Ανάλυση: Ποιος έβγαλε τον Τζόνσον και που βαδίζει η Βρετανία μετά τις εκλογές;

Οι πρόσφατες εκλογές (11/12) στην Βρετανία είχαν περισσότερους ηττημένους παρά νικητές. Ηττημένοι αισθάνονται πολλοί βρετανοί που απέκτησαν έναν δεξιό λαϊκιστή αντίστοιχο του Τραμπ για πρωθυπουργό. Ηττημένος βγαίνει ο Τζέρεμι Κόρμπυν, ηγέτης των Εργατικών, που χρεώνεται το πολύ κακό αποτέλεσμα και αναγκάζεται σε παραίτηση. Μείωση των εδρών του είχε το 3ο μεγαλύτερο κόμμα, οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες, που έκαναν σημαία τους την ακύρωση του Brexit. Ήττα όμως είχε και το Brexit Party του Φάρατζ, που πήρε 2% και δεν εξέλεξε βουλευτή. Ήττα για τους Τόρηδες στην Σκωτία, που το Εθνικό Σκωτσέζικο Κόμμα (που είναι υπέρ της ανεξαρτησίας) παίρνει τις 48 από τις 59 έδρες στο τοπικό κοινοβούλιο. Στην Βόρεια Ιρλανδία (που ανήκει στην Βρετανία) χαμένα βγήκαν και τα δύο μεγάλα κόμματα, το προτεσταντικό DUP και το καθολικό Sinn Fein.

Ο μόνος που εμφανίζεται αυτή τη στιγμή ως νικητής είναι ο Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος βγαίνει ενισχυμένος και μέσα στο κόμμα του και στο κοινοβούλιο, και έχει πάρει «καθαρή εντολή» να προχωρήσει με το Brexit. Και για αυτόν όμως τα πράγματα δεν είναι καθόλου ρόδινα.

Αποτελέσματα εκλογών σε σχέση με το 2017 (πηγές: 2019, 2017)

Το φόντο της νίκης του Τζόνσον

Πολλοί άνθρωποι εκτός Βρετανίας μπορεί να αναρωτιούνται πως ένας πολιτικός τσαρλατάνος όπως ο Μπόρις Τζόνσον μπόρεσε να κερδίσει τον κατά γενική ομολογία σοβαρότερο Κόρμπυν, ο οποίος μάλιστα κατέβηκε στις εκλογές με ένα πολύ αριστερόστροφο πρόγραμμα για τα δεδομένα του Εργατικού Κόμματος. Η απάντηση είναι γιατί είχε ένα ξεκάθαρο μήνυμα («get Brexit done» -να ολοκληρώσουμε το Brexit- ήταν το μοναδικό του σύνθημα στις εκλογές) και εμφανίστηκε ως αυτός που θα «ταράξει τα νερά» στο πολιτικό κατεστημένο της χώρας.

Για να καταλάβουμε τι σημαίνει αυτό θα πρέπει να πάμε λίγο πίσω. Από την αρχή της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος το 2007, και την εφαρμογή σκληρών πολιτικών λιτότητας σε όλο τον κόσμο, υπάρχει ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται σχεδόν σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις: η πλειοψηφία του κόσμου ψηφίζει για να «τιμωρήσει» το κόμμα, το πρόσωπο ή την πρόταση που εμφανίζεται να υπηρετεί το κατεστημένο. Το είδαμε στις εκλογές των ΗΠΑ που ο κόσμος μαύρισε την Χίλαρι Κλίντον, γιατί την αντιλήφθηκε ως την εκπρόσωπο του «βαθέως κράτους» των εταιριών της χώρας. Στην Ελλάδα πάνω από 60% ψήφισε ΟΧΙ στο δημοψήφισμα του 2015 και ένας από τους λόγους ήταν γιατί ΜΜΕ, Τρόικα και ελληνική αστική τάξη λύσσαξαν να μας πείσουν για το ΝΑΙ. Γενικά βλέπουμε την κατάρρευση του «πολιτικού κέντρου» (των κεντροαριστερών και κεντροδεξιών κομμάτων δηλαδή που κυβερνούσαν εναλλάξ εδώ και δεκαετίες). Κάτι αντίστοιχο έγινε και με το δημοψήφισμα για το Brexit το 2016, όπου -κόντρα στο κατεστημένο της Βρετανίας- ο κόσμος ψήφισε να φύγει η χώρα από την Ευρωπαϊκή Ένωση (διαβάστε την ανάλυση μας για το Brexit εδώ).

Τα τελευταία 3 χρόνια, με διάφορους τρόπους, η αστική τάξη της Βρετανίας προσπαθεί να συνέλθει από το σοκ εκείνου του δημοψηφίσματος, και προσπαθεί να βρει τρόπους να αποφύγει την εφαρμογή της απόφασης του βρετανικού λαού. Προσπαθεί ταυτόχρονα να βγει από την χαοτική κατάσταση που έχουν δημιουργήσει τα διάφορα άλυτα εθνικά ζητήματα της περιοχής (Β. Ιρλανδία, Σκωτία) και να προασπίσει τα οικονομικά συμφέροντά της σε περίπτωση που το Brexit προχωρήσει.

Η κούραση από την χαοτική αυτή κατάσταση, η απειλή να ανατραπεί η απόφαση του δημοψηφίσματος, και τα σοβαρά λάθη από την πλευρά του Κόρμπυν οδήγησαν σε αυτή τη νίκη του Τζόνσον.

Τραγικά λάθη του Κόρμπυν

Για να καταλάβουμε την νίκη του Τζόνσον σε αυτές τις εκλογές, πρέπει να δούμε τα τραγικά λάθη που έκανε ο ηγέτης των Εργατικών Τζ. Κόρμπυν. Ο Κόρμπυν εξελέγη στην ηγεσία του κόμματος σχεδόν «κατά λάθος», λόγω κακών υπολογισμών που έκανε η μέχρι τότε πλήρως υποταγμένη στο σύστημα ηγεσία των Μπλερικών μέσα στο κόμμα. Η εκλογή του όμως αντιπροσώπευε μια τάση εντός της βρετανικής κοινωνίας, στους εργαζόμενους και την νεολαία, για μια αριστερή στροφή στις πολιτικές του κόμματος. Ας σημειώσουμε πως στην Βρετανία δεν μπόρεσε να δημιουργηθεί ένα μαζικό αριστερό κόμμα που να καλύψει την δεξιά στροφή των Εργατικών τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτό το στοιχείο, μαζί με τους ισχυρούς ιστορικούς δεσμούς που έχουν τα βρετανικά συνδικάτα με το Εργατικό Κόμμα έπαιξε ρόλο στο να εκφραστεί η ριζοσπαστικοποίηση που υπήρξε μέσω της υποστήριξης για τον Κόρμπυν.

Ο Κόρμπυν όμως αντί να επιλέξει να πατήσει σε αυτό το ρεύμα και να το βαθύνει, επέλεξε την τακτική του συμβιβασμού με τους Μπλερικούς εντός του κόμματος. Στα πλαίσια αυτών των συμβιβασμών η θέση του Εργατικού Κόμματος για το δημοψήφισμα ήταν υπέρ της «Παραμονής» και κατά του Brexit. Με αυτό τον τρόπο ο Κόρμπυν ταυτίστηκε και με το κατεστημένο της ΕΕ που δεν ήθελε να φύγει η Βρετανία για να μην «πληγωθεί» το κοινό τους εγχείρημα, και με το κατεστημένο της Βρετανίας που επίσης ήθελε την παραμονή. Και με αυτό τον τρόπο άφησε τους δεξιούς λαϊκιστές να «σέρνουν το χορό».

Οι συμβιβασμοί του Κόρμπυν όμως δεν σταμάτησαν εκεί. Αρνήθηκε να συγκρουστεί με τους βουλευτές και τους δημοτικούς συμβούλους του κόμματός του που εφάρμοζαν μέτρα λιτότητας και περικοπές σε τοπικό επίπεδο. Ακόμα, ενώ η υποψηφιότητα και η εκλογή του στην ηγεσία των Εργατικών προκάλεσε ενθουσιασμό και εγγραφή δεκάδων χιλιάδων νέων μελών, ο Κόρμπυν και η ομάδα του δεν έκαναν τίποτα για να οργανώσουν αυτό τον κόσμο και να μετατρέψουν το κόμμα σε μια δομή με δημοκρατία, προσανατολισμένη στα κινήματα και τους αγώνες.

Έτσι, φτάνοντας στις φετινές εκλογές, ο Κόρμπυν μπορεί να εμφανίστηκε με ένα μανιφέστο που περιείχε προχωρημένες προτάσεις για εθνικοποιήσεις βασικών τομέων της οικονομίας αλλά: α) είχε την λάθος θέση για το Brexit (και πέραν του θέματος του πόσο δημοκρατικό είναι να προσπαθείς να ανατρέψεις το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος όλος ο κόσμος καταλαβαίνει ότι εντός της ΕΕ τα αριστερά προγράμματα δεν έχουν καμία πιθανότητα εφαρμογής), β) είχε ταυτιστεί με τους «δεξιούς» το κόμματος του που εφάρμοζαν λιτότητα (και ο κόσμος έλεγε «αν δεν μπορεί να συγκρουστεί με τους δικούς του σιγά μη συγκρουστεί με τα μεγάλα συμφέροντα) και γ) δεν οργάνωσε ούτε το κόμμα του ούτε τους αγώνες για να δημιουργήσει την εικόνα ότι μπορεί να εφαρμόσει το πρόγραμμα του, παραμένοντας σχεδόν αποκλειστικά στο εκλογικό επίπεδο.

Έτσι, έδωσε την νίκη στον Μπόρις Τζόνσον.

Τα ροδοπέταλα βρίσκονται σε έλλειψη

Παρά την ξεκάθαρη νίκη του Τζόνσον, η δρόμος που έχει μπροστά του δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα.

Κατ’ αρχήν σε σχέση με το Brexit. Μπορεί όντως στα τέλη Γενάρη η Βρετανία να φύγει τυπικά από την ΕΕ, αλλά η διευθέτηση των εμπορικών, οικονομικών και άλλων σχέσεων της Βρετανίας με την Ευρώπη θα συνεχίσει να είναι ένας «πονοκέφαλος» γεμάτος παγίδες και διαπραγματεύσεις που θα πρέπει να «κλείσουν» μέχρι το τέλος του 2020. Οι διαπραγματεύσεις αυτές δεν θα είναι καθόλου εύκολες καθώς από τη μια οι ηγέτες της ΕΕ θα θέλουν να μην φανεί ότι μια χώρα φεύγει «εύκολα» και χωρίς κόστος από την Ένωση, από την άλλη οι βρετανοί καπιταλιστές δεν θα θέλουν να χάσουν τις δουλειές που δημιουργεί η σχέση τους με την ΕΕ (σχεδόν οι μισές αγγλικές εξαγωγές -45%- πηγαίνουν σε ευρωπαϊκό έδαφος).

Υπάρχει όμως και μια άλλη πτυχή. Οι εργαζόμενοι που ψήφισαν υπέρ του Brexit και «δάνεισαν» την ψήφο τους στον Τζόνσον (όπως ο ίδιος δήλωσε), το έκαναν γιατί πίστευαν ότι με αυτό τον τρόπο μπορούν να φύγουν από την μέγγενη της λιτότητας. Και όντως, το ταξικό τους ένστικτο ήταν σωστό: κάθε πιθανότητα φιλολαϊκής πολιτικής αναγκαστικά περνάει μέσα από την σύγκρουση με την ΕΕ. Δεν ισχύει όμως και το αντίστροφο. Η έξοδος από την ΕΕ δεν συνεπάγεται κατάργηση της λιτότητας ή φιλολαϊκές πολιτικές.

Οι υποστηρικτές του Brexit αναφέρουν πως το «όραμά» τους είναι να φτιάξουν μια «Σιγκαπούρη πάνω στον Τάμεση». Δηλαδή μια οικονομία που θα είναι ανοιχτή σε ξένα κεφάλαια, θα έχει ελάχιστους κανόνες και περιορισμούς για τις επενδύσεις, κτλ. Για να γίνουν όλα αυτά βέβαια ξεχνάνε να αναφέρουν ότι θα πρέπει να υπάρξει μια δραματική μείωση του εισοδήματος των Άγγλων εργαζομένων.

Ο Τζόνσον φυσικά δεν πρόκειται να πάρει μέτρα υπέρ των λαϊκών στρωμάτων. Αντίθετα, θα προσπαθήσει να φορτώσει το κόστος του Brexit στις πλάτες των εργαζομένων, προκειμένου οι καπιταλιστές φίλοι του να έχουν την μικρότερη δυνατή επιβάρυνση. Όταν αυτό αρχίσει να αποκαλύπτεται η θέση του δεν θα είναι και τόσο «δημοφιλής» όπως σήμερα. Ας πάρουμε για παράδειγμα τι έγινε με την εκλογή του Τραμπ, τα κινήματα που δημιούργησε σαν αντίδραση στις πολιτικές του και ποια είναι η αποδοχή του σήμερα.

Τέλος, ένα ακόμα πραγματικό ερώτημα είναι σε ποια κατάσταση θα είναι η Βρετανία όταν  τελειώσει αυτή η φάση. Και σε αυτό υπάρχει η περιπλοκή του εθνικού ζητήματος.

Εθνικό ζήτημα και περιπλοκές

Στα πλαίσια αυτού του άρθρου δεν μπορεί να γίνει μια πλήρης ανάλυση για την κατάσταση με το εθνικό ζήτημα στο «Ηνωμένο Βασίλειο». Χρειάζεται να πούμε όμως δύο λόγια.

Στο δημοψήφισμα για το Brexit η Σκωτία και η Βόρεια Ιρλανδία ψήφισαν κατά πλειοψηφία υπέρ της «Παραμονής» στην ΕΕ. Υπάρχουν ειδικοί λόγοι για αυτό.

Στην Σκωτία υπάρχει ένα κίνημα υπέρ της ανεξαρτησίας από την Βρετανία, το οποίο οδήγησε στο δημοψήφισμα του 2014, το οποίο έβγαλε αποτέλεσμα 45%-55% τελικά υπέρ της παραμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έτσι, το δημοψήφισμα για το Brexit ήταν μια «ευκαιρία» για τους σκωτσέζους να διαφοροποιηθούν από την Βρετανία, και να πουν «αν θέλει η Βρετανία ας φύγει από την ΕΕ, εμείς θα μείνουμε ως ξεχωριστό κράτος». Στις εκλογές της προηγούμενης εβδομάδας ξεκάθαρος νικητής ήταν το SNP (Εθνικό Σκωτσέζικο Κόμμα), το οποίο έθεσε το θέμα ενός νέου δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία της περιοχής.

Στην Βόρεια Ιρλανδία αντίθετα, ο πληθυσμός των Προτεσταντών αισθάνεται απειλή από τους ακραίους Καθολικούς (οι Καθολικοί είναι πλειοψηφία στο νότο -δηλαδή την Δημοκρατία της Ιρλανδίας- που είναι χώρα της ΕΕ) και κατά πλειοψηφία θέλει να μείνει «υπό την προστασία» της Βρετανίας. Όσο και η Δημοκρατία της Ιρλανδίας και η Βρετανία είναι στην ΕΕ δεν υπάρχουν σύνορα μέσα στην Ιρλανδία. Μια έξοδος της Βρετανίας από την ΕΕ όμως θα δημιουργήσει τέτοια σύνορα και θα οξύνει τις εθνικές αντιπαραθέσεις στην Β. Ιρλανδία. Ήδη, με βάση τα αποτελέσματα των εκλογών και με βάση τις δημογραφικές αλλαγές που υπάρχουν στην περιοχή, ένα τμήμα των Καθολικών έχει θέσει το ζήτημα ενός δημοψηφίσματος σχετικά με το αν πρέπει να υπάρχουν «σύνορα» εντός της Ιρλανδίας.

Και στις δύο περιπτώσεις, της Σκωτίας και της Β. Ιρλανδίας, η κατάσταση δεν είναι ούτε εύκολη ούτε ευνοϊκή για τα συμφέροντα της αστικής τάξης της Βρετανίας, που σαν μια πρώην αυτοκρατορία που παρακμάζει βλέπει την επιρροή της να μειώνεται, ενώ το πολιτικό της προσωπικό κάνει απανωτά λάθη και κακές εκτιμήσεις (όπως φάνηκε και με το ότι άφησαν να γίνει δημοψήφισμα για το Brexit και με την άνοδο του Κόρμπυν στην ηγεσία των Εργατικών).

Η αντίδραση της κοινωνίας

Η πρόεδρος της Ένωσης Βιομηχάνων έδωσε συγχαρητήρια στον Μπ. Τζόνσον για την εκλογή του, ενώ η τιμή τις Λίρας και οι μετοχές στα χρηματιστήρια ανέβηκαν μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος. Αυτό από μόνο του δείχνει τι περιμένουν οι καπιταλιστές και πόσο «αντικαθεστωτικός» θα είναι ο νέος πρωθυπουργός.

Την ίδια στιγμή, αυθόρμητες διαδηλώσεις ξέσπασαν σε πολλές πόλεις της χώρας μόλις έγινε καθαρό ότι κερδίζει τις εκλογές, ενώ η «Σοσιαλιστική Εναλλακτική» (η αδερφή οργάνωση του «Ξ» στην Βρετανία) αναφέρει ότι υπάρχει ένα στρώματα ανθρώπων που μετά τις εκλογές αναζητεί τρόπους να αντισταθεί στην νέα κυβέρνηση.

Η βρετανική κοινωνία χρειάζεται άμεσα την συγκρότηση ενός μετώπου που να περιλαμβάνει τα συνδικάτα, τα κινήματα, αριστερές οργανώσεις και όποιους από την αριστερή πτέρυγα του Εργατικού Κόμματος έχουν βγάλει συμπεράσματα από την αποτυχία του Κόρμπυν, για να οργανώσει την αντίσταση στις επιθέσεις της κυβέρνησης, και να δώσει την μάχη ώστε το Brexit να μην το πληρώσει ο λαός. Ταυτόχρονα πρέπει να οργανωθεί η απάντηση στην ακροδεξιά και τους ρατσιστές που έχουν πάρει θάρρος από την νίκη του Τζόνσον.

Το πιο σημαντικό όμως σημείο είναι να αναλυθούν οι λόγοι της αποτυχίας της πολιτικής συμβιβασμών του Κόρμπυν, ώστε να μην επαναληφθούν ξανά τα λάθη που άφησαν χώρο στον δεξιό λαϊκισμό να αναπτυχθεί.