«Δικαιοσύνη για τη Julie»: Τι γίνεται όταν μία γυναίκα καταγγέλλει βιασμό

Με αφορμή τις τρομακτικές αποκαλύψεις που ξεδιπλώνονται στα πλαίσια του ελληνικού #MeToo, αρκετοί θέτουν –όχι πάντα καλοπροαίρετα– το ερώτημα γιατί τα θύματα δεν απευθύνονται στη δικαιοσύνη. Μία ιστορία από τη Γαλλία, έρχεται για να δώσει κάποιες απαντήσεις, εξηγώντας τι μπορεί να αντιμετωπίσει ένα θύμα βιασμού όταν αποφασίσει να τον καταγγείλει.

Τα γεγονότα

Πάνω από 12 χρόνια έχουν περάσει από τότε που ξεκίνησε η μαρτυρική εμπειρία της Julie (το όνομα δεν είναι το πραγματικό), η οποία τότε ήταν 12,5 ετών. Η Julie έπασχε από μια ιδιαίτερη νευρολογική ασθένεια, εξαιτίας της οποίας έπαιρνε βαριά φαρμακευτική αγωγή και χρειαζόταν συχνά νοσηλεία. Στη Γαλλία, οι διασώστες, τραυματιοφορείς και πυροσβέστες αποτελούν ένα ενιαίο σώμα, που ονομάζεται SAMU. Σε κάποια από τις μεταφορές της στο νοσοκομείο, λοιπόν, ένας πυροσβέστης, ο Pierre C., κατάφερε να εξασφαλίσει τον αριθμό του τηλεφώνου της και άρχισε να επικοινωνεί μαζί της. Η επικοινωνία σύντομα έπαψε να είναι αθώα, άρχισε να της ζητά να βγάλει τα ρούχα της στην κάμερα, να συναντηθούν και εν ολίγοις την εξανάγκασε σε ερωτικές πράξεις και τη βίασε περισσότερες από μία φορές. Σε πολλές από τις συναντήσεις συμμετείχαν και άλλοι πυροσβέστες, ταυτόχρονα ή διαδοχικά. Στη δικογραφία αναφέρεται σίγουρα ένα τουλάχιστον περιστατικό στο οποίο συμμετείχαν τρεις από αυτούς. 

Συνολικά μέσα σε λίγο περισσότερο από 2 χρόνια (ενώ δηλαδή ήταν από 12,5 ως 15 ετών), η Julie κακοποιήθηκε και βιάστηκε από τουλάχιστον 20 πυροσβέστες, συνήθως κατά ή μετά τη μεταφορά της στο νοσοκομείο, ορισμένες φορές μάλιστα μέσα στο νοσοκομείο ή στο σπίτι της. Είναι αδύνατο αυτοί να μη γνώριζαν την ηλικία της, αφού τα στοιχεία της ήταν στη διάθεση της υπηρεσίας και αναγράφονταν με ακρίβεια στα φύλλα διακομιδής. 

Το κορίτσι βρισκόταν σε μια επιβαρυμένη κατάσταση εξαιτίας της ασθένειας και της θεραπευτικής αγωγής, η οποία ανάμεσα σε άλλες παρενέργειες, της προκαλούσε και ορμονική απορρύθμιση. Είναι προφανές ότι η παρατεταμένη άγρια κακοποίηση που υφίστατο επιδείνωσε δραματικά την ψυχική της υγεία, οι κρίσεις αυξάνονταν, για μεγάλα χρονικά διαστήματα απουσίαζε από το σχολείο, όπου, όπως αναφέρει η ίδια αντιμετώπιζε κοροϊδία και εκφοβισμό. Η μπερδεμένη και ασταθής ψυχική της κατάσταση την έκανε να μην τολμά να μιλήσει στους γονείς της, κάτι που τελικά έκανε όταν πλέον ήταν 15 χρονών. 

Στη διάρκεια των δύο αυτών χρόνων, οι επιθέσεις και η κακοποίηση επαναλαμβάνονταν σχεδόν κάθε φορά που διακομιζόταν στο νοσοκομείο και όπως έγραφε στο ημερολόγιό της, «βίωνε ένα αίσθημα παράλυσης και πλήρη αδυναμία να αντιδράσει με οποιονδήποτε τρόπο». Οι γονείς της αναφέρουν ότι σε διάφορες φάσεις μέσα σε αυτά τα δύο χρόνια «ήταν σαν φυτό», για κάποια διαστήματα νοσηλεύτηκε σε παιδοψυχιατρική κλινική, ενώ έκανε επίσης περισσότερες από μία απόπειρες αυτοκτονίας: στη μία από αυτές, έπεσε από το παράθυρο, υπέστη σημαντικά τραύματα και χρειάστηκε να νοσηλευτεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. 

Το 2010, όταν η Julie ήταν πλέον 15 χρονών, και ενώ η αγωγή που λαμβάνει έχει μειωθεί, καταφέρνει να δει πιο καθαρά τι ακριβώς είναι αυτό που της συμβαίνει, μιλά στους γονείς της και προβαίνουν σε καταγγελία στην αστυνομία. 

#JusticePourJulie Série de photos Vincent Scarli

Δημοσιεύτηκε από Les effronté-es στις Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2021

Σεξιστική αντιμετώπιση από τους μηχανισμούς της αστυνομίας και της δικαιοσύνης

Και τότε άρχισε ένας κυκεώνας καφκικού τύπου, με την εμπλοκή της αστυνομίας και της δικαιοσύνης. Αρχικά οι καταγγελθέντες πυροσβέστες αμφισβήτησαν τις κατηγορίες και κατέθεσαν ότι όσα συνέβησαν ήταν συναινετικά! Κάποιοι, όντας αντιμέτωποι με τις κατηγορίες του κατ’ επανάληψη ομαδικού βιασμού ανήλικης κάτω των 15 ετών, ισχυρίστηκαν ότι αγνοούσαν την ηλικία της – κάτι που πρακτικά ήταν αδύνατο. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς όλων όσων κατηγορήθηκαν, η Julie συμμετείχε συναινετικά σε όλες τις καταγγελλόμενες πράξεις! Ισχυρίζονται δηλαδή πως ένα κορίτσι 13 ή 14 ετών υπό την επήρεια βαριάς φαρμακευτικής αγωγής, συναίνεσε σε ταυτόχρονη σεξουαλική συνεύρεση με τρεις άντρες ηλικίας 20 ετών και άνω!

Όσο παράλογο κι αν φανεί, οι 17 από τους κατηγορούμενους έχουν απαλλαχθεί λόγω ελλιπών αποδεικτικών στοιχείων ή αμφιβολιών σχετικά με τη συναίνεση. Ορισμένοι από αυτούς επικαλέστηκαν ότι δεν γνώριζαν ότι το κορίτσι ήταν μικρότερο από 15 ετών (κάτι που όπως αναφέρθηκε ήδη ήταν αδύνατο). Άλλοι παραδέχτηκαν ότι το γνώριζαν, αλλά ισχυρίστηκαν ότι ήταν σε θέση να συναινέσει και ότι όντως συναίνεσε. Για τους εναπομείναντες τρεις, η εισαγγελία μετέβαλε τις κατηγορίες από «βιασμό ανήλικης κάτω των 15 ετών» σε «σεξουαλική επίθεση»: η διαφορά είναι πως η πρώτη κατηγορία είναι κακουργηματική και επισύρει ποινή ως και 20 έτη φυλάκισης, ενώ η δεύτερη είναι πλημμέλημα, με ανώτατη ποινή τα 10 έτη.

Η εισαγγελία αιτιολόγησε τη μεταβολή των κατηγοριών με το σκεπτικό πως από την προανάκριση προκύπτει «ενδεχόμενη συναίνεση του θύματος», η εισαγγελία δηλαδή επαναλαμβάνει την υπερασπιστική γραμμή των κατηγορουμένων. Πλην όμως, κάποια σημεία της υπόθεσης παραμένουν σκοτεινά, όπως για παράδειγμα τα εξής:

  • Ο λόγος για τον οποίο υπήρξε άρνηση για κατ’ αντιπαράσταση ανάκριση, κάτι στο οποίο επέμεινε πολύ η ίδια η Julie και οι γονείς της. 
  • Το γεγονός ότι η προανακριτική διαδικασία κράτησε οκτώ ολόκληρα χρόνια.
  • Το γεγονός ότι η Julie περίμενε τρία ολόκληρα χρόνια μέχρι να δεχτεί κλήτευση για κατάθεση από τον αρμόδιο ανακριτή.
  • Το γεγονός ότι η δίκη δεν έχει γίνει ακόμα, ενώ η αλλαγή του κατηγορητηρίου αποφασίστηκε το Νοέμβριο του 2020, δέκα χρόνια μετά την καταγγελία και 12 χρόνια αφού ξεκίνησε ο εφιάλτης της Julie. 

Εντύπωση προκαλούν επίσης οι ερωτήσεις που δέχτηκε από τους αστυνομικούς που την ανέκριναν, όταν η Julie με τη στήριξη των γονιών της αποφάσισε να προσφύγει σε καταγγελία – ερωτήσεις όπως:

«Αφέθηκες να υποστείς πεολειχία;», «Και γιατί δεν είπες οχι;», «Θα μπορούσες να είχες φωνάξει, να κάνεις εμετό, να τον σπρώξεις πριν στο βάλει στο στόμα σου», «Κατά τη γνώμη σου, μια γυναίκα που πέφτει θύμα βιασμού, απωθεί το βιαστή της λίγο ή πολύ; Γιατί τον απώθησες τόσο λίγο;», «Βλέπεις τη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που περιγράφεις και ένα βιασμό;».

Τέτοιες ερωτήσεις δέχτηκε ένα 15χρονο κορίτσι που πήγε να καταγγείλει ότι ήταν θύμα κατ’ εξακολούθηση βιασμού επί πάνω από δύο χρόνια! Και βάσει αυτής της ανακριτικής διαδικασίας, 17 κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν και οι κατηγορίες για τους άλλους τρεις μεταβλήθηκαν επί το ελαφρότερο!

Ξεπερασμένες ψυχιατρικές θεωρίες  στην υπηρεσία των βιαστών

Η προσπάθεια υπονόμευσης της αξιοπιστίας του θύματος δεν περιορίστηκε εντός της ανακριτικής αίθουσας, αλλά επιστρατεύτηκε και η επιστήμη διά στόματος, Paul Bensussan, ψυχιάτρου και εξειδικευμένου συμβούλου του εφετείου. Αναφερόμενος στο γεγονός ότι η Julie άργησε να καταφύγει στην αστυνομία και την δικαιοσύνη, δήλωσε ότι αυτό δεν μπορεί να συνδέεται με μετατραυματικό στρες, γιατί αυτή είναι μια κατάσταση που αφορά θύματα πολεμικών συρράξεων και δεν ισχύει στη περίπτωση σεξουαλικής συνεύρεσης με γνωστό άτομο! 

Αρνείται δηλαδή τις ψυχολογικές επιπτώσεις του βιασμού, στη περίπτωση που ο θύτης είναι οικείο πρόσωπο. Μόνο που, όπως καταδεικνύει πληθώρα ερευνών, στην πλειοψηφία των περιστατικών βιασμού ή σεξουαλικής κακοποίησης, ο θύτης είναι άτομο του οικείου περιβάλλοντος του θύματος. 

#JusticePourJulie

Δημοσιεύτηκε από Les effronté-es στις Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2021

Ο ίδιος επιστήμονας και σύμβουλος των εφετών, σε μια προφανή απόπειρα απονομιμοποίησης της Julie, επικαλείται την «υστερία» και την «κτητικότητα» ως παθήσεις από τις οποίες ενδεχομένως υποφέρει: οι έννοιες αυτές όμως έχουν αφαιρεθεί από το εγχειρίδιο διάγνωσης ψυχικών ασθενειών ήδη από το 1952 και η επιστημονική κοινότητα δεν τις αναγνωρίζει ως ασθένειες! Πρόκειται για το ίδιο άτομο που μάχεται για την αναγνώριση του συνδρόμου της γονεϊκής αποξένωσης: σύμφωνα με το σύνδρομο αυτό, ένα παιδί που καταγγέλλει σεξουαλική κακοποίηση από τον ένα γονέα, έχει στην πραγματικότητα πέσει θύμα χειραγώγησης από τον άλλο γονέα. Το σύνδρομο αυτό έχει πάψει να αναγνωρίζεται ως τέτοιο από το 2018 και δεν έχει πλέον καμία επιστημονική βάση. 

Ο αντίκτυπος στην γαλλική κοινωνία

Η γαλλική κοινωνία έχει συνταραχτεί από τις εξελίξεις γύρω από την υπόθεση της Julie. Η συζήτηση σχετικά με τον ορισμό ηλικιακού ορίου, κάτω από το οποίο δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα συναίνεσης έχει ανοίξει ξανά. Ο νόμος αυτή τη στιγμή προβλέπει ότι οποιαδήποτε σεξουαλική συνεύρεση με άτομο νεότερο των 15 ετών είναι παράνομη. Ο νομοθέτης θεωρεί ότι ένα άτομο νεότερο των 15 ετών δεν είναι σε θέση να δώσει συγκατάθεση. Στη Γαλλία έχει ανοίξει μια συζήτηση για μετατόπιση του ορίου αυτού σε νεότερη ηλικία, με κάποιους να προτείνουν ακόμα και τα 12 χρόνια. Η υπόθεση της Julie έχει επηρεάσει σημαντικά τις απόψεις που εκφράζονται σχετικά με αυτό το θέμα. Πρόσφατα μάλιστα η Γερουσία ψήφισε νόμο που ορίζει ότι η σεξουαλική συνεύρεση με άτομο νεότερο από 13 ετών είναι κακούργημα και όχι πλημμέλημα όπως ίσχυε ως τώρα. 

Ήδη από το Οκτώβριο του 2020, όταν προτάθηκε οι κατηγορίες που βαρύνουν τους δράστες να μετατραπούν από βιασμό σε σεξουαλική επίθεση, ξεσηκώθηκε ένα ευρύ κίνημα αλληλεγγύης προς τη Julie σε όλη τη Γαλλία, που αντικατοπτρίστηκε και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με την χρήση του #JusticepourJulie, αλλά και με τη μεγάλη ανταπόκριση που υπήρξε στο κάλεσμα για συλλογή υπογραφών στήριξης. 

Τόσο τον Οκτώβριο, όσο και στις αρχές Φλεβάρη, όταν επρόκειτο να ανακοινωθεί η απόφαση, καλέστηκαν πολλές συγκεντρώσεις αλληλεγγύης και υποστήριξης σε πολλές γαλλικές πόλεις. Οι συγκεντρώσεις αυτές ήταν αρκετά μαζικές, δεδομένων των πολύ αυστηρών μέτρων προστασίας από τον κορονοϊό που ισχύουν, ειδικά σε ορισμένες περιοχές της χώρας. Ο κόσμος που συμμετείχε δηλώνει αποφασισμένος να σταθεί στο πλευρό της Julie, μέχρι τελικής δικαίωσης. Η παρουσία της στην συγκέντρωση που έγινε στο Παρίσι προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση: η Julie είναι πλέον 25 χρονών και κάνει μια σημαντική προσπάθεια να ανασυγκροτηθεί ψυχικά μετά από όσα έχει υποστεί τα τελευταία 12 χρόνια: με τη γροθιά υψωμένη απευθύνθηκε στους βιαστές της, λέγοντας: «Νομίζατε πως με σκοτώσατε, αλλά τώρα είναι σειρά σας να τρέμετε από φόβο».

Ο σεξισμός παλεύεται στο δρόμο

Για να επανέλθουμε στο «ερώτημα» που τέθηκε στην αρχή του κειμένου, η περίπτωση της Julie αποδεικνύει επαρκώς για ποιους λόγους οι γυναίκες – θύματα κακοποίησης και βιασμού διστάζουν να αποταθούν στην αστυνομία και τη δικαιοσύνη. Από τη Γαλλία μας έρχεται και ένα άλλο παρόμοιο παράδειγμα: H Cecile ήταν το 97ο θύμα γυναικοκτονίας στη Γαλλία κατά το 2020. Ήταν θύμα ενδοοικογενειακής βίας για πολλά χρόνια και είχε κάνει 22 καταγγελίες στην αστυνομία, ζητώντας προστασία για τον εαυτό της και τα τρία παιδιά της. Η αστυνομία αρνήθηκε να καταγράψει την 23η της καταγγελία και λίγες μέρες αργότερα, η Cecile βρέθηκε δολοφονημένη από τον σύζυγό της. 

Αν και οι δύο παραπάνω περιπτώσεις προέρχονται από τη Γαλλία, αυτού του είδους η αντιμετώπιση των θυμάτων βίας ή βιασμού δεν αποτελεί «γαλλική καινοτομία». Η αμφισβήτηση του θύματος ή η υποτίμηση της κακοποίησής του από τις αρχές και τη δικαιοσύνη αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο, όπως και οι σεξιστικές αντιλήψεις που γεννούν αυτή τη στάση.

Οι νόμοι και οι θεσμοί έχουν υποχρέωση να προστατεύουν τα θύματα, οι κρατικές υπηρεσίες οφείλουν να παρέχουν οικονομική, νομική και ψυχική υποστήριξη και είναι απαραίτητο να απαιτούμε να υπάρχει τόσο το νομικό πλαίσιο όσο και οι υλικές προϋποθέσεις. Η πραγματικότητα όμως μας δείχνει πως, είτε λόγω των μεγάλων οικονομικών περικοπών, είτε λόγω της κουλτούρας του βιασμού και της ενοχοποίησης των θυμάτων που είναι διάχυτες στην κοινωνία, οι κρατικές δομές συνήθως αποτυγχάνουν να επιτελέσουν αυτόν τον ρόλο. Τα θύματα αφήνονται μόνα στην τύχη τους, οι γυναικοκτονίες και οι βιασμοί συνεχίζουν να συμβαίνουν.

Το γυναικείο κίνημα οφείλει να στέκεται δίπλα στα θύματα και να τους παρέχει αλληλεγγύη και στήριξη. Οφείλει επίσης να διεκδικεί μεγαλύτερη χρηματοδότηση για τις δομές υποστήριξης και τους θεσμούς που αναλαμβάνουν τις υποθέσεις αυτές (δικαιοσύνη, αστυνομία), ώστε οι καταγγελίες να γίνονται και να εκδικάζονται και οι ένοχοι να τιμωρούνται. Πρέπει ακόμα να απαιτούμε το προσωπικό που διαχειρίζεται αυτές τις υποθέσεις να είναι άρτια εκπαιδευμένο και να γνωρίζει πώς να χειριστεί τα θύματα που βρίσκουν το θάρρος να κάνουν τις καταγγελίες. 

Το γυναικείο κίνημα έχει ανάγκη να συναντηθεί με τα συμμαχικά κινήματα στον αγώνα αυτό, όπως είναι το αντιρατσιστικό και το αντιφασιστικό κίνημα και μαζί να βάζουν μπροστά τις επί μέρους διεκδικήσεις τους και να τις προωθούν μέσα στα πλαίσια του εργατικού κινήματος, που είναι αυτό που μπορεί να παλέψει για ένα ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, για μια κοινωνία δίκαιη, αλληλέγγυα, χωρίς σεξισμό, ρατσισμό και διακρίσεις. 

7,037ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,076ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
368ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής