Ζαΐχ Μπολσονάρου: Η σκιά μιας «κοινοβουλευτικής δικτατορίας» πάνω από τη Βραζιλία

Σοκ και φόβο έχει προκαλέσει σε μαζικά στρώματα στη Βραζιλία αλλά και διεθνώς η επικράτηση στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών της 7ης Οκτώβρη του Ζαΐχ Μπολσονάρου, πρώην στρατιωτικού και νυν βαθιά ακροδεξιού πολιτικού. Το αποτέλεσμα των εκλογών θα κριθεί στον δεύτερο γύρο, που θα γίνει στις 28 Οκτώβρη, όπου θα αντιμετωπίσει τον υποψήφιο του PT (Κόμμα των Εργαζομένων – το κεντροαριστερό κόμμα της Βραζιλίας) Φερνάντου Χαντάντ.

Κύμα ακροδεξιάς βίας

Το 46% που πήρε ο Μπολσονάρου έχει δώσει αέρα στην ακροδεξιά και στα πιο ακραία και καθυστερημένα στοιχεία στη βραζιλιάνικη κοινωνία. Μόνο μέσα σε μια εβδομάδα από τις εκλογές είχαμε:

  • Την δολοφονία με 12 μαχαιριές του δασκάλου της πολεμικής τέχνης καπουέϊρα Μόα ντο Κατεντέ στο Σαλβαδόρ, μετά από πολιτική συζήτηση όπου είχε εκφράσει την άποψη του κατά του Μπολσονάρου.

  • Ψηφοφόρους του Μπολσονάρου να ανεβάζουν φωτογραφίες πίσω από τα παραβάν στα εκλογικά τμήματα με πιστόλια

  • Την δημιουργία video game με όνομα Bolsomito όπου ο Μπολσονάρου ως τιμωρός σκοτώνει μαύρους, κομμουνιστές και ΛΟΑΤ* άτομα.

Μετά από όλα αυτά, ο Μπολσονάρου δηλώνει ότι «δεν είναι ακροδεξιός» (!!!) και ότι δεν έχει να κάνει με τις επιθέσεις. «Αν κάποιος που φοράει μπλουζάκι με το όνομά μου το παρακάνει, τι σχέση έχω εγώ;» δήλωσε, θυμίζοντας μας τις δηλώσεις των ηγετικών στελεχών της Χρυσής Αυγής, όταν προσπαθούσαν να μας πείσουν ότι δεν έχουν σχέση με τις επιθέσεις που γίνονται στο όνομά τους.

Ποιος είναι ο «τροπικός Τράμπ»

Ο Ζαΐχ Μπολσονάρου, παρόλο που παρουσιάστηκε σαν κάτι «νέο» στις προεδρικές εκλογές της Βραζιλίας, στην πραγματικότητα εκλέγεται εδώ και 27 χρόνια στο Κονγκέσο, αντιπροσωπεύοντας πάντα συντηρητικές και ακροδεξιές απόψεις. Χαρακτηριστικά «στιγμιότυπα» της πολιτικής του καριέρας και των απόψεων του:

  • Είναι υποστηρικτής της χούντας της Βραζιλίας (1964-1985) που υποκινήθηκε από την CIA (Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ) και είχε κόστος χιλιάδες ζωές αριστερών αλλά και ιθαγενών. Το 1999 είχε δηλώσει:

«Τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν μόνο ξεκινώντας έναν εμφύλιο πόλεμο, για να γίνει η δουλειά που άφησε η δικτατορία στη μέση. Σκοτώνοντας 30.000 ανθρώπους, ξεκινώντας από τον σοσιαλδημοκράτη πρόεδρο Καρντόσο. Αν πεθάνουν και μερικοί αθώοι δεν έγινε και τίποτα».

  • Είχε δηλώσει ότι θα προτιμούσε ο γιός του να πεθάνει σε τροχαίο παρά να είναι γκέι.
  • Είχε δηλώσει για τη γυναίκα ενός βουλευτή ότι

«δεν θα τη βίαζα γιατί είναι πολύ άσχημη και δεν της αξίζει».

  • Έχει κάνει δηλώσεις ενάντια στις σεξουαλικές σχέσεις μαύρων με λευκούς, ενάντια στους ιθαγενείς που αποκαλεί «τεμπέληδες» και φυσικά είναι φανατικός πολέμιος της Αριστεράς.

Η προεκλογική του εκστρατεία βασίστηκε στην κριτική της διαφθοράς που διατρέχει όλο το πολιτικό σύστημα της χώρας, στην ατζέντα του «νόμου και της τάξης» και στην υποστήριξη νεοφιλελεύθερων μέτρων. Ταυτόχρονα όμως, όπως και πολλοί ακροδεξιοί αυτή την περίοδο (με χαρακτηριστικότερο ίσως όλων τον Τράμπ) η ρητορική του ήταν γεμάτη από αντιφάσεις, ψέματα, αντιστροφή της πραγματικότητας και υπεκφυγές.

Με αυτό τον τρόπο προσέλκυσε και ψηφοφόρους οι οποίοι μπορεί να μην ταυτίζονται με την ακροδεξιά, αλλά αναζητούν έναν υποψήφιο «αντι-συστημικό», που τα κάνει «άνω-κάτω», που «τα λέει έξω από τα δόντια» και δεν ακολουθεί τις παραδοσιακές νόρμες της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Πως γίνεται και βγαίνει ακροδεξιός σε μια χώρα σαν τη Βραζιλία;

Η Βραζιλία είναι η 5η μεγαλύτερη χώρα στον κόσμο σε έκταση και 6η σε πληθυσμό, ενώ είναι η 9η μεγαλύτερη οικονομία με 200 εκατομμύρια πληθυσμό. Οι εξελίξεις λοιπόν στην χώρα έχουν επίδραση σε όλο τον κόσμο. Όταν μάλιστα συνδυάζονται με την άνοδο ακροδεξιών υποψηφίων ή κομμάτων τα τελευταία χρόνια και σε μια σειρά από άλλες χώρες (ΗΠΑ, Γαλλία, Ιταλία, Ουγγαρία, Σουηδία, Ολλανδία, κα) προκαλούν την ανησυχία σε πλατιά στρώματα.

Το ενδιαφέρον όμως στοιχείο στην περίπτωση της Βραζιλίας είναι ότι η άνοδος της ακροδεξιάς γίνεται σε μια πρώην αποικιακή χώρα, με τον μισό πληθυσμό να είναι μιγάδες, μαύροι και ιθαγενείς.

Σημαντικό ρόλο σε αυτό παίζει η ιστορία της χώρας. Η –κατά βάση– λευκή ελίτ που ελέγχει τη χώρα είναι γαλουχημένη με ένα μίσος προς τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Έτσι, ήταν πάντα πιο ανοιχτή σε φασιστικές ιδέες και πρακτικές προκειμένου να διαιωνίσει την κυριαρχία της.

Παρόλα αυτά, αν θέλουμε να καταλάβουμε πιο καθαρά τις αιτίες της επικράτησης του Μπολσονάρου θα πρέπει να δούμε τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Από τη μια το PT, το Κόμμα των Εργαζομένων. Ένα κόμμα που ξεκίνησε μέσα στη δικτατορία και συνδέθηκε με όλα τα μεγάλα κινήματα της Βραζιλίας στη μεταπολίτευση της. Ο ηγέτης του Λούλα Ιγκνάσιο ντα Σίλβα όταν εκλέχτηκε το 2003 προκάλεσε κύματα ελπίδας καθώς ήταν ο πρώτος πρόεδρος της χώρας που προερχόταν από τα φτωχά λαϊκά στρώματα, ως εργάτης μετάλλου και συνδικαλιστής. Το PT όμως, ενώ έκανε κάποιες φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις τα πρώτα χρόνια, βασιζόμενο στην ανοδική πορεία της οικονομίας που σχετιζόταν με τις υψηλές τιμές των πρώτων υλών, ακολούθησε την πορεία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων (τύπου ΠΑΣΟΚ) που δεν προχώρησαν σε ρήξη με το σύστημα: αποδεχόμενο το πλαίσιο του συστήματος εφάρμοσε αντιλαϊκές νεοφιλελεύθερες πολιτικές και τελικά σύρθηκε στο βούρκο της διαφθοράς που είναι ενδημική στον βραζιλιάνικο καπιταλισμό.

Η αγανάκτηση από την προδοσία του ΡΤ μέσα στους εργαζόμενους και τα καταπιεσμένα στρώματα της χώρας ήταν μεγάλη, κι αυτή η αγανάκτηση μετατράπηκε σε οργή όταν αποκαλύφθηκε το μέγεθος της διαφθοράς της ηγεσίας και των στελεχών του κόμματος.

Από την άλλη, ένα μέρος της αστικής τάξης, θέλοντας να πετάξει το PT σαν στημένη λεμονόκουπα αφού έκανε γι’ αυτούς όλη τη βρώμικη δουλειά, περνώντας αντιλαϊκά μέτρα και πολιτικές, έκανε συνταγματικό πραξικόπημα εγκαθιστώντας τον Μισέλ Τεμέρ στην προεδρία. Ο Τεμέρ δοκίμασε να εφαρμόσει ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική στο όνομα της «κάθαρσης», όμως αποδείχτηκε ότι ήταν και αυτός μπλεγμένος μέχρι το λαιμό στα σκάνδαλα. Αυτό προκάλεσε από τη μια έντονες κινηματικές αντιδράσεις (που οδήγησαν τη δημοτικότητα του στο 7%) και από την άλλη διέσπειρε μια ατμόσφαιρα μπόχας στην πολιτική ζωή δικαιολογώντας για σημαντικά στρώματα της κοινωνίας το «όλοι ίδιοι είναι».

Η μάχη δεν έχει χαθεί!

Πάνω σε αυτό το κλίμα γενικευμένης σήψης και διαφθοράς πάτησε ο Μπολσονάρου για να ξεδιπλώσει την λαϊκίστικη ρητορική του.

Επιπλέον, αξιοποίησε το κατρακύλισμα της βραζιλιάνικης οικονομίας στην κρίση μετά από μια περίοδο δυναμικής ανάπτυξης. Στο νέο περιβάλλον, με την όξυνση των οικονομικών προβλημάτων, αποκαλύφθηκε ακόμα περισσότερο η αποτυχία των πολιτικών των κομμάτων του κατεστημένου. Βέβαια, ο Μπολσονάρου υποστηρίζει μια εκδοχή των ίδιων πολιτικών με περικοπές, ιδιωτικοποιήσεις, επέκταση της επισφάλειας στις εργασιακές συνθήκες και «μεταρρυθμίσεις» στο συνταξιοδοτικό.

«Όχι αυτόν»

Ο Μπολσονάρου αντιπροσωπεύει μια μίξη νεοφιλελεύθερων πολιτικών με φασίζουσες πρακτικές, το χειρότερο δηλαδή συνδυασμό για τα καταπιεσμένα στρώματα της χώρας.

Μια εκλογή του θα αποτελέσει σκληρό πρακτικό και πολιτικό πλήγμα για τους εργαζόμενους, τις μειονότητες, τις γυναίκες και τα ΛΟΑΤ άτομα. Αυτές οι εξελίξεις έχουν πυροδοτήσει το κίνημα «Όχι αυτόν» που ξεκίνησε ήδη πριν τις εκλογές και συνεχίζεται με μαζικές διαδηλώσεις. Σε αυτά τα πλαίσια, κινήματα και αριστερές δυνάμεις έχουν μπει δυναμικά στη μάχη για να αποτρέψουν την εκλογή του Μπολσονάρου στο 2ο γύρο των εκλογών. Η LSR (Ελευθερία, Επανάσταση, Σοσιαλισμός – αδερφή οργάνωση του «Ξεκινήματος» στη Βραζιλία) έχει πάρει θέση κριτικής ψήφου στον υποψήφιο του PT, Χαντάντ, προκειμένου να ηττηθεί στην κάλπη η ακροδεξιά απειλή.

Η ψήφος αυτή όμως από τα λαϊκά στρώματα θα πρέπει είναι χωρίς αυταπάτες για το «Κόμμα των Εργαζομένων» και τις πολιτικές του. Αντίθετα, μάλιστα, πρέπει να αναδειχτούν οι μεγάλες ευθύνες της «αριστεράς» αυτού του τύπου στο να δημιουργήσει τις συνθήκες πάνω στις οποίες πάτησε η ακροδεξιά. Οι ομοιότητες της πολιτικής του PT με αυτή του ΣΥΡΙΖΑ είναι παραπάνω από εμφανείς.

Όποιο και να είναι το αποτέλεσμα του 2ου γύρου των εκλογών στη Βραζιλία η μάχη ενάντια στην Ακροδεξιά θα πρέπει να συνεχίσει. Τα κινήματα και οι αριστερές δυνάμεις στη χώρα χρειάζεται να χτίσουν την αντίσταση στους δρόμους αλλά και την πολιτική εναλλακτική ενάντια στην επέλαση του σκοταδισμού. Τα τελευταία χρόνια στη Βραζιλία είδαμε και την πολύ σημαντική άνοδο κινημάτων και αντιστάσεων, οπότε η εικόνα δεν είναι μαύρη. Είναι εικόνα πόλωσης μιας κοινωνίας που ψάχνει να βρει διεξόδους. Σ’ αυτά τα κινήματα και αντιστάσεις φυσικά θα επανέλθουμε – μέσα απ’ αυτά δημιουργούνται σταδιακά οι δυνατότητες για να χτιστεί μια νέα, μαζική, επαναστατική Αριστερά, η μόνη που είναι ικανή να σπάσει το απόστημα του καπιταλισμού και να δώσει διέξοδο στην κοινωνία.

 

*Λεσβίες, Ομοφυλόφιλοι, Αμφισεξουαλικοί/ες, Τρανς