Γαλλία – Γερμανία: προς ένα μεγάλο «συμβιβασμό»;

24/10/2014
Comments off
634 Views
Του Χάρη Σαββίδη

Κρίσιμες διαπραγματεύσεις εξελίσσονται στο παρασκήνιο, την ώρα που ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ και η νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετοιμάζονται να αναλάβουν καθήκοντα, αφού έλαβαν ψήφο εμπιστοσύνης από το Ευρωκοινοβούλιο.

Οι υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών της Γαλλίας επισκέφθηκαν στην αρχή της εβδομάδας το Βερολίνο και συναντήθηκαν με τους Γερμανούς ομολόγους τους. Στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης βρέθηκαν ο ρυθμός επιβολής της λιτότητας και η προώθηση των πολιτικών διάλυσης του κοινωνικού κράτους στη Γαλλία, καθώς και η υιοθέτηση μέτρων στήριξης της γερμανικής οικονομίας που βαδίζει προς την ύφεση.

Μετά την πολύωρη συνάντηση των Μισέλ Σαπέν και Εμανουέλ Μακρόν με τους Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, ανακοινώθηκε ότι οι δύο κυβερνήσεις θα παρουσιάσουν μέχρι τον Δεκέμβριο κοινή πρόταση για

«την αύξηση των επενδύσεων και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας που περνά μέσα από υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων».

Φαίνεται ότι βρίσκεται στα σκαριά ένας «μεγάλος συμβιβασμός», στα πλαίσια του οποίου ο γαλλικός προϋπολογισμός θα κριθεί συμβατός με το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, αν και μεταθέτει για το 2017 τον στόχο μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος κάτω από το 3% του ΑΕΠ, που θα έπρεπε να έχει εκπληρωθεί από το… 2012.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Spiegel, η γερμανική κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να βοηθήσει να κατευναστούν οι όποιες ενστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (που είναι θεματοφύλακας των Συνθηκών) με αντάλλαγμα να υπογράψει το Παρίσι δεσμευτικό «οδικό χάρτη» μεταρρυθμίσεων. Μια πρόταση που είχε καταθέσει ξανά στο παρελθόν η Γερμανία. Οι μεταρρυθμίσεις που αναφέρονται αφορούν την κατεδάφιση των όποιων στοιχείων κοινωνικού κράτους έχουν απομείνει στη Γαλλία. Από την μετατροπή των παροχών προς τις οικογένειες από καθολικές σε στοχευμένες (εισοδηματικά κριτήρια) μέχρι την περικοπή των επιδομάτων ανεργίας και την αύξηση της χρήσης γενόσημων φαρμάκων.

Στον αντίποδα, ακόμα και οι αναθεωρημένοι «χαλαροί» δημοσιονομικοί στόχοι, για να επιτευχθούν απαιτούν την υλοποίηση πακέτου λιτότητας 50 δισ. ευρώ την προσεχή τριετία, το οποίο παρουσίασε η κυβέρνηση Βαλλς την Άνοιξη.

Ως αντάλλαγμα το Παρίσι ζητά από το Βερολίνο να εγκρίνει από την πλευρά του ισόποσο πακέτο στήριξης της οικονομίας. Σε συνέντευξή του στη Frankfurter Allgemeine Zeitung ο Ε. Μακρόν δήλωσε ανοιχτά ότι

«αφού εμείς προχωράμε σε περικοπές δαπανών 50 δισ. ευρώ έως το 2017, εάν αυτοί αύξαναν ισόποσα τις επενδύσεις, αυτό θα αποτελούσε μια ισορροπημένη λύση».

Μέτρα στήριξης της γερμανικής οικονομίας ζητούν πλέον και αρκετοί στο Βερολίνο, με πρώτους τους Σοσιαλδημοκράτες κυβερνητικούς εταίρους της Καγκελαρίου Μέρκελ. Ο Σοσιαλδημοκράτης Γκάμπριελ επισήμανε ότι οι γερμανικές επενδύσεις πρέπει να αυξηθούν στο 20% του ΑΕΠ (από 17% σήμερα) απέρριψε όμως τη «γρήγορη και κούφια αύξηση των δαπανών για να τονωθεί η ανάπτυξη». Ο Σόιμπλε χαρακτήρισε δικαιολογημένη την κριτική που δέχεται το Βερολίνο για την ανεπάρκεια των επενδύσεων, προσθέτοντας όμως ότι δεν θέλει ανάπτυξη με δανεικά και δεν θα υπαναχωρήσει από την υπόσχεση για ισοσκελισμένο προϋπολογισμό.

Τα μέτρα λιτότητας και οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις στη Γαλλία θα επιφέρουν ένα ακόμα πλήγμα στα εισοδήματα των νοικοκυριών και άρα στην εσωτερική ζήτηση της γαλλικής αγοράς. Αυτό θα σημαίνει βάθεμα της ύφεσης, όπως συμβαίνει από την αρχή της παγκόσμιας κρίσης, κάθε φορά που οι κυβερνήσεις υιοθετούν νέες «σωτήριες» (για το κεφάλαιο) πολιτικές. Για το λόγο αυτό θα χρειαστεί άμεσα ένα μεγάλο «πακέτο» στήριξης των οικονομιών της Ευρωζώνης, μέρος του οποίου ενδεχομένως να είναι τα 50 δισ. ευρώ σε επενδύσεις που συζητούνται στο Βερολίνο. Καθώς, όμως, το Βερολίνο δεν αποδέχεται αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, ο μόνος τρόπος χρηματοδότησης των μέτρων στήριξης φαίνεται να είναι η εκτύπωση χρήματος.

Ήδη από την αρχή της εβδομάδας η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα άρχισε να αγοράζει ομόλογα των τραπεζών, τα οποία έχουν ως εχέγγυο τις οφειλές δανείων που οι τράπεζες έχουν χορηγήσει (καλυμμένα ομόλογα). Μέχρι το τέλος του έτους θα ξεκινήσουν και οι αγορές τιτλοποιημένων δανείων (ABS) μέσω των οποίων οι τράπεζες όχι μόνο αποκτούν ρευστό αλλά και «ξεφορτώνουν» από τα χαρτοφυλάκιά τους τα «τοξικά» δάνεια. Όλα αυτά θα χρηματοδοτηθούν από χρήμα που θα δημιουργήσει η ΕΚΤ από… αέρα, δηλαδή θα το «τυπώσει».

Ήδη υπάρχει φημολογία ότι στις αρχές του 2015 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αρχίσει να αγοράζει και εταιρικά ομόλογα, δηλαδή να τυπώνει χρήμα που θα δίνει απευθείας στις μεγάλες εταιρείες της Ευρωζώνης.

Μετά από όλα αυτά, μοναδικό βήμα που θα απομένει θα είναι να αγοράσει ομόλογα από τον δημόσιο τομέα, τα οποία πιθανότατα θα αφορούν μεγάλα επενδυτικά σχέδια κοινοτικών οργάνων, όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Κάπου εκεί όμως θα εξαντληθούν και τα μέσα παρέμβασης κυβερνήσεων και κεντρικής τράπεζας.

Δεν θα συμβεί, βέβαια, το ίδιο και με την κεντρική αντίφαση του συστήματος, δηλαδή την αδυναμία να «ανακυκλωθεί» ο παραγόμενος πλούτος ώστε να δικαιολογείται η διαρκής αύξηση των επενδύσεων. Αυτή θα συνεχίσει να βαθαίνει, παρασύροντας σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό αδιέξοδο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Θεματικές

,