75η επέτειος της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία.Η ήττα του εργατικού κινήματος οδήγησε στη ναζιστική βαρβαρότητα

Του Ben Robinson, Socialist Party (Αγγλία και Ουαλία). Μετάφραση Χριστίνα Σακαλή

Ο Χίτλερ, σφαγέας εκατομμυρίων ανθρώπων, πολύ συχνά παρουσιάζεται ως η προσωποποίηση του κακού. Αλλά ποια ιστορικά γεγονότα και καταστάσεις τον οδήγησαν να φθάσει στην εξουσία; Πως νικήθηκε ένα από τα πιο δυναμικά εργατικά κινήματα του κόσμου και πως καθιερώθηκε εν τέλει αυτή η βάρβαρη δικτατορία; Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο και σήμερα; Ο Ben Robinson καταπιάνεται με αυτά και άλλα ερωτήματα με αφορμή την 75η επέτειο από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία.

Η επαναστατική Γερμανία

Προς το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Γερμανία βρισκόταν σε ερείπια. Περισσότεροι από 1½ εκ. Γερμανοί είχαν πεθάνει. Ο οικονομικός αποκλεισμός σήμαινε ότι οι συνθήκες για την εργατική τάξη στις πόλεις χειροτέρευαν συνέχεια. Η αντίδραση εναντίον του πολέμου αυξανόταν με ταχείς ρυθμούς.

Το κόμμα που είχε γεννηθεί μέσα από την εργατική τάξη, που ήταν στενά συνδεδεμένο με τα εργατικά συνδικάτα και που είχε την εμπιστοσύνη των μαζών εκλογικά, ήταν το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SPD). Πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο θεωρούνταν ως το Σοσιαλιστικό Κόμμα με τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε ολόκληρο τον κόσμο. Αλλά τον Αύγουστο του 1914, οι ηγέτες του κόμματος τελικά εγκατέλειψαν την αντίθεσή τους στο καπιταλιστικό σύστημα και υποστήριξαν, με την ψήφο τους στη βουλή, τον πόλεμο και τις ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες της αστικής τάξης.

Η ανάπτυξη αντιπολεμικών αισθημάτων, ο τεράστιος αριθμός θυμάτων, η ένταση της εκμετάλλευση και οι σκληρές συνθήκες που επικρατούσαν στα εργοστάσια – αυτή ήταν η κατάσταση που ίσχυε για όλους τους εργάτες, σε όποια πλευρά κι αν τους έστελναν να σκοτωθούν. Το 1916 στο Βερολίνο, 10.000 εργάτες κατέβηκαν στους δρόμους φωνάζοντας «Κάτω ο Πόλεμος! Κάτω η Κυβέρνηση!» Στη Ρωσία το 1917, παρόμοιες συνθήκες οδήγησαν τους εργάτες και τους φτωχούς στην επανάσταση, και τελικά τον Οκτώβριο του 1917 στην εγκαθίδρυση σοσιαλιστικής διακυβέρνησης.

Η διακήρυξη ειρήνης και η κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος από τη νέα Ρωσική Σοβιετική κυβέρνηση έδωσε τεράστιες ελπίδες στους εργάτες σε όλα τα μέρη του κόσμου. Πολύ σύντομα, μια σειρά επαναστατικών κυμάτων σάρωσε την Ευρώπη. Το Νοέμβριο του 1917, εργατικά συμβούλια δημιουργήθηκαν σε ολόκληρη τη Γερμανία και η αυτοκρατορία Κάιζερ κατέρρευσε, αφήνοντας ουσιαστικά στα εργατικά συμβούλια την αποκλειστική εξουσία σε πολλά χωριά και πόλεις.

Η γερμανική εργατική τάξη και μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης ήθελαν το τέλος του παλιού συστήματος και είχαν στραφεί προς την εναλλακτική λύση που προσέφερε ο σοσιαλισμός. Παρόλα αυτά δεν ήταν ξεκάθαρο πώς ακριβώς θα συνέβαινε αυτό, ούτε υπήρχε κόμμα με έμπειρη ηγεσία, ικανή να αξιολογήσει την κατάσταση και να βάλει μπροστά κάποια στρατηγική που θα κατάφερνε να οδηγήσει στην εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού. Το νεαρό Κομμουνιστικό Κόμμα (KPD), εμπνευσμένο από το παράδειγμα των Ρώσων Μπολσεβίκων, περιλάμβανε πολλούς αφοσιωμένους σοσιαλιστές, αλλά εκείνη την περίοδο ήταν ακόμα σχετικά μικρό.

Οι ηγέτες του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος έπαιξαν έναν προδοτικό ρόλο. Παρόλο που θεωρούνταν από πολλούς ως το κόμμα των εργατών, η ηγεσία του κόμματος έπαιξε το ρόλο του να διασώσει την εξουσία της καπιταλιστικής τάξης χρησιμοποιώντας ένα συνδυασμό υποχωρήσεων και καταστολών. Αρχικά σχημάτισαν μια κυβέρνηση με παρόμοια ονομασία όπως αυτή της επαναστατικής κυβέρνησης στη Ρωσία, αλλά αντίθετα από τους Μπολσεβίκους της Ρωσίας, οι ηγέτες του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος δούλευαν για τη διάσωση του καπιταλιστικού συστήματος. Με σκοπό να καταστείλουν το επαναστατικό κίνημα, έφτασαν στο σημείο να χρησιμοποιήσουν τα Freikorps, που ήταν βίαιες, εθνικιστικές παραστρατιωτικές οργανώσεις, μέλη των οποίων θα στελέχωναν αργότερα το Ναζιστικό Κόμμα του Χίτλερ και τις ένοπλες ομάδες του. Ανάμεσα στα πολλά θύματά τους περιλαμβάνονται η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λιμπκνεχτ – δύο θαρραλέοι επαναστάτες ηγέτες.

Όλα αυτά οδήγησαν σε σημαντική απώλεια της υποστήριξης του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD): το 1919 κέρδισε 11,5 εκατομμύρια ψήφους, ενώ στις επόμενες εκλογές, 18 μήνες μετά, ο αριθμός αυτός έπεσε στα 5,6 εκατομμύρια. Αρχικά πολλοί από αυτούς που απομακρύνθηκαν από το SPD υποστήριξαν το αριστερό «Ανεξάρτητο SPD» (USPD) αλλά σύντομα η πλειοψηφία του USPD εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα, δίνοντάς του μ’ αυτό τον τρόπο μαζική δύναμη.

Η άνοδος του Στάλιν

Παρόλα αυτά, πολλές ευκαιρίες πήγαν χαμένες από το KPD. Το 1923, όταν είχε καταφέρει να κερδίσει την υποστήριξη της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης, έχασε την ευκαιρία να ανατρέψει τον καπιταλισμό στη Γερμανία. Αυτό ακολουθήθηκε από μια μικρή περίοδο σταθερότητας για τον γερμανικό καπιταλισμό. Ο αγώνας για υψηλότερους μισθούς και καλύτερες συνθήκες εργασίας εντάθηκε, αλλά η αμεσότητα της ανάγκης να ανατραπεί ο καπιταλισμός υποχώρησε στα μυαλά των μαζών.

Διεθνώς, η μεταπολεμική επαναστατική περίοδος είχε λήξει. Η Σοβιετική Ρωσία είχε απομονωθεί μέσα σε μια θάλασσα εχθρικών καπιταλιστικών κρατών, χωρίς άμεση προοπτική ότι η κατάσταση θα άλλαζε σύντομα. Η ήττα των αγώνων της διεθνούς εργατικής τάξης είχε αντίκτυπο στις ρωσικές μάζες: πολλοί ήταν αυτοί που αποκαρδιώθηκαν και αποδυναμώθηκαν από τις κακουχίες και από την απώλεια ενός μεγάλου αριθμού των καλύτερων Μπολσεβίκων στον πόλεμο. Η καθυστέρηση της ρωσικής βιομηχανίας, κληρονομιά της εποχής του Τσάρου, σήμαινε ότι οι ανάγκες του πληθυσμού άλλο παρά μπορούσαν να ικανοποιηθούν. Όλοι αυτοί οι παράγοντες οδήγησαν στην άνοδο της γραφειοκρατίας με βασικό εκφραστή τον Στάλιν. Η άνοδος αυτή πολεμήθηκε αρχικά από τους αληθινούς ηγέτες της επανάστασης: τον Λένιν, πριν τον θάνατό του, και συνεχίστηκε από τον Λέων Τρότσκι, ο οποίος εξορίστηκε από τη Ρωσία και τελικά δολοφονήθηκε.

Οι αλλαγές αυτές δεν επηρέασαν μόνο τη Ρωσία. Η Κομμουνιστική Διεθνής (Comintern) πέρασε κάτω από την εξουσία του Στάλιν και των υποστηρικτών του, που σταδιακά εγκατέλειψαν τις περισσότερες από τις ιδέες της Ρώσικης επανάστασης και διέπραξαν τεράστια λάθη. Αργότερα τα λάθη αυτά μετατράπηκαν σε πραγματική προδοσία, καθώς η σταλινική γραφειοκρατία έθεσε τα δικά της συμφέροντα πάνω από τα συμφέροντα της διεθνούς εργατικής τάξης, όπως π.χ. όταν μετά το 1939 παρέδωσαν στον Χίτλερ πολλούς αντί-Ναζί Γερμανούς εξόριστους που ζούσαν στη Ρωσία.

Όλο και περισσότερο οι Γερμανοί ηγέτες του KPD εισέρχονταν κάτω από τον άμεσο έλεγχο της σταλινικής γραφειοκρατίας στη Μόσχα.

Στα μάτια των εργατικών μαζών όμως, οι αλλαγές στο KPD δεν έσβηναν τη συσχέτισή του με το κόμμα της ρώσικης επανάστασης, με την ιστορία του που ήταν γεμάτη από μαχητικούς αγώνες εναντίον του καπιταλισμού ή τις μνήμες της Λούξεμπουργκ και του Λίμπνεχτ. Το KPD διατήρησε τη θέση του ως το επαναστατικό κόμμα της Γερμανίας, με εκατοντάδες χιλιάδες εξαίρετους εργάτες και νέους πιστούς στο κόμμα.

Η σοσιαλδημοκρατία

Παρόλα αυτά το SPD είχε ακόμα μαζική υποστήριξη από την εργατική τάξη και τους φτωχούς, κερδίζοντας τις γενικές εκλογές του 1928 με περισσότερες από 9 εκατομμύρια ψήφους, ενώ το KPD πήρε 3,2 εκατομμύρια. Η ψήφος προς το SPD εξέφραζε ελπίδες για βελτίωση των συνθηκών ζωής και την πίστη σε κάποια τμήματα του πληθυσμού ότι το SPD θα έλυνε τα προβλήματά τους. Όμως ακόμα μια φορά, η κυβέρνηση συνασπισμού που σχημάτισε το SPD με άλλα αστικά κόμματα υποτάχτηκε στις επιθυμίες της καπιταλιστικής τάξης. Το SPD χρησιμοποιούσε από τη μια την υποστήριξη του πληθυσμού για να συγκρατεί τις αντιδράσεις του κι από την άλλη περνούσε συνεχώς αντεργατικές πολιτικές. Παρόμοιο ρόλο με το SPD έπαιζαν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα σε πολλές χώρες της Ευρώπης.

Ο ρόλος αυτός καταγγέλθηκε από το KPD και τη Σταλινική Comintern. Όμως ο τρόπος που αντιδράσανε σε αυτή την κατάσταση αποτέλεσε τεράστιο λάθος, το οποίο εμπόδισε την ενότητα των εργατών και την κοινή δράση κατά του φασισμού.

Χαρακτήρισαν το SPD «σοσιαλφασίστες», ότι ήταν ο κυριότερος εχθρός της εργατικής τάξης, και κατεύθυναν το μεγαλύτερο μέρος της εκστρατείας τους ενάντια στο SPD. Πολλά από τα μέλη του KPD ήταν ακόμα φοβερά απογοητευμένα από τον προδοτικό ρόλο της ηγεσίας του SPD που κατέστειλε την επανάσταση μεταξύ 1918 και 1920, και δεν μπορούσαν να δουν τη διαφορά μεταξύ της ηγεσίας του SPD και της αυξανόμενης μαζικής υποστήριξης που είχε το SPD, κυρίως από πολλούς μεγαλύτερους σε ηλικία συνδικαλιστές και ακτιβιστές.

Αλλά δεν ήταν μόνο το SPD που ο Στάλιν και οι ηγέτες του KPD αποκαλούσαν «φασίστες». Με τον ίδιο τρόπο χαρακτήριζαν οποιοδήποτε άλλο κόμμα, συμπεριλαμβανομένου και του χαρακτηρισμού «Τροτσκιστοφασίστες». Αυτή η τακτική, όχι μόνο μπέρδευε τους εργάτες και τους νέους που υποστήριζαν το KPD, αλλά υποτιμούσε την πραγματική απειλή των Ναζιστών. Γιατί, αν σύμφωνα με τη Σταλινική λογική όλα τα κόμματα ήταν «φασιστικά», δε θα είχε καμία διαφορά αν τελικά οι Ναζιστές ανέβαιναν στην εξουσία. Αυτό οδήγησε τους ηγέτες του KPD να πιστεύουν ότι η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία θα αποτελούσε την τελευταία καπιταλιστική κυβέρνηση, ανοίγοντας το δρόμο στο KPD να πάρει την εξουσία. Δεν μπορούσαν να δουν τις μοιραίες συνέπειες από την ανάληψη της εξουσίας από τους Ναζιστές, και αυτό το τεράστιο λάθος έπαιξε μεγάλο ρόλο στη συγκράτηση του αγώνα κατά του Ναζισμού.

Η κατάρρευση της Wall Street

Το 1929 είδε το τέλος της οικονομικής άνθησης και η Γερμανία εισήλθε ακόμα μια φορά σε οικονομική κρίση. Η καταγεγραμμένη ανεργία εκτινάχθηκε από τα 1.39 εκατομμύρια το 1928, σε πάνω από 5.5 εκατομμύρια το 1932, αφού τα επίπεδα απασχόλησης έπεσαν από 19 εκατομμύρια το 1929 σε περίπου 11.5 εκατομμύρια στις αρχές του 1933. Η κατάσταση αυτή προκάλεσε τεράστια οργή και απελπισία ανάμεσα στην εργατική και τη μεσαία τάξη, που είδαν το επίπεδο διαβίωσής τους να κατρακυλά από την ανεργία του 40% και από τις μειώσεις των μισθών. Ήδη η κυβέρνηση συνασπισμού που ηγούνταν το SPD είχε καταρρεύσει στις αρχές του 1930, αφού οι ελπίδες ότι θα έλυνε τα προβλήματα του κόσμου διασκορπίστηκαν ανάμεσα στα μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού.

Η γερμανική καπιταλιστική τάξη φοβόταν το ενδεχόμενο ριζοσπαστικοποίησης και ανάπτυξης επαναστατικών κινημάτων που θα απειλούσαν το σύστημα. Τα αφεντικά όχι μόνο επιθυμούσαν να ανακόψουν τις διεκδικήσεις του εργατικού κινήματος αλλά και να πάρουν πίσω τις παραχωρήσεις που είχαν κάνει σε προηγούμενους επαναστατικούς ξεσηκωμούς. Μετά την κατάρρευση της κυβέρνησης συνασπισμού του SPD, οι κυβερνήσεις που τη διαδέχθηκαν όλο και περισσότερο χρησιμοποιούσαν «έκτακτα», σχεδόν δικτατορικά μέτρα, για να κυβερνήσουν. Αλλά καθώς και αυτές οι κυβερνήσεις κατέρρεαν η μια μετά την άλλη, όλο και περισσότερα τμήματα της αστικής τάξης άρχιζαν να πιστεύουν ότι το Ναζιστικό Κόμμα ήταν το καταλληλότερο για την προάσπιση των συμφερόντων τους.

Ο φασισμός

Ο φασισμός, κυρίως στη Γερμανία και την Ιταλία, ήρθε στο προσκήνιο κατά την μεταπολεμική περίοδο, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε πολλές χώρες, περιθωριοποιημένες ομάδες στρατιωτικών ενώθηκαν σε ένοπλες αντιδραστικές ομάδες και επιτίθονταν σε επαναστατικά κινήματα, με την υποστήριξη του Κράτους. Στην Ιταλία ο Μουσολίνι, κατοχυρώνοντας το όνομα «φασισμός», συνδύασε αυτούς τους παραστρατιωτικούς με ένα μαζικό κίνημα που προερχόταν κυρίως από τις μεσαίες τάξεις, και το οποίο έχτισε με λαϊκιστικά συνθήματα. Η συνεχιζόμενη κοινωνική αναταραχή και η απειλή της σοσιαλιστικής επανάστασης οδήγησε τμήμα της ιταλικής αστικής τάξης να υποστηρίξει τον Μουσολίνι, ως τον καλύτερο τρόπο για να βγει από αυτή την κρίση. Το 1922, μετά την περίφημη «Πορεία προς τη Ρώμη», ζητήθηκε από τον Μουσολίνι να σχηματίσει κυβέρνηση, ο οποίος ξεκίνησε να εγκαθιδρύει μια απολυταρχική δικτατορία. Εμπνευσμένος από την ιταλική νίκη των Φασιστών, ο Χίτλερ και άλλοι προσπάθησαν να επαναλάβουν τις επιτυχίες τους στη Γερμανία και επιχείρησαν πραξικόπημα το 1923. Όμως, έχοντας ήδη νικήσει την σοσιαλιστική «απειλή», τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα και ο στρατός δεν υποστήριξαν το πραξικόπημα και τελικά οι πρωτεργάτες του πραξικοπήματος συνελήφθησαν και τους επιβλήθηκαν ελαφριές ποινές φυλάκισης. Όχι βέβαια θανατικές ποινές σαν αυτές που είχαν επιβληθεί σε πολλούς επαναστάτες!

Η σχετική ηρεμία στις κοινωνικές σχέσεις από το 1924 και μετά μείωσε τη δύναμη των Ναζιστών. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου είχαν πολύ λίγη υποστήριξη.

Η μαζική απογοήτευση και η ριζοσπαστικοποίηση του 1929 άλλαξαν ολοκληρωτικά την κατάσταση για τον Χίτλερ και ξαφνικά οι Ναζιστές κέρδισαν μαζική υποστήριξη. Άρχισαν να λαμβάνουν μεγάλα χρηματικά ποσά από μεγαλοεπιχειρηματίες και άλλα τμήματα της γερμανικής αστικής τάξης.

Σε περιόδους σχετικής σταθερότητας, η κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι ο ευκολότερος τρόπος για την καπιταλιστική τάξη να διατηρήσει την ηγεμονία της. Οι τεράστιοι πόροι και τα μέσα που διαθέτει της επιτρέπουν να ελέγχει τα πολιτικά κόμματα και να εξασφαλίζει ότι οι επιθυμίες της πραγματοποιούνται, αφήνοντας υποτίθεται τον πληθυσμό να αποφασίζει ελεύθερα ποιος θα ανέβει στην εξουσία. Αλλά τα πράγματα στη Γερμανία, στις αρχές του 1930, είχαν ξεφύγει από μια τέτοια κατάσταση. Υπήρχε γενικευμένη αντίδραση, όχι μόνο ενάντια στα καπιταλιστικά κόμματα, αλλά και στη γενική κοινωνική και οικονομική κατάσταση που επικρατούσε. Για να διατηρηθεί το καπιταλιστικό σύστημα χρειάζονταν ιδιαίτερα μέτρα.

Ο Χίτλερ και οι Ναζιστές χρησιμοποίησαν τη γενικευμένη αντίδραση, συχνά αποκαλώντας τις ιδέες τους «αντικαπιταλιστικές». Το ίδιο το όνομα Ναζιστής (Nazi) είναι συντόμευση των λέξεων Εθνικιστής Σοσιαλιστής (Νational Socialist), παρόλο που ο φασισμός και οι ιδέες του σοσιαλισμού είναι εντελώς αντίθετες μεταξύ τους. Πράγματι, από την αρχή, οι ένοπλες δυνάμεις των Ναζιστών διέλυαν σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές συνελεύσεις, συνδικαλιστικές συνελεύσεις και απεργίες, όσο ένιωθαν ότι τους έπαιρνε να το κάνουν.

Η κοινωνική βάση του φασισμού

Ο γερμανικός στρατός είχε νικηθεί στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αναγκασμένη να πληρώνει τεράστια ποσά αποζημίωσης στη Γαλλία, τη Βρετανία, το Βέλγιο και σε άλλες χώρες, η γερμανική οικονομία είχε διαλυθεί. Οι κρίσεις της γερμανικής και της διεθνούς οικονομίας στις αρχές και στα τέλη της δεκαετίας του ’20 άγγιξαν ολόκληρο τον πληθυσμό. Οι πλούσιοι βέβαια είχαν κάποια αποθέματα, ή μπορούσαν ακόμα και να χρησιμοποιήσουν την κατάσταση προς όφελός τους σε ορισμένες περιπτώσεις. Κάποια τμήματα επίσης της εργατικής τάξης είχαν δυνατές συνδικαλιστικές οργανώσεις και μπορούσαν να προστατευθούν εν μέρει από τις σκληρές συνέπειες των οικονομικών κρίσεων. Αυτοί που υπέφεραν τη μεγαλύτερη αλλαγή στο επίπεδο διαβίωσής τους ήταν οι μεσαίες τάξεις, μαζί με τους εργάτες που δεν ήταν οργανωμένοι σε συνδικάτα, και τους ανέργους.

Αυτά τα μεσαία στρώματα περιλάμβαναν καθηγητές, μικροεπιχειρηματίες, μικρούς αγρότες και άλλους. Σε αντίθεση με του βιομηχανικούς εργάτες, δεν ήταν οργανωμένοι συνδικαλιστικά, και άρα δεν μπορούσαν να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους. Έχοντας απολαύσει ένα σχετικά αξιοπρεπές, σταθερό βιοτικό επίπεδο, μεγάλα τμήματά τους έπεφταν τώρα στη φτώχεια και πολλοί κατάληγαν να είναι ακόμα και άστεγοι.

Όταν αυτό συνέβη το 1922-23, το εργατικό κίνημα βρισκόταν σε ανάπτυξη. Πολλοί από αυτούς που καταστράφηκαν από την κρίση του καπιταλιστικού συστήματος ήρθαν σε επαφή με το εργατικό κίνημα και συμμετείχαν στον αγώνα για σοσιαλισμό. Όμως όπως αναφέραμε πιο πάνω το κίνημα έχασε την ευκαιρία του 1923, απέτυχε να ανατρέψει τον καπιταλισμό και έτσι τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετώπιζαν αυτά τα στρώματα παρέμειναν άλυτα.

Η αποτυχία αυτή δεν μπορούσε να ξεχαστεί. Το 1929-30, οι κύριες σοσιαλδημοκρατικές εργατικές ενώσεις δεν έπαιξαν ηγετικό ρόλο, ενώ την ίδια στιγμή, παρόλο που η υποστήριξη προς το KPD αυξανόταν, οι ακροαριστερές τακτικές του (περιγραφή όλων όσων διαφωνούσαν μαζί του σαν «φασίστες») περιόριζαν την ελκυστικότητά που είχε σε μεγάλα στρώματα της εργατικής τάξης. Έτσι, ο φασισμός, εμφανιζόμενος ως η εναλλακτική λύση απέναντι σε ένα σύστημα κυριευμένο από την οικονομική κρίση, κατάφερε να αναπτυχθεί σε μαζικό κίνημα, βασιζόμενος κυρίως στις μεσαίες τάξεις, αλλά και σε τμήματα των πιο καταπιεσμένων κοινωνικών στρωμάτων.

Το κίνημα του Ναζισμού από την αρχή επιτίθονταν βίαια στις συνελεύσεις εργατών και σε σημαντικούς ακτιβιστές, και προσπάθησε να καταστρέψει το σοσιαλιστικό κίνημα. Με αυτές τις πράξεις, έδειξε και τον πραγματικό του χαρακτήρα – αυτόν της προάσπισης των καπιταλιστικών συμφερόντων. Ο αντι-σημιτισμός των Ναζιστών χρησιμοποίησε παλιές αντι-εβραϊκές προκαταλήψεις του κόσμου για να κινητοποιήσει τη μαζική υποστήριξη, να επιτεθεί σε σοσιαλιστικές ιδέες με την πρόφαση ότι ο Μαρξ ήταν Εβραϊκής καταγωγής, και να στρέψει την οργή του κόσμου μακριά από τη γερμανική αστική τάξη προς τους Εβραίους και άλλους ξένους καπιταλιστές.

Οι μεσαίες τάξεις δεν είχαν την οικονομική δύναμη, ούτε τα κοινά συμφέροντα και την οργάνωση που απαιτούνταν για να δράσουν αποφασιστικά από κοινού ως ενιαία τάξη. Σε περιόδους έντονης ταξικής πάλης, στρέφονται είτε προς τους καπιταλιστές είτε προς την εργατική τάξη, όπως έχει φανεί πολλές φορές στο παρελθόν.

Παρόλα αυτά όμως, το γεγονός ότι υπήρχε στην κοινωνία μια βάση για την ανάπτυξη των αντιδραστικών ιδεών του Ναζισμού, δε σήμαινε ότι το παιχνίδι ήταν χαμένο. Υπήρχε πραγματική οργή εναντίον του καπιταλιστικού συστήματος και ένα δυνατό εργατικό κίνημα. Η σωστή στρατηγική θα είχε αποδυναμώσει τον Χίτλερ, και θα είχε μετατρέψει την κατάσταση σε μία με τεράστιες προοπτικές για τον σοσιαλισμό.

Το Ενιαίο Μέτωπο

Πίσω από τα λάβαρα του SPD και του KPD ήταν εκατομμύρια εργάτες. Εκτός από τον αριθμό των μελών τους, είχαν και τεράστια υποστήριξη. Σε όλες τις ελεύθερες εκλογές, οι ψήφοι προς το SPD και το KPD, πάντα, εκτός από τον Ιούλιο του 1932, υπερέβαιναν τις ψήφους του Χίτλερ. Και όχι μόνο αυτό, αλλά καθώς η φασιστική απειλή απλωνόταν, οργάνωσαν ομάδες άμυνας, που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως μια σημαντική στρατιωτική απειλή για τους Ναζιστές.

Από την πρώτη στιγμή που οι Ναζιστές εμφανίστηκαν ως απειλή, ο Τρότσκι πρότεινε την κοινή δράση ανάμεσα σε διαφορετικές εργατικές οργανώσεις, κόμματα, εργατικά συνδικάτα και άλλους φορείς, για ένα ενιαίο μέτωπο ενάντια στους Ναζιστές. Αυτό θα σήμαινε κοινές εκστρατείες ώστε να αποκαλυφθεί ο πραγματικός χαρακτήρας των ναζιστών, αλλά και κοινή άμυνα για την προστασία εργατικών συνελεύσεων ή ακτιβιστών που βρίσκονταν υπό τον κίνδυνο επίθεσης των Ναζιστικών στρατιωτικών οργανώσεων, την SA, την SS, και άλλες συμμορίες.

Το Ενιαίο Μέτωπο φυσικά δε θα σήμαινε ότι οι διαφορετικές συνιστώσες που θα συμμετείχαν δε θα διατηρούσαν την πολιτική και ιδεολογική τους ανεξαρτησία – το δικαίωμα να προβάλλουν διαφορετικά προγράμματα και διαφορετικές αναλύσεις της κατάστασης.

Αλλά οι περισσότεροι από τους ηγέτες του SPD και των συνδικάτων δεν ήταν διατεθειμένοι να παλέψουν σοβαρά ενάντια στους Ναζιστές εκτός των κοινοβουλευτικών συζητήσεων και των δελτίων τύπου. Δεν ήταν καν προετοιμασμένοι να προστατεύσουν τους εαυτούς τους όταν ένα προεδρικό πραξικόπημα το 1932, καθαίρεσε την κυβέρνηση του SPD της Πρωσίας, του μεγαλύτερου τότε ομοσπονδιακού κρατιδίου της Γερμανίας. Παρά τις γενικευμένες προσδοκίες ότι τελικά το SPD θα καλέσει σε γενική κινητοποίηση για να προστατεύσουν την Πρωσική τους κυβέρνηση, δεν έκαναν τίποτα. Η πραγματικότητα ήταν ότι οι ηγέτες του SPD ήταν πέρα για πέρα καπιταλιστές πολιτικοί, διάδοχοι εκείνων που βοήθησαν να κατασταλεί η επανάσταση μεταξύ 1918-1920 και που το Μάρτιο του 1933 δεν διαμαρτυρήθηκαν όταν ο Χίτλερ αρνούνταν να επιτρέψει στους βουλευτές του KPD να παραστούν στη Βουλή. Οι ηγέτες του SPD ήταν αποφασισμένοι να παραμείνουν μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα και αυτό τους οδήγησε να αρνηθούν να ηγηθούν οποιασδήποτε μάχης ενάντια στους Ναζιστές, που θα μπορούσε να ξεφύγει «εκτός ελέγχου» και να κλονίσει το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.

Όμως, παρά τον προδοτικό ρόλο της ηγεσίας του SPD, το κόμμα συνέχιζε να διατηρεί την αφοσίωση εκατομμυρίων εργατών. Μόνο εάν το KPD έμπαινε σε κοινές μάχες μ’ αυτούς τους εργάτες, ενάντια στο φασισμό και τον καπιταλισμό, μέσα από τις γραμμές ενός ενιαίου μετώπου, θα μπορούσε να καταφέρει να νικήσει τον Χίτλερ και να ανοίξει το δρόμο προς μια σοσιαλιστική κοινωνία στη Γερμανία.

Λανθασμένες τακτικές

Αντί γι’ αυτό, το KPD με εγκληματικό τρόπο συνέχισε την τακτική του, αποκαλώντας το SPD σοσιαλφασίστες και υποστηρίζοντας ότι η ηγεσία του SPD και όχι το συνεχώς αναπτυσσόμενο Ναζιστικό κόμμα, ήταν ο κύριος εχθρός της εργατικής τάξης.

Αυτό οδήγησε το KPD ακόμα και να λειτουργήσει παράλληλα με τους Ναζιστές στην προσπάθειά του να επιτεθεί στο SPD. Στα μέσα του 1931, οι Ναζιστές ζήτησαν δημοψήφισμα για το αν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση SPD της Πρωσίας έπρεπε να αντικατασταθεί. Κατά την ίδια περίοδο η υποστήριξη προς τους ναζιστές αυξανόταν με τεράστιο ρυθμό. Αν η κυβέρνηση του SPD έπεφτε, ήταν ξεκάθαρο ότι οι Ναζιστές θα ήταν οι νικητές. Παρόλα αυτά όμως, το KPD, ακολουθώντας τις οδηγίες της Μόσχας, μετονόμασε το δημοψήφισμα σε «κόκκινο δημοψήφισμα» και ξεκίνησε εκστρατεία για να γίνει το δημοψήφισμα δεκτό. Αυτό προκάλεσε γενική αποδοκιμασία και το δημοψήφισμα, σε οριακό βαθμό, απορρίφθηκε.

Παρά τη σαπίλα της ηγεσίας, η αποφασιστικότητα των εργατών και της νεολαίας να νικήσουν τον Χίτλερ υπήρχε ακόμη. Σε πολλές περιοχές δίνονταν απελπισμένες μάχες. Ακόμα και μέσα στο SPD, υπήρχε αυξανόμενη αντίδραση στην παθητικότητα της ηγεσίας του και στην υποστήριξη που έδειχναν προς το καπιταλιστικό σύστημα, ενώ ταυτόχρονα ανάμεσα στα μέλη του KPD υπήρχε ένας αυξανόμενος αριθμός που συνειδητοποιούσαν την ανάγκη για ένα ενωμένο μέτωπο ενάντια στους Ναζιστές.

Στη Γερμανία επικρατούσε όλο και μεγαλύτερη πόλωση μέσα στον πληθυσμό, αλλά στο τέλος του 1932 δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι οι Ναζιστές είχαν χάσει τη μεγάλη τους δύναμη. Όμως μετά την κατακόρυφη μείωση της Ναζιστικής ψήφου στις εκλογές του 1932, τα καπιταλιστικά κόμματα αποφάσισαν να στηρίξουν τον Χίτλερ ως καγκελάριο, από φόβο ότι το αποτέλεσμα ρεκόρ του KPD στις εκλογές, που κέρδισε σχεδόν 6 εκατομμύρια ψήφους (16.9%) αντανακλούσε μια σημαντική στροφή προς τα αριστερά. Τα υπόλοιπα δεξιά κόμματα ήλπιζαν να χρησιμοποιήσουν τον Χίτλερ και μετά να ξεφορτωθούν τους Ναζιστές, αλλά το σχέδιό τους δε λειτούργησε.

Στις 30 Ιανουαρίου 1933 ένα κοινοβουλευτικό πραξικόπημα έκανε τον Χίτλερ καγκελάριο, να ηγείται ενός δεξιού συνασπισμού. Ακόμα και σε αυτό το καθυστερημένο στάδιο, ένας εργατικός ξεσηκωμός θα είχε καταφέρει να τον ανατρέψει από αυτή τη θέση, εφόσον το SPD και το KPD είχαν ακόμα μαζική υποστήριξη, παίρνοντας περισσότερες ψήφους από τους ναζιστές και οι ένοπλες ομάδες άμυνας που είχαν, ήταν ακόμα άθικτες. Αλλά το SPD και τα εργατικά συνδικάτα δεν έκαναν τίποτα, ενώ τα απελπισμένα καλέσματα του KPD για ενωμένη δράση που ήρθαν την τελευταία στιγμή, ήταν καταδικασμένα λόγω της παλαιότερης στάσης του. Έτσι, παρόλο που έγιναν κάποιες τοπικές κινητοποιήσεις και διαμαρτυρίες, δεν υπήρξε κάποια γενικευμένη αντίδραση ενάντια στους Ναζιστές και μέσα σε εβδομάδες, ο Χίτλερ κατάφερε να εδραιώσει την κυριαρχία του, δηλώνοντας μάλιστα, με κάποια υπερβολή, «ότι δε χρειάστηκε να σπάσει ούτε ένα τζάμι». Αλλά ο Χίτλερ δεν έδρασε απλά από μόνος του. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχαστεί ότι τον Μάρτιο του 1933 όλα τα κεντρώα και δεξιά κόμματα του κοινοβουλίου υποστήριξαν τον Χίτλερ, δίνοντάς του έκτακτες εξουσίες, και ακόμα και το SPD ψήφισε υπέρ της πρώτης του πρότασης για την εξωτερική πολιτική. Ο Χίτλερ νίκησε τα δεξιά κόμματα, χρησιμοποιώντας το φόβο τους ότι αν έριχναν τους Ναζιστές από την εξουσία εκείνη τη στιγμή, θα άνοιγαν το δρόμο της κατάρρευσης του καπιταλισμού από την εργατική τάξη που δεν είχε ακόμα ηττηθεί ολοκληρωτικά.

Αμέσως οι Ναζιστές άρχισαν να χτυπάνε το KPD με μαζικές συλλήψεις και μην επιτρέποντας στους βουλευτές του να παρευρίσκονται στη Βουλή. Αργότερα, σε όσο βαθμό ένιωθε ότι μπορούσε να το κάνει, ο Χίτλερ προχώρησε στο να διαλύσει τα συνδικάτα και το SPD, και να «πείσει» τα καπιταλιστικά κόμματα που είχαν αρχικά υποστηρίξει την εξουσία του να διαλυθούν από μόνα τους. Στις αρχές Ιουλίου ο Χίτλερ υπέγραψε μια συνθήκη, το Concordat, με το Βατικανό. Την επόμενη χρονιά, τη «νύχτα με τα μακριά σπαθιά», ο Χίτλερ «ξεμπέρδεψε» με όλα εκείνα τα στοιχεία του κόμματος που είχαν πιστέψει στην αντικαπιταλιστική ρητορεία του και τώρα ζητούσαν αλλαγές.

Ο τρόμος που εξαπέλυσε ο Χίτλερ σε εργάτες, διαφωνούντες, τσιγγάνους, ομοφυλόφιλους και πιο τραγικά στον Εβραϊκό πληθυσμό είναι πασίγνωστος. Ο φασισμός εξαπόλυσε έναν εμφύλιο πόλεμο μέσα στον πληθυσμό. Σε ολόκληρη την Ευρώπη και σε άλλα μέρη του κόσμου, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος οδήγησε σε ένα ακόμα μεγαλύτερο μακελειό.

Μαθήματα από την ήττα του KPD

Το KPD δεν εκμεταλλεύτηκε όπως θα έπρεπε τις δυνατότητες που υπήρχαν. Η ευθύνη γι’ αυτό βαρύνει αποκλειστικά την ηγεσία του κόμματος που είχε υιοθετήσει μια εντελώς λανθασμένη πολιτική. Αυτό προκάλεσε αντίδραση μέσα στο KPD και διάφορα στελέχη και μέλη εκδιώχθηκαν επειδή ασκούσαν κριτική στην ηγεσία του κόμματος και της Comintern. Δεν τους δόθηκε καμία δυνατότητα να εκφράσουν τις απόψεις τους μέσα στο KPD, του οποίου η ηγεσία λογοδοτούσε σχεδόν αποκλειστικά και μόνο στην κλίκα του Στάλιν στη Μόσχα. Οπαδοί των ιδεών του Τρότσκι και της στρατηγικής του για το Ενιαίο Μέτωπο, μια στρατηγική που θα μπορούσε να σταματήσει την κατάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ, κυνηγήθηκαν διώχθηκαν και διασύρθηκαν από τον Σταλινικό τύπο.

Χωρίς την ύπαρξη ενός κόμματος που να είναι καλά οργανωμένο και αφοσιωμένο στις σοσιαλιστικές ιδέες, είναι αδύνατον να ανατραπεί το καπιταλιστικό σύστημα. Αλλά ένα εκτός απ’ αυτά ένα επαναστατικό κόμμα πρέπει να έχει και μια ηγεσία που να ελέγχεται και να είναι υπόλογη στη βάση, μια βάση που να μπορεί να μελετά και να βγάζει συμπεράσματα από τα λάθη των παλαιότερων αγώνων. Συζητήσεις μέσα στο κόμμα για επίκαιρα θέματα καθώς και για τους καλύτερους τρόπους δράσης πάνω σε αυτά, καθώς και πλήρη ελευθερία στα μέλη ώστε να εκφράζουν και να συζητάνε τις ιδέες τους, είναι ο μόνος τρόπος να κάνει το κόμμα σωστή αξιολόγηση των προκλήσεων και να τις αντιμετωπίζει αποτελεσματικά.

Ο φασισμός σήμερα;

Ο φασισμός κατάφερε να ανέβει στην εξουσία σε αρκετές χώρες τις δεκαετίες 1920 και 1930 εξ’ αιτίας μιας σειράς παραγόντων και της κατάστασης που επικρατούσε. Οι Ναζιστές κέρδισαν τελικά την υποστήριξη της αστικής τάξης εξ’ αιτίας του φόβου απέναντι στην εργατική επανάσταση. Η ασταθής οικονομία επηρέασε τα πράγματα, αλλά κυρίως επηρέασε η αδυναμία των εργατικών κομμάτων να οργανώσουν μαζική αντίσταση ενάντια στο φασισμό και να εδραιώσουν το σοσιαλισμό ως την εναλλακτική λύση σε μια καπιταλιστική κοινωνία που βρισκόταν σε βαθιά κρίση.

Αλλά ο φασισμός δεν ήταν φυσικά πανάκεια για τις καπιταλιστικές τάξεις. Οι φασίστες δικτάτορες λειτούργησαν έξω από τον άμεσο έλεγχό τους, και τελικά οδήγησαν τη γερμανική αστική τάξη σε μια μεγάλη ήττα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η αστική τάξη την έχει πάθει ήδη μια φορά και δε θα ήθελε να καταφύγει πάλι στα ίδια μέτρα, αλλά σίγουρα ποτέ δε θα απόκλειε τη χρήση κατασταλτικών φασιστικών μέσων. Πρόσφατα μας θύμισε κάτι τέτοιο η αποκάλυψη το 1976 ότι η τότε κυβέρνηση των εργατικών στη Βρετανία συζητούσε τα υπέρ και τα κατά της υποστήριξης ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος στην Ιταλία. Οι «παραδόσεις» που δημιούργησε η CIA μετά την 11η Σεπτεμβρίου και οι μυστικές φυλακές της κυβέρνησης των ΗΠΑ, δείχνουν ότι οι αστικές τάξεις μπορούν εύκολα να βάλουν τα δημοκρατικά δικαιώματα στην άκρη εάν νιώσουν ότι απειλούνται. Οι στρατιωτικές δικτατορίες στην Νότιο Αμερική τις δεκαετίες ’70 και ’80 βασίστηκαν σε νεοφασιστικές ομάδες για υποστήριξη, κάτι που σε μικρότερο βαθμό κάνει σήμερα και ο Πούτιν.

Τα παραδοσιακά μεσαία στρώματα, που αποτέλεσαν τη βάση του φασισμού ως κίνημα, έχουν επίσης αλλάξει και έχουν συρρικνωθεί από το 1930. Πολλές ομάδες που παλαιότερα ταυτίζονταν με τη μεσαία τάξη, όπως οι καθηγητές και οι δάσκαλοι, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι δημόσιοι υπάλληλοι, παίζουν αυτή τη στιγμή σημαντικό ρόλο μέσα στο εργατικό κίνημα. Αλλά αν εκατομμύρια ζωές καταστρέφονταν από μια σημαντική οικονομική ύφεση, τότε θα υπήρχε πάλι ο κίνδυνος αντίδρασης και ενίσχυσης των δυνάμεων των φασιστών, σε περίπτωση που το εργατικό κίνημα δεν κατάφερνε να προσφέρει το σοσιαλισμό ως εναλλακτική λύση.

Μελετώντας τα σημαντικά γεγονότα της Γερμανίας, τη στρατηγική του Ενιαίου Μετώπου, τη σημασία ενός επαναστατικού κόμματος και άλλα σημαντικά θέματα, το σοσιαλιστικό κίνημα θα εξασφαλίσει ότι όταν έρθει η ώρα δε θα βρεθεί απροετοίμαστο αλλά θα μπορέσει να αναλάβει και να ανταποκριθεί στις ευθύνες του.

7,037ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,084ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
368ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής