20 χρόνια από τη διεθνή διαδήλωση στη Γένοβα – Μέρος Β’

Είκοσι χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τις διεθνείς διαδηλώσεις κατά της παγκοσμιοποίησης στη Γένοβα, που έλαβαν χώρα τον Ιούλιο του 2001 (19-21 Ιουλίου). Οι 3ήμερες κινητοποιήσεις, που πραγματοποιήθηκαν με αφορμή τη σύνοδο των G8 (οι 8 πλουσιότερες χώρες του πλανήτη), έχουν μείνει στην ιστορία για την πρωτοφανή καταστολή από τους Ιταλούς καραμπινιέρι (ιταλική στρατιωτική αστυνομία), τη δολοφονία του 23χρονου Κάρλο Τζουλιάνι από σφαίρα αστυνομικού έξω από την «κόκκινη ζώνη» (20/7/01), την τεράστια συμμετοχή νεολαίας και εργαζομένων (300.000 στις 21/7/01) αλλά και τον διεθνή και διεθνιστικό τους χαρακτήρα. 
Με αυτήν την αφορμή δημοσιεύουμε –σε δύο συνέχειες– άρθρο του σ. Νίκου Κανελλή (ο οποίος συμμετείχε στις διαδηλώσεις της Γένοβα) για τα γεγονότα, το υπόβαθρο πάνω στο οποίο εκτυλίχθηκαν και την επίδραση που είχε η Γένοβα στα κινήματα των επόμενων δύο δεκαετιών.
Παρακάτω ακολουθεί το β’ μέρος του άρθρου. Το α’ μέρος μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Η Ελληνική συμμετοχή

Υπολογίζεται ότι πάνω από 3.000 Έλληνες ταξίδεψαν στην Ιταλία και πήραν μέρος στις διαδηλώσεις της Γένοβα. Η ελληνική συμμετοχή οργανώθηκε από τέσσερεις διαφορετικές πρωτοβουλίες: 

  • Την Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Διαδήλωση στη Γένοβα, στην οποία συμμετείχε ο ΣΥΝ που τότε ήταν στο 3%, η τότε ΑΚΟΑ, οργανώσεις της επαναστατικής Αριστεράς όπως το Ξεκίνημα, η ΟΚΔΕ Σπάρτακος, η ΔΕΑ, το Δίκτυο κ.α. και εξελίχθηκε στο Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ. 
  • Την Πρωτοβουλία Γένοβα 2001, που ήταν μια πρωτοβουλία που είχε πάρει ΣΕΚ μαζί με τις ηγεσίες κάποιων συνδικάτων ελεγχόμενων από το ΠΑΣΟΚ. 
  • Τα συνδικάτα του ΠΑΜΕ (βασικά μέλη του ΚΚΕ) και, τέλος 
  • Την Αντικαπιταλιστική Αντιιμπεριαλιστική Επιτροπή

Οι μεγαλύτερες αποστολές ήταν αυτή της Ελληνικής Επιτροπής για τη Διεθνή Διαδήλωση στη Γένοβα και της Πρωτοβουλίας Γένοβα 2001.

Την περίοδο πριν τις διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα μια μεγάλη καμπάνια ενημέρωσης γύρω από τα θέματα της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού με εκατοντάδες εκδηλώσεις, προβολές, παρεμβάσεις κοκ. Το θέμα λοιπόν δεν περιορίστηκε στους 3.000 Έλληνες διαδηλωτές αλλά απλώθηκε στην ελληνική κοινωνία που είδε αυτό το κίνημα με τεράστια συμπάθεια. 

Θέμα έντονων συζητήσεων και πολιτικών αντιπαραθέσεων στις γραμμές της ελληνικής ριζοσπαστικής Αριστεράς αποτέλεσε το αν θα έπρεπε οι οργανώσεις αυτές να συμμετέχουν σε κοινά μετωπικά σχήματα, όπως τα Φόρουμ, μαζί με οργανώσεις και κόμματα της ρεφορμιστικής Αριστεράς όπως ήταν ο ΣΥΝ. Το ζήτημα αυτό τακτικής δεν ήταν μικρής σημασίας. Η γραμμή του ΚΚΕ, του ΝΑΡ και άλλων οργανώσεων ήταν αυτή της δημιουργίας συσπειρώσεων γύρω από τους ίδιους κι έτσι κατά βάση σε αυτές συμμετείχαν μέλη αυτών των κομμάτων και οργανώσεων. Η Πρωτοβουλία Γένοβα 2001 που ελέγχονταν από το ΣΕΚ, προσέλκυσε μεν σημαντικό αριθμό ανένταχτων αγωνιστών, αλλά χαρακτηριζόταν από μια στενή σχέση με συνδικαλιστικές γραφειοκρατικές δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ, οι οποίες χρησιμοποιούσαν τη συμμετοχή τους στις διεθνείς διαδηλώσεις ως αριστερό άλλοθι τη στιγμή που έπαιζαν έναν συμβιβαστικό και προδοτικό ρόλο μέσα στα συνδικάτα. 

Η Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Διαδήλωση στη Γένοβα, κινητοποίησε περίπου 1.800 διαδηλωτές. Ήταν η πιο πλατιά, ενωτική και με αρκετά δημοκρατική λειτουργία πρωτοβουλία. Αυτή η ενωτική προσέγγιση λειτούργησε θετικά και έδωσε τη δυνατότητα στις οργανώσεις που συμμετείχαν να ανοιχτούν σε πολύ μεγαλύτερα κοινωνικά ακροατήρια. Επιπλέον αποτέλεσε παράλληλη διαδικασία με τον Χώρο διαλόγου και κοινής δράσης της Αριστεράς που με τη σειρά του ήταν ο προάγγελος του ΣΥΡΙΖΑ (στη δημιουργία και άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο και άλλα μετέπειτα γεγονότα[1]). 

Φυσικά η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης, έδειξε πόσο αδιέξοδος είναι ο ρεφορμισμός. Και τα δυο κόμματα αντί να αξιοποιήσουν την κοινωνική τους δυναμική για να ανατρέψουν την εξουσία του κεφαλαίου – που πρέπει να αποτελεί το στρατηγικό καθήκον της Αριστεράς – προσπάθησαν να «μεταρρυθμίσουν» το σύστημα προς το καλύτερο καταλήγοντας να γίνουν τα ίδια υπηρέτες του συστήματος. 

Σε αυτό το σημείο όμως θα επανέλθουμε αργότερα. Εδώ ας κρατήσουμε ότι η τακτική της πλατιάς ενωτικής δράσης δυνάμεων της Αριστεράς, που διατηρούν τις διαφορές και την αυτονομία τους, έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην μαζική συμμετοχή στη διαδήλωση. 

Γένοβα: 19-20-21 Ιουλίου 2001

Τις τριήμερες κινητοποιήσεις «άνοιξε» μια μεγάλη δωρεάν συναυλία του Μάνου Τσάο, Τετάρτη 18 Ιουλίου. 

Η πρώτη διαδήλωση, την Πέμπτη 19/7, είχε ως κεντρικό πρόταγμα τα δικαιώματα των προσφύγων και μεταναστών. Το πόσο σημαντική ήταν αυτή η στόχευση το βλέπουμε ακόμη περισσότερο σήμερα που εκατομμύρια άνθρωποι από την Αφρική, την Ασία, τη Λατινική Αμερική εξωθούνται από τις εστίες τους λόγω των συνεπειών του καπιταλισμού (φτώχεια, πόλεμοι, κλιματική αλλαγή). Κι όταν φτάνουν στη Δύση έρχονται αντιμέτωποι με τους φράκτες, τις παράνομες επαναπροωθήσεις στη θάλασσα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης με τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης, τις ρατσιστικές πολιτικές των κυβερνήσεων, την βία της φασιστικής ακροδεξιάς. 

Η δεύτερη ημέρα, Παρασκευή 20/7, είχε οριστεί ως ημέρα πολιτικής ανυπακοής κατά της κόκκινης ζώνης. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό του Κοινωνικού Φόρουμ της Γένοβα θα γίνονταν προσπάθεια να σπάσει η κόκκινη ζώνη σε έξι διαφορετικά σημεία με διάφορες μεθόδους.

Και η τρίτη ημέρα, το Σάββατο 21/7, είχε οριστεί ως η ημέρα της κορύφωσης, της μεγάλης διαδήλωσης.    

Η καταστολή 

Από την πρώτη στιγμή η ατμόσφαιρα «μύριζε μπαρούτι». Την αποστολή της Ελληνικής Επιτροπής για τη Διεθνή Διαδήλωση στη Γένοβα υποδέχτηκαν στο λιμάνι της Ανκόνα εκατοντάδες βανάκια της αστυνομίας, που είχαν αποκλείσει το ντόκο του πλοίου και στα οποία επέβαιναν καραμπινιέροι με προτεταμένα αυτόματα πυροβόλα όπλα προς την κατεύθυνση του ελληνικού πλοίου. 

Το μήνυμα έγινε ακόμη πιο σαφές όταν η Ιταλική αστυνομία, εντελώς αναίτια, σταμάτησε τρία λεωφορεία (από τα δεκάδες που αποτελούσαν την αποστολή) στα οποία επέβαινε η Συντονιστική Επιτροπή , αποκόπτοντας τα από την υπόλοιπη αποστολή. Τα μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής μετά από άγριο ξύλο πάνω στον καταπέλτη του πλοίου αναγκάστηκαν να επιστρέψουν την Ελλάδα, ενώ η υπόλοιπη αποστολή οδηγήθηκε στη Γένοβα συνοδεία περιπολικών. Αυτά τα γεγονότα ήταν μόνο ένα μικρό δείγμα των όσων θα ακολουθούσαν. 

Η δολοφονία του Κάρλο Τζουλιάνι 

Η καταστολή που εξαπέλυσε τις επόμενες δυο ημέρες η αστυνομία ήταν πρωτοφανής σε έκταση και αγριότητα. Για όσους συμμετείχαμε σε αυτές τις διαδηλώσεις αυτή η εμπειρία δεν θα ξεχαστεί ποτέ. 

Την Παρασκευή 20 Ιουλίου οι διαδηλωτές προσέγγισαν από 6 διαφορετικά σημεία την κόκκινη ζώνη ήρθαν αντιμέτωποι με γκλομπς, δακρυγόνα, μηχανοκίνητα τμήματα ακόμη και σκυλιά της ιταλικής αστυνομίας! Η Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Διαδήλωση στη Γένοβα συμμετείχε στη διαδήλωση στο σταθμό Μπρίνιολε μαζί με τη Γαλλική LCR, τους Tute Bianche και άλλες οργανώσεις.Στην κεφαλή της συγκεκριμένης διαδήλωσης, έξω ακριβώς από την κόκκινη ζώνη οι καραμπινιέροι δολοφόνησαν τον Κάρλο Τζουλιάνι πυροβολώντας τον στο κεφάλι ενώ στη συνέχεια τζιπ της αστυνομίας πέρασε δυο φορές πάνω από το σώμα του! 

Η είδηση μαζί με φωτογραφίες από τον νεκρό διαδηλωτή μεταδόθηκε από το κέντρο αντιπληροφόρησης Indymedia που είχε στήσει το Κοινωνικό Φόρουμ της Γένοβα στο σχολείο Ντίαζ. Διόλου τυχαία, το ίδιο βράδυ, η Ιταλική αστυνομία εισέβαλε στους χώρους του Γενοβέζικου Indymedia ξυλοκοπώντας και συλλαμβάνοντας όποιον έβρισκε μπροστά της. Ταυτόχρονα ελικόπτερα της αστυνομίας έκαναν περιπολίες πάνω απ’ όλη την πόλη και τους χώρους όπου διέμεναν διαδηλωτές όπως από το γήπεδο της Via de Ciclamini όπου είχε καταλύσει η Ελληνική Επιτροπή

Λαοθάλασσα στις 21 Ιουλίου

Η απάντηση του κινήματος την επόμενη ημέρα, Σάββατο 21 Ιουλίου, ήταν συγκλονιστική! 

Υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 300.000 διαδηλωτές από όλη την Ιταλία και το εξωτερικό συμμετείχαν στη διαδήλωση αυτή με συνθήματα όπως το fascisti assassini carabinieri (φασίστες δολοφόνοι καραμπινιέροι) να κυριαρχούν και να τραντάζουν την ατμόσφαιρα. Στη διαδήλωση το κόμμα της Κομουνιστικής Επανίδρυσης είχε την πιο μαζική παρουσία μαζί με την προσκείμενη στην Κομμουνιστική Επανίδρυση συνδικαλιστική συνομοσπονδία CGIL, (στην Ιταλία δεν υπάρχει ενιαία συνομοσπονδία όπως η ΓΣΕΕ στην Ελλάδα, αλλά συνδικαλιστικές οργανώσεις που πρόσκεινται σε πολιτικά κόμματα). 

Οι κάτοικοι της πόλης, παρά την εκστρατεία εκφοβισμού που είχε προηγηθεί, χρησιμοποίησαν κάθε μέσο για να δείξουν την αλληλεγγύη τους προς τους διαδηλωτές – σημαίες στα μπαλκόνια, μπουκάλια με νερό στους διαδηλωτές, προστασία διαδηλωτών από την αστυνομία κοκ. 

Η αστυνομία χτύπησε εκ νέου τη διαδήλωση, με δακρυγόνα να εκτοξεύονται μαζικά ακόμα και από ελικόπτερα, και κυνήγι διαδηλωτών, ξύλο και συλλήψεις μέχρι και τα περίχωρα της πόλης. Ο αντίκτυπος της καταστολής αλλά και του μεγέθους της διαδήλωσης ήταν τεράστιος τόσο στην Ιταλία όσο και στην Ελλάδα.

Η πορεία της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης

Οι διαδηλώσεις της Γένοβα ενίσχυσαν σημαντικά το κύρος και την επιρροή του κόμματος της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης (ΚΕ) που εμφανίζονταν στην προμετωπίδα του αντι-παγκοσμιοποιητικού κινήματος στην Ιταλία και την Ευρώπη. 

Έχοντας ρίζες στο παραδοσιακά ισχυρό κομμουνιστικό κίνημα της Ιταλίας, και με μια ήδη μαζική εκλογική απήχηση (στις βουλευτικές εκλογές του 1996 η ΚΕ είχε πάρει 3,2 εκ ψήφους και 8,5% του εκλογικού σώματος!) η ΚΕ είχε τη δυνατότητα να παίξει καταλυτικό ρόλο τόσο στην Ιταλική όσο και στην Ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Ο ρόλος της ΚΕ στην τεράστια αντιπολεμική διαδήλωση του 1 εκ. ανθρώπων στη Φλωρεντία 1,5 χρόνο αργότερα (Νοέμβριος 2002) ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την απήχηση και τις δυνατότητές του κόμματος. 

Όμως η ΚΕ απέτυχε να αξιοποιήσει αυτές τις δυνατότητες ως αποτέλεσμα του ρεφορμιστικού της προγράμματος. 

Το 2004 η ΚΕ μπήκε στην κεντροαριστερή καπιταλιστική κυβέρνηση συνεργασίας του Ρομάνο Πρόντι και ανέλαβε την ευθύνη για την εφαρμογή αντιλαϊκών πολιτικών. Ως αποτέλεσμα η ΚΕ αποξενώθηκε από τα λαϊκά στρώματα της Ιταλικής κοινωνίας και στη συνέχεια μπήκε σε μια βαθιά κρίση διαρκών διασπάσεων. Σήμερα η ΚΕ έχει εξαφανιστεί ουσιαστικά από τον πολιτικό χάρτη της Ιταλίας. 

Η πορεία της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης (όπως και των άλλων μαζικών αριστερών σχηματισμών όπως ο ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ) έδειξε ότι η συμμετοχή στα κινήματα και η ενωτική προσέγγιση δεν αρκεί. 

Χωρίς ένα επαναστατικό σοσιαλιστικό πρόγραμμα αμφισβήτησης της εξουσίας των καπιταλιστών, τα κόμματα της ρεφορμιστικής Αριστεράς διολισθαίνουν στο συμβιβασμό και καταλήγουν να προδώσουν τις προσδοκίες των εργατικών λαϊκών στρωμάτων, συμμετέχοντας σε κυβερνήσεις συνεργασίας με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα τύπου ΠΑΣΟΚ, στο όνομα του να μην επιστρέψει η Δεξιά. Έτσι, οδηγούνται σε κρίση ή/και στη διάλυση. Αυτή η στάση ανοίγει το δρόμο σε κάθε είδους λαϊκιστική και ακροδεξιά «εναλλακτική». 

Στην Ιταλία ο σάπιος Σίλβιο Μπερλουσκόνι επανήλθε στην εξουσία το 2008, ενώ αργότερα εμφανίστηκαν νέα λαϊκιστικά κόμματα όπως Το κίνημα των 5 αστέρων, τα οποία μαζικοποιήθηκαν και μπήκαν στην κυβέρνηση. Παράλληλα, ενισχύθηκε η ακροδεξιά-ρατσιστική Λέγκα του Ματέο Σαλβίνι η οποία ήρθε πρώτο κόμμα στις ευρωεκλογές του 2019 με πάνω από 9 εκ. ψήφους! Από την άλλη, η Ιταλική Αριστερά εμφανίζει εικόνα απερίγραπτης πολυδιάσπασης και ουσιαστικά διάλυσης. 

Η πορεία του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης και η Ελληνική Αριστερά

Λίγες εβδομάδες μετά τις διαδηλώσεις της Γένοβα, είχαμε την τρομοκρατική επίθεση στους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης (11η Σεπτεμβρίου 2001). Το γεγονός συγκλόνισε όλο τον κόσμο και έδωσε τη δυνατότητα στον Αμερικανικό ιμπεριαλισμό να εισβάλει πρώτα στο Αφγανιστάν και έπειτα στο Ιράκ, στις αρχές του 2003. 

Το αντι-παγκοσμιοποιητικό κίνημα γρήγορα μετεξελίχθηκε σε αντιπολεμικό που κατέβασε στους δρόμους πολλών χωρών και πόλεων του πλανήτη εκατομμύρια ανθρώπους τον Μάρτιο του 2003 όταν τα αμερικανικά στρατεύματα έκαναν επίθεση στο Ιράκ. 

Στη Φλωρεντία, τον Νοέμβριο του 2002, μια λαοθάλασσα 1 εκ. ανθρώπων διαδήλωσε κατά του πολέμου ενώ δεκάδες χιλιάδες συμμετείχαν στις εργασίας του 1ου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ της Φλωρεντίας (ακολούθησε το 2ο ΕΚΦ στο Παρίσι το 2003, το 3ο στο Λονδίνο το 2004 και το 4ο στην Αθήνα το 2006). 

Στην Ελλάδα η Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή διαδήλωση στη Γένοβα μετεξελίχθηκε στο Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ (ΕΚΦ), με τον ΣΥΝ να αποτελεί τη μεγαλύτερη δύναμη εντός του, και χιλιάδες νεολαίους να παίρνουν ενεργά μέρος τόσο στις εσωτερικές του διαδικασίες όσο και στο αντιπολεμικό κίνημα του 2002-2003. Το Ιούνιο του 2003 το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ και άλλες δυνάμεις διοργάνωσαν αντιπαγκοσμιοποιητικές διαδηλώσεις ενάντια στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ στο Μαρμαρά της Χαλκιδικής και μέσα στη Θεσσαλονίκη ενώ είχαν προηγηθεί κινητοποιήσεις στο Ναύπλιο κα. 

Ένα από τα ζητήματα που επίσης προκάλεσαν μεγάλες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό του κινήματος ήταν αυτό των συμβολικών συγκρούσεων, κατ’ αναλογία της πολιτικής ανυπακοής που εφαρμόστηκε στη Γένοβα. Για ένα σημαντικό μέρος της ελληνικής Αριστεράς, τόσο εντός ΕΚΦ, όσο και εκτός (γύρω από το ΝΑΡ) έβλεπε στην πρακτική των συμβολικών συγκρούσεων το μέσο για τη ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος. Κατά τη γνώμη μας, οι συμβολικές συγκρούσεις δεν είχαν κανένα πρακτικό αποτέλεσμα, κάτι που έδειξε και η εμπειρία της Γένοβα όπου αυτή η πρακτική πήρε την πιο οργανωμένη και μαζική της μορφή. Όπως εξηγούσαμε, και συνεχίζουμε να κάνουμε, το κίνημα γίνεται πιο επικίνδυνο όταν καταφέρνει να κινητοποιεί όλο και μεγαλύτερους αριθμούς, όταν αποκτά μαζικές και δημοκρατικές μορφές οργάνωσης σε συνδικαλιστικό και πολιτικό επίπεδο και όταν αρχίζει να χρησιμοποιεί τα βαριά όπλα του εργατικού κινήματος, δηλαδή την απεργία και τη γενική απεργία. 

Τον Μάιο του 2006 διοργανώθηκε στην Αθήνα (Ελληνικό) το 4ο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ και στη διαδήλωση συμμετείχαν περίπου 100.000 διαδηλωτές. 

Λίγες ημέρες αργότερα φουντώνει το φοιτητικό κίνημα καταλήψεων που κράτησε ως τον Μάρτιο του 2007. Είναι φανερό ότι υπήρχε μεγάλη αλληλεπίδραση όλων αυτών των παραγόντων και διεργασιών. 

Η συμμετοχή του ΣΥΝ στα κινήματα αυτά, η ενωτική του προσέγγιση, η δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ αρχικά ως μέτωπο οργανώσεων και η στάση που κράτησε στους μετέπειτα αγώνες (ειδικά στους αντι-μνημονιακούς αγώνες του 2010-2012) του επέτρεψαν να καλύψει ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού κενού στην Ελλάδα. 

Όπως όμως έχουμε εξηγήσει αναλυτικά αλλού το στοιχείο που καθόρισε την κατάληξη του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και στην περίπτωση της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης, ήταν το πολιτικό του πρόγραμμα. 

Στηριγμένος στη ρεφορμιστική αυταπάτη ότι μπορεί να υπάρξει μια πιο ανθρώπινη και πιο φιλολαϊκή διαχείριση του καπιταλισμού, η ηγεσία του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ, κατέληξαν να προδώσουν τις λαϊκές προσδοκίες και το ίδιο το βροντερό 62% ΟΧΙ του δημοψηφίσματος του 2015. Αυτό πρέπει να αποτελέσει ένα βασικό δίδαγμα στην προσπάθεια για τη δημιουργία μιας μαζικής, πραγματικά ριζοσπαστικής Αριστεράς στο μέλλον.

Οι παρακαταθήκες

Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά τη Γένοβα, δεν υφίσταται πλέον αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα. Όμως η Γένοβα έπαιξε καταλυτικό ρόλο και άφησε μεγάλες παρακαταθήκες. 

Καταρχάς η Γένοβα (μαζί με τις υπόλοιπες μεγάλες κινητοποιήσεις της περιόδου εκείνης) έδειξε ότι η ήττα και η υποχώρηση του κινήματος (ίσχυε από τη δεκαετία του ’90) δεν είναι κάτι που θα ισχύει για πάντα. Ακόμη και σε συνθήκες όπου φαινομενικά επικρατεί η κοινωνική ηρεμία, οι αντιφάσεις και τα αδιέξοδα του ίδιου του καπιταλισμού προετοιμάζουν τα επόμενα κινήματα και αγώνες. 

Η Γένοβα επίσης επανέφερε τον διεθνισμό και τον διεθνιστικό συντονισμό των αγώνων. Την κατανόηση δηλαδή ότι δεν φτάνει η πάλη σε μια χώρα, ειδικά σε συνθήκες ενός διεθνοποιημένου-παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος. Ότι εκτός από τις εθνικές αστικές κυβερνήσεις απέναντί μας βρίσκεται το σύνολο των διακρατικών οργανισμών του κεφαλαίου – στην Ελλάδα είναι πολύ νωπός ο ρόλος της ΕΕ.  

Επιπλέον, αναδείχθηκε για άλλη μια φορά το πώς οι ενωτικές μετωπικές πρωτοβουλίες όπως ήταν τα Κοινωνικά Φόρουμ, στο εσωτερικό των οποίων διεξάγεται ανοιχτή πολιτική αντιπαράθεση, μπορούν να συσπειρώσουν και να κινητοποιήσουν πολύ μεγάλους αριθμούς ανθρώπων και έτσι να δημιουργήσουν νέα δεδομένα. 

Σε ότι αφορά τις μεθόδους πάλης, η Γένοβα έδειξε ότι το αστικό κράτος και οι κατασταλτικοί του μηχανισμοί δεν μπορούν να ηττηθούν με στρατιωτικούς όρους και συμβολικές συγκρούσεις τύπου Tute Bianche και Black Block. Το κυριότερο, η Γένοβα έδειξε ότι τα μεγάλα κινήματα, ανοίγουν εξίσου μεγάλες δυνατότητες για την Αριστερά. Το πώς όμως θα τις αξιοποιήσει η ίδια η Αριστερά έχει να κάνει με το πρόγραμμά της, τη στρατηγική της, συνολικά τη φυσιογνωμία της. Για να μην καταλήξουν τα κινήματα του μέλλοντος σε απογοητεύσεις και προδοσίες τύπου Κομμουνιστικής Επανίδρυσης και ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται από σήμερα να χτίσουμε πολιτικές οργανώσεις που θα έχουν ένα ξεκάθαρα ανατρεπτικό επαναστατικό πρόγραμμα, με στόχο το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, ενώ την ίδια ώρα θα λειτουργούν δημοκρατικά και ενωτικά προς την υπόλοιπη Αριστερά. 


[1] Για εκτενή ανάλυση γύρω από την άνοδο και την υποταγή του ΣΥΡΙΖΑ δείτε εδώ
7,037ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,076ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
368ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής