Γαλλικές δημοτικές εκλογές: άνοδος της ακροδεξιάς και ανεπάρκεια της Αριστεράς

02/04/2014
Comments off
727 Views

Τα αποτελέσματα των πρόσφατων γαλλικών τοπικών εκλογών συζητήθηκαν πολύ, κυρίως σ’ ότι αφορά τα ψηλά ποσοστά του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου (Front National – FN). Δεν ήταν όμως μόνο αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτών των εκλογών.

Πρωτοφανής αποχή!

Ο βασικός νικητής των τοπικών εκλογών ήταν η αποχή. Το ποσοστό του 36,5% στον πρώτο γύρο και αυτό του 38% στον 2ο είναι το μεγαλύτερο που έχει σημειωθεί ποτέ σε δημοτικές εκλογές! Είναι σαφές ότι το «πολιτικό κενό» είναι πλέον κυρίαρχο στη γαλλική πολιτική σκηνή. Για τις πλατιές μάζες της γαλλικής κοινωνίας που μαστίζονται από την ανεργία, τη λιτότητα και τη μαζική αποβιομηχάνιση δεν υπάρχει πολιτική δύναμη που να αποτελεί  καθαρή εναλλακτική στις εφαρμοζόμενες πολιτικές.  

Ήττα της κυβέρνησης

Ο μεγάλος χαμένος των εκλογών ήταν το «Σοσιαλιστικό Κόμμα» (PS) του προέδρου Ολάντ, αφού τα ποσοστά του έπεσαν κατά 8% (από 44,63% στο 36,41%). Η γαλλική κοινωνία τιμώρησε έτσι με τον πιο καθαρό τρόπο μια κυβέρνηση που βγήκε με ηχηρές εξαγγελίες ενάντια στη λιτότητα και σήμερα έχει γίνει συνώνυμο της αντεργατικής πολιτικής και των σκανδάλων.

Άνοδος της δεξιάς

Το δεξιό κόμμα (UMP) εμφάνισε άνοδο στα ποσοστά του με εθνικό ποσοστό της τάξης του 46,54%. Η άνοδος αυτή όμως δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί επιβράβευση της πολιτικής του, αφού αυτή δεν διαφέρει από αυτή του PS. Αποτελεί από τη μια έκφραση της λαϊκής κατακραυγής απέναντι στην πολιτική του Ολάντ και από την άλλη αποτέλεσμα του γεγονότος ότι το κόμμα του Σαρκοζί δεν ασκεί εξουσία ούτε σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο ούτε και σε επίπεδο δήμων αφού οι περισσότεροι δήμοι ήταν, από τις προηγούμενες εκλογές, στα χέρια των σοσιαλιστών (το PS έχει την πλειοψηφία σε βουλή, γερουσία και τοπικές κυβερνήσεις). Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι στις μεγάλες πόλεις που το UMP είχε το δήμο (πχ Μπορντώ, Μασσαλία) οι υποψήφιοι του προσπάθησαν να παρουσιαστούν σαν ευρύτερες «τοπικές» υποψηφιότητες χωρίς την κομματική ταμπέλα του UMP.

Για την άνοδο της ακροδεξιάς

Το πιο αρνητικό στοιχείο των εκλογών είναι βέβαια η σημαντική άνοδος του FN.

Μπορεί το εθνικό ποσοστό του στον 1ο γύρο (4,7%) να μπερδεύει λίγο αφού κατέβηκε μόνο σε 594 από τους 36000 δήμους αλλά το γεγονός ότι  πήρε την 1η θέση σε 17 δήμους από τους 947 με πάνω από 10.000 κατοίκους, και είχε ποσοστό πάνω από 25% σε 50 δήμους με 1000 και πάνω κατοίκους αποδεικνύει του λόγου το αληθές.

Αυτή η επιτυχία ενισχύθηκε και από το συμβολικό γεγονός ότι το FN κατάφερε για πρώτη φορά στην ιστορία του να εκλέξει δήμαρχο από τον πρώτο γύρο σε πόλη με πληθυσμό άνω των 10.000 κατοίκων και μάλιστα σε πόλη με αριστερή παράδοση (Ενέν-Μπομόν – 27.000 κάτοικοι).

Αυτά τα αποτελέσματα έκαναν την Μαρί Λεπέν να πανηγυρίζει και να μιλά για το τέλος του «διπολισμού» στη γαλλική πολιτική σκηνή.

Γιατί ανέβηκε η ακροδεξιά;

Στο σημείο αυτό πρέπει να εξετάσουμε τους λόγους της ακροδεξιάς ανόδου. Αρχικά πρέπει να πούμε ότι παρά την άνοδο του το FN είχε ποσοστά παρόμοια με τα ποσοστά του στις τοπικές εκλογές του 1995 που το έβαλαν για τα καλά στη γαλλική πολιτική σκηνή. Επιπλέον πρέπει να πούμε ότι το FN κατέβηκε μόνο σε 594 δήμους (ο στόχος που είχε βάλει το Νοέμβρη ήταν 700) από τους 36.000. Από την άλλη βέβαια όλα αυτά σε καμία περίπτωση δεν μειώνουν τη σημασία της ανόδου και του κινδύνου που εκπροσωπούν για τη γαλλική κοινωνία. Ο κίνδυνος γίνεται ακόμα πιο μεγάλος από το γεγονός το FN πήρε μεγάλα ποσοστά σε πόλεις όπου το εργατικό στοιχείο είναι έντονο και μαστίζονται από την αποβιομηχάνιση των τελευταίων χρόνων (πχ Χάβρη, περιοχή του Saint – Etienne) και σε μεγάλες πόλεις με σημαντική παρουσία μεταναστών (22% στη Μασσαλία) αλλά και αν συνδυαστούν με τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων στα τέλη του 2013 που έφερναν την Λεπέν στην πρώτη θέση για τις προεδρικές εκλογές.

Από το 2004 που η Μαρί Λεπέν ανέλαβε την ηγεσία του Εθνικού Μετώπου από τον πατέρα της επιχείρησε να το εμφανίσει σαν ένα κόμμα που δεν είναι ένα κλασσικό ρατσιστικό, ξενοφοβικό ακροδεξιό, αλλά περισσότερο ένα κόμμα της λαϊκιστικής δεξιάς. Για να το πετύχει αυτό προχώρησε ακόμα και σε διαγραφές «ακραίων» στελεχών του. Ταυτόχρονα προσπάθησε να ικανοποιήσει την αγανάκτηση της κοινωνίας χρησιμοποιώντας φιλολαϊκή φρασεολογία και κυρίως, κάτι που δεν κάνει η Αριστερά, μιλώντας ενάντια στην ΕΕ και τις πολιτικές της παίζοντας το χαρτί της «εθνικής ανεξαρτησίας».

Παρά το όποιο προσωπείο όμως ο πυρήνας της πολιτικής του FN παρέμεινε η ρητορεία εναντία στους μετανάστες και τις μειονότητες (γάλλοι πολίτες που είναι μετανάστες 2ης και 3ης γενιάς , Ρομά κτλ). Το έργο του FN βοήθησε και η υιοθέτηση ακροδεξιάς ατζέντας από το UMP αλλά και οι ρατσιστικές πολιτικές της κυβέρνησης Ολάντ. Επιπλέον η ηγεσία του FN μιλά συνεχώς για μείωση της φορολογίας και παρόλο που αποκρύπτει το γεγονός ότι στο πρόγραμμά του συνοδεύει τη μείωση αυτή με παράλληλη μείωση των κρατικών δαπανών για μισθούς και κοινωνικό κράτος, εμφανίζεται σαν ριζοσπαστική αντιπολίτευση απέναντι στη λιτότητα.

Ο κύριος λόγος όμως της ανόδου της ακροδεξιάς και σε αυτή την περίπτωση είναι οι ανεπάρκειες της Αριστεράς.

Η στάση της Αριστεράς

Παρά το γεγονός ότι σύσσωμα τα ευρωπαϊκά ΜΜΕ ασχολήθηκαν με την άνοδο του FN η πραγματικότητα είναι ότι τα αποτελέσματα της Αριστεράς στις δημοτικές εκλογές δεν ήταν εντελώς απογοητευτικά. Από την άλλη όμως σε καμία περίπτωση οι συνδυασμοί της Αριστεράς δεν κατάφεραν να καρπωθούν την λαϊκή δυσαρέσκεια και να αποτελέσουν μια ξεκάθαρη εναλλακτική για την γαλλική κοινωνία απέναντι στις πολιτικές του γαλλικού κατεστημένου και της ΕΕ.

Το γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα παρέμεινε πιστό στην πολιτική της ταξικής συνεργασίας που το χαρακτηρίζει τις τελευταίες δεκαετίες αφού σε πάρα πολλούς δήμους, και κυρίως στις μεγάλες πόλεις που δίνουν τον τόνο, συνεργάστηκε με το PS δίνοντας έτσι άλλοθι στην κυβερνητική πολιτική.

Το Κόμμα της Αριστεράς (Parti de Gauche – PdG) του Μελανσόν από την άλλη υιοθέτησε μία τακτική άρνησης συνεργασίας με τους σοσιαλιστές που ήταν (και αποδείχθηκε) σωστή ενώ ταυτόχρονα σε αρκετούς δήμους συνεργάστηκε με την αντικαπιταλιστική Αριστερά του NPA (Nouveau Parti Anticapitaliste – Νέο Αντικαπιταλιστικό κόμμα). Κα αυτό δεν απέφυγε τα «φάουλ» βέβαια, αφού σε αρκετούς δήμους συνεργάστηκε με τον έτερο κυβερνητικό εταίρο, τους πράσινους (EELV). Μπορεί βέβαια η συνεργασία με τους Πράσινους να πήγε καλά εκλογικά αλλά το μήνυμα που δόθηκε στους πιο συνειδητοποιημένους και μαχητικούς εργαζόμενους ήταν ότι το PdG δεν είναι ξεκάθαρο όσον αφορά το θέμα της συνεργασίας με τους κυβερνώντες.  

Το ποσοστό του 11% (κατά μέσο όρο στις πόλεις που κατέβηκε) που πήραν οι ανεξάρτητες λίστες του PdG είναι σημαντική άνοδος σε σχέση με τα πολύ μικρά ποσοστά της ριζοσπαστικής αριστεράς στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές. Επιπλέον το γεγονός ότι κατέβηκε σε πάνω από 600 δήμους, κερδίζοντας από τον 1ο γύρο το δήμαρχο σε 67 από αυτούς και έχοντας ποσοστό μεγαλύτερο από 10% σε 308 αποτελεί επίσης σημαντικό αποτέλεσμα.

Από την άλλη είναι σαφές ότι η Αριστερά αν και έχει κάνει βήματα διαχωρισμού από το PS σε καμία περίπτωση δε μπορεί να είναι ικανοποιημένη τόσο γιατί δεν μπορεί να ανακόψει την ανοδική πορεία της ακροδεξιάς όσο και γιατί δεν εκφράζει μαζικά μια κοινωνία που βράζει. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα επιχειρήματα του PdG απέναντι στη Λεπέν μένουν απλά στις διακηρύξεις ενάντια στο ρατσισμό και την ξενοφοβία της.

Κανονικά η Αριστερά θα έπρεπε να αποδομήσει όλο το πρόγραμμα του FN κάνοντας το φύλλο και φτερό και δείχνοντας ότι στην πράξη το FN δεν είναι παρά ένα κόμμα του κατεστημένου στην υπηρεσία των πλουσίων όπως είναι άλλωστε και η ίδια οικογένεια Λεπέν.

Επιπλέον εκεί που χάνει πόντους η Αριστερά είναι σε ότι αφορά την πολιτική της απέναντι στην ΕΕ. Σήμερα που η Γαλλία από μία χώρα ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας είναι μία χώρα που μαστίζεται από τη λιτότητα και την αποβιομηχάνιση, πλατιά κομμάτια της κοινωνίας και των εργαζομένων αμφισβητούν ευθέως την ΕΕ. Ταυτόχρονα ο γερμανικός ιμπεριαλισμός δεν εμφανίζεται καθόλου διαλλακτικός απέναντι στον πάλαι ποτέ εταίρο του στο περίφημο «γαλλογερμανικό άξονα» ζητώντας περισσότερη λιτότητα και περικοπές. Παρόλα αυτά, η γαλλική Αριστερά παραμένει προσκολλημένη στο δόγμα του «ευρωπαϊσμού» και δεν αμφισβητεί τον πυρήνα των επιλογών της ΕΕ και του ευρωπαϊκού κεφαλαίου αφήνοντας έτσι, εκτός των άλλων χώρο στην ακροδεξιά να πουλάει αντιΕΕ ρητορεία ενώ στην πράξη έχει τις ίδιες (νεοφιλελεύθερες) απόψεις για την οικονομία.

Η Γαλλία είναι μία χώρα με ιδιαίτερο βάρος στην Ευρώπη τόσο λόγω του ρόλου της στην οικονομία όσο και λόγω των αγωνιστικών παραδόσεων του εργατικού της κινήματος. Μία άνοδος των αγώνων των εργαζομένων στη Γαλλία την επόμενη περίοδο θα δώσει σημαντική ώθηση στο εργατικό κίνημα σε όλη την Ευρώπη και θα βοηθήσει να γείρει προς όφελος της εργατικής τάξης το ταξικό ισοζύγιο δυνάμεων. Για να γίνει όμως αυτό η γαλλική Αριστερά πρέπει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Από τη μία να αποκλείσει κάθε σχέση με το PS και από την άλλη να ακολουθήσει το δρόμο της συνεργασίας στις γραμμές της που αποζητά το κίνημα, όπως φάνηκε και από τα καλά αποτελέσματα της συνεργασίας PdG και NPA. Πάνω από όλα όμως χρειάζεται ένα ξεκάθαρο αντικαπιταλιστικό/σοσιαλιστικό πρόγραμμα που να έρχεται με έναν καθαρό τρόπο σε ρήξη με τις βασικές επιλογές του γαλλικού και του ευρωπαϊκού κεφαλαίου όπως αυτές εκφράζονται και από τις εθνικές κυβερνήσεις κι από την ΕΕ.

Θεματικές