Για την αύξηση της στρατιωτικής θητείας και τον «επαγγελματικό στρατό»

Μετά το εξοπλιστικό πακέτο αξίας 10 δισ. ευρώ που ανακοινώθηκε στις αρχές Σεπτέμβρη, παράλληλα με την ανακοίνωση της πρόσληψης επιπλέον 15.000 επαγγελματιών οπλιτών, επανέρχεται στο προσκήνιο η συζήτηση για τη στρατιωτική θητεία.

Ο Μητσοτάκης είχε προαναγγείλει από τη ΔΕΘ μέτρα για τους στρατευμένους. Η αύξηση της στρατιωτικής θητείας στους 12 μήνες από 9 που είναι σήμερα για το στρατό ξηράς, ήταν ένα από αυτά και ανακοινώθηκε από τον Υπουργό Άμυνας Νίκο Παναγιωτόπουλο μέσα στον Οκτώβρη. Μαζί με αυτό ο Μητσοτάκης είχε μιλήσει με έμφαση για την υποχρεωτική στράτευση στα 18, στα πρότυπα όπως είπε της Κύπρου και του Ισραήλ, ενώ πάνω στο τραπέζι βρίσκονται μέτρα όπως η υποχρεωτική στράτευση των γυναικών και η δυνατότητα επέκταση της θητείας μέχρι και κατά 24 μήνες με καταβολή μισθού.

Πρόκειται για μια εικόνα που, αν συνδεθεί με τη μεγάλη ένταση στις ελληνοτουρκικές διαφορές γύρω από τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου, παραπέμπει ευθέως σε προετοιμασία για το ενδεχόμενο πολέμου.

Με φόντο τα ελληνοτουρκικά

Έχουμε αναφερθεί στο παρελθόν εκτενώς για το τί μπορεί να σημαίνει η ελληνοτουρκική διένεξη γύρω από τους υδρογονάνθρακες και η σύγκρουση για τις ΑΟΖ. Όταν όμως ο ίδιος ο πρωθυπουργός δείχνει το κράτος του Ισραήλ ως μοντέλο στρατιωτικής διάρθρωσης, ένα κράτος μιλιταριστικό, που καταπατά βάναυσα τα εθνικά, δημοκρατικά και ανθρώπινα δικαιώματα των Παλαιστινίων, και που βρίσκεται σε διαρκή σύγκρουση με όλο τον αραβικό κόσμο , αποκαλύπτεται η πλήρης διάσταση των πραγμάτων.

Όλοι μπορούν να καταλάβουν ότι στον 21ο αιώνα οι πόλεμοι, τα θερμά επεισόδια, οι πολεμικές συγκρούσεις οποιασδήποτε κλίμακας δεν κρίνονται κυρίως από την ετοιμότητα των εφέδρων, ιδιαίτερα όταν η Τουρκία έχει 8-9 φορές τον πληθυσμό της Ελλάδας. Τα ενισχυμένα οπλικά συστήματα, η τεχνολογία, οι επικοινωνίες είναι αυτά που καθορίζουν τα πολεμικά ισοζύγια. Με αυτά τα δεδομένα τι αποφασιστικό ρόλο μπορούν να έχουν οι έφεδροι οπλίτες σε μια μελλοντική πολεμική σύγκρουση πέρα από το να γίνουν σκέτο κρέας στην πολεμική μηχανή;

Αυτό είναι το μέλλον που ετοιμάζει η ελληνική άρχουσα τάξη για χάρη των υδρογονανθράκων για τη σημερινή νεολαία και τα λαϊκά στρώματα.

Είναι λύση ο επαγγελματικός στρατός;

Πάνω σε αυτήν την προοπτική είναι που στρώματα της νεολαίας αλλά και πολιτικοί φορείς που προσπαθούν να μιλήσουν λίγο πιο ριζοσπαστικά (όπως το ΜΕΡΑ25) βλέπουν με συμπάθεια την άποψη ο στρατός να είναι αποκλειστικά επαγγελματικός, όπως γίνεται σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης και στις ΗΠΑ.

Πρόκειται για μια άποψη που βασίζεται εκτός των άλλων και στις προσωπικές διαθέσεις και βιώματα του καθενός. Η στρατιωτική θητεία σήμερα είναι ένας τεράστιος βραχνάς. Εκτός από το ότι ανακόπτει απότομα την οποιαδήποτε προσπάθεια επαγγελματικού προγραμματισμού ή συνέχισης σπουδών, ουσιαστικά είναι από μόνη της μια τεράστια οικονομική αιμορραγία για κάθε λαϊκή οικογένεια.

Ο κάθε έφεδρος οπλίτης πληρώνεται με 8,60 ευρώ μηνιαίως, ποσό μηδαμινό, που δεν μπορεί να καλύψει ούτε καν τα προσωπικά έξοδα υγιεινής του κατά τη διάρκεια της θητείας. Οι συνθήκες εντός των στρατοπέδων για τα φτωχά λαϊκά στρώματα που υπηρετούν σε αυτά (τα πλούσια είναι τα «βύσματα» που υπηρετούν στις καλές θέσεις συχνά κοντά στο σπίτι τους) είναι άθλιες και τα δικαιώματα των φαντάρων ανύπαρκτα.

Ο ρόλος του στρατού

Παρόλα αυτά το ζήτημα του στρατού πρέπει να το δούμε στην πλήρη του διάσταση. Οι κλασσικοί του Μαρξισμού είχαν αναδείξει το ρόλο του στρατού και των σωμάτων ασφαλείας εξηγώντας ότι ο μόνιμος στρατός και η αστυνομία είναι τα κύρια όργανα δύναμης της κρατικής εξουσίας.

Πρακτικά ο στρατός μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού κράτους έχει να επιτελέσει δυο αποστολές. Πρώτον αυτό που ακόμα και σήμερα αποκαλούμε «εθνική άμυνα» και δεν είναι άλλο παρά η υπεράσπιση των συμφερόντων της κάθε ντόπιας άρχουσας τάξης από τον «εξωτερικό εχθρό»: την αντίπαλη άρχουσα τάξη με την οποία βρίσκεται σε ανταγωνισμό. Στη σημερινή κατάσταση αυτό σημαίνει την υπεράσπιση ή και διεκδίκηση των θαλάσσιων οικοπέδων της Μεσογείου από τον τουρκικό καπιταλισμό.

Η δεύτερη αποστολή του στρατού είναι η υπεράσπιση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης από τον «εσωτερικό εχθρό» – το ντόπιο εργατικό κίνημα που στην πορεία της ταξικής πάλης μπορεί να απειλήσει όχι μόνο τα ζωτικά συμφέροντα της άρχουσας τάξης αλλά και την ίδια την ύπαρξή της. Σε σχέση με αυτό η ιστορία έχει να μας διδάξει πολλά. Το απριλιανό πραξικόπημα του 1967 στην Ελλάδα είναι ένα παράδειγμα σχετικά πρόσφατο, όπως και τα αλλεπάλληλα στρατιωτικά πραξικοπήματα που έχουν γίνει τις τελευταίες δεκαετίες στην Τουρκία. Πιο συμβολικές ιστορικές εμπειρίες είναι η επέμβαση του στρατού στη Χιλή του Αλλιέντε το 1973 και τα πραξικοπήματα σε μια σειρά άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Ακόμα και σήμερα όμως η απειλή της παρέμβασης του στρατού επανέρχεται όταν τα πράγματα για την άρχουσα τάξη γίνονται επικίνδυνα. Η αντίδραση του κατεστημένου των ΗΠΑ με την κινητοποίηση της εθνοφυλακής μπροστά στο κίνημα Black Lives Matter, ενάντια στο ρατσισμό και τις δολοφονίες Αφροαμερικανών, είναι ενδεικτική.

Με αυτή την έννοια είναι που ένας αποκλειστικά επαγγελματικός στρατός καταλήγει να είναι ένα σώμα μισθοφόρων, αποκομμένο από την κοινωνία που τον απαρτίζει, στην υπηρεσία της άρχουσας τάξης, που εύκολα μπορεί να στραφεί αδίστακτα ενάντια στο λαϊκό κίνημα.

Η ιστορική εμπειρία της άρχουσας τάξης έχει υπογραμμίσει την ανάγκη του προσανατολισμού της στον αποκλειστικά επαγγελματικό στρατό. Όχι μόνο επειδή πλέον τα σύγχρονα οπλικά συστήματα χρειάζονται επαγγελματική εξειδίκευση αλλά και επειδή ο στρατός εφέδρων δεν μπορεί να αποκοπεί από τις κοινωνικές διεργασίες, δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστος από την κίνηση, τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις του εργατικού και του νεολαιίστικου κινήματος. Γι’ αυτό και τα πιο σύγχρονα και μεγάλα σε πληθυσμό καπιταλιστικά κράτη, με πρώτες τις ΗΠΑ και τη Βρετανία, έχουν προχωρήσει εδώ και χρόνια στη δημιουργία αποκλειστικά επαγγελματικού στρατού αναβαθμίζοντας παράλληλα το ρόλο των σωμάτων ασφαλείας στο εσωτερικό τους.

Τι να κάνουμε

Η Ελλάδα είναι σήμερα η δεύτερη, μετά τις ΗΠΑ, χώρα σε αμυντικές δαπάνες χώρα του ΝΑΤΟ (ως ποσοστό του ΑΕΠ).

Ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός για τους υδρογονάνθρακες στην Ανατολική Μεσόγειο είναι φανερό ότι, ακόμα και αν καταλήξει σε έναν προσωρινό συμβιβασμό, θα αφήσει ένα αποτύπωμα που τελικά δεν θα είναι μόνο οικονομικό. Η διαμάχη για το Αιγαίο και την Κύπρο δεν πρόκειται να τερματιστεί.

Η αύξηση της στρατιωτικής θητείας και τα υπόλοιπα μέτρα που ετοιμάζονται δείχνουν μια κατεύθυνση διαρκούς πολεμικής ετοιμότητας.

Ο μόνος τρόπος να σταματήσει αυτό είναι να ισχυροποιηθούν οι αντιπολεμικές φωνές και στις δυο πλευρές του Αιγαίου. Χρειάζεται οι εργατικές και οι αριστερές οργανώσεις σε Ελλάδα και Τουρκία να μιλήσουν καθαρά για αμοιβαία μείωση των εξοπλισμών και να οργανώσουν κοινές αντιπολεμικές πρωτοβουλίες. Χρειάζεται οι περιβαλλοντικές οργανώσεις σε Ελλάδα, Τουρκία και Κύπρο να σταθούν συντονισμένα ενάντια στις εξορύξεις υδρογονανθράκων στη Μεσόγειο και οι σχετικές πρωτοβουλίες που έχουν ξεκινήσει είναι ενθαρρυντικές.

Το ελληνικό κίνημα, οι οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και τα κοινωνικά κινήματα πρέπει να εμπλακούν σε αυτή τη μάχη και ταυτόχρονα να ενσωματώσουν στην πάλη τους αιτήματα που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της στρατεύσιμης νεολαίας. Χρειαζόμαστε γι’ αυτό ένα πλαίσιο αιτημάτων που να διεκδικεί

  • Όχι στην επέκταση της θητείας,
  • Όχι στην υποχρεωτική στράτευση στα 18
  • Καλύτερες συνθήκες ζωής για τους φαντάρους και ανθρώπινες υποδομές στα στρατόπεδα.
  •  Οικονομικές απολαβές για τους φαντάρους που να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες τους,
  • Άδειες (εκπαιδευτικές, επαγγελματικές, οικογενειακές κλπ) ώστε να μην αποκόπτονται από την πραγματική τους ζωή
  • Δημοκρατικά δικαιωμάτα και συνδικαλιστικές ελευθερίες εντός των στρατοπέδων.