Χ. ΚΕΦΑΛΗΣ: Ο πόλεμος, ο εθνικισμός και οι κομμουνιστές: μια απάντηση στον Βασίλη Λιόση

Του Χρήστου Κεφαλή*

 

Με το θέμα μιας ενδεχόμενης σύρραξης ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία ασχολείται ο σ. Βασίλης Λιόσης σε άρθρο του που καταχωρήθηκε στην Ίσκρα στις 12/4/20181. Το άρθρο, τιτλοφορούμενο «Ο πόλεμος, οι κομμουνιστές και τα ελληνοτουρκικά», επιχειρεί να θέσει και να απαντήσει σε ένα μαρξιστικό πλαίσιο το ερώτημα: «Ποια θα πρέπει να είναι η στάση των Ελλήνων κομμουνιστών σε περίπτωση ενός ελληνοτουρκικού πολέμου;» Ο Λιόσης τονίζει την ανάγκη συγκεκριμένης προσέγγισης του θέματος στηριγμένης στη μαρξιστική μεθοδολογία, γεγονός που από μόνο του θα έπρεπε να είναι ευπρόσδεκτο. Ωστόσο, ο συγγραφέας αποτυχαίνει, κατά τη γνώμη μας, να εφαρμόσει αυτή τη μεθοδολογία, παγιδευόμενος σε μια οπτική που παραμένει σε μεγάλο βαθμό αφηρημένη και που υποκαθιστά με γενικολογίες για ένα πιθανό μελλοντικό αμυντικό πόλεμο της Ελλάδας απέναντι στην Τουρκία, τη σοβαρή αναφορά στα πραγματικά επίκαιρα και επιτακτικά καθήκοντα του κινήματος σήμερα.

Το βασικό επιχείρημα του Β. Λιόση μπορεί να συνοψιστεί στα εξής σημεία:

  1. Η τουρκική αστική τάξη, έχοντας ως βάση την ανάπτυξη της Τουρκίας τις τελευταίες δεκαετίες, έχει γίνει μια επιθετική αστική τάξη με ιμπεριαλιστικές βλέψεις στην περιοχή, δείγματα των οποίων αποτελούν η επίθεση στο Αφρίν, οι βλέψεις για συνεκμετάλλευση του Αιγαίου, κοκ.
  2. Η ελληνική αστική τάξη, παρά την όποια αναβάθμισή της στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, τη συγκρότηση του άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, κοκ, δεν διακρίνεται από ανάλογα γνωρίσματα και δεν έχει τους όρους για την επίδειξη αντίστοιχης επιθετικότητας με την τουρκική.
  3. Από δω απορρέει ότι ένας τυχόν ελληνοτουρκικός πόλεμος θα είναι ιμπεριαλιστικός από τη μεριά της Τουρκίας και αμυντικός, εθνικός, από τη μεριά της Ελλάδας. Σε ένα τέτοιο πόλεμο η ενδεδειγμένη στάση των κομμουνιστών θα είναι αυτή που είχε καθορίσει στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το γράμμα του Ζαχαριάδη: συμμετοχή για υπεράσπιση της εθνικής ακεραιότητας της χώρας και διεκδίκηση της ηγεμονίας και της συνένωσης του λαού σε ένα κίνημα εαμικού τύπου μέσω αυτής της συμμετοχής.

Μια πρώτη παρατήρηση απέναντι στις εκτιμήσεις του Λιόση, είναι πως η ανάλυσή του είναι το λιγότερο ελλιπής και στατική. Παραλείπει ορισμένα σημαντικά στοιχεία της κατάστασης, που είναι άρρηκτα συνυφασμένα με τη δυναμική της εξέλιξής της και πρέπει να ληφθούν υπόψη σε μια πρόβλεψή της, στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί, και στον καθορισμό της στάσης των κομμουνιστών.

Κατ’ αρχήν, η προφανής επιθετικότητα της τουρκικής αστικής τάξης στην παρούσα περίοδο δεν συνδέεται μόνο ή κύρια με τις επιτυχίες της των τελευταίων δεκαετιών. Συνδέεται επίσης ισχυρά με το γεγονός ότι το μοντέλο στο οποίο στηρίχτηκαν αυτές οι επιτυχίες έχει εξαντληθεί και η τουρκική οικονομία έχει μπει σε κρίση, που εντείνεται από το καταθλιπτικό βάρος του προσφυγικού ζητήματος. Ο συνδυασμός αυτών των περιστατικών, σε μια οξυνόμενη, παγκόσμια και διεθνή κατάσταση, ωθεί την τουρκική αστική τάξη σε «προληπτικές» ενέργειες ενάντια στους Κούρδους, κ.λπ., ώστε να διασφαλίσει την εξουσία της από παραπέρα κλονισμούς.

Κατά δεύτερο, και πλέον σημαντικό, μιλώντας για την ελληνική αστική τάξη, ο Λιόσης παραλείπει ένα από τα κύρια στοιχεία της κατάστασης: τη στροφή μιας σημαντικής μερίδας της προς τον επιθετικό εθνικισμό, την ακροδεξιά, κ.λπ. Είναι μια στροφή που έχει ήδη κάνει σημαντικά βήματα σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο και εκφράστηκε με τα πρόσφατα εθνικιστικά συλλαλητήρια για τη Μακεδονία –όπως αντίστοιχα βήματα έχει κάνει και ο ακροδεξιός εθνικισμός στην Τουρκία– ώστε δεν μπορεί να παραλείπεται σε μια μαρξιστική ανάλυση της κατάστασης.

Τέλος, από τις εκτιμήσεις του Β. Λιόση λείπει μια ανάλυση της δυναμικής της διεθνούς κατάστασης, τοπικά και σε ευρύτερο πλαίσιο, που μπορεί να οδηγήσει σε έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο. Σήμερα, για παράδειγμα –χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί απόλυτα– μια ελληνοτουρκική σύρραξη δεν φαίνεται πολύ πιθανή. Η Τουρκία έχει ήδη ένα ανοικτό πολεμικό μέτωπο στη Συρία και το να ανοίξει ένα δεύτερο με την Ελλάδα, παρά τις επιθετικές ρητορείες, δεν φαίνεται να είναι μια άμεση επιλογή της. Σε αυτό δεν συντείνει μόνο η κρίση στην οποία έχει περιέλθει η τουρκική οικονομία αλλά ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι μια τέτοια ενέργεια θα έφερνε την Τουρκία αντιμέτωπη με την ΕΕ, μέλος της οποίας είναι η Ελλάδα. Η ΕΕ μπορεί βέβαια να κλυδωνίζεται, είναι όμως ακόμη ένας ενεργός παράγοντας της κατάστασης, που η Τουρκία δεν μπορεί να τον αγνοήσει τόσο εύκολα. Παρόμοια ισχύουν σχετικά με την ετοιμότητα της Τουρκίας να ανοίξει μέτωπο και με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ (μέλη του οποίου είναι η Ελλάδα και η Τουρκία)· στην πραγματικότητα, η βιασύνη του Ερντογάν να ταυτιστεί με τις ΗΠΑ όσον αφορά το πυραυλικό κτύπημα στη Συρία και η αντίδραση που υπήρξε στο θέμα της πτώσης του ελληνικού Μιράζ, με την επικοινωνία Γιλντιρίμ-Τσίπρα, δείχνουν ότι η Τουρκία δεν επιθυμεί να ανοίξει άμεσα τέτοια μέτωπα.

Βέβαια, αυτό που ισχύει σήμερα, δεν θα ισχύει απαραίτητα αύριο. Οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, ακόμη και στο εσωτερικό οργανισμών όπως το ΝΑΤΟ, οξύνονται, ενώ οι ευρωεκλογές σε ένα χρόνο, με την αναμενόμενη ενίσχυση της ακροδεξιάς, θα δώσουν μια παραπέρα ώθηση στην εσωτερική αποσύνθεση της ΕΕ, και μια νέα μεγάλη οικονομική κρίση, που θα έρθει κάποια στιγμή, πιθανότατα στη νέα δεκαετία, θα μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε διάσπασή της. Τότε ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος θα μπορούσε να γίνει μια πραγματικά άμεση απειλή. Μόνο που για να γίνουν όλα αυτά θα μεσολαβήσει κάποιος χρόνος, που μπορεί –σχηματικά και για τις ανάγκες της ανάλυσής μας– να τον προσδιορίσουμε, ας πούμε, σε μερικά χρόνια.

Αυτό που αποδεικνύει, λοιπόν, στην καλύτερη περίπτωση ο Λιόσης στο άρθρο του είναι πως αν ξέσπαγε σήμερα ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος, ας πούμε με μια τουρκική ενέργεια αλά Αφρίν, ή αν ξεσπάσει σε πέντε ή δέκα χρόνια και τα βασικά δεδομένα της κατάστασης, σε σχέση με την ελληνική και τουρκική αστική τάξη, κοκ, είναι περίπου ίδια, οι κομμουνιστές στην Ελλάδα θα έπρεπε να καλέσουν σε υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της χώρας. Αυτό είναι κάτι χρήσιμο να λεχθεί, ιδιαίτερα απέναντι σε μια αφηρημένη εκδοχή του «διεθνισμού», που θεωρεί την υπεράσπιση της πατρίδας –σε διάσταση με το μαρξισμό και με τις σχετικές αναλύσεις του Λένιν– ως κάτι γενικά απαράδεκτο, μια προδοσία του σοσιαλιστικού διεθνισμού. Είναι όμως εντελώς ανεπαρκές για να φωτίσει τα τωρινά καθήκοντα της ελληνικής Αριστεράς και των κομμουνιστών ειδικότερα.

Πρώτ’ απ’ όλα, το ότι οι προσανατολισμοί της ελληνικής αστικής τάξης σε πέντε χρόνια θα είναι οι ίδιοι δεν είναι καθόλου δεδομένο. Σήμερα η ακροδεξιά ενισχύεται, στην Ελλάδα όπως και στην Ευρώπη, και κυοφορούνται σχέδια για την εμφάνιση πλάι στη Χρυσή Αυγή και άλλων πιο «μετριοπαθών» ακροδεξιών σχηματισμών τύπου AFD ή «Πέντε Αστέρων», στην προώθηση των οποίων συνεισφέρουν τα εθνικιστικά συλλαλητήρια. Αν σε πέντε χρόνια έχει έρθει στα πράγματα στη χώρα μας μια επιθετική δεξιά σε συνασπισμό με ένα κόμμα τέτοιου τύπου, η οποία θα εκδηλώνει έναν ανάλογο επεκτατισμό στην περιοχή με εκείνο της Τουρκίας, θα ισχύει ακόμη η εκτίμηση για μια ουσιαστική διαφορά στην επιθετικότητα των δυο αστικών τάξεων; Προφανώς δεν θα ισχύει.

Αλλά το κύριο πρόβλημα με το άρθρο του Λιόση θα βρεθεί αλλού, στη βασικά λαθεμένη του έμφαση. Συζητώντας ένα υποθετικό ενδεχόμενο, μια ελληνοτουρκική σύρραξη που μπορεί να ξεσπάσει σε μερικά χρόνια, δεν λέει τίποτα για τα άμεσα καθήκοντα των κομμουνιστών, στην τωρινή περίοδο, απέναντι στη μελλοντική αυτή πιθανή εξέλιξη. Είναι όμως εντελώς φανερό ότι τα καθήκοντα όταν εμφανίζεται μια πολεμική απειλή είναι διαφορετικά από όταν θα έχει ξεσπάσει ο πόλεμος και ότι σήμερα πρέπει να εστιάσουμε στα πρώτα και όχι στα δεύτερα.

Ένας τοπικός πόλεμος ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία δεν μπορεί ασφαλώς να αποκλειστεί, δεν είναι όμως και αναπόφευκτος. Το καθήκον των κομμουνιστών, και όλων των αριστερών και προοδευτικών ανθρώπων, σε μια περίοδο όπου η πολεμική απειλή, αν και όχι άμεση, είναι πλέον ορατή στον ορίζοντα, είναι ο αγώνας για να απομακρυνθεί το ενδεχόμενο του πολέμου, να περιοριστεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνός του. Και αυτό στην πράξη σημαίνει δυο πράγματα. Πρώτο, σημαίνει αποφασιστική αντιπαράθεση στον ελληνικό εθνικισμό και σε κάθε εκδήλωση που τον ισχυροποιεί, όπως τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό· σημαίνει συνεχή διαφώτιση του λαού ότι αυτές οι τάσεις φέρνουν πιο κοντά και αυξάνουν την πιθανότητα του πολέμου. Και δεύτερο, σημαίνει υποστήριξη της επίλυσης των εκκρεμοτήτων στην περιοχή (Κυπριακό, όνομα της ΠΓΔΜ), γιατί αν αυτές μείνουν ανοικτές, θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αφορμές για να εξαπολυθεί ο πόλεμος όταν οι όροι του θα έχουν ωριμάσει· σημαίνει ιδιαίτερα τη συνεπή υποστήριξη, σε συμφωνία με τις θέσεις των κλασικών για το εθνικό ζήτημα, του δικαιώματος ενός μικρού λαού όπως ο λαός της ΠΓΔΜ, να έχει το όνομα που επιθυμεί, στα πλαίσια μια συνολικής ειρηνικής διευθέτησης των εκκρεμοτήτων στην περιοχή3.

Αν τώρα δούμε τις θέσεις των υπαρκτών πολιτικών σχηματισμών της Αριστεράς στη χώρα μας, ΚΚΕ, ΛΑΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ, πάνω σε αυτά τα άμεσα επείγοντα ζητήματα, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα: Τις καλύτερες συγκριτικά θέσεις, παρά τις ισχυρές αντιρρήσεις που μπορεί να έχει κανείς προς άλλες πλευρές της πολιτικής της, τις έχει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τις χειρότερες δυνατές τις έχουν η ΛΑΕ και το ΚΚΕ. Ο σ. Λιόσης, παρακάμπτοντάς τα και θέτοντας στο επίκεντρο το ζήτημα της στάσης σε έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο, καταλήγει στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα, ότι την καλύτερη θέση έχουν η ΛΑΕ και το ΚΚΕ, και τη χειρότερη η ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Αναφορικά με τη στάση της ΛΑΕ, ο Λιόσης εκτιμά ότι η «σχετική ανακοίνωση που εξέδωσε για τις εξελίξεις στη Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και τη γενικότερη όξυνση των αντιθέσεων… βρίσκεται σε θετική κατεύθυνση. Θετική είναι και η δήλωση πως θα υπάρξουν πρωτοβουλίες για τη συγκρότηση ενός φιλειρηνικού-αντιιμπεριαλιστικού κινήματος».

Είναι άραγε τόσο απλά τα πράγματα και υπάρχει τίποτα στις θέσεις της ηγεσίας της ΛΑΕ που να μαρτυρά ένα γνήσιο αντιιμπεριαλισμό;

Η ελάχιστη ματιά στις αναρτήσεις της Ίσκρα θα δείξει ότι δεν υπάρχει τίποτα παρόμοιο και ότι αυτό που εμφανίζει ως «αντιιμπεριαλισμό» η ηγεσία της ΛΑΕ είναι η συστράτευση με αντιδραστικές δυνάμεις και δικτάτορες όπως ο Πούτιν και ο Άσαντ, ακόμη και η Λε Πεν και ο Τραμπ, που παρουσιάζονται ως «αντιιμπεριαλιστικές» και ως ένα αντίδοτο στον παραδοσιακό δυτικό ιμπεριαλισμό.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ίσκρα δίνει λόγο σε μια πληθώρα ακροδεξιών δημοσιολόγων όπως οι κ.κ. Αποστολόπουλος, Κυριακόπουλος, Στυλιανού, και ξένοι ομογάλακτοί τους όπως οι Μπιουκάναν, Ρόμπερτς, κ.ά., αλλά και στελέχη της ίδιας της ΛΑΕ, όπως ο Α. Ζαφείρης, που καλούν σε υποστήριξη του άξονα Συρίας-Χεσμπολάχ-Ρωσίας-Ιράν-Παλαιστίνης ως την κατεξοχήν «αντιιμπεριαλιστική» τακτική2. Αυτό που στην πραγματικότητα είναι η προσχώρηση στο ένα από τα δυο αντιμαχόμενα ιμπεριαλιστικά μπλοκ στην περιοχή, εμφανίζεται έτσι ως μια αντιιμπεριαλιστική συμμαχία. Αρθρογράφοι όπως ο Αποστολόπουλος έχουν φτάσει να προτείνουν, από τη βήμα της Ίσκρα, να υποστηρίξει η Αριστερά τον Τραμπ, ως έναν αντισυστημικό πολιτικό που βάλλεται από το «κατεστημένο» ως άλλος «Γέρος της Δημοκρατίας», και ακόμη και τη Λε Πεν, επειδή η εκλογή της θα έφερνε πιο κοντά την παγκόσμια ειρήνη.

Έχοντας ασχοληθεί αναλυτικά με την υποστήριξη της Ίσκρα στους ακροδεξιούς σε άλλο άρθρο μας4, θα σταθούμε εδώ μόνο σε μια περίπτωση, αυτή του Αμερικανού ακροδεξιού Πολ Κρεγκ Ρόμπερτς. Ο Ρόμπερτς είναι ένα αμερικάνικο αντίστοιχο του Πλεύρη, σε μια ελαφρώς πιο «συγχρονιζέ», λεπτεπίλεπτη και ευέλικτη εκδοχή. Σε άρθρα του επικαλείται και υπερασπίζει ρατσιστές του Νότου στον αμερικάνικο εμφύλιο όπως ο στρατηγός Λι, φιλοναζί αρνητές του Ολοκαυτώματος όπως ο Ίρβινγκ και ακροδεξιούς των ημερών μας όπως η Λε Πεν. Η Ίσκρα έχει αναρτήσει εννιά άρθρα του, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται και κείμενα ανοικτά υμνητικά για τον Τραμπ, με χαρακτηριστικούς τίτλους όπως «Ο κόσμος θα πέσει μαζί με τον Τραμπ»5. Έτσι, αν η εγχώρια αντίδραση μάς έλεγε κάποτε «Καραμανλής ή τανκς», η Ίσκρα μας θέτει ενώπιον του διλήμματος «Τραμπ ή όλεθρος», ότι αν δεν πάμε με τον Τραμπ, ο κόσμος θα καταστραφεί.

Είναι άραγε τυχαία αυτά τα ακροδεξιά ανοίγματα της Ίσκρα και χρειάζονται καμιά κορυφαία μαρξιστική αντίληψη, επιπέδου Μαρξ ή Λένιν, για να τα αντιληφθεί κανείς; Όχι, τα επισημαίνουν στο κείμενό τους ακόμη και τα πρόσφατα αποχωρήσαντα στελέχη της ΛΑΕ από τη Ροδόπη. Αναφέρονται στον εκθειασμό του Τραμπ από την Ίσκρα, τις επιθέσεις εθνικιστών αρθρογράφων της όπως ο Καπούτσης ενάντια στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, τη συμπόρευση με τον εγχώριο εθνικισμό στο Μακεδονικό και σε άλλα ζητήματα, τα γλυκά ματάκια ακόμη και σε νεοφασιστικές δυνάμεις, όπως το κόμμα του Βόισλαβ Σέσελι. Και εκτιμούν ότι η «πατριωτική» ρητορική της ηγεσίας της ΛΑΕ είναι ένα μέσο μεταμφίεσης του προσανατολισμού της για συνεργασία με εθνικιστικές δυνάμεις όπως το ΕΠΑΜ, η Χριστιανική Δημοκρατία, κ.ά6.

Το ερώτημα που πρέπει να τεθεί, και να απαντηθεί από όσους ευαγγελίζονται μια μαρξιστική ανάλυση της κατάστασης, όπως ο Λιόσης, είναι: Επιτρέπεται άραγε να παίρνουμε τοις μετρητοίς, για γνήσιο νόμισμα, τις «πατριωτικές» και «αντιιμπεριαλιστικές» κορώνες της ηγεσίας της ΛΑΕ;

Το ποια θα είναι η σωστή μαρξιστική στάση σε έναν μελλοντικό πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας είναι ένα υποθετικό ζήτημα, ενώ η άνοδος της ακροδεξιάς και του νεοφασισμού στην Ευρώπη, σε πολλές χώρες σε ποσοστά της τάξης του 20-30%, είναι κάτι πολύ χειροπιαστό και πραγματικό. Στις συνθήκες αυτές, όσοι, όπως η ηγεσία της ΛΑΕ, προβάλλουν και προσεγγίζουν τους κάθε λογής εθνικιστές και φασιστοειδή, ενεργούν στην πράξη σαν υποχείρια και ουραγοί της ανερχόμενης ακροδεξιάς αντίδρασης. Το να βάζουμε σε πρώτο πλάνο το πρώτο ζήτημα και να παρακάμπτουμε το δεύτερο, δεν εμπεριέχει ένα σοβαρό κίνδυνο εθελοτυφλίας απέναντι στις πραγματικές, εθνικιστικές τάσεις της πολιτικής της ηγεσίας της ΛΑΕ, τις οποίες συγκαλύπτει η «πατριωτική» ρητορική της; Δεν εμπεριέχει γενικότερα τον κίνδυνο να ενισχύσουμε άθελά μας τον ελληνικό εθνικισμό, βοηθώντας την προσπάθειά του να κερδίσει έδαφος και να φανατίσει, επισείοντας την τουρκική απειλή;

Για το ΚΚΕ, ο Λιόσης εκτιμά ότι «Το ΚΚΕ μιλά σωστά για την άνοδο της τουρκικής επιθετικότητας και σωστά αναφέρεται στην ανάγκη υπεράσπισης της εδαφικής ακεραιότητας». Θεωρεί όμως πως υπάρχει μια αντίφαση ανάμεσα σε αυτή τη θέση και τις γενικότερες θέσεις του ότι η γραμμή του κομμουνιστικού κινήματος στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν λαθεμένη, την αποκήρυξη του γράμματος του Ζαχαριάδη, κ.ά., καλώντας το να διευκρινίσει το πώς αυτή η αλλαγή συμβιβάζεται με τις θέσεις των τελευταίων συνεδρίων του.

Το να καλεί κανείς το ΚΚΕ να δείξει συνέπεια και σοβαρότητα, να μην παίρνει αλληλοαντικρουόμενες θέσεις, κοκ, δείχνει το λιγότερο έλλειψη κατανόησης του περιεχόμενου της σταλινικής στροφής που συντελέστηκε σε αυτό το κόμμα από το 1991 και ολοκληρώθηκε στα τελευταία του συνέδρια. Γιατί η ουσία αυτής της στροφής, της απολογίας των σταλινικών προδοσιών και εγκλημάτων, κοκ, είναι η δημιουργία ενός αυτονομημένου μηχανισμού, που λειτουργεί με μόνο κριτήριο τη διαιώνισή του, και που προσαρμόζεται ευκαιριακά και καιροσκοπικά στην κάθε εξέλιξη, χωρίς να ενδιαφέρεται για τη λογική ή άλλη συνέπεια των διακηρύξεών του.

Ο Λιόσης αναφέρεται ακόμη στην απομόνωση στην οποία βρέθηκαν οι τροτσκιστικές ομάδες στο Μεσοπόλεμο και αργότερα, εξαιτίας της μηχανιστικής τους αναπαραγωγής των θέσεων των Μπολσεβίκων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο, κ.ά., που δεν ταίριαζαν στη συγκεκριμένη κατάσταση. Είναι ένα σοβαρό θέμα και είναι σαφές ότι η απομόνωση αυτή, αλλά και οι συνεχείς διασπάσεις που χαρακτήρισαν το τροτσκιστικό ρεύμα, δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο των σταλινικών διώξεων, αλλά και δικών του σοβαρών αδυναμιών και λαθών. Τα τροτσκιστικής αναφοράς κόμματα και ομάδες που αρνούνται να το δουν αυτό κάνουν κακό στον εαυτό τους και, αντικειμενικά, δεν είναι σε θέση να εξηγήσουν, μόνο από εξωτερικούς παράγοντες, τη μακρόχρονη περιθωριοποίησή τους.

Ωστόσο, δυο τουλάχιστον ενστάσεις μπορεί να προβληθούν εδώ.

Κατ’ αρχήν, είναι άραγε καλύτερα τα πράγματα με το ρεύμα που εκπροσωπεί ο ίδιος ο σ. Λιόσης; Το ρεύμα αυτό, που συνοψίστηκε το 1935 από την πλατφόρμα του Δημητρόφ, στο σοβιετικό κόμμα δεν είχε ως εκπρόσωπο τον Στάλιν, ο οποίος υπήρξε ο «πατέρας» του σοσιαλφασισμού, αλλά κυρίως τον Μπουχάριν. Οι εκπρόσωποί του, στο ΚΚΣΕ και τα άλλα κομμουνιστικά κόμματα, παραμερίστηκαν και εξοντώθηκαν. Και το αποτέλεσμα, τραγικά αποτυπωμένο στη μοίρα της εθνικής μας αντίστασης, ήταν η κυριαρχία του μηχανισμού, που παρέδωσε στην αντίδραση και κατέστρεψε ένα μεγάλο νικηφόρο κίνημα, συκοφαντώντας όσους αντιτάχθηκαν στην προδοσία. Υπάρχει καμιά ένδειξη ότι μορφές όπως η Παπαρήγα, ο Κουτσούμπας και η υπόλοιπη ηγεσία του ΚΚΕ έχουν να προσφέρουν σήμερα κάτι διαφορετικό;

Κατά δεύτερο λόγο, η μόνη πραγματικά ελπιδοφόρα εξέλιξη των τελευταίων χρόνων στο χώρο της επαναστατικής Αριστεράς στην Ευρώπη συνέβηκε στην Ιρλανδία, όπου δυο τροτσκιστικών αναφορών κόμματα, οι εκεί αντίστοιχες οργανώσεις του Ξεκινήματος και του ΣΕΚ, μαζί με άλλες ομάδες, μπόρεσαν, μέσα από τη συνεργασία τους, να ισχυροποιηθούν και να αποκτήσουν μαζική απήχηση.

Φυσικά, ένα μόνο παράδειγμα δεν είναι αποφασιστικό, αλλά δεν είναι και άνευ σημασίας. Η θετική προοπτική στην παρούσα περίοδο βρίσκεται στη συνένωση δυνάμεων που βλέπουν στο μέλλον και παίρνουν στοιχειωδώς σοβαρά το μαρξισμό, ανεξάρτητα από την ιδιαίτερη απόχρωση του μαρξισμού τους· όχι στη σταλινική αναπαλαίωση, ούτε στην εθελοτυφλία απέναντι σε όσα νοσηρά και εκφυλιστικά φαινόμενα παρήγαγε η κυριαρχία του σταλινισμού στο παρελθόν.

 

Σημειώσεις
1. Β. Λιόσης, «Ο πόλεμος, οι κομμουνιστές και τα ελληνοτουρκικά», http://www.iskra.gr/%CE%BF-%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%BF%CE%B9-%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B1-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD/.
2. Α. Ζαφείρης, «Καμία Ουδετερότητα! Καθαρή στήριξη στον άξονα Συρίας-Χεζμπολάχ-Ρωσίας-Ιράν-Παλαιστίνης!», http://www.iskra.gr/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B5%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%AE-%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BE%CE%B7-%CF%83%CF%84/.
3. Ακόμη και για ζητήματα όπως το Κυπριακό, που η λύση τους στο παρόν καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό πλαίσιο είναι πολύ πιο δύσκολη, η κατεύθυνση της Αριστεράς πρέπει προφανώς να είναι η ύφεση και η μερική-αποσπασματική έστω λύση τους (με τον τρόπο, π.χ., που επιλύθηκε το Απαρτχάιντ στη Νότιο Αφρική) και όχι η όξυνσή τους, που την επιδιώκει ο τουρκικός και ο ελληνικός εθνικισμός.
4. Χρ. Κεφαλής, «Για την προβολή των ακροδεξιών από την Ίσκρα», http://net.xekinima.org/gia-tin-provoli-ton-akrodexion-apo-tin/.
5, Π. Κ. Ρόμπερτς, «Ο κόσμος θα πέσει μαζί με τον Τραμπ», http://www.iskra.gr/%CE%BF-%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%B8%CE%B1-%CF%80%CE%AD%CF%83%CE%B5%CE%B9-%CE%BC%CE%B1%CE%B6%CE%AF-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BC%CF%80/.
6. «Αποχωρήσεις στελεχών ΛΑΕ λόγω πολιτικών διαφωνιών για Μακεδονικό και εθνικά θέματα», http://net.xekinima.org/apohoriseis-stelehon-lae-logo-politikon-dia/.

 

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης. Το 2017 κυκλοφόρησαν τα βιβλία του Λένιν. Η Διάνοια της Επανάστασης (εκδόσεις Τόπος) και Υπόθεση Κατίν. Η Ιστορική Αλήθεια και ο Ριζοσπάστης (εκδόσεις Επίκεντρο).