Βολιβία: Η Άνιες και οι πραξικοπηματίες αναβάλλουν και πάλι τις εκλογές προκαλώντας μαζικό ξεσηκωμό

Τις προηγούμενες δύο εβδομάδες οι εργάτες, οι χωρικοί και οι ιθαγενείς στη Βολιβία βρίσκονταν σε κινητοποιήσεις ενάντια στην αντιδημοκρατική, αντεργατική και φιλο-ιμπεριαλιστική κυβέρνηση της Τζανίν Άνιες, που πήρε την εξουσία μετά το πραξικόπημα του περασμένου Νοέμβρη. Διαβάστε στη συνέχεια αναλυτικό άρθρο του σ. Αντρέ Φεράρι, στελέχους της βραζιλιάνικης οργάνωσης «Ελευθερία, Σοσιαλισμός και Επανάσταση» (Liberdade, Socialismo e Revolução – LSR, αδερφής οργάνωσης του «Ξ») για τις τελευταίες εξελίξεις στη Βολιβία.

Για δύο εβδομάδες μέσα στον Αύγουστο, το κίνημα των εργαζομένων, των χωρικών και των ιθαγενών προχώρησε σε συλλαλητήρια, διαδηλώσεις και πάνω από εκατό οδοφράγματα σε όλη τη Βολιβία, ενάντια στην παράνομη κυβέρνηση της Τζανίν Άνιες.

Στις 3 Αυγούστου, το «Εργατικό Κέντρο Βολιβίας» (στμ: αντίστοιχο της ΓΣΕΕ) και η «Συμφωνία Ενότητας» που συνενώνει διάφορα κινήματα ιθαγενών και αγροτών, είχαν καλέσει σε μια πανεθνική ημέρα αγώνα. Η αφορμή για το ξέσπασμα των πρόσφατων κινητοποιήσεων ήταν η τρίτη συνεχόμενη αναβολή των προεδρικών εκλογών, που αρχικά σχεδιάζονταν να γίνουν τον περασμένο Μάη.

Η απόφαση του Ανώτατου Εκλογικού Δικαστηρίου να αναβάλει τις προγραμματισμένες εκλογές για τις 6 Σεπτέμβρη και να ορίσει νέα ημερομηνία στις 18 Οκτώβρη, ενίσχυσε το αίσθημα ότι η κυβέρνηση που σχηματίστηκε μετά το πραξικόπημα του Νοέμβρη του 2019 σκοπεύει να μείνει στην εξουσία για πάντα, και δεν έχει πρόθεση να προκηρύξει ελεύθερες εκλογές στη χώρα.

Κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων, πέρα από το αίτημα για μη αναβολή των εκλογών του Σεπτέμβρη, άρχισε να κερδίζει έδαφος το αίτημα για την πτώση της κυβέρνησης Άνιες.

Εκτός από την καταστολή και τη ρατσιστική αντιμετώπιση των ιθαγενών από το κράτος, υπήρξαν και επιθέσεις από φασιστικές ομάδες στα οδοφράγματα, εναντίως ακτιβιστών του κινήματος. Τα γραφεία του «Εργατικού Κέντρου» και της Συνομοσπονδίας Αγροτισσών «Μπαρτολίνα Σίσα» στην Λα Παζ δέχτηκαν βομβιστική επίθεση τα ξημερώματα της 14ης Αυγούστου.

Αρκετές από αυτές τις ομάδες, οι οποίες έχουν φασιστικά χαρακτηριστικά, όπως η «Ένωση Νέων της Σάντα Κρουζ» ή η «Αντίσταση Νέων της Κοτσαμπάμπα», είχαν παίξει έναν αντίστοιχο ρόλο δημιουργώντας ένα κλίμα τρομοκρατίας πριν το πραξικόπημα του ’19, με την ανοχή της αστυνομίας και του στρατού.

Μετά από δέκα και πλέον μέρες οδοφραγμάτων, κινητοποιήσεων και συγκρούσεων, υπήρξε στις 13 Αυγούστου συμφωνία μεταξύ των βουλευτών του «Κινήματος για τον Σοσιαλισμό» (MAS, το κόμμα του πρώην προέδρου Έβο Μοράλες) και των δυνάμεων της Δεξιάς, οι οποίοι ψήφισαν σχετικό νόμο που καθορίζει την 18η Οκτώβρη ως οριστική ημερομηνία εκλογών, η οποία δεν μπορεί να αναβληθεί.

Απέναντι σ’ αυτήν την κατάσταση, το «Εργατικό Κέντρο» και η «Συμφωνία Ενότητας» σε πρώτη φάση δίστασαν να δεχτούν τη συμφωνία. Όμως τελικά αποφάσισαν να αναστείλουν τις κινητοποιήσεις, υποσχόμενοι να παραμείνουν σε επαγρύπνηση μέχρι την ημέρα των εκλογών.

Σε κάποιες περιοχές, ένα μέρος του κινήματος διαφώνησε με τη συμβιβαστική στάση της ηγεσίας, ειδικά αυτών που συνδέονται με το MAS και τον Μοράλες, και προσπάθησαν να διατηρήσουν τις κινητοποιήσεις μερικές ημέρες ακόμα. Όμως, η γενική εικόνα είναι ότι το κίνημα κατέληξε να υποχωρήσει.

Η συμβιβαστική στάση για εκ νέου αναβολή των εκλογών υποστηρίχθηκε εξαρχής από τον Έβο Μοράλες, ο οποίος απέρριψε εμφατικά το αίτημα για άμεση παραίτηση της Τζανίν Άνιες.

Ρατσισμός, καταστολή και η πανδημία

Παρά αυτή τη στάση του Μοράλες, η κυβέρνηση και οι δυνάμεις της δεξιάς –προσπαθώντας να υπονομεύσουν το MAS– τον κατηγορούν ότι βρίσκεται πίσω από τις κινητοποιήσεις και ότι είναι υπεύθυνος για το «κοινωνικό χάος» που έχει προκληθεί από την πανδημία του κορονοϊού covid-19.

Αυτή η ρατσιστική εκστρατεία, κατά την οποία οι αγωνιζόμενοι ιθαγενείς χαρακτηρίστηκαν ως «απάνθρωπα τέρατα που διεξάγουν έναν βιολογικό πόλεμο μεταδίδοντας τον ιό σε όλη τη χώρα», έγινε η βάση για ένα άγριο κύμα καταστολής.

Ο Υπουργός Αρτούρο Μουρίγιο κατά τη διάρκεια συνέντευξής του στο CNN έφτασε στο σημείο να πει:

«θα ήταν πολιτικά ορθό να φυτέψουμε μια σφαίρα στους διαδηλωτές».

Ο Μουρίγιο έχει ένα μακρύ ιστορικό απάνθρωπης και δολοφονικής καταστολής. Τα χέρια του είναι λερωμένα με το αίμα των εργατών, των ιθαγενών και του λαού, από την καταστολή της αντίστασης ενάντια στο πραξικόπημα του 2019, ειδικά στις σφαγές της Σακάμπα στην περιοχή της Κοτσαμπάμπα και της Σενκάτα στο Ελ Άλτο. Τουλάχιστον 33 διαδηλωτές σκοτώθηκαν και στις δύο περιοχές συνολικά από τις ένοπλες δυνάμεις.

Αυτό που η Άνιες και οι υποστηρικτές της δεν παραδέχονται, είναι ότι η τραγική κατάσταση του Συστήματος Υγείας της Βολιβίας, είναι αποτέλεσμα της απόλυτης ανικανότητας της κυβέρνησής της να αντιμετωπίσει την πανδημία. Είναι η κυβέρνηση που αγόρασε αναπνευστήρες που δεν λειτουργούν σε τετραπλάσια τιμή σε σχέση με αυτούς της αγοράς, ενώ ξοδεύει ακόμα περισσότερα χρήματα στην αγορά δακρυγόνων και άλλου κατασταλτικού εξοπλισμού, για να τον χρησιμοποιήσει εναντίον του λαού.

Η μεγάλη πλειοψηφία των 36 ομάδων ιθαγενών της Βολιβίας έχουν εγκαταλειφθεί πλήρως από την κυβέρνηση, ενώ είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στην πανδημία και την κοινωνική και οικονομική κρίση.

Η Τζανίν Άνιες αρνείται να εφαρμόσει μια σειρά νόμων έκτακτης ανάγκης για την υγεία και την κοινωνία που έχει ψηφήσει η βουλή. Ένας εξ’ αυτών υποχρεώνει τις ιδιωτικές κλινικές να παρέχουν δωρεάν νοσηλεία σε ασθενείς με κορονοϊό. Ο στόχος βέβαια της κυβέρνησης είναι να εξασφαλίσει τα τεράστια κέρδη από των ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Εκκρεμεί επίσης η εφαρμογή της μείωσης των ενοικίων λόγω καραντίνας και της μη διακοπής συμβολαίων λόγω απλήρωτων λογαριασμών.

Οι Βολιβιανοί εργαζόμενοι, οι χωρικοί και οι ιθαγενείς υποφέρουν πολύ περισσότερο από τις επιπτώσεις της πανδημίας και της οικονομική και κοινωνικής κρίσης. Είναι αυτοί που πεθαίνουν λόγω συνθηκών φτώχειας, έλλειψης μέτρων πρόληψης και ιατρικής βοήθειας. Ο αριθμός των κρουσμάτων του κορονοϊού έχει ήδη ξεπεράσει το όριο των 100.000, με περίπου 5.000 θανάτους επισήμως, σε μια χώρα των 11,6 εκ. κατοίκων.

Όμως γνωρίζουμε ότι οι πραγματικοί αριθμοί είναι σίγουρα μεγαλύτεροι. Ο αριθμός των πτωμάτων που βρέθηκαν στους δρόμους και σε σπίτια, κατά τις πρώτες μέρες του Ιούλη, ξεπερνούσε τα 400. Σύμφωνα με τις ίδιες τις αρχές, πάνω από το 85% αυτών ήταν τελικά κρούσματα κορονοϊού.

Την ίδια ώρα, η πείνα και η χειροτέρευση των συνθηκών διαβίωσης κατά τη διάρκεια της υγειονομικής και οικονομικής κρίσης, αναγκάζουν εκατομμύρια ανθρώπους να ψάχνουν τρόπους για να επιβιώσουν.

9 στους 10 Βολιβιανούς είδαν το εισόδημά τους να μειώνεται κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ενώ 4 στους 10 δεν έχει πλέον κανενός είδους εισόδημα.

Παρά την κρισιμότητα της κατάστασης, η Τζανίν Άνιες ήρθε στην εξουσία με ένα πραξικόπημα που είχε ως βασικό σκοπό την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μεγάλων καπιταλιστών στη Βολιβία, να ανοίξει το δρόμο στις πολυεθνικές για την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και να διασφαλίσει ότι η οικονομική εξουσία θα παραμείνει στα χέρια αντιδραστικών ολιγαρχών.

Συνεπώς, η πάλη ενάντια σ’ αυτήν την εγκληματική κυβέρνηση είναι κομμάτι του αγώνα για επιβίωση, για την πλειοψηφία του Βολιβιανού λαού.

Το πραξικόπημα και η κλιμάκωση του αυταρχισμού

Το πραξικόπημα του Νοέμβρη του 2019 υποστηρίχθηκε από την αντιδραστική ελίτ της Βολιβίας και τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Έφερε στην εξουσία την Τζανίν Άνιες με τη συνοδεία εκπροσώπων από τα πιο σάπια, ρατσιστικά, αυταρχικά και αντεργατικά στρώματα της Βολιβιανής κοινωνίας.

Μια βαθύτερη εικόνα του τι συνέβη το 2019 στη Βολιβία μπορεί να πάρει κανείς στη δήλωση του Έλον Μασκ, ιδιοκτήτη της εταιρείας ηλεκτροκίνητων οχημάτων Τέσλα, όταν σχολιάστηκε στο twitter ότι πίσω απ’ την πραξικοπηματική ανατροπή του Μοράλες κρύβονται τα συμφέροντα της Τέσλα για το λίθιο της Βολιβίας (που χρησιμοποιείται στην κατασκευή μπαταριών). Η απάντησή του ήταν:

            «Θα κάνουμε πραξικόπημα ενάντια σε όποιον γουστάρουμε!»

Το πραξικόπημα είχε σχεδιαστεί από την πρεσβεία των ΗΠΑ στην Λα Παζ, με τη συνεργασία της ακροδεξιάς κυβέρνησης του Ζαΐρ Μπολσονάρου στη Βραζιλία και του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών (ΟΑΚ) και πραγματοποιήθηκε με βίαιες επιθέσεις ακροδεξιών παραστρατιωτικών ομάδων στους δρόμους και συμμετοχή της αστυνομίας και του στρατού.

Οι πραξικοπηματίες απαιτούσαν την παραίτηση του Έβο Μοράλες και τη μη αναγνώριση του αποτελέσματος των εκλογών της 20ης Οκτώβρη του 2019, οι οποίες έδωσαν στον πρόεδρο της Βολιβίας ακόμα μια νίκη στον πρώτο γύρο, με μικρή διαφορά.

Η κατηγορία για νοθεία, που χρησιμοποιήθηκε από τους πραξικοπηματίες ως δικαιολογία, υποστηρίχθηκε από τον ΟΑΚ, με αναφορές για παρατυπίες κατά τη διάρκεια της καταμέτρησης των ψήφων. Λίγο αργότερα, το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ κατήγγειλε την κυβέρνηση του Έβο Μοράλες και έδωσε «ελευθέρας» στο πραξικόπημα.

Τον περασμένο Ιούνη, η εφημερίδα του αμερικανικού κατεστημένου Νιου Γιόρκ Τάιμς διεξήγαγε μια ανεξάρτητη έρευνα η οποία κατέληξε στο ότι τα επιχειρήματα του ΟΑΚ βασικά χρησιμοποιούνταν για να δικαιολογήσουν πολιτικά το πραξικόπημα.

Το πραξικόπημα είχε κάποια κοινωνική απήχηση κυρίως από τα απογοητευμένα μεσαία στρώματα της Βολιβίας, αλλά και από κάποια φτωχά τα οποία, όπως συμβαίνει και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, έχουν παρασυρθεί από την προπαγάνδα της Δεξιάς, η οποία εκμεταλλεύεται τα όρια, τις αντιφάσεις, τα λάθη ή ακόμα και τις προδοσίες των αποκαλούμενων «προοδευτικών» κυβερνήσεων της ηπείρου.

Ύστερα από 13 χρόνια στην εξουσία ο Έβο Μοράλες δεν συγκρούστηκε ποτέ ολοκληρωτικά με το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα της Βολιβίας. Το οποίο στηρίζεται κατά βάση στην εξόρυξη πρώτων υλών προς εξαγωγή, κάτι που έχει καταλήξει να στραφεί εναντίον τόσο του περιβάλλοντος όσο και των συμφερόντων των ιθαγενών, μοντέλο το οποίο ενισχύει την εξάρτηση της χώρας από άλλες πλουσιότερες, αν και ο Μοράλες κατάφερε να πετύχει μερικές βελτιώσεις σχετικά με την αναδιανομή εισοδήματος.

Η πολιτική άποψη το Έβο Μοράλες ήταν πάντα μια προσπάθεια να συμβιβαστεί με την κυρίαρχη ελίτ, αντί να προσπαθεί να την ανατρέψει στηριζόμενος στην οργάνωση και την πάλη της εργατικής τάξης, των φτωχών, των χωρικών και των ιθαγενών.

Σταδιακά, αυτή η διαδικασία εξελίχθηκε σε μια ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ της κυβέρνησης του Μοράλες και μέρους των κοινωνικών κινημάτων, συμπεριλαμβανομένων των ιθαγενών, τα οποία απαιτούσαν μια πιο σκληρή στάση της κυβέρνησης απέναντι στους γαιοκτήμονες, τις πολυεθνικές και τις μεγάλες επιχειρήσεις γενικότερα.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, η κοινωνική βάση του Μοράλες βρέθηκε την περίοδο του πραξικοπήματος αποδιοργανωμένη, μπερδεμένη και χωρίς να έχει κάποια εναλλακτική. Ούτε ο Μοράλες ούτε η ηγεσία του MAS είχαν μια ξεκάθαρη πρόταση αντίστασης και κατέληξαν να αποδεχθούν την κατάσταση και να καλούν σε διαπραγματεύσεις για μια συμφωνία με τη Δεξιά που υποστήριζε το πραξικόπημα.

Αυτό, ωστόσο, δεν απέτρεψε την ευρεία λαϊκή κινητοποίηση τις εβδομάδες που ακολούθησαν το πραξικόπημα, ενάντια στην νέα, «ντε φάκτο», παράνομη κυβέρνηση της Άνιες.

Μετά από πολύ σκληρή καταστολή, όπως συνέβη με τις σφαγές σε Σακάμπα και Σενκάτα, και την υπόσχεση για εκλογές τον περασμένο Μάη, οι ηγεσίες των κοινωνικών κινημάτων κατέληξαν να αποδεχθούν την πρόταση της κυβέρνησης της Άνιες. Λίγο αργότερα, η εξάπλωση της πανδημίας έδωσε την αφορμή στην κυβέρνηση να αναβάλει κι άλλο τις εκλογές, παρατείνοντας το αυταρχικό καθεστώς.

Η εκλογική στρατηγική δεν είναι αρκετή από μόνη της

Η τακτική του Έβο Μοράλες και της ηγεσίας του MAS έχει φτάσει στο σημείο να «ποντάρουν όλα τους τα χαρτιά» σε μια εκλογική νίκη για να επιστρέψουν στην εξουσία, ακόμα και εντός των τωρινών πλαισίων που έχει θέσει η Δεξιά και ο ιμπεριαλισμός.

Ένα αντίστοιχο λάθος είχε κάνει και ο Λούλα και η ηγεσία του Κόμματος των Εργαζομένων (PT) στη Βραζιλία, η οποία είναι μια χώρα που ιστορικά έχει πιο σταθερούς θεσμούς από την Βολιβία. Μετά το κοινοβουλευτικό πραξικόπημα του 2016, που ανακάλεσε την εντολή της προέδρου Ντίλμα Ρούσεφ του PT, η βασική στρατηγική του κόμματος ήταν να ρίξει όλο το βάρος στη νίκη του Λούλα στις εκλογές του 2018.

Παρά την εμπιστοσύνη τους στη σταθερότητα των «δημοκρατικών θεσμών» της Βραζιλίας, ο Λούλα διώχθηκε πολιτικά, αποκλείστηκε ως υποψήφιος και μετά από μια δίκη γεμάτη παρατυπίες κατέληξε να φυλακιστεί από τον δικαστή Σέρτζιο Μόρο. Αυτό άνοιξε το δρόμο για την άνοδο στην προεδρεία του ακροδεξιού Ζαΐρ Μπολσονάρου, ο οποίος διόρισε τον Μόρο Υπουργό Δικαιοσύνης.

Το MAS θεωρεί ότι βασική προτεραιότητα αποτελεί το να μην δοθεί κανένα πάτημα για αντίδραση από τη Δεξιά, πιστεύοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα είναι αποδεκτή η επιστροφή τους στην προεδρεία. Πιστεύουν ότι πρέπει να αποφευχθούν μαζικοί αγώνες των εργαζομένων, των χωρικών και των ιθαγενών, γιατί αυτοί μπορεί να χρησιμοποιηθούν από την προπαγάνδα της Δεξιάς ενάντια στον υποψήφιο του MAS ή ως δικαιολογία για ένα νέο πραξικόπημα.

Παρά την μικρή αξιοπιστία των δημοσκοπήσεων, υπάρχουν ενδείξεις ότι ο υποψήφιος του MAS, Λουίς Άρσε Κατακόρα, προηγείται των δεξιών αντιπάλων του και ότι θα είχε αρκετές πιθανότητες να εκλεγεί, εάν ακολουθούνταν μια τίμια και δημοκρατική διαδικασία. Ο Λουίς Άρσε είναι πρώην Υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης του Μοράλες, και στο λόγο του κρατάει μια μετριοπαθή στάση με βάση την πρόοδο και τη σταθερότητα που επιτεύχθηκε από την προηγούμενη κυβέρνηση.

Η Δεξιά είναι, για την ώρα, διασπασμένη απέναντί του. Ο βασικός του αντίπαλος είναι ο πρώην πρόεδρος Κάρλος Μέσα, ο ίδιος υποψήφιος που κατέβηκε ενάντια στον Έβο Μοράλες στις εκλογές του Οκτώβρη του 2019.

Ο Κ. Μέσα ήταν αντιπρόεδρος του νεοφιλελεύθερου Γκονσάλο Σάντσες ντε Λοσάδα, ο οποίος είχε ανατραπεί τον Οκτώβρη του 2003 από ένα δυναμικό μαζικό κίνημα που είχε επαναστατικά χαρακτηριστικά και ονομάστηκε «πόλεμος του αερίου». Ο Κάρλος Μέσα, που ανέλαβε στη συνέχεια την προεδρεία, ανατράπηκε και αυτός το 2005 μέσα από μαζικές κινητοποιήσεις, οι οποίες τελικά οδήγησαν στην εκλογική νίκη του Έβο Μοράλες το 2006.

Η παράνομη πρόεδρος Τζανίν Άνιες κατεβαίνει επίσης ως υποψήφια, χρησιμοποιώντας κάθε μέσο που έχει σήμερα για να ενισχύσει την υποψηφιότητά της. Ο ακροδεξιός και φιλο-φασίστας ηγέτης της «Πολιτικής Επιτροπής της Σάντα Κρουζ», Λουίς Φερνάντο Καμάτσο, είναι ένας ακόμα υποψήφιος που εκπροσωπεί τις πιο ακροδεξιές δυνάμεις της Σάντα Κρουζ και των ανατολικών περιοχών της Βολιβίας.

Οι διασπάσεις που υπάρχουν στο στρατόπεδο της Δεξιάς, λειτουργούν υπέρ του MAS. Την ίδια στιγμή, όμως, δεδομένης της υπάρχουσας κοινωνικής και πολιτικής πόλωσης, η πιθανότητα ενός δεύτερου γύρου (σε περίπτωση που κάποιος υποψήφιος δεν λάβει το 50+1%) είναι το πιθανότερο σενάριο και εκεί πολύ πιθανόν να υπάρξει συμφωνία μεταξύ των αντιδραστικών υποψηφίων ενάντια στο MAS.

Η Βολιβία παραμένει σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης μετά το πραξικόπημα του 2019. Όλοι οι διαθέσιμοι πόροι θα χρησιμοποιηθούν προς όφελος της δεξιάς στις εκλογές, πέρα από τη δυνατότητα που έχουν για νοθεία.

Παράλληλα, ο Μοράλες όχι μόνο έχει αποκλειστεί ως υποψήφιος, αλλά μια νέα εκστρατεία έχει ξεκινήσει ενάντιά του, περιλαμβάνοντας κάθε είδους κατηγορίες όπως βιασμός και σωματεμπορία.

Ακόμα και ο υποψήφιος του MAS, Λουίς Άρσε, αντιμετωπίζει διάφορες μηνύσεις που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον αποκλεισμό του ή για να μην μπορέσει να αναλάβει την προεδρία εάν κερδίσει τις εκλογές.

Ακόμα και μετά τη συμφωνία για τη νέα ημερομηνία των εκλογών και παρά το ότι οι κινητοποιήσεις έχουν ανασταλεί και τα οδοφράγματα έχουν διαλυθεί από το «Εργατικό Κέντρο» και τη «Συμφωνία Ενότητας», οι διώξεις συνδικαλιστών, ηγετών των ιθαγενών και ακτιβιστών συνεχίζονται. Υπάρχουν ήδη 33 υποθέσεις εναντίον αγωνιστών του κινήματος που είναι σε εξέλιξη.

Η μόνη περίπτωση για να αντιμετωπιστούν οι αυθαιρεσίες της κυβέρνησης και των ολιγαρχών, είναι μέσω μαζικών κινητοποιήσεων στους δρόμους. Αυτό έχει δείξει, άλλωστε, η ιστορία της Βολιβίας. Η αυταπάτη ότι η εκλογική διαδικασία θα είναι «καθαρή» και δίκαιη και ότι η ελίτ θα αποδεχθεί κάθε αποτέλεσμα, θα οδηγήσει σε παραπέρα ήττες, απογοητεύσεις και υποχωρήσεις.

Το μαζικό κίνημα και η έλλειψη κατεύθυνσης

Οι κινητοποιήσεις του Αυγούστου έδειξαν με τον πιο καθαρό τρόπο ότι δεν υπάρχει έλλειψη διάθεσης και αποφασιστικότητας του Βολιβιανού λαού να παλέψει ενάντια στην παράνομη κυβέρνηση. Ο αγώνας των τελευταίων εβδομάδων αποτελεί συνέχεια της μαζικής αντίστασης που έλαβε χώρα ενάντια στο πραξικόπημα πριν την πανδημία και δείχνει ότι οι εργαζόμενοι δεν είναι αντιμέτωποι με μια καθοριστική ήττα.

Αυτό που λείπει και στις δύο περιπτώσεις είναι η στρατηγική και μια ηγεσία ικανή να οδηγήσει αυτόν τον αγώνα στην επίτευξη των στόχων του.

Ακόμα και μετά την απόφαση του «Εργατικού Κέντρου» και της «Συμφωνίας Ενότητας» για αναστολή των κινητοποιήσεων, κάποια κομμάτια του κινήματος δεν αποδέχτηκαν αυτή τη στάση της ηγεσίας.

Στην πόλη του Ελ Άλτο πραγματοποιήθηκε μια «Λαϊκή Συνέλευση» (Cabildo abierto) λίγο μετά τη συμφωνία, η οποία αποφάσισε να συνεχίσει τον αγώνα και υιοθέτησε ένα πλαίσιο για την άμεση ανατροπή της Άνιες και την υπεράσπιση των φυσικών πόρων της Βολιβίας ενάντια στα σχέδια της κυβέρνησης για ιδιωτικοποίησή τους.

Απαιτούν επίσης να υπάρξουν διασφαλίσεις ότι θα σταματήσουν οι διώξεις ακτιβιστών, συνδικαλιστών και ηγετών των ιθαγενών, ενώ καταγγέλλουν τη στάση της ηγεσίας του «Εργατικού Κέντρου» και άλλων κινημάτων. Σε κάποιες περιοχές, τα οδοφράγματα και οι κινητοποιήσεις συνεχίστηκαν για μερικές μέρες ακόμα, αλλά δεν κράτησαν παραπάνω.

Οι εξελίξεις στη Βολιβία μπορούν να προσφέρουν πολύ χρήσιμα συμπεράσματα για τους εργαζόμενους, τους χωρικούς και τους ιθαγενείς για τον ρόλο των ηγετών τους στους αγώνες, κάτι το οποίο μπορεί να εκκινήσει μια διαδικασία αναδιοργάνωσης των συνδικάτων, των λαϊκών κινημάτων και της βολιβιανής Αριστεράς, και να παίξει ρόλο στην ανάπτυξη ενός πραγματικά επαναστατικού αριστερού φορέα, ικανού να βοηθήσει το κίνημα να βγάλει σοσιαλιστικά συμπεράσματα.

Ο αγώνας για ελεύθερες και δημοκρατικές εκλογές δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον αγώνα για την άμεση ανατροπή της Τζανίν Άνιες και της κυβέρνησης των δολοφόνων και των υπηρετών των ιμπεριαλιστών και των ντόπιων ολιγαρχών.

Αυτή η μάχη είναι απαραίτητο να συνδεθεί επίσης με τα άμεσα αιτήματα των εργατών, των χωρικών, των ιθαγενών και των φτωχών στρωμάτων στις πόλεις και την επαρχία, στα πλαίσια της πανδημίας και της βαθιάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης.

Αυτό σημαίνει να υπάρξει αγώνας για τη διασφάλιση των δουλειών, των μισθών και των συνθηκών διαβίωσης, μαζικές δημόσιες επενδύσεις – ειδικά στη δημόσια υγεία, και εθνικοποίηση των ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας.

Τα ιστορικά αιτήματα της εξέγερσης του Οκτώβρη του 2003, κατά τον «πόλεμο του [φυσικού] αερίου», που  δεν ικανοποιήθηκαν από τις κυβερνήσεις του MAS, παραμένουν επίκαιρα. Είναι απαραίτητο να υπάρξει υπεράσπιση της εθνικοποίησης των υδρογονανθράκων, όλων των φυσικών πόρων της Βολιβίας, όπως και όλων των βασικών τομέων της οικονομίας κάτω από τον έλεγχο των εργαζομένων.

7,037ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,077ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
368ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής