«Ξέρουμε το καθήκον μας. Θα παλέψουμε μέχρι το τέλος»: Η ζωή του Λέων Τρότσκι

Φέτος συμπληρώθηκαν 140 χρόνια από τη γέννηση του Λεβ Νταβίντοβιτς Τρότσκι, ηγέτη, μαζί με τον Λένιν, της ρωσικής επανάστασης του 1917. Το άρθρο που ακολουθεί, από το ρωσικό τμήμα της CWI, ασχολείται με τη ζωή του μεγάλου επαναστάτη.

Στις 20 Αυγούστου του 1940 ο σταλινικός πράκτορας Ραμόν Μερκαντέρ επιτέθηκε και δολοφόνησε τον Λ. Τρότσκι μέσα στο σπίτι του, στο Μεξικό όπου ζούσε εξόριστος. Ολοκληρώθηκε έτσι η πολύχρονη προσπάθεια του Στάλιν να εξοντώσει ολόκληρη τη γενιά των παλιών Μπολσεβίκων που ηγήθηκαν της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Ακόμα και νεκρός, ο Τρότσκι γέμιζε την άρχουσα τάξη με φόβο. Το υπ. Εξωτερικών των ΗΠΑ αρνήθηκε την ταφή του σε αμερικανικό έδαφος. Η σωρός του Τρότσκι παρέμεινε στο Μεξικό και για πέντε μέρες εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. 300 χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν για να αποδώσουν τιμές, ήταν προλετάριοι από τα υποβαθμισμένα εργατικά προάστια και αγρότες, σε μια χώρα όπου οι μνήμες της μεξικάνικης επανάστασης παρέμεναν ακόμα ζωντανές. Το Μεξικό άλλωστε ήταν η μόνη χώρα σ’ ολόκληρο τον κόσμο που δέχτηκε να χορηγήσει βίζα και να υποδεχτεί στο έδαφός της τον εξόριστο επαναστάτη.

Πάντα στο πλευρό της εργατικής τάξης

Η ζωή και ο θάνατος του Λ. Τρότσκι δεν αντανακλά μόνο την ιστορία και την τραγική κατάληξη της ρωσικής επανάστασης, αλλά και ολόκληρου του εργατικού κινήματος και του ίδιου του Μαρξισμού στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Συμμετείχε άμεσα σ’ όλα τα σημαντικά γεγονότα του καιρού του, και κυρίως στις επαναστάσεις του 1905 και του 1917, που ταρακούνησαν συθέμελα ολόκληρο τον κόσμο. Τόσο το 1905 όσο και το 1917 ήταν Πρόεδρος του Σοβιέτ της Πετρούπολης και το όνομα του είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένο με τη δημιουργία του Κόκκινου Στρατού, τον οποίο οδήγησε στον θρίαμβο στον εμφύλιο πόλεμο που ξέσπασε μετά την επανάσταση.

Η Επανάσταση κινείται σε κύματα. Και ο αληθινός επαναστάτης ξεχωρίζει όχι μόνο για τη στάση του στην άνοδο του επαναστατικού κύματος, αλλά κυρίως για τη στάση του στην εποχή της υποχώρησης. Πολλοί επαναστάτες δεν άντεξαν και έσπασαν στα χρόνια της αντίδρασης, είτε της τσαρικής, είτε της σταλινικής, είτε της φασιστικής.  Θρυλικές μορφές της Επανάστασης του Οκτώβρη, άνθρωποι σαν τον Ι. Σμιρνόφ, τον Μρατσκόβσκι, τον Μουράλοφ, τον Σμίλγκα, τον Σερεμπριάκοφ, ακόμα κι ο Κριστιάν Ρακόβσκι[1], αναγκάστηκαν –έστω και μόνο με τα λόγια– να προδώσουν τις ιδέες τους στα χρόνια της σταλινικής αντίδρασης.

Ο Στάλιν λύγισε πολλούς, αλλά δεν κατάφερε να τους λυγίσει όλους. Χιλιάδες επαναστάτες της αντιπολίτευσης προτίμησαν το θάνατο στα στρατόπεδα της Βορκουτά[2], πέρα απ’ τον αρκτικό κύκλο, ή στα κελιά της Λιουμπιάνκα, του αρχηγείου της μυστικής αστυνομίας. Ο Τρότσκι ήταν ένας απ’ τους στρατιώτες της παγκόσμιας επανάστασης που δεν κατάφερε κανένας να τον κάνει να λυγίσει, παρ’ όλο που πριν το τραγικό του τέλος είδε να έχουν την ίδια τύχη τα αδέρφια του, η πρώτη του σύζυγος, δύο απ’ τα παιδιά του καθώς και οι περισσότεροι σύντροφοι και φίλοι του.

Παρά τα ανήκουστα προσωπικά του μαρτύρια, ο Τρότσκι παρέμεινε ως το τέλος πιστός στο καθήκον του απέναντι στην εργατική τάξη. Όχι μόνο απάντησε καταλυτικά στις ψευδείς κατηγορίες του Στάλιν και της κλίκας του, αλλά κατάφερε να δώσει μια θεωρητική εξήγηση των φαινομένων που ξεδιπλώνονταν στη Σοβιετική Ένωση και να παρουσιάσει ένα πλήρες πολιτικό πρόγραμμα για τον αγώνα ενάντια στην αστική τάξη, το φασισμό και το σταλινισμό.

Ακόμα και στις πιο σκοτεινές μέρες της ζωής του, ο Λέων Τρότσκι αντιμετώπιζε το μέλλον με αισιοδοξία. Στη «διαθήκη» του γραμμένη τον Φλεβάρη του 1940, αναφέρει:

«Στα 43 χρόνια της συνειδητής μου ζωής, παρέμεινα επαναστάτης. Στα 42 απ’ αυτά πολέμησα κάτω απ’ τη σημαία του Μαρξισμού. Αν έπρεπε να ξεκινήσω απ’ την αρχή, θα προσπαθούσα βέβαια ν’ αποφύγω αυτό ή εκείνο το λάθος, αλλά η βασική πορεία της ζωής μου θα παρέμενε αναλλοίωτη. Θα πεθάνω προλεταριακός επαναστάτης, Μαρξιστής, διαλεκτικός υλιστής και κατά συνέπεια ασυμβίβαστα άθεος. Η πίστη μου στο κομμουνιστικό μέλλον της ανθρωπότητας δεν είναι σήμερα λιγότερο φλογερή, στην πραγματικότητα είναι ακόμα πιο σταθερή απ’ ότι στις μέρες της νιότης μου.

Η Νατάσσα μόλις ήρθε απ’ την αυλή και πήγε στο παράθυρο, το άνοιξε διάπλατα ώστε να μπει περισσότερος αέρας στο δωμάτιό μου. Μπορώ να δω τη λαμπερή πράσινη λωρίδα της χλόης πλάι στον τοίχο, τον γαλάζιο ουρανό ψηλά και ηλιόφως παντού. Η ζωή είναι όμορφη. Ελπίζω πως οι μέλλουσες γενιές θα την καθαρίσουν απ’ όλο το κακό, τη βία και την καταπίεση και θα τη χαρούν σ’ όλο της το μεγαλείο».

Το 1905 και η θεωρία της διαρκούς επανάστασης

Η ζωή του Τρότσκι είναι άρρηκτα δεμένη με τις ιδέες που πρόσθεσε στο οπλοστάσιο του Μαρξισμού, ιδέες που διατηρούν όλη τους την αξία μέχρι και σήμερα. Η θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης, η πρώτη θεωρητική εργασία του, παραμένει η λιγότερο γνωστή και ταυτόχρονα η λιγότερο αντιληπτή, αν και στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μια ανάπτυξη, στις συνθήκες του 20ου αιώνα, των ιδεών του Μαρξ και του Ένγκελς που σχηματοποιήθηκαν μετά τις επαναστάσεις του 1848 στην Ευρώπη.

Δεν είναι λίγοι οι Μαρξιστές που κατανοούν με εντελώς σχηματικό τρόπο τη σύλληψη του Μαρξ για την ανάπτυξη των ανθρώπινων κοινωνιών. Κάπου άκουσαν ότι ο φεουδαλισμός αντικαταστάθηκε απ’ τον καπιταλισμό και με τον ίδιο τρόπο ο τελευταίος δεν μπορεί παρά να παραχωρήσει τη θέση του στο σοσιαλισμό. Η αστική τάξη έκανε την αστική επανάσταση και το προλεταριάτο θα κάνει την σοσιαλιστική.

Στα 1905 η Ρωσία βρισκόταν στη δίνη του πρώτου επαναστατικού κινήματος, που αποτέλεσε την πρόβα του 1917. Με το ξέσπασμα των γεγονότων, ο Τρότσκι έσπευσε να γυρίσει στη χώρα, από την εξορία όπου βρισκόταν. Αργότερα, περιέγραψε με τον εξής τρόπο τη Γενική Απεργία του Οκτώβρη:

«Δεν ήταν η αντιπολίτευση των φιλελεύθερων αστών, τα στοιχειακά ξεσπάσματα της αγροτιάς ή οι τρομοκρατικές ενέργειες της διανόησης που κατάφεραν να γονατίσουν τον Τσαρισμό. Η επαναστατική ηγεσία του προλεταριάτου αποκάλυψε την ακαταμάχητη δύναμή της… Αν το νεαρό προλεταριάτο της Ρωσίας μπορούσε να είναι τόσο επιβλητικό, ποια δύναμη θα μπορούσε να αντισταθεί  στην εργατική τάξη στις πιο ανεπτυγμένες χώρες;». (Λ. Τρότσκι, Η Ζωή μου).

Βασισμένος στην εμπειρία του 1905, ο Τρότσκι εξήγησε ότι στην εποχή του ιμπεριαλισμού (και μέχρι στις μέρες μας), ο κόσμος αναπτύσσεται μ’ έναν συνδυασμένο κι ανισομερή τρόπο: καθώς προχωρούν οι λιγότερο αναπτυγμένες χώρες δεν ξαναανακαλύπτουν τον τηλέγραφο· προμηθεύονται απ’ ευθείας smart phones. Ο Τσαρισμός, κάτω απ’ την πίεση της Δύσης δεν μπορούσε να περιμένει για μια βήμα – βήμα ανάπτυξη της βιομηχανίας· αναγκάστηκε να χτίσει απ’ ευθείας γιγάντια εργοστάσια.

Αλλά οι εθνικές αστικές τάξεις των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών, συμπεριλαμβανομένης και της Ρωσίας, βρίσκονται από τη γέννησή τους δεμένες στο άρμα των ισχυρών ιμπεριαλιστικών κρατών και είναι πολύ αδύναμες και πολύ δειλές για να δράσουν σαν μια ανεξάρτητη προοδευτική δύναμη, ώστε να λύσουν τα καθήκοντα που θέτει ενώπιόν τους η αστική επανάσταση. Και αυτή είναι μια θεμελιώδης αντίθεση με τις κλασικές αστικές επαναστάσεις, όπως αυτή της Αγγλίας το 1642-1651 και της Γαλλίας το 1789-1794. Έτσι, το προλεταριάτο είναι αναγκασμένο να τεθεί επικεφαλής του αγώνα για τα δημοκρατικά δικαιώματα και την ίδια στιγμή, σαν κομμάτι αυτού του αγώνα, να προωθήσει τα δικά του αιτήματα και την πάλη για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Ο φιλελεύθερος Πάβελ Μιλιούκοφ, ηγέτης του αστικού κόμματος των Καντέ, θεώρησε, όπως ήταν φυσικό, ένα τέτοιο πρόγραμμα τρομακτικό και αδιανόητο. Ήταν ο πρώτος που αποκάλεσε τους Σοσιαλδημοκράτες που αποδέχτηκαν αυτή την προσέγγιση «Τροτσκιστές».

Μ’ αυτό τον τρόπο πάντως, ο Τρότσκι προέβλεψε με απόλυτη ακρίβεια την πορεία που θα ακολουθούσε η επανάσταση του 1917. Και αυτή η προσέγγιση παραμένει ακόμα και σήμερα εξαιρετικά επίκαιρη για τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Ασίας, της Αφρικής αλλά και των χωρών που προήλθαν από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Αλλά αυτό δεν εμποδίζει πολλούς που αυτοαποκαλούνται «μαρξιστές» να την αρνούνται. Η υποστήριξη της «εθνικής αστικής τάξης» εδώ και καιρό αποτελεί ακριβώς το κύριο γνώρισμα της Αριστεράς με σταλινικές καταβολές, που θέτει σαν βασικό καθήκον την εγκαθίδρυση μιας ανεπτυγμένης αστικής κοινωνίας με εθνικά χαρακτηριστικά και μεταθέτουν την πάλη για σοσιαλισμό σ’ ένα ακαθόριστο μέλλον.

Τον Σεπτέμβρη του 1906, 52 μέλη του Σοβιέτ της Πετρούπολης με κύριο κατηγορούμενο τον Λ. Τρότσκι. οδηγήθηκαν στα τσαρικά δικαστήρια με την κατηγορία της οργάνωσης ένοπλης εξέγερσης. Αγνοώντας τις συμβουλές των δικηγόρων, ο Τρότσκι υπερασπίστηκε την πολιτική του Σοβιέτ μπροστά στο δικαστήριο χρησιμοποιώντας την απαράμιλλη ρητορική του τέχνη για την οποία αργότερα θα γινόταν διάσημος. Καταδικάστηκε σε εξορία στη Σιβηρία, απ’ όπου σύντομα δραπέτευσε και διέφυγε στο εξωτερικό για μια ακόμα φορά.

1907-1916 – Τα χρόνια της αντίδρασης και ο πόλεμος

Η ήττα της επανάστασης του 1905 επέφερε στη ρωσική Σοσιαλδημοκρατία (που εκείνη την εποχή περιλάμβανε όλους τους Ρώσους Μαρξιστές), ένα σχεδόν θανάσιμο χτύπημα. Πολλά από τα μέλη της αποχώρησαν, για να μην επιστρέψουν ποτέ. Οι ήττες διαδέχονταν η μία την άλλη. Ο αριθμός των τοπικών οργανώσεων του κόμματος υποδεκαπλασιάστηκε και πολλές απ’ αυτές καθοδηγούνταν από προβοκάτορες.

Ένα μεγάλο τμήμα των Μενσεβίκων τασσόταν υπέρ της υποστήριξης του καπιταλισμού σ’ εκείνη τη φάση, αφήνοντας το σοσιαλισμό για πολύ αργότερα. Όλοι αυτοί υποστήριζαν τη δημιουργία ενός «πλατιού ανοιχτού και νόμιμου κόμματος», ζητώντας τη διάλυση των παράνομων οργανώσεων. Άνοιξε μια περίοδος έντονης φραξιονιστικής διαπάλης ανάμεσα σε Μπολσεβίκους, Βπεριοντιστές, Μενσεβίκους, Λικβινταριστές, την ομάδα του Τρότσκι, την Μπουντ (οργάνωση των Εβραίων εργατών) και πολλούς άλλους[3]. Την κατάσταση επιδείνωσε η υποστήριξη της Διεθνούς –κυρίως των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών– προς τους Μενσεβίκους, κάτι που γέμιζε ανησυχία τον Λένιν. Αυτή ήταν η περίοδος των πιο έντονων διαφωνιών ανάμεσα στον Λένιν και τον Τρότσκι.

Τον Αύγουστο του 1912 ο Τρότσκι προσπάθησε να οργανώσει την επανένωση όλων των φραξιών. Καθώς όμως οι Μπολσεβίκοι αρνήθηκαν να συμμετάσχουν σ’ αυτή την προσπάθεια, ο Τρότσκι βρέθηκε ντε φάκτο σε ένα μπλοκ με τους Μενσεβίκους. Αναγνωρίζοντας, αργότερα, ότι αυτή η προσπάθεια ήταν λανθασμένη, εξήγησε ότι στηριζόταν σε μια μοιρολατρική πεποίθηση ότι με έναν μαγικό τρόπο η επανάσταση που θα ερχόταν θα ανάγκαζε τις διάφορες φράξιες να συνεργαστούν και να ξεχάσουν τις διαφορές τους.

Στα 1927 ο Άντολφ Γιόφφε, στενός συνεργάτης του Τρότσκι για πάρα πολλά χρόνια, στο τελευταίο του γράμμα προς τον Τρότσκι, άρρωστος, περιθωριοποιημένος απ’ το κόμμα και λίγο πριν αυτοκτονήσει, περιέγραψε τις σχέσεις ανάμεσα στον Λένιν και τον Τρότσκι κατά το παρελθόν:

«Δεν αμφέβαλλα ποτέ για την ορθότητα των θέσεών σου και γνωρίζεις ότι εδώ και είκοσι χρόνια, απ’ την εποχή της “Διαρκούς Επανάστασης” στάθηκα δίπλα σου… Είχες πάντα δίκιο πολιτικά, από το 1905 ακόμα, και σου έχω ξαναπεί πως άκουσα με τα ίδια μου τα αυτιά τον Λένιν να παραδέχεται πως τότε το δίκιο το είχες εσύ και όχι αυτός. Δεν ψεύδεται κανείς λίγο πριν το θάνατο… Αλλά πολλές φορές σε είδα να αποκηρύσσεις τη σωστή σου θέση προκειμένου να πετύχεις μια συμφωνία, έναν συμβιβασμό την αξία του οποίου υπερεκτιμούσες. Αυτό ήταν το μόνο σου λάθος.»

Μετά το 1912 ο Τρότσκι δεν επανέλαβε αυτό του το λάθος. Μέχρι το τέλος της χρονιάς, απογοητευμένος, εγκατέλειψε το μπλοκ που είχε δημιουργηθεί. Εκείνη την εποχή ξέσπασαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι. Ο Τρότσκι ταξίδεψε στα Βαλκάνια σαν πολεμικός ανταποκριτής της εφημερίδας «Η Σκέψη του Κιέβου». Η εμπειρία αυτή αποδείχτηκε υπερπολύτιμη για την κατανόηση του εθνικού προβλήματος, όχι μόνο στην περίοδο του Εμφύλιου Πολέμου, αλλά και αργότερα, στη σύγκρουσή του με την τερατώδη πολιτική που προωθούσε ο Στάλιν στο ζήτημα της αυτονομίας του Καυκάσου στα 1922-23. Εκεί γνωρίστηκε με τον Ρουμάνο επαναστάτη Κριστιάν Ρακόβσκι, ηγέτη αργότερα της Σοβιετικής Ουκρανίας, ο οποίος θα γινόταν ο πιο στενός του φίλος.

Η Διακήρυξη του Τσίμμερβαλντ

Το 1914 σημαδεύτηκε από μια ακόμα πιο σοβαρή και αποφασιστική διάσπαση στο διεθνές σοσιαλιστικό κίνημα. Οι περισσότεροι Σοσιαλδημοκράτες αποφάσισαν να δώσουν την υποστήριξή τους στην εθνική τους αστική τάξη στον Παγκόσμιο Πόλεμο που ξέσπασε. Η Δεύτερη Διεθνής (στμ: η διεθνής οργάνωση των Σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που τυπικά μιλούσαν στο όνομα του Μαρξισμού) διαλύθηκε μέσα σε λίγες μέρες. Μόνο μια χούφτα επαναστάτες αντιτάχθηκαν στον πόλεμο και παρέμειναν πιστοί στα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Ο Τρότσκι δεν μπορούσε παρά να είναι ένας απ’ αυτούς.

Ένα χρόνο μετά το ξέσπασμα του πολέμου, 38 αντιπρόσωποι συγκεντρώθηκαν στην αντιπολεμική διάσκεψη στο Τσίμμερβαλντ της Ελβετίας. Ο Τρότσκι ήταν ανάμεσά τους και του ανατέθηκε η συγγραφή της πολιτικής απόφασης που ψηφίστηκε. Μετά απ’ αυτό, αργά αλλά σταθερά ο Λένιν και ο Τρότσκι άρχισαν να ξαναέρχονται πιο κοντά, χωρίς να τερματιστούν βέβαια οι διαφωνίες τους. Όσο ήταν στο Παρίσι, εξέδιδε μια εφημερίδα με έντονη αντιπολεμική προπαγάνδα. Όταν φύλλα της εφημερίδας βρέθηκαν στα χέρια Ρώσων στρατιωτών που πολεμούσαν στη Γαλλία, ο Τρότσκι, ήδη εκτοπισμένος στην Ισπανία, καταγγέλθηκε σαν «πράκτορας των Γερμανών». Οι ισπανικές αρχές τον εκδίωξαν στην Πορτογαλία κι εκεί αναγκάστηκε να επιβιβαστεί δια της βίας  σ’ ένα καράβι για τις ΗΠΑ.

1917 – Η Διαρκής Επανάσταση στην πράξη

Με το ξέσπασμα της επανάστασης του 1917, οι εξόριστοι επαναστάτες έσπευσαν να γυρίσουν στη Ρωσία. Ο Λένιν επέστρεψε τον Απρίλη. Ο Τρότσκι έφυγε απ’ τη Νέα Υόρκη τον Μάρτη αλλά οι Βρετανοί σταμάτησαν το πλοίο που τον μετέφερε και τον κράτησαν σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στον Καναδά για ένα μήνα. Έτσι κατάφερε να φτάσει στην Πετρούπολη μόλις στις 4 Μαΐου. Από τη στιγμή που επέστρεψε ωστόσο, αυτός και ο Λένιν αποτέλεσαν ένα αχώριστο δίδυμο. Ο Λένιν ήξερε ότι μπορούσε να βασιστεί στον Τρότσκι στην πάλη του ενάντια στις μενσεβίκικες τάσεις που είχαν προκύψει στην ηγεσία των Μπολσεβίκων και που εκπροσωπούνταν από τον Κάμενεφ τον Ρίκοφ και τον Στάλιν. Μάλιστα ο Κάμενεφ κατηγορούσε εκείνη την περίοδο τον Λένιν ότι είχε ασπαστεί τον «Τροτσκισμό», αφού με τις «Θέσεις του Απρίλη» είχε καλέσει το Κόμμα να σταματήσει την υποστήριξη προς την προσωρινή κυβέρνηση και να προετοιμαστεί για την σοσιαλιστική επανάσταση – μια πολιτική απόλυτα ταιριαστή με τη θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης του Τρότσκι.

Κατά τη διάρκεια των μαύρων ημερών του Ιούλη, όταν οι Μπολσεβίκοι βρισκόντουσαν κυνηγημένοι και σε καθεστώς παρανομίας και ενώ ο Κάμενεφ είχε ήδη φυλακιστεί στο Φρούριο «Πέτρου και Παύλου» και αντιδραστικά αποσπάσματα κυκλοφορούσαν στην πρωτεύουσα αναζητώντας τον Λένιν και τον Ζηνόβιεφ, ο Τρότσκι ανέλαβε μ’ έναν απόλυτα φυσικό τρόπο την ηγεσία της ομάδας των Μπολσεβίκων μέσα στην Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ. Δημόσια δήλωσε την αλληλεγγύη και την ταύτιση των απόψεών του με τους Μπολσεβίκους, πράγμα που οδήγησε στην άμεση σύλληψή του. «Από εκείνη τη μέρα», έγραψε αργότερα ο Λένιν, «δεν υπάρχει καλύτερος Μπολσεβίκος απ’ αυτόν». Στο 6ο Συνέδριο του Κόμματος στα τέλη του Ιούλη, εκλέχτηκε στην Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων σχεδόν παμψηφεί, με 131 ψήφους στους 134.

Το Σεπτέμβρη, όταν έληξε η παρανομία των Μπολσεβίκων, ο Τρότσκι εκλέχτηκε Πρόεδρος του Σοβιέτ της Πετρούπολης, όπως και το 1905. Απ’ αυτή τη θέση, αποτέλεσε έναν απ’ τους ηγέτες και τον βασικό οργανωτή της επανάστασης του Οκτώβρη.

Στην κρίσιμη συνεδρίαση του 2ου Συνεδρίου των Σοβιέτ, που αναγνώρισε τη νίκη της επανάστασης, ο Μενσεβίκος ηγέτης Νταν επιτέθηκε εναντίον της εξέγερσης, αποκαλώντας τη «συνωμοσία» και απείλησε ότι οι Μενσεβίκοι θα εγκαταλείψουν το Συνέδριο. Ο Τρότσκι τον κατακεραύνωσε:

«Αυτό που συμβαίνει δεν είναι συνωμοσία, αλλά εξέγερση. Μια εξέγερση των μαζών δεν έχει ανάγκη από καμιά δικαιολόγηση. Εμείς ατσαλώσαμε την επαναστατική ενέργεια των εργατών και των στρατιωτών και ταχτήκαμε ανοιχτά με το μέρος τους. Η επανάσταση νίκησε και τώρα μας λένε: αποποιηθείτε τη νίκη σας, κάντε μια συμφωνία. Συμφωνία με ποιον; Με τις αξιοθρήνητες μονάδες που στέκονται τώρα μπροστά μας χρεοκοπημένες; Μπορείτε να φύγετε, πηγαίνετε εκεί που είναι πια η θέση σας: στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας!».

Ο Κόκκινος Στρατός

Εκατομμύρια έδωσαν τη ζωή τους στα πεδία μαχών του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Οι Μπολσεβίκοι ήρθαν στην εξουσία υποσχόμενοι ότι θα απέσυραν τη Ρωσία απ’ αυτό το λουτρό αίματος, αλλά οι αστικές τάξεις των μέχρι πρότινος «συμμάχων» δεν είχαν καμιά διάθεση να το επιτρέψουν και προσπάθησαν να υποτάξουν τη Ρωσία. Η Σοβιετική κυβέρνηση προσπάθησε να τηρήσει τις υποσχέσεις της και στο Μπρεστ Λιτόβσκ αντιστάθηκε όσο μπορούσε στις απειλές της Γερμανίας. Λίγες μέρες μόνο μετά την ανακωχή που υπογράφτηκε, οι δυνάμεις της Αντάντ ξεκίνησαν την εισβολή ενάντια στη Δημοκρατία των Σοβιέτ. Δεν υπήρχε ούτε λεπτό για χάσιμο, έπρεπε να δημιουργηθεί απ’ το μηδέν ο Εργατικός – Αγροτικός Κόκκινος Στρατός και ο Λένιν έπεισε τον Τρότσκι ότι ήταν ο μόνος κατάλληλος να οδηγήσει αυτόν τον αγώνα, έναν αγώνα ζωής και θανάτου για την Επανάσταση.

Η ιστορία του Εμφύλιου Πολέμου, όπου 21 χώρες εισέβαλλαν στο έδαφος της Ρωσίας σε συνεργασία με τα ντόπια αντιδραστικά στρατεύματα είναι γεμάτη με εκπληκτικά γεγονότα που δύσκολα μπορούν να γίνουν κατανοητά με βάση την κοινή λογική. Πολλοί στρατιωτικοί διοικητές ξεπήδησαν τότε και έλαμψαν με την ευφυΐα και το κουράγιο τους, αλλά τον κεντρικό ρόλο σ’ αυτή την πρωτοφανή στρατιωτική επιχείρηση τον έπαιξε ο Λέων Τρότσκι. Για να αναχαιτίσει το ανώτερο ιππικό του Λευκού Στρατού[4], ο Τρότσκι οργάνωσε το Κόκκινο Ιππικό. Το σύνθημά του «Προλετάριοι, στ’ άλογα!» εξαπλώθηκε σαν πυρκαγιά ανάμεσα στις εργατικές μάζες. Περίπου 40.000 πρώην τσαρικοί αξιωματικοί στρατολογήθηκαν στις τάξεις του Κόκκινου Στρατού και αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά του στελεχιακού του δυναμικού. Για να ελεγχθούν όλοι αυτοί, διορίστηκαν Πολιτικοί Κομισάριοι που παρακολουθούσαν τις κινήσεις τους και που είχαν εντολή απ’ το Επαναστατικό Στρατιωτικό Συμβούλιο να μην τους χάνουν απ’ τα μάτια τους, μέρα και νύχτα.  

Για δυο χρόνια το περίφημο τρένο του Τρότσκι διέτρεχε όλα τα κρίσιμα μέτωπα του πολέμου, υποστηρίζοντας τα στρατεύματα, πείθοντας λιποτάκτες να γυρίσουν στο καθήκον τους και λύνοντας χίλια δυο προβλήματα. Μια από τις πιο επικίνδυνες στιγμές του Εμφυλίου εκτυλίχτηκε γύρω απ’ την Πετρούπολη το 1919. Ο Κόκκινος Στρατός δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα στρατεύματα του Λευκού στρατηγού Γιουντένιτς που πολιορκούσαν την πόλη. Ο Ζηνόβιεφ είχε παραιτηθεί απ’ την προσπάθεια και δεν μπορούσε να δώσει καμιά κατευθυντήρια οδηγία, είχε κιόλας παρθεί η απόφαση να εκκενωθεί η πόλη και να παραδοθεί στους λευκοφρουρούς. Εκείνη τη στιγμή όμως η άφιξη του τρένου του Τρότσκι άλλαξε ριζικά την κατάσταση. Οι πολιορκημένοι πήραν καινούριο θάρρος και οργανώθηκε η άμυνα της πόλης. Ο Γιουντένιτς ηττήθηκε και η επανάσταση είχε σωθεί.

1923 – 1927 – Η Αριστερή Αντιπολίτευση

Ανάμεσα στα τόσα ψέματα και της παραχαράξεις της Ιστορίας που κυκλοφορούν γύρω απ’ το όνομα του Τρότσκι, κάποιοι υποστηρίζουν ότι δεν έκανε τίποτα για να εμποδίσει την άνοδο του Στάλιν, άλλοι πως ο ίδιος ο Τρότσκι ήταν διψασμένος για εξουσία και αν είχε καταφέρει να επικρατήσει θα ήταν ίδιος με τον Στάλιν και φυσικά υπάρχουν κι εκείνοι που θεωρούν ότι θα ήταν ακόμα χειρότερος. Επίσημοι «ιστορικοί» περιγράφουν τον Τρότσκι σαν εγωκεντρικό, υποκριτή που το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η προσωπική του ανέλιξη. Τίποτα πιο μακρινό απ’ την αλήθεια. Ο Τρότσκι δεν ανεχόταν τη δειλία, ούτε την πολιτική και ηθική οκνηρία. Αλλά ποτέ δε δημιούργησε γραφειοκρατικούς μηχανισμούς, ούτε κατέφυγε σε ίντριγκες πίσω απ’ την πλάτη των αντιπάλων του. Πάντα έλεγε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, όποιο κι αν ήταν το κόστος. Η σύντροφός του, Ναταλία Σεντόβα θυμάται:

«Δυο-τρεις μήνες πριν την εξορία μας στην Άλμα Άτα, διεξάγονταν θυελλώδεις συνεδριάσεις του Πολιτικού Γραφείου. Σύντροφοι και στενοί φίλοι μαζεύονταν στο διαμέρισμά μας και περίμεναν να επιστρέψουν ο Λεβ Νταβίντοβιτς κι ο Πιατακόφ για να μας ενημερώσουν για το τι είχε συμβεί. Θυμάμαι μια απ’ αυτές τις συγκεντρώσεις. Περιμέναμε ανυπόμονα, η συνεδρίαση τραβούσε σε μάκρος. Πρώτος εμφανίστηκε ο Πιατακόφ. Ήταν εξαιρετικά ταραγμένος και κάτωχρος. Ζήτησε δυο ποτήρια νερό και τα ήπιε μονορούφι. Σκουπίζοντας τον ιδρώτα απ’ το μέτωπό του, μας είπε πως δεν είχε ταραχτεί τόσο πολύ ούτε στα μέτωπα του εμφύλιου πολέμου. Τότε εμφανίστηκε κι ο Λεβ Νταβίντοβιτς. Ο Πιατακόφ στράφηκε προς το μέρος του λέγοντας: “Πώς μπόρεσες να του πεις κάτι τέτοιο; (εννοώντας προς το Στάλιν). Δεν θα σε συγχωρήσει ποτέ γι αυτό, δεν θα συγχωρήσει ούτε τα παιδιά, ούτε τα εγγόνια σου”. Μάθαμε ότι ο Λεβ Νταβίντοβιτς είχε αποκαλέσει τον Στάλιν “νεκροθάφτη του κόμματος και της επανάστασης”. Ο Τρότσκι δεν απάντησε, δεν υπήρχε τίποτε ν’ απαντήσει. Έπρεπε να πει την αλήθεια, όποιο κι αν ήταν το κόστος.».

Αλλά το μεγαλύτερο λάθος που κάνουν αυτοί που κάνουν τέτοιου είδους αναλύσεις, βρίσκεται στο γεγονός ότι βλέπουν τον Τρότσκι, όχι σαν μια ηγετική φυσιογνωμία, αλλά σαν μια αυθύπαρκτη προσωπικότητα, που με τις ενέργειες ή τις παραλείψεις του θα μπορούσε από μόνος του να αλλάξει τον ρου της ιστορίας.

Βέβαια, δεν ήταν μόνος του. Χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες Μπολσεβίκοι στάθηκαν στο πλευρό του, προσπαθώντας να ανακόψουν την άνοδο της σταλινικής αντεπανάστασης. Πολλοί ήταν ηγετικές φιγούρες της Επανάστασης, άνθρωποι με την ευφυΐα  του Πρεομπραζένσκι[5] και του Σμιρνόφ, με τις οργανωτικές ικανότητες του Πιατακόφ, το ταξικό ένστικτο του Σαπρόνοφ[6], ενώθηκαν στην Πλατφόρμα της Αριστερής Αντιπολίτευσης, ανάμεσα στο 1923 και το 1927. Και ο ίδιος ο Λένιν στην τελευταία περίοδο της ζωής του προσπάθησε να σταθεί απέναντι στην άνοδο του Στάλιν και της γραφειοκρατίας, όμως ο θάνατός του στις αρχές του 1924 βοήθησε τον Στάλιν να ισχυροποιήσει τη θέση του.

Τα πολιτικά καθήκοντα που έθετε η Αριστερή Αντιπολίτευση στη σύγκρουσή της με την πλειοψηφία του Πολιτικού Γραφείου, που είχε επικεφαλής τον Στάλιν και τον Μπουχάριν, συνοψίζονταν σε 5 σημεία:

Στον οικονομικό τομέα, ζητούσε την επιτάχυνση της εκβιομηχάνισης της χώρας, θέτοντας τη ΝΕΠ[7] κάτω απ’ τον έλεγχο του κρατικού σχεδιασμού, ζητώντας τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης της εργατικής τάξης, ισχυροποιώντας έτσι τον ρόλο της στην άσκηση της πολιτικής των Σοβιέτ. Ο Στάλιν προσπαθούσε να γελοιοποιήσει αυτές τις ιδέες, παρομοιάζοντας την κατασκευή του Ντνιπροτζετς, ενός τεράστιου υδροηλεκτρικού εργοστασίου, μ’ έναν αγρότη ο οποίος αντί να αγοράσει μια αγελάδα προτιμούσε να προμηθευτεί ένα γραμμόφωνο. Ο Μπουχάριν δεχόταν την ιδέα του σχεδίου μόνο υπό την κυριαρχία των μηχανισμών της αγοράς και απευθυνόταν προς τους αγρότες με το σύνθημα «Πλουτίστε!».

Η Αριστερή Αντιπολίτευση, απηχώντας τις θέσεις του Λένιν, απαιτούσε τη δημιουργία μιας Ένωσης Δημοκρατιών με πλήρη δικαιώματα. Ο Στάλιν από την άλλη υποστήριζε περιορισμένη μόνο εθνική αυτονομία, μ’ ένα ισχυρό κέντρο όπου θα κυριαρχούσε το μεγαλορωσικό στοιχείο.

Η Αριστερή Αντιπολίτευση καλούσε επίσης στην εφαρμογή της εσωκομματικής δημοκρατίας και της κυριαρχίας των Σοβιέτ στη χάραξη και την άσκηση της πολιτικής, αφού δε νοείται ο σοσιαλισμός χωρίς την πιο ελεύθερη συζήτηση όλων των απόψεων και των διαφωνιών για τα διάφορα ζητήματα. Για τη σταλινική φράξια βέβαια, που στήριζε την ύπαρξή της στη γραφειοκρατία, στο μοίρασμα προνομίων και στην καταστροφή των παραδόσεων του μπολσεβίκικου κόμματος, κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με αυτοκτονία.

Τέλος, όπως οι Μπολσεβίκοι το 1917, η Αριστερή Αντιπολίτευση έβλεπε τη ρωσική επανάσταση σαν το πρώτο βήμα για την παγκόσμια επανάσταση. Αντίθετα, η σταλινική γραφειοκρατία διακήρυττε πως η επανάσταση έχει ολοκληρωθεί, πως κέρδισε όσα μπορούσε να κερδίσει. Από εκεί πήγασε και η θεωρία της «επανάστασης σε μία μόνο χώρα». Τα επαναστατικά κόμματα στις διάφορες χώρες έβλεπαν φυσικά τη Σοβιετική Ένωση σαν τον προμαχώνα της Επανάστασης και στρεφόντουσαν σ’ αυτή για οδηγίες και βοήθεια. Η Αριστερή Αντιπολίτευση καλούσε για την εφαρμογή μιας τολμηρής, ταξικά ανεξάρτητης στρατηγικής, βασισμένης στην εμπειρία του Οκτώβρη. Ο Στάλιν είχε ήδη υιοθετήσει την μενσεβίκικη «Θεωρία των Σταδίων», η οποία προέβλεπε πρώτα πάλη για την αστική δημοκρατία, ή, στην περίπτωση των αποικιακών χωρών, πρώτα εθνική ανεξαρτησία και μετά ο σοσιαλισμός.

Ωστόσο, για να υιοθετηθούν αυτές οι ιδέες απ’ το Κόμμα, δεν αρκούσε η ορθότητα τους. Πολλά θα εξαρτιόντουσαν από τις διεθνείς εξελίξεις.

Ο Λ. Τρότσκι άσκησε δριμύτατη κριτική στην αυτοκτονική πολιτική που προτάθηκε απ’ τον Στάλιν στην κινεζική επανάσταση του 1925-27. Η οδηγία που δόθηκε απ’ τη σταλινική ηγεσία της 3ης Διεθνούς στους Κινέζους κομμουνιστές ήταν να ενταχθούν στο Κουομιτάνγκ, το καπιταλιστικό εθνικιστικό κόμμα της Κίνας. Έτσι, το ΚΚ της Κίνας αφοπλίστηκε πολιτικά αλλά και στρατιωτικά. Το αποτέλεσμα ήταν η φοβερή σφαγή των κομμουνιστών απ’ τον Τσιανγκ Κάι Σεκ.[8]

Κανείς δεν πρέπει να ξεχνάει λοιπόν ότι ανάμεσα στους Μπολσεβίκους και το Σταλινισμό δεν υπήρχαν απλώς θεωρητικές διαφορές, αλλά ένα ποτάμι με το αίμα των Ρώσων, των Κινέζων, των Γερμανών και των Ισπανών κομμουνιστών.

Στη δεκαετία του 1920 η Ρωσία ήταν πια εντελώς εξαντλημένη από τις καταστροφές του εμφύλιου πολέμου που ακολούθησε την επανάσταση. Η εργατική τάξη είχε δεχτεί συντριπτικά πλήγματα. Η καθυστερημένη ύπαιθρος άρχισε να κυριαρχεί. Η ήττα των εργατικών επαναστάσεων στην Ευρώπη έπαιξε το δικό της πολύ σημαντικό ρόλο στην πτώση του ηθικού. Η γραφειοκρατία, που ισχυροποιήθηκε κατά τη διάρκεια της ΝΕΠ, κατακτούσε το ένα ηγετικό πόστο μετά το άλλο. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, κανένας δεν θα μπορούσε από μόνος του να σταματήσει την υποχώρηση της επανάστασης. Η Αριστερή Αντιπολίτευση καταλάβαινε πολύ καλά ότι οι πιθανότητές της ήταν εξαιρετικά περιορισμένες. Και βέβαια αυτό το καταλάβαινε και ο ίδιος ο Τρότσκι, που στις 16 Δεκεμβρίου του 1928 έγραψε από την εξορία προς την Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος:

«Έκαστος εφ’ ω ετάχθη. Θέλετε να συνεχίσετε να εφαρμόζετε πολιτικές που είναι εχθρικές προς την εργατική τάξη. Γνωρίζουμε το καθήκον μας. Θα παλέψουμε μέχρι το τέλος.».

Η πάλη ενάντια στον φασισμό

Οι πολιτικές της Κομιντέρν στη Γερμανία είχαν τα πιο ολέθρια αποτελέσματα. Οδήγησαν στην απομόνωση του Κομμουνιστικού Κόμματος (KPD) από τα εκατομμύρια των Σοσιαλδημοκρατών εργατών. Η ηγεσία που είχε διοριστεί απ’ το Κρεμλίνο απλούστατα αποδείχτηκε ανίκανη να αντιληφθεί την κατάσταση και να προσφέρει οποιαδήποτε καθοδήγηση προς την εργατική τάξη. Οι επαναστατικές ευκαιρίες του πρώτου μισού της δεκαετίας του 1920 πέρασαν ανεκμετάλλευτες και προετοίμασαν το έδαφος για την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Ο Τρότσκι δεν σταμάτησε ούτε λεπτό να αγωνίζεται για την υιοθέτηση από το KPD της πολιτικής του Ενωμένου Μετώπου, που είχε αναπτυχθεί στο 2ο Συνέδριο της Διεθνούς, όσο ζούσε ακόμα ο Λένιν. Η τακτική αυτή σήμαινε τη μαχητική ενότητα των εργατικών οργανώσεων στην πάλη τους ενάντια στον φασισμό. Αλλά για να επιτευχθεί αυτή η ενότητα, εξηγούσε, δεν ήταν αρκετό να μάχονται δίπλα δίπλα στο δρόμο οι κομμουνιστές και οι σοσιαλδημοκράτες εργάτες, αλλά έπρεπε να απευθύνονται καλέσματα και προς την ηγεσία του SPD, παρ’ ότι αυτοί θα έψαχναν την παραμικρή δικαιολογία για να τα αγνοήσουν. Στα γραπτά του εκείνης της περιόδου, ο Τρότσκι δίνει μια εξαιρετικά αναλυτική και μεγαλοφυή περιγραφή του φασισμού και των τρόπων με τους οποίους έπρεπε να αντιμετωπιστεί από την εργατική τάξη.

Δυστυχώς το KPD απέρριψε την τακτική του Ενιαίου Μετώπου και αναλώθηκε στην κήρυξη τελεσιγράφων προς το SPD. Μιλούσε για «κοινή πάλη» με τη Σοσιαλδημοκρατία, αλλά μόνο υπό τον όρο ότι αυτή η πάλη θα διεξαγόταν κάτω από την ηγεσία του. Έτσι, δεν κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των εργατών. Και σα να μην έφτανε αυτό, όταν η κατάσταση έγινε ακόμα πιο κρίσιμη, η πολιτική του έγινε ακόμα πιο «εξτρεμιστική»: διακήρυξε πως ο «σοσιαλφασισμός» ήταν ακόμα πιο επικίνδυνος από τον Χίτλερ και δεν δίστασε ακόμα και να συνεργαστεί τοπικά με τους Ναζί, όπως στην περίπτωση του δημοψηφίσματος στην Πρωσία. Όταν το 1933 ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία, η ηγεσία του KPD κυνικά διακήρυξε ότι «μετά τον Χίτλερ έρχεται η σειρά μας», εννοώντας πως στις επόμενες εκλογές θα θριάμβευαν οι κομμουνιστές!!! Φυσικά δεν υπήρξαν και ούτε θα μπορούσαν να υπάρξουν επόμενες εκλογές…

Μετά τη χωρίς μάχη παράδοση της Γερμανίας στον Χίτλερ από τους Σταλινικούς, ο Τρότσκι κατέληξε στο συμπέρασμα πως η Κομιντέρν είχε πια πάψει να αποτελεί μια επαναστατική δύναμη και κάλεσε στη δημιουργία μιας νέας Διεθνούς των εργατών.

Τι είναι και προς τα πού βαδίζει η ΕΣΣΔ;

Ανάμεσα στα εξαιρετικά θεωρητικά έργα του Τρότσκι μέχρι εκείνη τη στιγμή, η «Προδομένη Επανάσταση» αποτελεί ίσως το πιο σπουδαίο του έργο. Γραμμένη το 1936, αναλύει τη φύση του Σταλινισμού και τους τρόπους με τους οποίους έπρεπε να αντιμετωπιστεί. Η Προδομένη Επανάσταση έρχεται αντιμέτωπη με εντελώς καινούρια φαινόμενα, που, μέχρι ακόμα και τη δεκαετία του 1920, δεν είχαν πάρει ξεκάθαρη μορφή και δεν είχαν απασχολήσει τη μαρξιστική θεωρία.

Ο Σταλινισμός, εξήγησε ο Τρότσκι, αποτελεί μια αντίδραση στην επανάσταση του Οκτώβρη. Η κινητήρια δύναμη αυτής της αντίδρασης είναι το στρώμα του κόμματος και της σοβιετικής γραφειοκρατίας, που, για να διατηρήσουν και να επεκτείνουν τα προνόμιά τους, στηρίζονται πότε στη μία και πότε στην άλλη τάξη μέσα στην κοινωνία. Η εργατική τάξη και οι πολιτικές της οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένου και του κόμματος των Μπολσεβίκων, είχαν αποξενωθεί από την εξουσία μέσω ενός μονόπλευρου εμφύλιου πολέμου που πήρε τον χαρακτήρα της απίστευτης καταπίεσης των πολιτικών αντιπάλων του σταλινισμού. Η γραφειοκρατική κάστα κατάφερε να εδραιώσει τη θέση της λόγω της εξάντλησης της εργατικής τάξης μετά την επανάσταση και τον εμφύλιο πόλεμο, της αντιδραστικής πίεσης της αγροτικής τάξης προς το νεαρό εργατικό κράτος και της ήττας των επαναστάσεων στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο. 

Ο Τρότσκι χρησιμοποίησε την αναλογία με τη Γαλλική Επανάσταση (1789-1794). Η αντεπαναστατική υποχώρηση που ξεκίνησε το 1923-24 μπορούσε να συγκριθεί με το Θερμιδόρ.[9]

Το Θερμιδόρ δεν είναι μια κλασική αντεπανάσταση, αλλά η πολιτική οπισθοχώρηση της επανάστασης, που επέτρεψε σε ένα νέο στρώμα να κυριαρχήσει. Αλλά αυτή η «κάστα» δεν μπορεί να επιβιώσει παρά στηριζόμενη στις νέες κοινωνικές σχέσεις που δημιούργησε η επανάσταση: στην κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και στη σχεδιασμένη οικονομία. Ένα τέτοιο καθεστώς είναι αναγκασμένο να αναπτύξει ακόμα παραπέρα αυτές τις κατακτήσεις, πάντα όμως για τους δικούς του σκοπούς και με τις δικές του μεθόδους. 

Έτσι, η Σοβιετική Ένωση παρέμενε ένα εργατικό κράτος, αλλά «παραμορφωμένο». Μέσα σ’ αυτό το κράτος, η κυρίαρχη τάξη (δηλαδή το προλεταριάτο) έχει παραγκωνιστεί από την εξουσία και η δικτατορία του προλεταριάτου έχει βρει τη διεστραμμένη της αντανάκλαση στον προλεταριακό βοναπαρτισμό που εκφράζεται από τον Στάλιν. Για να ξανακερδίσει την εξουσία, η εργατική τάξη χρειάζεται μια πολιτική και όχι μια κοινωνική επανάσταση, μια επανάσταση δηλαδή που θα διατηρήσει τον τρόπο παραγωγής και θα επαναφέρει την εργατική δημοκρατία.

Αυτή η πολιτική επανάσταση δεν είναι πολυτέλεια αλλά μια αδήριτη αναγκαιότητα, καθώς αργά ή γρήγορα, προέβλεψε ο Τρότσκι, η γραφειοκρατική κάστα για να διατηρήσει τα προνόμια της θα καταφύγει στην παλινόρθωση του καπιταλισμού.

Η 4η Διεθνής

Στα χρόνια πριν το ξέσπασμα του 2ου Παγκόσμιου Πόλεμου, χρειαζόταν εξαιρετικό θάρρος για να ξεκινήσει το χτίσιμο μιας νέας εργατικής Διεθνούς. Η 4η Διεθνής που ιδρύθηκε το 1938 είχε όλο τον κόσμο εναντίον της: τον Σταλινισμό, την έστω και ξεδοντιασμένη Σοσιαλδημοκρατία, τον ιμπεριαλισμό και βέβαια τον φασισμό. Κατά την ίδρυσή της αντιπροσώπευε περίπου 3.000 μαρξιστές απ’ όλο τον κόσμο. Μετά τη δολοφονία του Τρότσκι το 1940 πέρασε μια πολύ δύσκολη περίοδο στη διάρκεια του πολέμου και στην μεταπολεμική οικονομική άνοδο. Κομμάτια της προσχώρησαν σε λανθασμένες πολιτικές θέσεις, άλλα κομμάτια απογοητευμένα προχώρησαν στην απόρριψη της εργατικής τάξης σαν την κινητήρια δύναμη της κοινωνίας. Όταν το 1989-1991 το σοβιετικό μπλοκ κατέρρευσε και οδηγήθηκε στην παλινόρθωση του καπιταλισμού, ολόκληρη η Αριστερά και το διεθνές εργατικό κίνημα πέρασε μια μεγάλη περίοδο απογοήτευσης.

Η Επιτροπή για μια Εργατική Διεθνή (CWI) διατήρησε την πίστη της στην εργατική τάξη και συνέχισε υπομονετικά να επενδύει στη δημιουργία των πρώτων στελεχών και οργανώσεων διεθνώς. Σήμερα, σα συνέπεια της οικονομικής κρίσης που ξέσπασε το 2008, μια νέα ριζοσπαστικοποίηση εμφανίζεται σε μεγάλα τμήματα του πλανήτη.  Η CWI βρίσκεται καλά τοποθετημένη ώστε να παρέμβει σ’ αυτές τις εξελίξεις και να καταφέρει να οδηγήσει στη δημιουργία μιας νέας επαναστατικής Διεθνούς.


[1] Ο Ιβάν Νικίτιτς Σμιρνόφ ήταν ένας απ’ τους πιο παλιούς Μπολσεβίκους, μέλος του κόμματος από την ίδρυσή του το 1898. Αποκλήθηκε “η συνείδηση του Κόμματος” για τον άτεγκτο χαρακτήρα του και “Λένιν της Σιβηρίας” για τον ρόλο που έπαιξε στην εδραίωση της σοβιετικής εξουσίας και τη νίκη εναντίον του ηγέτη των Λευκοφρουρών, Κολτσάκ. Ο Μρατσκόβσκι ήταν εργάτης από την περιοχή των Ουραλίων, καταγόταν από οικογένεια παλιών επαναστατών και γεννήθηκε μέσα στη φυλακή. Ο Νικολάι Μουράλοφ ήταν από τους πιο σπουδαίους στρατιωτικούς ηγέτες των Μπολσεβίκων στην επανάσταση του Οκτώβρη και στα χρόνια του Εμφυλίου. Ο Ιβάρ Τενίσοβιτς Σμίλγκα ήταν στρατιωτικός διοικητής της Κροστάνδης το 1917 και αποτέλεσε έναν από τους πιο στενούς σύμμαχους του Λένιν στην προσπάθεια να πειστεί το Κόμμα των Μπολσεβίκων να προχωρήσει στην εξέγερση του Οκτώβρη. Μέλος της ΚΕ των Μπολσεβίκων το 1917, σε ηλικία μόλις 24 χρονών. Ο Λ. Σερεμπριάκοφ, μεταλλεργάτης, μέλος του Κόμματος από 1905, διατέλεσε γραμματέας της ΚΕ των Μπολσεβίκων μετά την επανάσταση. Επαναστάτες αυτής της ποιότητας κατηγορήθηκαν στις Δίκες της Μόσχας και εκτελέστηκαν σαν προδότες και κατάσκοποι…
[2] Ένα από τα πιο τρομερά στρατόπεδα συγκέντρωσης, βόρεια του αρκτικού κύκλου, χρησιμοποιήθηκε κυρίως για την εκτόπιση των μελών της Αριστερής Αντιπολίτευσης.
[3] Η ομάδα των Βπιριοντιστών (από το περιοδικό που εξέδιδαν Βπεριόντ – “εμπρός” στα ρωσικά) ζητούσε την στροφή του κόμματος κυρίως προς τη διανόηση, τη μόρφωση των εργατών κλπ. Οι Λικβινταριστές ήταν μια φράξια που προήλθε από τους Μενσεβίκους και ζητούσε τη διάλυση των κομματικών οργανώσεων και τη στροφή μόνο σε νόμιμες μορφές αγώνα – πράγμα που στις συνθήκες της τσαρικής αντίδρασης που είχε επικρατήσει ισοδυναμούσε με παραίτηση από σχεδόν κάθε μορφή πάλης.
[4] Λευκός Στρατός: Τα στρατεύματα των τσαρικών στρατηγών που μετά την επανάσταση προσπάθησαν να καταλύσουν τη σοβιετική εξουσία.
[5] Ο Γ. Πρεομπραζένσκι ήταν ένας από τους πιο διαπρεπείς μπολσεβίκους οικονομολόγους, συγγραφέας μαζί με τον Μπουχάριν του βιβλίου “Το αλφαβητάρι του Κομμουνισμού”
[6] Ο Τ. Σαπρόνοφ ήταν εργάτης, από τους ηγέτες της φράξιας του “Δημοκρατικού Συγκεντρωτισμού” στα χρόνια μετά την επανάσταση.
[7] ΝΕΠ: Η Νέα Οικονομική Πολιτική εφαρμόστηκε μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου, στην προσπάθεια να ανασυγκροτηθεί η τελείως κατεστραμμένη ρωσική οικονομία. Το βασικό της γνώρισμα ήταν οι παραχωρήσεις που έκανε για τη δημιουργία μια στοιχειώδους αγοράς, χωρίς βέβαια το κράτος να παραιτηθεί από τα βασικά προπύργια της οικονομίας, τη βαριά βιομηχανία, το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου κλπ.
[8] Εθνικιστής ηγέτης του Κουομιτάνγκ, μετά τη νίκη της κινεζικής επανάστασης κατέφυγε στο νησί Φορμόζα και έγινε πρόεδρος της εθνικιστικής Κίνας.
[9] Θερμιδόρ: Η Γαλλική Επανάσταση εισήγαγε ένα καινούριο ημερολόγιο μετά την επικράτησή της. Στις 9 του Θερμιδόρ  του έτους 2 της Γαλλικής Επανάστασης (27 Ιουλίου του 1794) η αποπομπή και εκτέλεση του Ροβεσπιέρου και των υπόλοιπων Γιακομπίνων ηγετών της επανάστασης σηματοδότησε το πέρασμα σε μια περίοδο πολιτικής αντεπανάστασης. Κατά τον ίδιο τρόπο, χρησιμοποιήθηκε από τον Τρότσκι ο όρος “σοβιετικό θερμιδόρ” για να δείξει το πέρασμα στην εποχή της σταλινικής αντίδρασης.