Ελλάδα: τρίτη ακριβότερη χώρα στην ευρωπαϊκή κατάταξη ως προς το κόστος στέγασης!

Εκτός από τους χαμηλούς μισθούς, τις όλο και χειρότερες εργασιακές συνθήκες, τις περικοπές σε κοινωνικές παροχές, η Ελλάδα αποκτά μια ακόμη υψηλή κατάταξη ως προς τις καθημερινές δυσκολίες που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι κάτοικοί της. Βρίσκεται μέσα στις τρεις ακριβότερες χώρες της Ευρώπης ως προς το κόστος στέγασης για τους ενοικιαστές, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Eurostat.

Η έρευνα χρησιμοποιεί έναν τεχνητό δείκτη (το PPS) που αναπαριστά τις τιμές των ενοικίων σε σχέση με την αγοραστική δύναμη των κατοίκων της κάθε χώρας για το 2018. Πρώτο στην κατάταξη έρχεται το Λουξεμβούργο με 1.111,5 μονάδες, δεύτερη η Ελβετία με 1.002,8 μονάδες και ακολουθεί η Ελλάδα, με 872,4. Τέταρτη είναι η Βρετανία με 827,8, ενώ πιο χαμηλά στην κατάταξη, βρίσκονται χώρες όπως η Εσθονία και η Σλοβακία (με 431,6 και 336,8 αντίστοιχα) ενώ τελευταία στην κατάταξη βρίσκεται η Λιθουανία με 222,7.

Πρακτικά δηλαδή, οι τιμές των ενοικίων στις πιο φτωχές χώρες της Ευρώπης, δεν είναι απλά χαμηλότερες σε απόλυτους αριθμούς, κάτι που έτσι κι αλλιώς ήταν αναμενόμενο. Είναι και συγκριτικά πιο χαμηλές, κάτι που δίνει την δυνατότητα στους εργαζόμενους των συγκεκριμένων χωρών, που έχουν χαμηλότερα εισοδήματα, να ανταποκρίνονται στα νοίκια.

Τι γίνεται όμως με την Ελλάδα των μνημονίων, των σκληρών περικοπών και της διαρκούς επιδείνωσης του βιοτικού επιπέδου; Αντί να βρίσκεται στον πάτο της λίστας με τα ακριβότερα ενοίκια, φιγουράρει στην τρίτη θέση, δίπλα στην Ελβετία και το Λουξεμβούργο! Από τις πρώτες 10 χώρες της λίστας, η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα του ευρωπαϊκού νότου (και της ανατολικής Ευρώπης), ενώ όλες οι υπόλοιπες είναι οι αναπτυγμένες χώρες της βόρειας και δυτικής Ευρώπης.

Δραματική άνοδος των ενοικίων

Θυμάστε τα πρώτα χρόνια της κρίσης; Θυμάστε ότι την περίοδο του πρώτου σοκ των επιθέσεων σε μισθούς και συντάξεις, υπήρχε τουλάχιστον η ανακούφιση της κατάρρευσης των τιμών των ενοικίων; Η εποχή αυτή έχει περάσει προ πολλού. 

Σήμερα, τα ενοίκια ανεβαίνουν κατακόρυφα, με τις τιμές τον προηγούμενο χρόνο να έχουν ανέβει κατά μέσο όρο 8,4% σε σχέση με το 2017. Όσο για τον Αύγουστο και το Σεπτέμβρη του 2019, μήνες κατά τους οποίους οι μεγάλες πόλεις με πανεπιστήμια υποδέχονται τους νέους φοιτητές και φοιτήτριες, οι τιμές των ενοικίων ήταν ανεβασμένες μέχρι και κατά 34,6% σε σχέση με την ίδια περίοδο του προηγούμενου χρόνου!

Η αναζήτηση στέγης στις μεγάλες πόλεις έχει γίνει πια ένας από τους μεγαλύτερους πονοκέφαλους για τους ενοικιαστές, ενώ «τρώει» όλο και μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος τους. Ενώ το να βρεις να νοικιάσεις σπίτι σε πόλεις που έχουν μεγάλο αριθμό τουριστών (πχ Χανιά, Ρόδος, κτλ) μοιάζει με «κυνήγι θησαυρού». Η ανάρτηση μιας καθηγήτριας που πριν λίγες μέρες που της ζήτησαν ενοίκιο για σπίτι 40τμ 1500€ το μήνα (!!!) είναι ενδεικτική της κατάστασης…

Η κρίση φέρνει ευκαιρίες (για κάποιους…)

Την περίοδο που οι χτυπημένοι από τις επιθέσεις στα εισοδήματα εργαζόμενοι, συνταξιούχοι, άνεργοι, μπορούσαν τουλάχιστον να βρουν φτηνά σπίτια, το ίδιο έκαναν και κάποιοι άλλοι.

Μεγάλες εταιρείες τουριστικής ανάπτυξης που συνεργάζονται με πλατφόρμες όπως η Airbnb και το booking, είτε αγόρασαν μαζικά κατοικίες στις μεγάλες πόλεις, αλλά και σε αυτές που βρίσκονται κοντά σε τουριστικούς προορισμούς, είτε νοίκιασαν σπίτια ιδιωτών, που υπό το βάρος της κρίσης προτίμησαν το εγγυημένο εισόδημα που προσφέρει η συνεργασία με τέτοιες εταιρείες. 

Παράλληλα, μεγάλοι ξενοδοχειακοί όμιλοι επιλέγουν να αγοράσουν ακίνητα και να τα μετατρέψουν σε τουριστικά καταλύματα, σε περιοχές που κάποτε θεωρούνταν «εργατικές» και στις οποίες το κόστος ενοικίασης ήταν χαμηλό. Στην Αθήνα για παράδειγμα, σε περιοχές το Κουκάκι, τα Πετράλωνα κ.α., είναι αδύνατο να βρει κανείς σπίτι με χαμηλό ενοίκιο. Για την ακρίβεια όποιος καταφέρει να βρει σπίτι, έστω και πανάκριβο, θεωρείται τυχερός. 

Αν σε αυτή την κατάσταση προσθέσει κανείς ότι τα ακίνητα που έχουν αποκτήσει οι τράπεζες μέσω πλειστηριασμών (και τα οποία φυσικά θα επιδιώξουν να πουλήσουν σε «επενδυτές») φτάνουν σε αξία τα 2,3 δις ευρώ (!!!), καταλαβαίνει τι μας περιμένει τα επόμενα χρόνια.

Όσο οι εργαζόμενοι και οι φτωχοί προσπαθούν να επιβιώσουν σε συνθήκες διαρκών επιθέσεων στο βιοτικό τους επίπεδο, τα μεγαθήρια του τουρισμού εκμεταλλεύονται τις ευκαιρίες για «ανάπτυξη», προκειμένου να αυξήσουν τα κέρδη τους. Όσο υπάρχουν αυτές οι ευκαιρίες (και σε μια χώρα σαν την Ελλάδα θα συνεχίσουν να υπάρχουν λόγω της μορφολογίας και του φυσικού περιβάλλοντος), δεν πρόκειται να σταματήσουν να παίζουν με τις ζωές των ανθρώπων, εκτός αν τους σταματήσουμε εμείς. 

Για να γίνει όμως αυτό, απαιτείται το χτίσιμο ενός μαζικού, συντονισμένου κινήματος γειτονιών και ενοικιαστών, ενός κινήματος που θα διεκδικεί:

α) έλεγχο στις τιμές των ενοικίων (και όσον αφορά ένα «ταβάνι» τιμής σε σχέση με τα τετραγωνικά μέτρα, και όσον αφορά τις ετήσιες αυξήσεις που μπορεί να κάνει ο κάθε ιδιοκτήτης). Αυτή η ασυδοσία που υπάρχει αυτή τη στιγμή που ο κάθε ιδιοκτήτης μπορεί να βάζει εξωφρενικές απαιτήσεις πρέπει να τελειώσει.

β) ένα μαζικό πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων για δημόσιες, φτηνές και ποιοτικές εργατικές κατοικίες για τα πιο φτωχά στρώματα του πληθυσμού

γ) μια ήπια τουριστική ανάπτυξη με σεβασμό στους ντόπιους πληθυσμούς, στο περιβάλλον, την τοπική κουλτούρα, που δε θα βασίζεται στο κέρδος για τους λίγους, αλλά στην ανάγκη όλων των ανθρώπων του πλανήτη για προσβάσιμο και ποιοτικό τουρισμό. 

Οι αγώνες που δίνουν αυτή την περίοδο οι κάτοικοι του Βερολίνου σχετικά με το δικαίωμα στην κατοικία μπορούν να χρησιμεύσουν σαν παράδειγμα και στην Ελλάδα (διαβάστε περισσότερα εδώ)