σε γειτονικά νησιά και εκείνοι το έκαναν, πιστεύοντας ότι κάνουν το «θέλημα του Θεού». Ή τουλάχιστον έτσι παρουσιάστηκε η ιστορία από το στρατό, την κυβέρνηση και τα μέσα ενημέρωσης των ΗΠΑ. Οι 167 κάτοικοι του Μπικίνι βέβαια στην πραγματικότητα δεν είχαν άλλη επιλογή, είχαν απέναντί τους τον ισχυρότερο στρατό του πλανήτη. Στο «Radio Bikini», ο Kilon Bauno, αρχηγός των κατοίκων του νησιού, περιγράφει:

«Ένας Αμερικάνος ήρθε στο Μπικίνι. Είπε ότι είναι ο πιο ισχυρός άνθρωπος στον κόσμο. Είπε ότι θέλει να ρίξει μια βόμβα στο Μπικίνι. Είπε ότι η Αμερική ήθελε να χρησιμοποιήσει το Μπικίνι και ότι έπρεπε να φύγουμε. Δεν ξέραμε πραγματικά τι συνέβαινε. Ήμασταν πολύ μπερδεμένοι. […] Είναι δύσκολο να εκφράσω το πόσο στεναχωρημένος ήμουν όταν φεύγαμε. Κοιτάξαμε πίσω και τους είδαμε να καίνε όλα τα σπίτια μας. […] Ήμασταν τόσο λυπημένοι που κανείς δεν έτρωγε τίποτα όσο μας μετακινούσαν από το Μπικίνι στο νησί Ρόνγκερικ».

«Επιχείρηση Σταυροδρόμι»

Οι πρώτες δύο δοκιμές, με την ονομασία «Επιχείρηση Σταυροδρόμι», είχαν στόχο να εξακριβώσουν τις επιπτώσεις μιας πυρηνικής έκρηξης στη θάλασσα και την ισχύ με την οποία θα μπορούσε να χτυπήσει έναν εχθρικό στόλο. Την 1η Ιουλίου του 1946, ένα πολεμικό αεροσκάφος έριξε μια ατομική βόμβα ανάμεσά σε παροπλισμένα πολεμικά πλοία κοντά στις ακτές του Μπικίνι. Κάποια από αυτά βυθίστηκαν αμέσως  ενώ τα υπόλοιπα απέμειναν να επιπλέουν μισοδιαλυμένα.

Μετά την «επιτυχία» της πρώτης δοκιμής, η αισιοδοξία της ηγεσίας του στρατού για την αποτελεσματικότητα του νέου της όπλου αυξήθηκε σημαντικά και ορίστηκε άμεσα η δεύτερη δοκιμή για τις 22 Ιουλίου.

Στο διάστημα τριών εβδομάδων που μεσολάβησε, ούτε οι κάτοικοι των κοντινών νησιών, ούτε και η ναυτική δύναμη που συνόδευε την επιχείρηση ειδοποιήθηκαν για την ανάγκη να πάρουν μέτρα προστασίας από τη ραδιενέργεια.

Σύμφωνα με τον Τζον Σμίδερμαν, μέλος του αμερικανικού στόλου, οι ναύτες περνούσαν όλο τους το χρόνο στο κατάστρωμα των πλοίων, με τα λιγότερα δυνατά ρούχα εξαιτίας των υψηλών θερμοκρασιών:

«Δε θυμάμαι κατά τη διάρκεια της παραμονής μου εκεί να είπαν ποτέ κουβέντα για τη ραδιενέργεια ούτε σε μας, τα μέλη των πληρωμάτων… για την ακρίβεια δεν ξέραμε καν τη λέξη». 

Η δεύτερη δοκιμή, με άλλη μια βόμβα να εκρήγνυται αυτή τη φορά μέσα στο νερό, θεωρήθηκε ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία. Και η στρατιωτική ηγεσία συνέχισε να λέει στους ναύτες ότι δε χρειάζεται να ανησυχούν.

Ένα χρόνο μετά ο Τζον Σμίδερμαν επέστρεψε στο σπίτι του με σοβαρά προβλήματα υγείας. Μέσα στις επόμενες δεκαετίες, οι γιατροί που τον παρακολουθούσαν αναγκάστηκαν να ακρωτηριάσουν σταδιακά τα κάτω άκρα του. Στη συνέντευξη του στο ντοκιμαντέρ «Radio Bikini», το αριστερό χέρι του φαίνεται πρησμένο σε βαθμό που δεν αναγνωρίζεται ως ανθρώπινο άκρο. Πέθανε από καρκίνο λίγο καιρό μετά τη συνέντευξη, το 1983. Το ίδιο συνέβη και σε πολλούς άλλους, τόσο μετά όσο και πριν από τον Σμίδερμαν, που όπως έλεγε ο ίδιος δεν ήξεραν καν τι προκάλεσε το θάνατό τους.  

Castle Bravo

Μερικά χρόνια και δεκάδες πυρηνικές δοκιμές μετά το «Σταυροδρόμι», τον Μάρτη του 1954, η αισιοδοξία του πολεμικού επιτελείου των ΗΠΑ έχει γιγαντωθεί. Νιώθουν πλέον έτοιμοι να κάνουν ένα βήμα παραπάνω. Η πυρηνική δοκιμή με την κωδική ονομασία «Castle Bravo» ήταν η μεγαλύτερη που πραγματοποίησε ποτέ ο αμερικανικός στρατός και η πρώτη έκρηξη βόμβας υδρογόνου στην ιστορία. Η ισχύς της έκρηξης αποδείχτηκε τουλάχιστον διπλάσια των προσδοκιών του αμερικανικού στρατού, ενώ ήταν 1.000 φορές ισχυρότερη από αυτή που κατέστρεψε τη Χιροσίμα. Τα αποτελέσματά της επηρέασαν πολύ μεγαλύτερη έκταση από αυτή που είχε αρχικά υπολογιστεί. Έτσι, εκ των υστέρων ο στρατός απομάκρυνε τους κάτοικους από τουλάχιστον άλλα τρία νησιά (τα Ρόνγκελαπ, Ρόνγκερικ και Γιούτερικ).

Στο ντοκιμαντέρ του δικτύου ABC «Ο θόλος» («The Dome» – 2017) η Lemeyo Abon περιγράφει την έκρηξη:

«Η γη σείστηκε. Όταν είδαμε το λαμπερό φως και το δυνατό θόρυβο, οι περισσότεροι φοβηθήκαμε πολύ … Κάποια από τα παιδιά δεν ήξεραν τι είναι το χιόνι και έτσι το ονόμασαν: ωωω, πέφτει χιόνι! Πρώτη φορά το βλέπουμε…»

Η ραδιενεργή «στάχτη», τα κατάλοιπα της έκρηξης που τα παιδιά πέρασαν για χιόνι, δεν επέτρεψε ποτέ στους κατοίκους των νησιών που βρέθηκαν στην εμβέλειά της να γυρίσουν πίσω στα σπίτια τους. Παρέμειναν για πάντα «πυρηνικοί πρόσφυγες», μακριά από τα νησιά που ήταν η πατρίδα τους, αν και αρκετά κοντά για να μη μπορούν να σταματήσουν να τα νοσταλγούν σε καθημερινή βάση.

Τσιμεντένιος τάφος

Το μικροσκοπικό νησάκι Ρούνιτ που ανήκει στην ατόλη Ενεγουίτοκ απέκτησε κρατήρες-ενθύμια των πυρηνικών δοκιμών, όπως και πολλά άλλα νησιά. Μέσα σε έναν τέτοιο κρατήρα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ αποφάσισε να «θάψει» τα ραδιενεργά απόβλητα των δοκιμών, σκεπάζοντάς τα με έναν τσιμεντένιο θόλο. Μιλώντας για το «The Dome», ο καθηγητής Μάικλ Τζεράρντ, που ειδικεύεται στην κλιματική αλλαγή εξηγεί:

«Ο πάτος του θόλου είναι απλά αυτό που έμεινε μετά τις πυρηνικές εκρήξεις. Είναι διαπερατό έδαφος. Δεν έγινε καμία προσπάθεια να σφραγιστεί και ως εκ τούτου το θαλασσινό νερό βρίσκεται μέσα στο θόλο. […] οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν παραδεχτεί ότι ένας μεγάλος τυφώνας θα μπορούσε να τον διαλύσει, οδηγώντας στη διαρροή όλης της ραδιενέργειας που βρίσκεται στο εσωτερικό του».

Εξηγεί επίσης ότι όσο η στάθμη της θάλασσας ανεβαίνει σαν αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής, η διαρροή ραδιενέργειας από τον τσιμεντένιο θόλο στο νερό θα αυξάνεται. Τέλος, λέει ότι ο «τάφος», όπως τον αποκαλούν οι ντόπιοι, δεν έχει καμία απολύτως σήμανση ή φύλαξη, παρότι το να τον προσεγγίσει κάποιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο και θεωρητικά απαγορευμένο.

Δεκαετίες μετά τις δοκιμές, οι κάτοικοι της περιοχής ζουν ακόμη με τις επιπτώσεις τους και σε απόσταση αναπνοής από τα απόβλητά τους. Ψαρεύουν και καλλιεργούν, προσπαθούν να επιβιώσουν σε μια χώρα καταδικασμένη για εκατοντάδες, ή και χιλιάδες χρόνια στις επιπτώσεις της ραδιενέργειας. Αρρωσταίνουν από καρκίνο όλο και συχνότερα και  όλο και περισσότερα παιδιά γεννιούνται με γενετικές αλλοιώσεις.

Εξωτικές διακοπές

Ο Τζιμ Άντρολ, βετεράνος του αμερικανικού στρατού, μέλος του συνεργείου που σφράγισε τον τσιμεντένιο τάφο, περιγράφει πως βρέθηκε στο Ρούνιτ:

«Με ρώτησαν αν ήθελα να περάσω τους τελευταίους έξι μήνες της θητείας μου σε ένα τροπικό νησί […] μας είπαν πως όλα ήταν ασφαλή, είχαμε σορτς, κοντομάνικα μπλουζάκια, καπέλα και μπότες που χρησιμοποιούνται στη ζούγκλα […] δε μπορούσαμε να βρούμε καν μια χάρτινη μάσκα, μπορούσαμε όμως να ψαρεύουμε, να τρώμε θαλασσινά και να πίνουμε το νερό, δεν υπήρχαν περιορισμοί σε τίποτα […] ήσουν απόλυτα ασφαλής σύμφωνα με το στρατό…».

Αντίστοιχες «διακοπές» στα παραδεισένια τοπία των Μάρσαλ υποσχέθηκαν σε περίπου 4.300 Αμερικανούς στρατιώτες, που χωρίς να ξέρουν που πραγματικά πήγαιναν και τι έπρεπε να κάνουν, χωρίς στολές ή άλλο εξοπλισμό προστασίας, χωρίς εκπαίδευση, στάλθηκαν στο Ρούνιτ να σκεπάσουν με τσιμέντο τον κρατήρα όπου αποτέθηκαν τα απόβλητα των πυρηνικών δοκιμών. Πολλοί από αυτούς αρρώστησαν σύντομα μετά την επιστροφή τους και τελικά πλήρωσαν με τη ζωή τους τις υποτιθέμενες δωρεάν διακοπές. Η αμερικανική κυβέρνηση αρνήθηκε όχι μόνο να τους αποζημιώσει, αλλά ακόμη και να τους παρέχει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

Ανεξαρτησία και αποζημιώσεις

Τελικά τα νησιά Μάρσαλ, τα οποία είχαν κατακτηθεί από τις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, «κέρδισαν» την ανεξαρτησία τους το 1986 και αφού το πρόγραμμα των πυρηνικών δοκιμών είχε τελειώσει. Μαζί με την ανεξαρτησία, πήραν και κάποιες αποζημιώσεις, οι οποίες όμως σταμάτησαν να πληρώνονται το 2009. Έτσι, το χρέος που έμεινε απλήρωτο υπολογίζεται στα 2,2 δις δολάρια. Παράλληλα, οι περισσότερες μεμονωμένες δικαστικές προσφυγές κατοίκων της περιοχής ενάντια στις ΗΠΑ και οι αιτήσεις για αποζημιώσεις παραμένουν εκκρεμείς. Το πραγματικό όμως ανεξόφλητο χρέος απέναντι στους ανθρώπους και τη φύση είναι ανυπολόγιστο.

«Ένας κόσμος, ή κανένας»

Η πυρηνική μανία των δεκαετιών που ακολούθησαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο αγώνας δρόμου μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης (η οποία πραγματοποίησε ακόμη καταστροφικότερες πυρηνικές δοκιμές στο Καζακστάν και την Αρκτική) συνάντησε σημαντική αντίσταση σε όλο τον κόσμο, αλλά και στην ίδια την Αμερική.

Ήδη σχεδόν αμέσως μετά τη χρήση της πρώτης ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα, κυκλοφόρησε μια ταινία μικρού μήκους με τον τίτλο «Ένας κόσμος, ή κανένας» (One world or none). Η ταινία εξηγούσε την απειλή που αποτελούν τα πυρηνικά όπλα, περιγράφοντας τις καταστροφές που θα είχε προκαλέσει η ατομική βόμβα αν έπεφτε σε αμερικανικές πόλεις όπως η Νέα Υόρκη ή το Σικάγο και προειδοποιώντας ότι η ανθρωπότητα πρέπει να επιλέξει αν θέλει έναν ενιαίο κόσμο χωρίς όπλα μαζικής καταστροφής, ή κανέναν.

Κατά τη διάρκεια των πυρηνικών δοκιμών στα νησιά Μάρσαλ, ο τίτλος της ταινίας αποτέλεσε σύνθημα του κινήματος που απαιτούσε τον τερματισμό των «πειραμάτων», αλλά και συνολικά της χρήσης της ατομικής ενέργειας για πολεμικούς σκοπούς.

Για ειρηνικούς σκοπούς όμως;

Το συμπέρασμα της ταινίας ήταν πως η πυρηνική ενέργεια μπορεί να αποτελεί μια τεράστια απειλή στα πλαίσια της πολεμικής βιομηχανίας, θα μπορούσε όμως να μετατραπεί σε μια ευεργετική δύναμη για την ανθρωπότητα αν χρησιμοποιούνταν για ειρηνικούς σκοπούς. Η ιδέα αυτή αξιοποιήθηκε τις επόμενες δεκαετίες, κατά τις οποίες παράλληλα με την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων κατασκευάστηκαν τα πρώτα εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας, τα οποία άρχισαν να ηλεκτροδοτούν διάφορες περιοχές του πλανήτη.

Αργότερα βέβαια, η ιστορία πολλών από αυτά έδειξε πως η ιδέα της αξιοποίησης της πυρηνικής ενέργειας «για καλό» και «ειρηνικό σκοπό», μπορεί να είναι θανάσιμα επικίνδυνη.

Τον Απρίλη του 1986 ένας από τους αντιδραστήρες του σταθμού πυρηνικής ενέργειας στο Τσέρνομπιλ της Ουκρανίας εξερράγη με δραματικές επιπτώσεις. Υπολογίζεται ότι η ραδιενέργεια που απελευθερώθηκε επηρέασε συνολικά 6,8 εκατομμύρια ανθρώπους, ταξιδεύοντας σταδιακά σε ολόκληρη την Ευρώπη. Περίπου 220.000 άνθρωποι αναγκάστηκαν να εκκενώσουν την περιοχή σε ακτίνα 30 χλμ. από την έκρηξη. Για την  αντισοβιετική προπαγάνδα της Δύσης το ατύχημα αποτέλεσε ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο, το οποίο αξιοποίησε πλήρως.

Στην πραγματικότητα βέβαια, οι ίδιες οι ΗΠΑ δεν τα κατάφεραν πολύ καλύτερα στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας. Λίγα χρόνια πριν από το Τσερνομπίλ, ένας από τους αντιδραστήρες του πυρηνικού σταθμού Three Mile Island στην Πενσιλβανία, παρουσίασε υπερθέρμανση και διαρροή ραδιενέργειας. Το περιστατικό θεωρείται το σοβαρότερο πυρηνικό ατύχημα στις ΗΠΑ.

Το πιο πρόσφατο και ίσως το καταστροφικότερο ατύχημα στην ιστορία της πυρηνικής ενέργειας έγινε τον Μάρτη του 2011 στη Φουκουσίμα της Ιαπωνίας μετά από ισχυρό σεισμό και τσουνάμι που χτύπησε την περιοχή. Το τεράστιο κύμα πέρασε πάνω από το προστατευτικό τείχος του εργοστασίου, εισβάλοντας στο εσωτερικό του και προκαλώντας μπλακ άουτ, που στη συνέχεια οδήγησε σε υπερθέρμανση και έκρηξη σε τρεις πυρηνικούς αντιδραστήρες. Ραδιενέργεια δεν απελευθερώθηκε μόνο στον αέρα, αλλά και στη θάλασσα της περιοχής, ταξιδεύοντας μεγάλες αποστάσεις στον Ειρηνικό ωκεανό.

Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς τι άλλο πρέπει να γίνει για να τερματιστεί συνολικά η χρήση των πυρηνικών, τόσο στην πολεμική βιομηχανία, όσο και στην παραγωγή ενέργειας. Παρά όμως τους τεράστιους κινδύνους, παρά τις ανυπολόγιστες καταστροφές και τις ανθρώπινες απώλειες, εξακολουθεί να πλασάρεται από πολλούς σαν «πράσινη» εναλλακτική στα ορυκτά καύσιμα.

Πάνω από επτά δεκαετίες μετά την ανακάλυψη και την πρώτη χρήση της ατομικής ενέργειας, τα κέρδη της πυρηνικής βιομηχανίας εξακολουθούν να βάζουν σε κίνδυνο τον πλανήτη και οι καταστροφικές της επιπτώσεις απαιτούν μαζική δράση για την απαγόρευσή της σε παγκόσμιο επίπεδο.