Ενδοοικογενειακή βία στην εποχή του κορονοϊού: όταν το σπίτι δεν προσφέρει ασφάλεια

Την τελευταία  περίοδο, με όλο και περισσότερα κράτη να καλούν τον κόσμο να μείνει σπίτι για να μειωθεί η ταχύτητα μετάδοσης του κορονοϊού, η ενδοοικογενειακή βία έχει πάρει ακόμα μεγαλύτερες, τρομαχτικές, διαστάσεις, καθώς τα θύματα είναι υποχρεωμένα να περνούν πολλές περισσότερες ώρες ή να βρίσκονται συνεχώς κλεισμένα μέσα στο σπίτι, μαζί με τους θύτες, ενώ διαθέτουν ακόμα λιγότερα μέσα διαφυγής από όσα είχαν πριν την καραντίνα.

Μία «επιδημία» πριν τον κορονοϊό

Αλλά και πριν την καραντίνα, τα περιστατικά βίας κατά των γυναικών αποτελούσαν ένα μαζικό φαινόμενο. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) παγκόσμια, μία στις τρεις γυναίκες είναι θύματα σωματικής ή σεξουαλικής βίας, κυρίως από τον σύντροφό τους! Μάλιστα, όπως προειδοποιούσε ο ΠΟΥ:

«(Η βία κατά των γυναικών) είναι διαδεδομένη σε περιόδους ειρήνης και σταθερότητας, αλλά κινδυνεύει να κλιμακωθεί σε περίπτωση κρίσης».

Σήμερα βρισκόμαστε ακριβώς σε αυτό το σημείο, δηλαδή σε μία κλιμάκωση του φαινομένου της βίας κατά των γυναικών.

Η ανησυχία και οι φωνές διαμαρτυρίας για τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας που μένουν απροστάτευτα όλο και αυξάνονται, με σπίτια σε όλον τον πλανήτη να μετατρέπονται σε καθημερινά κολαστήρια.

Μόνο στη Χουμπέι της Κίνας, τον Φλεβάρη που επιβλήθηκε η καραντίνα, οι καταγγελίες για ενδοοικογενειακή βία στην αστυνομία τριπλασιάστηκαν σε σχέση με την ίδια περίοδο την προηγούμενη χρονιά.

Στη Βραζιλία, η δικαστής Adriana Mello που ειδικεύεται σε θέματα ενδοοικογενειακής βίας στο Ρίο Ντε Τζανέιρο δήλωσε πως υπολογίζει αύξηση 40-50% σε τέτοιου είδους περιστατικά την τελευταία περίοδο.

Στην Καταλονία οι κλήσεις σε γραμμές υποστήριξης θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας έχουν αυξηθεί κατά 20% και στην Κύπρο κατά 30%.

Ενώ στην Ιταλία, οι κλήσεις για βοήθεια έχουν μειωθεί, αλλά έχουν αντικατασταθεί από τεράστια αύξηση γραπτών μηνυμάτων γυναικών που δεν μπορούν να καλέσουν σε βοήθεια για να μην τις ακούσουν οι βασανιστές τους. (όλα τα παραπάνω στοιχεία από το άρθρο: Lockdowns around the world bring rise in domestic violence)

Την ίδια ώρα, στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον Γρηγόρη Λέων, πρόεδρο της Ελληνικής Ιατροδικαστικής Εταιρίας:

«Είναι γεγονός ότι παρότι το ιατρείο μου παραμένει διαθέσιμο μόνο για έκτακτα περιστατικά, όπως και των περισσότερων συναδέλφων, ήδη έχω κληθεί να εξετάσω αυτές τις μέρες θύματα ενδοοικογενειακής βίας που μου συνέδεσαν τα περιστατικά βίας με τον εγκλεισμό στο σπίτι».

Η καραντίνα δολοφονεί;

 Στις 31 Μαρτίου έγινε γνωστή η δολοφονία μίας 27χρονης γυναίκας στην Ιταλία από τον σύντροφό της, δια στραγγαλισμού.

Η κίτρινη φυλλάδα «Star Press» στην Ελλάδα κυκλοφόρησε με την είδηση του στραγγαλισμού στο εξώφυλλό της και με τίτλο: «Στραγγάλισε τη φίλη του λόγω καραντίνας» και υπότιτλο: «Η αναγκαστική συγκατοίκηση τρέλανε το φοιτητή ιατρικής», αναπαράγοντας για μία ακόμα φορά την αντίληψη πως για τη βία κατά των γυναικών και για τις δολοφονίες, το βάρος της ευθύνης δεν το έχουν οι δράστες, και οι σεξιστικές αντιλήψεις που κυριαρχούν, αλλά είτε οι ίδιες οι γυναίκες είτε εξωγενείς παράγοντες όπως η καραντίνα, ο εγκλεισμός, το άγχος.

Η αλήθεια είναι πως σε περιόδους μαζικού άγχους και ανασφάλειας, όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα, οι συνθήκες καραντίνας που έχουν επιβληθεί, μπορούν να έχουν σαν αποτέλεσμα την αύξηση των βίαιων συμπεριφορών. Ενώ το γεγονός πως τα θύματα δεν μπορούν να καταφύγουν για παράδειγμα σε ένα φιλικό ή οικογενειακό σπίτι, να περάσουν χρόνο μακριά από τον θύτη τους πχ στη δουλειά τους κλπ, τα κάνει ακόμα πιο ευάλωτα απέναντι στον κακοποιητικό τους σύντροφο.

Την ίδια ώρα, δεν είναι τυχαίο που είτε πριν τη κρίση του κορονοϊού, είτε σήμερα, η συντριπτική πλειοψηφία των θυτών είναι άντρες και των θυμάτων γυναίκες, γεγονός που οφείλεται στις βαθιά ριζωμένες στην κοινωνία σεξιστικές αντιλήψεις που θέλουν τη γυναίκα «κατώτερη» του άντρα, που «τη θέλει τη σφαλιάρα της» και ένας από τους –αμέτρητους- ρόλους της είναι να  «ικανοποιεί» τον σύντροφό της και τις ανάγκες του, ακόμα και αν αυτό κατά καιρούς σημαίνει να μετατρέπεται σε «σάκο του μποξ» για να μπορεί αυτός να ξεσπάει τα άγχη και τις ανησυχίες του. Παράλληλα, οι ίδιες αντιλήψεις συχνά της επιβάλλουν να παραμείνει σε μία κακοποιητική σχέση «για τα παιδιά», γιατί «έτσι είναι οι άντρες», επειδή είναι εξαρτημένη οικονομικά από τον θύτη της κοκ.

Έτσι, αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι αφενός να αυξάνονται τα περιστατικά βίας κατά των γυναικών, αφετέρου να αυξάνεται η συχνότητα με την οποία μία γυναίκα κακοποιείται από τον σύντροφό της. Και το ακόμα πιο ανησυχητικό είναι πως συνήθως η βία που ασκείται κλιμακώνεται, γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη και σε περίπτωση που η γυναίκα δε δραπετεύσει από την κακοποιητική σχέση, μπορεί να φτάσει μέχρι τη δολοφονία της.

Τα αδιέξοδα των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας

Η δυσκολία για μία γυναίκα να εγκαταλείψει μία βίαιη σχέση έγκειται τόσο στις κοινωνικές αντιλήψεις για την ενδοοικογενειακή βία, στην ψυχολογική βία που ασκεί ο θύτης στο θύμα που είναι πολύ σημαντικός παράγοντας, αλλά και στη συχνά οικονομική της εξάρτηση από τον σύντροφο της. Στην Ελλάδα, όπως και σε πάρα πολλές χώρες του πλανήτη, ο βασικός μισθός δεν επαρκεί για να καλύψει ένα άτομο τις βασικές του ανάγκες (ενοίκιο, διατροφή, λογαριασμοί, πόσο μάλλον νέες οικοσυσκευές και έπιπλα) και τις ανάγκες των παιδιών – όταν υπάρχουν. Επίσης, δεν είναι καθόλου σπάνιο το φαινόμενο παρότι μια γυναίκα εργάζεται, να μη διαχειρίζεται η ίδια τον μισθό της, ενώ υπάρχουν και οι περιπτώσεις γυναικών που οι άντρες τους δεν τους επιτρέπον να δουλέψουν, ακόμα κι’ αν αυτό συνεπάγεται μια πολύ στερημένη οικονομικά οικογενειακή ζωή. Ακόμα όμως και όταν η γυναίκα νιώσει αρκετά δυνατή για να φύγει, πως την αντιμετωπίζει το κράτος και η αστυνομία;

Δεν έχουν περάσει πολλές μέρες που έγινε γνωστή η είδηση πως μία γυναίκα, θύμα ενδοοικογενειακής βίας κατέφυγε μαζί με τα παιδιά της και μάρτυρες στην αστυνομία για να κάνει μήνυση στον σύζυγό της, μετά από τον ξυλοδαρμό της. Η αστυνομία αρνήθηκε να την αφήσει να την καταθέσει, προφασιζόμενη τα έκτακτα μέτρα για τον κορονοϊό. Οι αστυνομικοί την έδιωχναν λέγοντάς της ούτε λίγο ούτε πολύ πως η μήνυση δε θα έχει κανένα αποτέλεσμα και πως «αυτά δεν είναι θέματα που λύνει η αστυνομία και η ποινική δικαιοσύνη αλλά ένα διαζύγιο»!

Μετά τη δημοσιότητα του περιστατικού, τελικά η γυναίκα κατέθεσε κανονικά τη μήνυση, η παραπάνω ιστορία όμως αποδεικνύει για μία ακόμα φορά την απροθυμία της αστυνομίας να χειριστεί σωστά περιστατικά έμφυλης βίας.

Το επόμενο ερώτημα που έχουν να αντιμετωπίσουν διαχρονικά τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας είναι, εφόσον αποφασίσουν να εγκαταλείψουν τον κακοποιητικό σύντροφό τους, το πού να πάνε; Δεν είναι λίγες οι φορές που το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον του θύματος δεν μπορεί ή δε θέλει να βοηθήσει το θύμα, είτε γιατί διαφωνεί με την απόφασή του, είτε γιατί φοβάται, είτε γιατί δεν έχει την οικονομική δυνατότητα. Το κράτος οφείλει να στηρίζει τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, με ξενώνες φιλοξενίας που θα προσφέρουν στέγη και ασφάλεια για τη γυναίκα και τα παιδιά της. Τέτοιου είδους δομές ήταν όμως ελάχιστες και δεν καλύπτανε τις ανάγκες των θυμάτων, ήδη πριν την πανδημία του κορονοϊού.

Τα μέτρα που πρέπει να πάρει το κράτος

Η Κυβέρνηση οφείλει να πάρει άμεσα μέτρα προστασίας για τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας.

  • Να δημιουργηθούν άμεσα ξενώνες φιλοξενίας. Στις σημερινές συνθήκες αυτοί οι χώροι μπορεί να δημιουργηθούν με την επίταξη ξενοδοχείων (που έτσι κι αλλιώς είναι άδεια), και να προσφέρουν ταυτόχρονα προστασία στα θύματα τόσο από τον σύντροφό/σύζυγό τους όσο και από τη μετάδοση του κορονοϊού.
  • Να δοθεί οικονομική στήριξη στα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, μέχρι να μπορέσουν να σταθούν στα πόδια τους καθώς και δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ψυχολογική στήριξη. Δωρεάν περίθαλψη και ψυχολογική στήριξη θα πρέπει φυσικά να δωθεί και στα παιδιά..
  • Η γραμμή SOS (15900) να δέχεται και γραπτά μηνύματα, αφού το παράδειγμα της Ιταλίας δείχνει την ανάγκη τα θύματα να μπορούν να επικοινωνήσουν μέσω γραπτών μηνυμάτων.
  • Να γίνει επιμόρφωση των αστυνομικών ώστε να αντιμετωπίζουν με κατανόηση και ευαισθησία τα θύματα βίας, να απομακρύνονται από τη θέση τους όσοι/ες αρνούνται να παραλάβουν τις μηνύσεις των θυμάτων ή με οποιονδήποτε τρόπο αποθαρρύνουν το θύμα από το να καταφύγει σε μήνυση.
  • Τα αστυνομικά τμήματα να διαθέτουν ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς, εκπαιδευμένες σε ζητήματα έμφυλης βίας που να είναι παρούσες κατά την κατάθεση των θυμάτων, να αξιολογούν την κατάσταση και να προτείνουν τις απαραίτητες επόμενες ενέργειες (απομάκρυνση από το σπίτι, παρακολούθηση ψυχολόγου κλπ).

Αφού παρθούν τα παραπάνω μέτρα να υπάρξει ευρεία καμπάνια ενημέρωσης στα ΜΜΕ και το διαδίκτυο για το πού μπορεί να απευθυνθεί κάθε γυναίκα θύμα κακοποίησης.

Φυσικά, αυτά τα έκτακτα μέτρα να διατηρηθούν όσο υπάρχει ανάγκη και μετά το τέλος της καραντίνας και το κράτος να προχωρήσει άμεσα στη δημιουργία κρατικών και δημοτικών χώρων φιλοξενίας αντίστοιχων των πραγματικών αναγκών. Επίσης δήμοι και κράτος να εξασφαλίσουν θέσεις εργασίας για τα θύματα βίας, ώστε να μπορέσουν να αποκτήσουν οικονομική ανεξαρτησία από τους θύτες τους.

Η κοινωνία στο πλευρό των θυμάτων

Την ίδια ώρα, ο ρόλος που μπορεί να παίξει η κοινωνία στη στήριξη των θυμάτων είναι εξίσου σημαντικός. Από πρωτοβουλίες που μπορεί να πάρει κάποιος/α σε περίπτωση που γνωρίζει περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, βοηθώντας το θύμα, καλώντας την αστυνομία κλπ, μέχρι την συμμετοχή στον αγώνα για να δοθεί τέλος στην έμφυλη βία.

Σήμερα, οι συνθήκες καραντίνας βγάζουν στην επιφάνεια μερικές από τις πιο σκοτεινές πτυχές του καπιταλιστικού συστήματος που στηρίζεται στις διακρίσεις και τις ανισότητες και παράγει τη βία απέναντι στους «αδύναμους». Ο αγώνας ενάντια στην έμφυλη βία πρέπει να είναι και ταυτόχρονα κομμάτι του αγώνα του συστήματος που τη γεννά.