Χ. ΚΕΦΑΛΗΣ: Ο Economist για τα 200 χρόνια του Μαρξ

Του Χρήστου Κεφαλή*

 

Με τα 200 χρόνια του Μαρξ ασχολείται ο Economist στο τεύχος του της 5 Μάη 2018. Το άρθρο, με το χαρακτηριστικό τίτλο, «Επανεξετάζοντας τον Μαρξ. Δεύτερη φορά φάρσα. Διακόσια χρόνια μετά τη γέννησή του ο Μαρξ παραμένει απροσδόκητα αναφορικός»,[1] συνδυάζει την αναγνώριση ότι ο Μαρξ ήταν μια ιδιοφυία, με τις αντιδραστικές συκοφαντίες ότι επρόκειτο κατόπιν όλων για μια «μοχθηρή ιδιοφυία» που αν είχε λείψει ο κόσμος θα ήταν σίγουρα πολύ καλύτερος.

Φυσικά δεν θα μπορούσε να περιμένει κανείς κάτι διαφορετικό. Από τότε που οι ιδέες του Μαρξ κέρδισαν αναγνώριση στο εργατικό κίνημα, η κύρια ασχολία των απολογητών του κεφαλαίου ήταν να τις «καταρρίπτουν» ως ασύστατες, δογματικές και επικίνδυνες. Ούτε, βέβαια, οι δημοσιολόγοι του Economist προσφέρουν κάτι νέο· επαναλαμβάνουν απλά διαστρεβλώσεις και παρανοήσεις που έχουν προσφερθεί αμέτρητες φορές στο παρελθόν από τους προκατόχους τους.

Ωστόσο, η επιχειρηματολογία τους παρουσιάζει παρ’ όλα αυτά ένα ορισμένο ενδιαφέρον. Από τη μια μεριά στο μέρος των κακολογιών τους για τον Μαρξ γίνεται έκδηλη η εμπάθεια και το μίσος των απολογητών του κατεστημένου, που μη όντας ικανοί να αναμετρηθούν μαζί του, υιοθετούν αβασάνιστα κάθε ανοησία που κυκλοφορεί γύρω για να τον διαβάλλουν και να τον υποτιμήσουν. Και από την άλλη, όταν συζητούν τις προβλέψεις του Μαρξ ομολογούν ανοικτά τους φόβους της αντίδρασης σχετικά με τα σημερινά αδιέξοδα του καπιταλισμού και την επιβεβαίωσή του, σε μερικά σημαντικά τουλάχιστον σημεία.

Αξίζει, λοιπόν, να ρίξουμε μια ματιά και στις δυο όψεις της· πολύ περισσότερο επειδή ο Economist δεν είναι ένα τυχαίο έντυπο, αλλά εκπροσωπεί την περίπου επίσημη άποψη της ηγετικής μερίδας της φιλελεύθερης (και στην εποχή μας, νεοφιλελεύθερης) μερίδας της αστικής τάξης.

Οι «αποτυχίες» του Μαρξ

«Ένας καλός υπότιτλος για μια βιογραφία του Καρλ Μαρξ», ξεκινούν οι κύριοι του Economist, «θα ήταν “μια μελέτη στην αποτυχία”… Οι ιδέες του»,

μας λένε παραπέρα,

«ήταν εξίσου θρησκευτικές όσο και επιστημονικές – θα μπορούσε μάλιστα να τις αποκαλέσετε θρησκεία ξαναπακεταρισμένη για μια κοσμική εποχή. Η πτώση από τη χάρη ενσαρκώνεται από τον καπιταλισμό· ο άνθρωπος σώζεται καθώς το προλεταριάτο ξεσηκώνεται ενάντια στους εκμεταλλευτές του και δημιουργεί μια κομμουνιστική ουτοπία» (σελ. 71, όπως και εφεξής).

Οι αποδείξεις είναι όλες πολύ βαρύνουσες. Ο Μαρξ, συνεχίζουν, προσέβλεπε όχι μόνο στην κατανόηση του κόσμου αλλά και στη βελτίωσή του,

«όμως η φιλοσοφία του άλλαξε τον κόσμο σε μεγάλο βαθμό προς το χειρότερο: το 40% της ανθρωπότητας που ζούσε κάτω από μαρξιστικά καθεστώτα υπέφερε από λιμούς, γκούλαγκ και κομματικές δικτατορίες». Ο Μαρξ θεωρούσε ότι «η νέα διαλεκτική επιστήμη του θα του επέτρεπε να προβλέψει το μέλλον όπως και να κατανοήσει το παρόν. Όμως απέτυχε να προβλέψει δυο από τις μεγαλύτερες αναπτύξεις του 20ού αιώνα –την άνοδο του φασισμού και το κράτος πρόνοιας– και πίστευε λαθεμένα ότι ο κομμουνισμός θα ρίζωνε στις προηγμένες οικονομίες».

Πού, λοιπόν, οφείλεται η επιρροή του Μαρξ, που κάνει ακόμη και τους κυρίους του Economist να ομολογούν αμέσως μετά ότι

«παρ’ όλες τις αβλεψίες του, ο Μαρξ παραμένει μια μνημειώδης φυσιογνωμία» και ότι «το ενδιαφέρον γι’ αυτόν είναι πιο ζωντανό από ποτέ»;

Πώς εξηγείται η συρροή εκδόσεων, συζητήσεων και εκδηλώσεων για το έργο του; Πώς συμβαίνει στα 200 χρόνια του ακόμη και ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, ο κατά κανένα τρόπο μαρξιστής πρόεδρος της ΕΕ, να θεωρεί απαραίτητο να επισκεφθεί τη γενέτειρα του Μαρξ, το Τριρ και να εκφωνήσει ένα λόγο για τη σημασία του έργου του; «Γιατί», όπως παράταιρα ρωτούν οι ίδιοι, «ο κόσμος παραμένει στερεωμένος στις ιδέες ενός ανθρώπου που βοήθησε να παραχθεί τόσο πολύ μαρτύριο;»

Η απάντηση, σύμφωνα με τους κυρίους του Economist θα βρεθεί στο συνδυασμό της ιδιοφυίας με την κακοβουλία, που ήταν τα δυο κύρια γνωρίσματα του Μαρξ. Η επίδρασή του οφείλεται «στην απλή δύναμη αυτών των ιδεών» και την

«ισχύ της προσωπικότητάς του. Ο Μαρξ ήταν κατά πολλούς τρόπους μια απαίσια ανθρώπινη ύπαρξη. Πέρασε τη ζωή του ζώντας σε βάρος του Φρίντριχ Ένγκελς. Ήταν ένας τέτοιος μανιώδης ρατσιστής, συμπεριλαμβανόμενης της δικής του ομάδας, των Εβραίων, που ακόμη και στη δεκαετία του 1910, όταν η ανεκτικότητα για τέτοιες προλήψεις ήταν υψηλότερη, οι εκδότες των γραμμάτων του ένιωσαν υποχρεωμένοι να τα λογοκρίνουν… Ο Μιχαήλ Μπακούνιν τον περιέγραψε ως ένα “φιλόδοξο και ξιπασμένο, καβγατζή, μη ανεκτικό και απόλυτο… εκδικητικό ως το σημείο της τρέλας”… Αλλά συνδυάστε την εγωμανία με την ιδιοφυία και έχετε μια τρομερή δύναμη. Πίστευε απόλυτα ότι είχε δίκιο· ότι είχε ανακαλύψει ένα κλειδί στην ιστορία που είχε διαφύγει από τους προηγούμενους φιλόσοφους. Επέμενε να προάγει της πεποιθήσεις του οποιαδήποτε εμπόδια η μοίρα (ή οι αρχές) έθεταν στο δρόμο του. Η έννοια του της ευτυχίας ήταν να “μάχεται”».

Το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να βγει από αυτά είναι ότι αν οι συντάκτες του Economist υστερούν απέναντι στον Μαρξ σε ιδιοφυία, οπωσδήποτε τον ξεπερνούν παρασάγγες σε εγωμανία. Στην προσπάθειά τους να αποδείξουν την ανωτερότητά τους –και την ανωτερότητα του προσφιλούς τους καπιταλισμού– απέναντι στην πρόβλεψη του Μαρξ, αποδεικνύουν έτσι αναπόφευκτα μόνο την κατωτερότητά τους, την αδυναμία τους να καταλάβουν ακόμη και τις πιο στοιχειώδεις θέσεις του Μαρξ, καταλήγοντας μοιραία να συνδυάζουν ίχνη αλήθειας με τόνους ψευτιάς. Ας υποδείξουμε συνοπτικά προς όφελός τους μερικά σημεία.

Πρώτ’ απ’ όλα, ο Μαρξ ποτέ δεν παρουσίασε τον καπιταλισμό σαν μια «πτώση από τη χάρη», μια κόλαση που πήρε τη θέση ενός προηγούμενου επίγειου παράδεισου, και το προλεταριάτο σαν το μεσσία της εποχής μας. Αυτή στην πραγματικότητα ήταν η θέση μιας μερίδας από τους ουτοπικούς κομμουνιστές του καιρού του, τους οποίους επέκρινε αποφασιστικά για τον πρωτογονισμό τους. Ο Μαρξ αντίθετα αναγνώριζε και υπογράμμιζε αδιάλειπτα, τουλάχιστον αφότου διατύπωσε τις βάσεις της θεωρίας του, ότι ο καπιταλισμός αντιπροσωπεύει μια μεγάλη πρόοδο σε σχέση με τη φεουδαρχία και ότι διεύρυνε ουσιαστικά την τεχνολογική βάση και τους ορίζοντες της ανθρώπινης κοινωνίας.

Ταυτόχρονα, όμως, υποστήριζε ότι αναπτύσσοντας ορμητικά τις παραγωγικές δυνάμεις και κοινωνικοποιώντας την παραγωγή ο καπιταλισμός υποσκάπτει ο ίδιος τα θεμέλιά του, καθιστά περιττές και αναχρονιστικές τις εκμεταλλευτικές σχέσεις στις οποίες βασίζεται και δημιουργεί για πρώτη φορά τη δυνατότητα για μια μη εκμεταλλευτική, βασισμένη στην κοινή ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, οργάνωση της οικονομίας.

Οι δημοσιολόγοι του Economist, μη έχοντας το σθένος να αναμετρηθούν με το δεύτερο σημείο, θολώνουν και συσκοτίζουν το πρώτο, αποδίδοντας στον Μαρξ πράγματα που δεν αποτελούν διόλου μέρος της θεωρίας του.

Κατά δεύτερο λόγο, δεν υπάρχει τίποτα στα έργα του Μαρξ που να περιέχει έστω και ένα ίχνος αντισημιτισμού.

Αντισημίτες ήταν μεταξύ άλλων ο Μπακούνιν, τις συκοφαντικές κρίσεις του οποίου για τον Μαρξ παραθέτει ανεπιφύλακτα ο Economist, και ο Μπρούνο Μπάουερ, και οι δυο αντίπαλοι του Μαρξ. Ο Μπάουερ ιδιαίτερα υποστήριζε ότι οι Εβραίοι ήταν αδύνατο να απελευθερωθούν για όσο δεν απαρνούνταν τη θρησκεία τους και ότι ως τότε θα έπρεπε να στερηθούν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Ο Μαρξ, απαντώντας του στην μπροσούρα του για το εβραϊκό ζήτημα, είχε απορρίψει κάθε ιδέα για πολιτικές, θρησκευτικές, κ.ά. διακρίσεις σε βάρος των Εβραίων. Του αντέτεινε ότι η μερική απελευθέρωση των Εβραίων ήταν δυνατή με τη συμμετοχή τους στους πολιτικούς αγώνες της εποχής, χωρίς καμιά από μέρους τους απάρνηση της θρησκείας τους, και ότι η συνολική της απελευθέρωση θα λάβαινε χώρα όταν η κοινωνία απελευθερωνόταν από κάθε είδος δουλείας.

Το μόνο «αντιεβραϊκό» σχόλιο του Μαρξ θα βρεθεί σε μια επιστολή του στον Ένγκελς, την οποία υπαινίσσονται προφανώς οι τύποι του Economist και στην οποία αποκαλούσε υποτιμητικά τον Λασάλ «εβραιονέγρο»[2]. Ωστόσο, η επιστολή αυτή είχε γραφτεί σε πολύ ειδικές συνθήκες, όταν ο Λασάλ είχε μείνει μερικές μέρες στο σπίτι του Μαρξ στο Λονδίνο το 1862. Ο Λασάλ, όπως αναφέρει εκεί ο Μαρξ, πέρα από την άρνησή του να του δανείσει ένα ποσό, του είχε προτείνει, ως μέσο για να απαλλαγεί από τα οικονομικά του προβλήματα, να δώσει μια από τις κόρες του ως «σύντροφο» σε μια αστική οικογένεια και είχε ακόμη κάνει άνω-κάτω την οικογενειακή του ησυχία. Αυτά τα τελευταία ολοφάνερα εξόργισαν τον Μαρξ και έγραψε μια επιθετική επιστολή στον Ένγκελς, με κάθε λογής χαρακτηρισμούς, που δεν μπορεί να εκληφθεί ως έκφραση των θέσεών του για το ρατσισμό ή όποιο άλλο θέμα. Για να μπορεί να διατυπωθεί σοβαρά μια τέτοια κατηγορία ενάντια στον Μαρξ, θα έπρεπε να υποστηρίζει ρητά ή έμμεσα σε κάποιο έργο του ρατσιστικές θέσεις, κάτι που δεν αληθεύει ούτε για τον ίδιο, ούτε για κανένα σοβαρό μαρξιστή.

Αξίζει να σημειωθεί, ως ένα δείγμα του πόσο βουτηγμένοι στην πρόληψη και την απάτη είναι οι δημοσιολόγοι του Economist, που φαντάζονται τους εαυτούς τους φωτισμένους και απροκατάληπτους, ότι και μερικοί νεοναζί ακόμη παραθέτουν και σχολιάζουν με πιο έντιμο τρόπο τις απόψεις του Μαρξ για τους Εβραίους. Η Ρ. Πένινγκτον, σε ένα άρθρο για τον Μπρούνο Μπάουερ αναρτημένο στο σάιτ του National Vanguard, μιας από τις βασικές νεοναζιστικές ομάδες στις ΗΠΑ, αφού εκθειάζει τον Μπάουερ σαν έναν από τους προδρόμους του αντισημιτισμού, αναφέρεται στην κριτική που του άσκησε ο Μαρξ ως μια απόρριψη του αντισημιτισμού: «Ο “αντισημιτισμός” του [Μπάουερ]», γράφει, «προκάλεσε στον Μαρξ πολλή πνευματική θλίψη»· η κριτική του Μαρξ αποσκοπούσε να «απελευθερώσει τους Εβραίους από οποιονδήποτε εκφοβισμό από την κοινωνία ή το κράτος». Σαν ορθόδοξη οπαδός των Ναζί η Πένινγκτον προτιμά, βέβαια, τον Μπάουερ εξαίροντας τον αντισημιτισμό του και μεμφόμενη τον «μαρξιστικό σκοταδισμό», αλλά παραθέτει τουλάχιστον με κάποια ακρίβεια τις θέσεις του Μαρξ[3].

Ο Μαρξ, μας λένε παραπέρα, δεν πρόβλεψε το φασισμό και το κράτος πρόνοιας. Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε να πει κανείς ότι και ο Δαρβίνος δεν πρόβλεψε (το 1871!) την ανακάλυψη του DNA ή ότι οι δημοσιολόγοι του Economist δεν πρόβλεψαν, όχι 50 χρόνια αλλά ούτε καν 50 μέρες πριν, το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης το 2007.

Το να κατηγορούν τον Μαρξ για πράγματα που εμφανώς δεν μπορούσε να προβλέψει και για το ανάλογο των οποίων δεν θα κατηγορούσαν ποτέ, ας πούμε, τον Δαρβίνο ή τον εαυτό τους, δεν είναι ακριβώς ένα δείγμα εγωμανίας και εμπάθειας;

Βέβαια, ο Μαρξ μπορεί να μην πρόβλεψε ρητά τις παραπάνω εξελίξεις, εξακρίβωσε όμως τις τάσεις που τις έκαναν δυνατές. Σε πλείστα κείμενά του για τις επαναστάσεις του 1848, στις κριτικές του στη χυδαία αστική πολιτική οικονομία και στις αναλύσεις του για την Κομμούνα, έδειξε και τεκμηρίωσε τη στροφή της αστικής τάξης στην αντίδραση, μια από τις απώτερες συνέπειες της οποίας υπήρξε και ο φασισμός.

Στο «Η 18η Μπριμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» αναφέρθηκε ακόμη στην ανάπτυξη αντιδραστικών μικροαστικών κινημάτων, κινημάτων των αγροτών «που σε αποβλακωμένη απομόνωση θέλουν να σώσουν τους εαυτούς τους και τα μικρονοικοκυριά τους»[4] και στρέφονται ενάντια στο προλεταριάτο· μια τάση ο παροξυσμός της οποίας στην ιμπεριαλιστική εποχή συνετέλεσε αποφασιστικά στην ανάπτυξη του φασισμού.

Από την άλλη μεριά, στην ανάλυσή του των απόψεων του Μάλθους στις «Θεωρίες για την Υπεραξία» και αλλού, ο Μαρξ αναφέρθηκε εκτενώς στις προσπάθειες της αστικής τάξης να αυξήσει τα ενδιάμεσα στρώματα ανάμεσα σε αυτή και το προλεταριάτο, ως μια δικλείδα ασφαλείας για το καθεστώς της, εκτιμώντας ότι «αυτή είναι η πορεία που παίρνει η αστική κοινωνία»[5]. Και εδώ, λοιπόν, αποκάλυψε την κοινωνικο-οικονομική βάση των εξελίξεων που οδήγησαν στο λεγόμενο «κράτος πρόνοιας», δηλαδή την ενίσχυση των ενδιάμεσων, μη παραγωγικών στρωμάτων, δυνατή εντός του καπιταλισμού όσο δεν συγκρούονταν ριζικά με την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους.

Ας περάσουμε τώρα στον κύριο ισχυρισμό του Economist, ότι η κακή επιρροή του Μαρξ βοήθησε να παραχθούν τα περισσότερα δεινά του 20ού αιώνα, που θα μπορούσε αλλιώς να είχαν αποφευχθεί. Το να θέτει κανείς με αυτό τον τρόπο το ζήτημα είναι, βέβαια, ανόητο· το αληθινό ερώτημα που πρέπει να τεθεί και να απαντηθεί είναι: ποιες τάσεις στον 20ό αιώνα είχαν θετικά αποτελέσματα, εκείνες που απέρρεαν από τον καπιταλισμό και συνέτειναν στη διαιώνισή του, ή οι επαναστατικές τάσεις που, βρίσκοντας τη θεμελίωσή τους στον Μαρξ, προωθούσαν την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος.

Ο καπιταλισμός ήταν ο μόνος υπαίτιος για τον πρώτο μεγάλο πόλεμο του 20ού αιώνα, τον παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο του 1914-18, με τα πάνω από δέκα εκατομμύρια θύματά του. Η ιμπεριαλιστική επέμβαση ήταν καθοριστικά υπαίτια και για εκατομμύρια θύματα της αρχικά σχεδόν αναίμακτης ρωσικής επανάστασης του 1917. Η μεγάλη κρίση του 1929 και ο φασισμός ήταν γέννημα-θρέμμα του καπιταλισμού, όπως ήταν κατ’ επέκταση και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, έκφραση της προσπάθειας της πιο αντιδραστικής πτέρυγας του κεφαλαίου να ακυρώσει τις κατακτήσεις της ρωσικής επανάστασης.

Είναι αλήθεια ότι η εμπειρία της ΕΣΣΔ σημαδεύτηκε, στα χρόνια του Στάλιν, από τα αρνητικά φαινόμενα που επισημαίνει ο Economist, λιμούς, γκούλαγκ, μαζικές εκκαθαρίσεις και καταπίεση, όπως έγινε και στην Κίνα στην περίοδο του «Μεγάλου άλματος προς τα εμπρός». Ωστόσο, τα φαινόμενα αυτά έχουν εξηγηθεί από τους μαρξιστές ως μια εκφυλιστική διαδικασία, αποτέλεσμα της καθυστέρησης των χωρών όπου επικράτησε η επανάσταση και της ανόδου της σταλινικής γραφειοκρατίας, η οποία όχι μόνο δεν προωθούσε, αλλά πρόδιδε την παγκόσμια επανάσταση, στην ίδια την ΕΣΣΔ –όπου τα πρώτα θύματά της ήταν οι πρωτεργάτες του Οκτώβρη– και στο εξωτερικό. Επιπρόσθετα, δεν ήταν τα μόνα και δεν χαρακτήρισαν το σύνολο της εμπειρίας της ΕΣΣΔ. Ο σοβιετικός λαός σήκωσε το κύριο βάρος του αντιφασιστικού αγώνα, ο οποίος αντικειμενικά ήταν μια συνέχεια της προοδευτικής κληρονομιάς του Οκτώβρη, ενώ μετά το 1956 οι πιο απεχθείς όψεις της σταλινικής καταπίεσης παραμερίστηκαν. Η ιμπεριαλιστική καταλήστευση του Τρίτου Κόσμου, οι επεμβάσεις, η επιβολή δικτατοριών, η καταδίκη ολόκληρων λαών στη λιμοκτονία, συνεχίστηκαν αντίθετα σε όλο τον 20ό αιώνα, πριν αλλά και μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι παραχωρήσεις των κυρίαρχων τάξεων στα καπιταλιστικά κέντρα μετά το 1945, όντας μέσα στα περιθώρια του καπιταλισμού, υποκινήθηκαν κυρίως από το φόβο τους για τη μεταπολεμική απήχηση του κομμουνισμού και των αντιφασιστικών κινημάτων. Αν δεν υπήρχε η ΕΣΣΔ ποιος θα σταματούσε το φασισμό και θα ανάγκαζε τους κρατούντες σε παραχωρήσεις;

Επιπρόσθετα, ενώ η ύπαρξη της ΕΣΣΔ έθετε φρένο στην επιθετικότητα του ιμπεριαλισμού, μετά τη διάλυσή της οι πραγματικές τάσεις του εκδηλώθηκαν ανοικτά και ανεμπόδιστα, παράγοντας εκ νέου τα καταστροφικά τους αποτελέσματα. Μια 15ετία άρκεσε για να οξυνθεί στο έπακρο η παγκόσμια ανισότητα, να εξαπολυθούν πλήθος τοπικοί πόλεμοι, να οξυνθούν οι ανταγωνισμοί των υπερδυνάμεων σε σημείο που να απειλείται μια θερμή σύγκρουση, να προκληθεί η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2007 και να αναβιώσουν ο φασισμός και ο ακροδεξιός εθνικισμός σε όλο τον κόσμο. Ακόμη και τα θετικά στοιχεία της τελευταίας περιόδου, όπως η μεγάλη καπιταλιστική ανάπτυξη της Κίνας, συνδέονται στενά με τη θετική κληρονομιά των επαναστάσεων του 20ού αιώνα. Στην Κίνα, το γεγονός ότι μια μεγάλη λαϊκή επανάσταση δυο δεκαετιών ξερίζωσε το φεουδαλισμό και την ιμπεριαλιστική εξάρτηση επέτρεψε να συντελεστεί η καπιταλιστική ανάπτυξη χωρίς εσωτερικά και εξωτερικά εμπόδια και να συμμετέχει στα οφέλη της ένα συγκριτικά σημαντικό μέρος του πληθυσμού· στην Ινδία, αντίθετα, όπου δεν υπήρξε επανάσταση, αλλά μόνο μια αστική ανακαίνιση από τα πάνω, η ανάπτυξη των τελευταίων δεκαετιών ήταν πολύ πιο αναιμική και ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού έμεινε καθηλωμένο στην ακραία φτώχεια. Η υπερίσχυση του καπιταλισμού στον ανταγωνισμό με την ΕΣΣΔ οφειλόταν το ανώτερο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και τις καταστροφικές επιδράσεις του σταλινισμού, η εμπειρία όμως δείχνει ότι δεν επέτρεψε στον καπιταλισμό να ξεπεράσει ούτε μια από τις αντιθέσεις του.

Οι δημοσιολόγοι του Economist δεν φείδονται προσπαθειών να απορρίψουν όχι μόνο τον ίδιο τον Μαρξ, αλλά και όλο το κομμουνιστικό κίνημα και τους επιφανείς θεωρητικούς του μετά το θάνατό του:

«Μετά το θάνατο του Μαρξ το 1883 οι οπαδοί του –ιδιαίτερα ο Ένγκελς– εργάστηκαν σκληρά για να μετατρέψουν τις θεωρίες του σε ένα κλειστό σύστημα. Η επιδίωξη της καθαρότητας περιλάμβανε μοχθηρές φραξιονιστικές διαμάχες καθώς οι “πραγματικοί” μαρξιστές εκδίωκαν τους αποστάτες, τους ρεβιζιονιστές και τους αιρετικούς. Τελικά οδήγησε στην τερατωδία του Μαρξισμού-Λενινισμού με τις αξιώσεις του για αλάθητο (“επιστημονικός σοσιαλισμός”), την απόλαυσή του στη συσκότιση (“διαλεκτικός υλισμός”) και τη λατρεία του της προσωπικότητας (εκείνα τα γιγάντια αγάλματα του Μαρξ και του Λένιν)».

Εδώ και πάλι η αρνητική εμπειρία του σταλινισμού, ο δογματισμός και η νέκρωση του μαρξισμού, αξιοποιείται για να απορριφθεί ως ανάξια λόγου όλη η ανάπτυξη του μαρξισμού μετά τον Μαρξ. Ωστόσο, ο μαρξισμός στην περίοδο αυτή είχε σημαντικούς εκπροσώπους όπως ο Ένγκελς, ο Πλεχάνοφ, ο Λένιν, η Λούξεμπουργκ, ο Κάουτσκι, ο Μέρινγκ και, μετά το θάνατο του Λένιν, οι Τρότσκι, Μπουχάριν, Γκράμσι και Λούκατς, με τους οποίους δεν μπορεί να ξεμπερδεύει κανείς έτσι εύκολα.

Με το έργο αυτών των μαρξιστών συνδέεται η ανάλυση των εξελίξεων μετά το θάνατο του Μαρξ, η καθοδήγηση της Οκτωβριανής Επανάστασης και η παραπέρα προώθηση του μαρξισμού. Ότι αυτή η προώθηση έγινε ξεκαθαρίζοντας το μαρξισμό από ξένες επιρροές δεν ήταν κάτι ειδικό στον Ένγκελς ή τον Λένιν: ο Μαρξ επίσης είχε προβεί σε οξύτατες πολεμικές ενάντια στους ψευτο-σοσιαλιστές του καιρού του, όπως ο Προυντόν και οι «αληθινοί σοσιαλιστές», ενώ και οι μετά τον Λένιν μαρξιστές, ιδιαίτερα ο Τρότσκι και ο Λούκατς, εξήγησαν τον σταλινικό δογματισμό ως μια ξένη επιρροή και νόθευση του μαρξισμού.

Κατά παράδοξο τρόπο, και ενώ θα περίμενε κανείς πως μετά από όλα αυτά κάθε τι το σχετικό με τον Μαρξ έχει απορριφθεί, οι κύριοι του Economist ολοκληρώνουν την αναφορά τους στις «αποτυχίες» του με μια επιφύλαξη, που θα φαινόταν να διακρίνει και κάτι γόνιμο στη σκέψη του. Όμως αμέσως γίνεται φανερό πως το «γόνιμο» είναι αυτό που οι ίδιοι θέλουν να διαβάσουν ή νομίζουν ότι μπορούν να βρουν στον Μαρξ:

«Η κατάρρευση αυτής της απολιθωμένης ορθοδοξίας έχει αποκαλύψει ότι ο Μαρξ ήταν ένας πολύ πιο ενδιαφέρων άνθρωπος από ό,τι έχουν υπονοήσει οι ερμηνευτές του. Οι μεγάλες βεβαιότητές του ήταν μια απόκριση σε μεγάλες αμφιβολίες. Οι σαρωτικές θεωρίες του ήταν το αποτέλεσμα ατελείωτων αντιστροφών. Προς το τέλος της ζωής του αμφισβήτησε πολλές από τις κεντρικές πεποιθήσεις του. Ανησυχούσε ότι μπορεί να έκανε λάθος γύρω από την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους. Αναρωτιόταν για το γεγονός ότι, μακριά από το να εξαθλιώνει τους φτωχούς, η βικτοριανή Αγγλία τούς παρείχε αυξανόμενη ευημερία» (ό.π., σελ.71-72).

Εδώ οι κύριοι του Economist συμφωνούν αξιοσημείωτα με εκπροσώπους της λεγόμενης «νέας ανάγνωσης του Μαρξ», δηλαδή εκπροσώπους του αστικού καθηγητισμού που διαστρεβλώνουν τον Μαρξ, όπως ο Μίκαελ Χάινριχ. Ο Μαρξ ασφαλώς έλεγχε και βελτίωνε διαρκώς τις υποθέσεις του, σε αντίθεση όμως με τους ισχυρισμούς αυτών των λογίων, δεν προκύπτει από πουθενά ότι είχε αναθεωρήσει την ανάλυσή του για την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους ή ότι ο Ένγκελς διαστρέβλωσε τις σχετικές θέσεις του.

Επιπρόσθετα, όλη η εξέλιξη του καπιταλισμού στον 20ό αιώνα έχει επιβεβαιώσει αυτό το θεμελιώδη για τις ιστορικές τύχες του νόμο που ανακάλυψε ο Μαρξ. Οι κύριοι μετασχηματισμοί και τα μοντέλα του καπιταλισμού, φορντισμός, κεϊνσιανισμός, νεοφιλελευθερισμός, δεν αποτελούν στην ουσία παρά τρόπους αντίδρασης του κεφαλαίου στο πτωτικό ποσοστό του κέρδους και το γεγονός ότι η αστική τάξη αναγκάζεται να τα αντικαθιστά μετά από κρίσεις κερδοφορίας, αποδεικνύει ότι μπορούν να το αντισταθμίσουν μόνο προσωρινά και ότι το δυναμικό τους πάντα εξαντλείται.

Ο Ένγκελς σίγουρα δεν ήταν τόσο βαθύς όσο ο Μαρξ και έκανε κατά καιρούς κάποια σημαντικά λάθη. Αλλά το να απορρίπτεις τον Ένγκελς για χάρη του Χάινριχ σημαίνει ακριβώς να διαβάζεις αστικά τον Μαρξ, να επικαλείσαι τα λάθη του Ένγκελς ως άλλοθι για να δεχτείς ένα συνολικό λάθος. Οι προβληματισμοί του Μαρξ στο τέλος της ζωής του αφορούσαν την καλύτερη σύλληψη της περιπλοκότητας των τάσεων του καπιταλισμού, και συνακόλουθα και της επαναστατικής διαδικασίας, όχι τη γενική κατεύθυνσή τους.

Οι επιτυχίες του Μαρξ

Αυτό μας φέρνει στις επιτυχίες του Μαρξ, μερικές από τις οποίες είναι τόσο προφανείς, που ακόμη και οι αρθρογράφοι του Economist δεν μπορούν να μην τις αναγνωρίσουν.

«Ο κύριος λόγος για το συνεχιζόμενο ενδιαφέρον στον Μαρξ», διαβάζουμε παραπέρα, «… είναι ότι οι ιδέες του είναι πιο αναφορικές απ’ ό,τι ήταν για δεκαετίες. Η μεταπολεμική συγκατάθεση που μετατόπισε την ισχύ από το κεφάλαιο στην εργασία και παρήγαγε μια “μεγάλη συμπίεση” των προτύπων ζωής ξεθωριάζει. Η παγκοσμιοποίηση και η άνοδος μιας εικονικής οικονομίας παράγουν μια εκδοχή του καπιταλισμού που για άλλη μια φορά φαίνεται να είναι εκτός ελέγχου. Η ροή προς τα πίσω της ισχύος από την εργασία προς το κεφάλαιο αρχίζει τελικά να παράγει μια λαϊκή –και συχνά λαϊκιστική– αντίδραση. Διόλου παράδοξα το πιο επιτυχημένο βιβλίο για τα οικονομικά των πρόσφατων χρόνων, “Το Κεφάλαιο στον 21ο Αιώνα” του Τομά Πικετί, απηχεί τον τίτλου του πιο σημαντικού έργου του Μαρξ και την επιμονή του με την ανισότητα» (σελ. 72, όπως και εφεξής).

Αν, λοιπόν, η ανισότητα σήμερα έχει γίνει πάλι ένα κεντρικό θέμα, σε βαθμό που το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού να κατέχει πάνω από το 50% του παγκόσμιου πλούτου και τα 3,7 δισεκατομμύρια των πιο φτωχών να κατέχουν μόλις το 2,7%, πώς συμβαίνει μετά από τόσες «μεταρρυθμίσεις» και «προόδους» να επιβεβαιώνεται ο τόσο «δογματικός» και «φανατικός» Μαρξ;[6] Ας δούμε τι έχουν να πουν πάνω σε αυτό οι κύριοι του Economist γιατί εδώ τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται πιο ενδιαφέροντα.

«Ο Μαρξ υποστήριζε ότι ο καπιταλισμός είναι στην ουσία ένα σύστημα που επιδιώκει την πρόσοδο: μάλλον αντί να δημιουργούν πλούτο από το τίποτα, όπως τους αρέσει να φαντάζονται, οι καπιταλιστές καταπιάνονται με το να ιδιοποιούνται τον πλούτο των άλλων. Ο Μαρξ είχε λάθος για τον καπιταλισμό στη γνήσια κατάστασή του: οι μεγάλοι επιχειρηματίες συσσωρεύουν όντως περιουσίες φανταζόμενοι νέα προϊόντα ή νέους τρόπους οργάνωσης της παραγωγής. Αλλά είχε ένα σημείο για τον καπιταλισμό στη γραφειοκρατική μορφή του. Ένας καταθλιπτικός αριθμός από τα σημερινά αφεντικά είναι εταιρικοί γραφειοκράτες μάλλον παρά δημιουργοί πλούτου, οι οποίοι χρησιμοποιούν βολικές φόρμουλες για να διασφαλίσουν ότι οι μισθοί τους διαρκώς αυξάνονται. Εργάζονται χέρι-χέρι με ένα αυξανόμενο πλήθος από αναζητητές προσόδου, όπως οι διευθύνοντες σύμβουλοι… επαγγελματίες μέλη διοικητικών συμβουλίων… και συνταξιοδοτημένοι πολιτικοί».

Διαβάζοντας τέτοια κατεβατά, πείθεται κανείς ότι οι «φιλελεύθεροι» δημοσιολόγοι του Economist δεν θα καταλάβουν ποτέ ακόμη και τις πιο απλές θέσεις του Μαρξ, όχι γιατί δεν τις ξέρουν αλλά γιατί δεν θέλουν να τις καταλάβουν, αφού αυτό αντιβαίνει στο ταξικό τους συμφέρον. Ο Μαρξ ποτέ δεν όρισε τον καπιταλισμό ως ένα σύστημα που επιδιώκει την πρόσοδο. Αυτό υπήρχε και στη φεουδαρχία που γνώριζε διάφορα είδη προσόδου.

Το διακριτικό γνώρισμα του καπιταλισμού, κατά τον Μαρξ, είναι η επέκταση, η ανάπτυξη της παραγωγής για την παραγωγή, η συσσώρευση κεφαλαίου. Και αυτό που συσσωρεύουν οι καπιταλιστές είναι η υπεραξία, η απλήρωτη εργασία των εργατών, την οποία σφετερίζονται.

Οι ιδέες δεν θα μπορούσαν ποτέ να δημιουργήσουν αποθέματα, κεφάλαια· επιπρόσθετα, αν επρόκειτο για ένα θέμα καλών ή κακών ιδεών, θα μπορούσε να λύσουμε πολλά προβλήματα επιβάλλοντας στους καπιταλιστές αρνητική αμοιβή για τις καταφάνερα κακές τους ιδέες, όπως τα όπλα μαζικής καταστροφής. Οι κύριοι του Economist, διαστρεβλώνοντας έτσι τον Μαρξ, μεταθέτουν το πρόβλημα από τη δομή του καπιταλισμού στη συμπεριφορά του ενός ή του άλλου τύπου των παραγόντων του, γραφειοκρατών, μάνατζερ, κοκ.

Ωστόσο, λίγο πιο κάτω βρίσκουμε δυο καλύτερα κομμάτια. Το ένα αφορά στην παγκοσμιοποίηση, που, όπως αναγνωρίζεται, ο Μαρξ την είχε διορατικά προβλέψει:

«Ο καπιταλισμός, υποστήριζε ο Μαρξ, είναι από τη φύση του ένα παγκόσμιο σύστημα: “Πρέπει να φωλιάζει παντού, να εγκαθίσταται παντού, να εγκαθιδρύει συνδέσεις παντού”. Αυτό είναι τόσο αληθινό σήμερα όσο ήταν στη βικτοριανή εποχή. Οι δυο πιο εντυπωσιακές αναπτύξεις των τελευταίων 30 χρόνων είναι η προοδευτική διάλυση των φραγμών στην ελεύθερη κίνηση των παραγόντων της παραγωγής –αγαθά, κεφάλαιο και σε κάποια έκταση άνθρωποι– και η άνοδος του αναδυόμενου κόσμου. Οι παγκόσμιες φίρμες στήνουν τις σημαίες τους όπου είναι βολικό… Το ετήσιο τζαμπορί του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός της Ελβετίας θα μπορούσε πολύ καλά να μετονομαστεί σε “Ο Μαρξ είχε δίκιο”».

Έτσι ο Μαρξ πρόβλεψε και κάτι σωστά, κατόπιν όλων. Φαίνεται δε ότι δεν πρόβλεψε μόνο αυτό, αλλά και κάτι ακόμη, την τάση του καπιταλισμού να δημιουργεί μονοπώλια και, παράλληλα με τη συσσώρευση του πλούτου στη μια μεριά, να παράγει μια στρατιά ανέργων και περιστασιακά απασχολούμενων στην άλλη:

«Νόμιζε», διαβάζουμε παραπέρα, «ότι ο καπιταλισμός είχε μια τάση προς το μονοπώλιο, καθώς οι επιτυχείς καπιταλιστές εκδιώκουν τους πιο αδύναμους ανταγωνιστές τους από τις επιχειρήσεις ως ένα προοίμιο για να εξάγουν μονοπωλιακές προσόδους. Και πάλι αυτό φαίνεται να είναι μια εύλογη περιγραφή του εμπορικού κόσμου που διαμορφώνεται από την παγκοσμιοποίηση και το διαδίκτυο. Οι μεγαλύτερες εταιρείες του κόσμου δεν γίνονται μόνο μεγαλύτερες με απόλυτους όρους αλλά επίσης μετατρέπουν τεράστιους αριθμούς μικρότερων εταιρειών σε απλά παραρτήματα. Τα νέα μεγαθήρια της οικονομίας ασκούν μια κυριαρχία στην αγορά την οποία δεν την είχαμε δει από τον καιρό των “κλεφτοβαρόνων” στις ΗΠΑ. Το Facebook και το Google ρουφούν τα δύο-τρίτα των εισοδημάτων των online διαφημίσεων της Αμερικής. Το Amazon ελέγχει πάνω από το 40% της ανθούσας online αγοράς της χώρας. Σε μερικές χώρες το Google επεξεργάζεται πάνω από το 90% των ευρέσεων στο διαδίκτυο. Δεν είναι μόνο το μέσο το μήνυμα αλλά και η πλατφόρμα είναι η αγορά.

Κατά την άποψη του Μαρξ, ο καπιταλισμός παρήγαγε ένα στρατό περιστασιακών εργατών που υπήρχαν από τη μια δουλειά στην άλλη. Στη διάρκεια της μακράς μεταπολεμικής ανόδου αυτό φαινόταν σαν μια ανοησία. Μακριά από το να μην έχουν να χάσουν τίποτα εκτός από τις αλυσίδες τους, οι εργάτες του κόσμου –τουλάχιστον του πλούσιου κόσμου– είχαν ασφαλείς δουλειές, σπίτια στα προάστια και ένα κέρας αφθονίας από αγαθά… Όμως για άλλη μια φορά το επιχείρημα του Μαρξ κερδίζει σε επιτακτικότητα. Η οικονομία gig συγκεντρώνει μια εφεδρική δύναμη εξατομικευμένων εργατών που περιμένουν να τους καλέσουν ηλεκτρονικοί επιστάτες, για να παραδώσουν το φαγητό των ανθρώπων, να καθαρίσουν τα σπίτια τους ή να γίνουν σοφέρ τους. Στη Βρετανία οι τιμές των σπιτιών είναι τόσο υψηλές που οι άνθρωποι κάτω των 45 έχουν λίγη ελπίδα να τα αγοράσουν. Οι περισσότεροι Αμερικανοί εργάτες λένε ότι έχουν μόνο λίγες εκατοντάδες δολάρια στην τράπεζα. Το προλεταριάτο του Μαρξ αναγεννιέται ως το πρεκαριάτο».

Η ανάλυση ίσως δεν είναι άψογη, μπορεί όμως να υποθέσουμε χωρίς μεγάλο κίνδυνο να πέσουμε έξω ότι αν τη διάβαζε ο Μαρξ θα βαθμολογούσε τους αναλυτές του Economist τουλάχιστον με τη βάση. Δυστυχώς δεν ισχύει το ίδιο με το κομμάτι που ακολουθεί αμέσως μετά, για το οποίο θα τους άφηνε σίγουρα μετεξεταστέους:

«Παρ’ όλα αυτά, η αποκατάσταση [του Μαρξ] δεν θα έπρεπε να πάει πολύ μακριά. Τα λάθη του Μαρξ ήταν κατά πολύ πιο πολυάριθμα από τις ενοράσεις του. Η επιμονή του ότι ο καπιταλισμός οδηγεί το βιοτικό επίπεδο των εργατών στο επίπεδο της στοιχειώδους ύπαρξης είναι αυθαίρετη. Η ιδιοφυία του καπιταλισμού είναι ότι περιορίζει αδυσώπητα την τιμή των κανονικών καταναλωτικών αγαθών: οι σημερινοί εργάτες έχουν εύκολη πρόσβαση σε αγαθά που κάποτε θεωρούνταν πολυτέλειες των μοναρχών… Το όραμα του Μαρξ μιας μετα-καπιταλιστικής κοινωνίας είναι εξίσου τετριμμένο και επικίνδυνο: τετριμμένο επειδή παρουσιάζει μια εικόνα ανθρώπων που ουσιαστικά χασομερούν γύρω (κυνηγώντας το πρωί, ψαρεύοντας το απόγευμα, εκτρέφοντας βοοειδή το βράδυ και κριτικάροντας μετά το δείπνο)· επικίνδυνο επειδή παρέχει μια άδεια για την αυτοδιορισμένη πρωτοπορία να επιβάλλει το όραμά της στις μάζες».

Είναι πράγματι τραγικό να βλέπει κανείς τέτοιες εκθέσεις των απόψεων του Μαρξ.

Πρώτ’ απ’ όλα, ο Μαρξ δεν υποστήριξε ποτέ ότι ο καπιταλισμός «οδηγεί το βιοτικό επίπεδο των εργατών στο επίπεδο της στοιχειώδους ύπαρξης». Αυτή στην πραγματικότητα ήταν η θέση του Λασάλ, εκφρασμένη στον περίφημό του «σιδερένιο νόμο των μισθών», που δήλωνε ακριβώς αυτό το πράγμα. Ο Μαρξ την κριτικάρισε, δείχνοντας ότι με την οργάνωση και τους αγώνες τους οι εργάτες ήταν δυνατό να βελτιώσουν σε κάποιο βαθμό τη θέση τους και ότι υπάρχει μια διαφορά, προσδιορισμένη ιστορικά σε κάθε χώρα, ανάμεσα στο μισθό που αντιστοιχεί στο κατώτατο όριο της ύπαρξης και τον πραγματικό μέσο μισθό[7].

Κατά δεύτερο λόγο, είναι αστείο να διαβάζουμε ότι ένας στοχαστής της αξίας του Μαρξ δεν είχε επισημάνει την ικανότητα του καπιταλισμού να περιορίζει, μέσω της τεχνολογικής προόδου, της αύξησης της παραγωγικότητας, κ.λπ., τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών. Στην πραγματικότητα, ο Μαρξ ήταν ο πρώτος οικονομολόγος που αναγνώρισε και εξήγησε αυτή τη δυνατότητα, καθώς και τον ιστορικό τρόπο κίνησης των μισθών στα διάφορα στάδια του καπιταλισμού, με τη διάκρισή του ανάμεσα στην απόλυτη και τη σχετική υπεραξία. Ας εξηγήσουμε στοιχειωδώς αυτή τη διάκριση, για χάρη των κυρίων του Economist.

Η απόλυτη υπεραξία, σύμφωνα με τον Μαρξ, είναι ο τύπος της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης που κυριαρχούσε στα πρώτα στάδια του καπιταλισμού, στη λεγόμενη περίοδο της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου. Στην περίοδο αυτή η συσσώρευση προωθείται με την αύξηση της εργάσιμης ημέρας – για παράδειγμα, ο εργάτης εξαναγκάζεται να δουλεύει 12 αντί 10 ώρες, ενώ ο μισθός της εργασίας παραμένει ο ίδιος. Αυτό σημαίνει αύξηση της εκμετάλλευσης: αν, π.χ., στις αρχικές 10 ώρες αντιστοιχούσαν 6 ώρες για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και 4 ώρες απλήρωτης εργασίας (δηλαδή, παραγωγής υπεραξίας), στις τελικές 12 θα αντιστοιχούν 6 απλήρωτες ώρες. Η απόλυτη υπεραξία συμβαδίζει με την απόλυτη εξαθλίωση, γιατί η αμοιβή ανά ώρα εργασίας μειώνεται. Η βίαιη απαλλοτρίωση του αγροτικού πληθυσμού και η μετεγκατάστασή του στις πόλεις υπό άθλιες συνθήκες, η εξοντωτική εργασία των παιδιών και των γυναικών, κ.ά., ήταν μερικά από τα δεινά αυτής της φάσης, που την περιέγραψαν στα μυθιστορήματά τους ο Ντίκενς, ο Γκόρκι και άλλοι.

Ωστόσο, όταν η ανάπτυξη του καπιταλισμού, και συνεπώς και η τεχνολογική του βάση, φτάνει σε ένα σχετικά υψηλό σημείο –αυτό που ο Μαρξ αποκαλεί «πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο»– η απόλυτη υπεραξία αντικαθίσταται από τη σχετική υπεραξία. Το διακριτικό γνώρισμα της τελευταίας είναι ότι η συσσώρευση προωθείται πλέον όχι με την αύξηση της εργάσιμης μέρας, αλλά με τον περιορισμό του μέρους της εργάσιμης μέρας που αντιστοιχεί στην αναπλήρωση της εργατικής δύναμης του εργάτη. Στο προηγούμενο παράδειγμα, αν ο χρόνος για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης (η αναγκαία εργασία) μειωθεί σε 2 ώρες από 6, τότε ακόμη και με μια μείωση του χρόνου εργασίας από τις 10 στις 8 ώρες, ο εργάτης θα παράγει περισσότερη υπεραξία, προσφέροντας 6 ώρες υπερεργασία αντί για 4. Στη σχετική υπεραξία αντιστοιχεί η σχετική εξαθλίωση, γιατί ο μισθός ανά ώρα εργασίας αυξάνεται. Επιπρόσθετα, είναι ένα συστατικό στοιχείο της ανάλυσης του Μαρξ ότι η αμοιβή της εργατικής δύναμης στην τελευταία περίπτωση θα αντιστοιχεί σε ένα μεγαλύτερο αριθμό εμπορευμάτων, αφού με την ανάπτυξη της εξειδίκευσης, κ.ά., οι ανάγκες του εργάτη που πρέπει να καλυφθούν για την αναπαραγωγή της επίσης αυξάνονται. Φυσικά, ο μεγάλος περιορισμός του χρόνου της αναγκαίας εργασίας γίνεται δυνατός γιατί, λόγω της τεχνολογικής προόδου, μια ώρα εργασίας στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό παράγει μια πολύ μεγαλύτερη μάζα εμπορευμάτων από ό,τι παρήγαγε στα προηγούμενα στάδια. Η συνολική αξία αυτών των εμπορευμάτων παραμένει χοντρικά η ίδια, η αξία όμως ανά μονάδα μειώνεται δραστικά.

Στον καιρό του Μαρξ η σχετική υπεραξία κυριαρχούσε μόνο στην Αγγλία, όμως αυτό δεν τον εμπόδισε να την αναγνωρίσει ως την κύρια μορφή για τον αναπτυγμένο καπιταλισμό και να εκτιμήσει τις συνέπειές της στο βιοτικό επίπεδο των εργατών. Σε ένα απόσπασμα του Κεφαλαίου τις συνοψίζει με σαφήνεια:

«Κάτω από τις συνθήκες της συσσώρευσης… που είναι πιο ευνοϊκές για τους εργάτες, η σχέση της εξάρτησης από το κεφάλαιο παίρνει μια μορφή υποφερτή ή, όπως λέει ο Ίντεν, “άνετη και φιλελεύθερη”. Αντί να γίνεται πιο εντατική με την αύξηση του κεφαλαίου, αυτή η σχέση εξάρτησης γίνεται μόνο πιο εκτατική, δηλαδή, η σφαίρα της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας του κεφαλαίου απλά αυξάνεται με τις δικές του διαστάσεις και τον αριθμό των υπηκόων του. Ένα μεγαλύτερο μέρος του δικού τους υπερπροϊόντος, πάντα αυξανόμενο και συνεχώς μετασχηματιζόμενο σε πρόσθετο κεφάλαιο, επιστρέφει σε αυτούς με τη μορφή μέσων πληρωμής, έτσι ώστε μπορούν να επεκτείνουν τον κύκλο των απολαύσεών τους· μπορούν να κάνουν μερικές προσθήκες στο καταναλωτικό απόθεμά τους ρουχισμού, επίπλων, κ.λπ., και μπορούν να αποταμιεύσουν μικρά ποσά χρημάτων».[8]

Φυσικά ο Μαρξ εξηγεί, σε διάφορα σημεία ότι αυτή η βελτίωση έχει ορισμένα όρια, που θέτει η ίδια η ανάγκη του κεφαλαίου για συσσώρευση, και ότι τείνει να λαβαίνει χώρα σε περιόδους οικονομικής ανόδου, ενώ σε συνθήκες ύφεσης οι μισθοί πιέζονται. Αυτό όμως απέχει πολύ από το να παρουσιάζεται σαν υποστηρικτής της άποψης ότι καμιά βελτίωση της θέσης των εργατών δεν είναι δυνατή στον καπιταλισμό.

Η θέση του Μαρξ ότι στη μετακαπιταλιστική κοινωνία οι άνθρωποι θα μπορούν να κυνηγούν το πρωί και να ψαρεύουν το βράδυ ήταν μια ποιητική μεταφορά για την εικόνα του πολύπλευρου, καλλιεργημένου ανθρώπου που θα αντικαταστήσει τη διασπασμένη, ατομικιστική ανθρώπινη ύπαρξη στην οποία δίνει γένεση ο καπιταλισμός. Ο Μαρξ επέμενε ότι η ίδια η εργασία θα είναι πάντα «το βασίλειο της αναγκαιότητας», όμως ο περιορισμός του χρόνου εργασίας όταν όλοι θα εργάζονται θα δώσει στα μέλη της κοινωνίας αρκετό ελεύθερο χρόνο για ποικίλες άλλες δραστηριότητες. Ήταν η βαθιά πεποίθηση του Μαρξ ότι στη μελλοντική κοινωνία ακόμη και οι δημοσιολόγοι του Economist θα βρουν κάποια καλύτερα πράγματα να κάνουν από το να εκθειάζουν τον καπιταλισμό και να κακολογούν τον Μαρξ.

Για την ώρα, βέβαια, κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα, οπότε συνεχίζουν:

«Η μεγαλύτερη αποτυχία του Μαρξ, ωστόσο, ήταν ότι υποτίμησε τη δύναμη μεταρρύθμισης – την ικανότητα των ανθρώπων να λύνουν τα φανερά προβλήματα του καπιταλισμού μέσω της ορθολογικής συζήτησης και του συμβιβασμού. Πίστευε ότι η ιστορία ήταν ένα άρμα που επέλαυνε προς ένα προκαθορισμένο σκοπό και ότι το καλύτερο που μπορούν να κάνουν οι αναβάτες του είναι να κρεμαστούν πάνω του. Φιλελεύθεροι μεταρρυθμιστές, περιλαμβανόμενου και του σχεδόν συγχρόνου του Γουίλιαμ Γκλάντστοουν, έχουν επανειλημμένα αποδείξει ότι έσφαλε. Έχουν όχι μόνο σώσει τον καπιταλισμό από τον εαυτό του αλλά το έχουν κάνει αυτό με τη δύναμη της πειθούς. Το “εποικοδόμημα” έχει θριαμβεύσει πάνω στη “βάση”, ο “κοινοβουλευτικός κρετινισμός” πάνω στη “δικτατορία του προλεταριάτου”».

Κοντολογίς, λοιπόν, τι μας λένε οι φωστήρες του Economist; Σε τι καταλήγει η σοφία τους;

Μας λένε ότι ο Μαρξ είχε δίκιο στην εξακρίβωση εκείνων των νόμων και των τάσεων του καπιταλισμού που φέρνουν στον αφρό αυτούς και τους ομοίους τους –παγκοσμιοποίηση, μονοπωλιοποίηση, κ.ά.– αλλά ότι αυτοί, το «εποικοδόμημα», τα διάφορα «think tanks» του κεφαλαίου, κατάφεραν, με την ξεχωριστή καπατσοσύνη και εξυπνάδα τους, να αλλάξουν τη δράση αυτών των νόμων, κάνοντάς τους να παράγουν διαφορετικά αποτελέσματα από εκείνα που πρόβλεπε ο Μαρξ. Δεν είναι αυτό μια μορφή εγωμανίας;

Είδαμε ήδη ότι ο Μαρξ αναγνώριζε τις δυνατότητες μεταρρύθμισης του καπιταλισμού, θεμελιωμένες τελικά στη σχετική υπεραξία. Ο ίδιος αναφέρεται μάλιστα σε αυτές στον Πρόλογο της πρώτης έκδοσης του Κεφαλαίου, όπου σημειώνει ότι

«η παρούσα κοινωνία δεν είναι ένας στέρεος κρύσταλλος, αλλά ένας οργανισμός ικανός για αλλαγή και συνεχώς αλλάζει».[9]

Ο Μαρξ όμως έδειξε ταυτόχρονα τα όρια αυτών των δυνατοτήτων. Για να διευκρινίσουμε το τελευταίο σημείο, ας ακούσουμε τις καταληκτικές ομολογίες των κυρίων του Economist:

«Το μεγάλο θέμα της ιστορίας στον ανεπτυγμένο κόσμο από το θάνατο του Μαρξ ήταν η μεταρρύθμιση μάλλον παρά η επανάσταση. Φωτισμένοι πολιτικοί επέκτειναν το δικαίωμα ψήφου ώστε οι άνθρωποι της εργατικής τάξης να έχουν ένα συμφέρον στο πολιτικό σύστημα. Ανανέωσαν το ρυθμιστικό σύστημα ώστε οι μεγάλες οικονομικές συγκεντρώσεις μπορούσε να διασπαστούν ή να ρυθμιστούν. Μεταρρύθμισαν την οικονομική διεύθυνση ώστε οι οικονομικοί κύκλοι να μπορεί να λειανθούν… Το μεγάλο ερώτημα του σήμερα είναι αν εκείνα τα επιτεύγματα μπορούν να επαναληφθούν. Η αντίδραση ενάντια στον καπιταλισμό διογκώνεται – αν και πιο συχνά με τη μορφή της λαϊκιστικής οργής παρά της προλεταριακής αλληλεγγύης. Ως τώρα οι φιλελεύθεροι μεταρρυθμιστές αποδεικνύονται θλιβερά κατώτεροι των προκατόχων τους με όρους τόσο της σύλληψής τους της κρίσης όσο και της ικανότητάς τους να δημιουργήσουν λύσεις. Θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν τη 200ή επέτειο του Μαρξ για να γνωριστούν εκ νέου με τον μεγάλο άνδρα – όχι μόνο για να καταλάβουν τα σοβαρά ελαττώματα που εξακρίβωσε λαμπρά μέσα στο σύστημα, αλλά και για να υπενθυμίσουν στον εαυτό τους την καταστροφή που περιμένει αν αποτύχουν να τα αντιμετωπίσουν».

Όλα κι όλα, το σωστό να λέγεται! Αυτό που βλέπουμε στις δυο τελευταίες δεκαετίες είναι η κατάπτωση των φιλελεύθερων ελίτ, η διαρκής στροφή τους σε μια εντεινόμενη αντίδραση, η αποτυχία τους να βρουν οποιαδήποτε βιώσιμη διέξοδο στην κρίση και τα αδιέξοδα του καπιταλισμού, κοντολογίς –με τα λόγια του ίδιου του Economist– η θλιβερή κατωτερότητά τους έναντι των περιστάσεων. Ωστόσο, η αποτυχία τους θέτει αναπόδραστα ένα αμείλικτο ερώτημα που οι κύριοι του Economist αποτυχαίνουν να θέσουν: Πρόκειται άραγε για μια τυχαία, υποκειμενική αποτυχία ή λάθος των ηγετικών κύκλων του κεφαλαίου; Ή μήπως η αιτία της αποτυχίας είναι βαθύτερη, ότι δεν υπάρχει πλέον καμιά τέτοια μεταρρυθμιστική διέξοδος;

Είναι ένα ερώτημα που ξεπροβάλλει από όλα τα σύγχρονα δεδομένα, από όλη την κοινωνική εμπειρία και από τις κατευθύνσεις των αστικών κυβερνήσεων και οργανισμών. Αν υπάρχει σήμερα μια μεταρρυθμιστική διέξοδος τύπου Νιου Ντιλ, γιατί δεν βρίσκεται καμιά σοβαρή μερίδα του κατεστημένου να την εκφράσει και να την υποστηρίζει; Το 1935 υπήρχε ο Ρούσβελτ, μεταπολεμικά υπήρχαν εκπρόσωποι της φιλελεύθερης αστικής μερίδας όπως ο Ντε Γκολ και οι αδελφοί Κένεντι. Πού είναι το τωρινό ανάλογό τους; Γιατί το μόνο που μπορεί να αντιτάξει η «φιλελεύθερη» μερίδα στον Τραμπ, της οποίας ομιλητής είναι ο Economist, είναι μια Χίλαρι Κλίντον, δηλαδή κάτι περίπου μια τρίχα καλύτερο; Γιατί οι λίγοι προοδευτικοί εκπρόσωποι της αστικής τάξης στο στιλ του Σάντερς αδυνατούν τελείως να προτείνουν οποιοδήποτε θετικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα και αναγκάζονται, μπερδεύοντας τους άλλους και τον εαυτό τους, να μιλούν για «σοσιαλισμό»;

Η απάντηση είναι ότι δεν υπάρχει πλέον μια δυνατότητα εσωτερικής μεταρρύθμισης του καπιταλισμού που θα εξασφάλιζε μια πραγματική οικονομική αναζωογόνηση και το γιατί συμβαίνει αυτό θα το καταλάβουμε επιστρέφοντας στην ανάλυση της σχετικής υπεραξίας από τον Μαρξ. Η ανάπτυξη του ώριμου καπιταλισμού, όπως έδειξε ο Μαρξ ιδιαίτερα στα Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής, συνίσταται ουσιαστικά στη γενίκευση της σχετικής υπεραξίας, δηλαδή τη διαδοχική επέκτασή της σε διάφορους κλάδους της οικονομίας. Αυτό έγινε σε προηγούμενα στάδια με την τεχνολογική εντατικοποίηση της βιομηχανίας, της γεωργίας και του κρατικού τομέα, των υπηρεσιών, κ.ά. Και ο λόγος που ο καπιταλισμός μπορούσε σε αυτά τα στάδια να έχει κάποιους αξιόλογους εκπροσώπους ήταν ότι υπήρχαν μη εντατικοποιημένοι τομείς της οικονομίας, η αναδιαμόρφωση των οποίων, και η συνολική αναδιαμόρφωση του συστήματος με βάση αυτή τη διαδικασία, απαιτούσαν ορισμένες ικανότητες.

Τα διακριτικό γνώρισμα της παγκοσμιοποίησης, αντίθετα, είναι ότι στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες δεν έχει απομείνει πλέον κάποιος μη εντατικοποιημένος οικονομικός τομέας. Ο τομέας των υπηρεσιών, ο τελευταίος που απέμενε, εντατικοποιήθηκε στη νεοφιλελεύθερη εποχή, αυτό όντας το ουσιώδες περιεχόμενό της. Πράγματα όπως η «πράσινη οικονομία» είναι ασπιρίνες, ενώ η γενικευμένη αυτοματοποίηση, που ονειρεύονται μερικοί μελλοντολόγοι όπως ο Μέισον είναι αδιανόητη στο πλαίσιο του καπιταλισμού, γιατί θα έριχνε αποφασιστικά το ποσοστό του κέρδους, που προέρχεται από τη ζωντανή εργασία. Το ίδιο το γεγονός ότι το κεφάλαιο αναγκάζεται σήμερα να προσφεύγει στην απόλυτη υπεραξία, αυξάνοντας εκ νέου την εργάσιμη ημέρα για να στηρίξει το ποσοστό του κέρδους, αποτελεί μια παραπέρα απόδειξη της εξάντλησης των μεταρρυθμιστικών του περιθωρίων, του γεγονότος ότι, στις καπιταλιστικές τουλάχιστον μητροπόλεις, δεν έχει κάτι άλλο, κάτι νέο να κάνει. Η παγκοσμιοποίηση είναι έτσι η τελευταία φάση, η τελευταία στιγμή της ιμπεριαλιστικής εποχής και του καπιταλισμού συνολικά, στην οποία το καπιταλιστικό σύστημα αναγκαστικά θα αφήσει την ιστορική σκηνή.

Αυτό δεν σημαίνει ασφαλώς ότι δεν υπάρχει καμιά απολύτως μεταρρυθμιστική δυνατότητα, όμως οι όποιες δυνατότητες αφορούν σε μέτρα, αλλαγές, κ.λπ., που εκπληρώνουν δυνατότητες του τωρινού σταδίου και όχι κάποιο υποθετικό, παραπέρα μελλοντικό στάδιο. Δυο είναι βασικά αυτές οι δυνατότητες. Η σχετική υπεραξία έχει εξαντλήσει ήδη τα περιθώριά της στα καπιταλιστικά κέντρα και τα εκπληρώνει σήμερα στην Ασία και τη Λατινική Αμερική. Υπάρχει όμως μια ήπειρος στην οποία δεν έχει ακόμη επεκταθεί, δηλαδή η Αφρική (με την εξαίρεση της Νοτιοαφρικανικής Ένωσης). Μια συμμετοχή της Αφρικής στην παγκοσμιοποίηση θα μπορούσε να δώσει μια αναπτυξιακή δυναμική όταν εξαντληθεί εκείνη της Κίνας, ανοίγοντάς της ένα παραπέρα χρονικό κύκλο. Φυσικά, για να συμβεί αυτό, θα πρέπει η συμμετοχή να είναι συγκριτικά ισότιμη, όχι με τους όρους που συμμετέχει η Υεμένη, δεχόμενη όλες τις βόμβες της παγκοσμιοποίησης, αλλά με τους όρους περίπου της Κίνας. Κατά δεύτερο λόγο, το χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, υποδηλώνει μια ανάλογη, αν και αναλογικά μικρότερη δυνατότητα καπιταλιστικής προόδου για τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, που όμως και αυτή προϋποθέτει μια τροποποίηση της δομής της ΕΕ προς την κατεύθυνση της πραγματικής ισοτιμίας.

Η ως τώρα ιστορική εμπειρία προκαλεί το λιγότερο τεράστιες αμφιβολίες για το αν και κατά πόσο οι αποδυναμωμένοι φιλελεύθεροι ιθύνοντες του καπιταλισμού μπορούν να εκπληρώσουν οποιαδήποτε από αυτές τις αλλαγές ή έστω να τις υποβοηθήσουν. Τα εμπόδια στο δρόμο τους είναι παραπάνω από προφανή. Η Αφρική είναι ήδη το πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στους Δυτικούς και την Κίνα, και οι μεγάλες δυνάμεις δεν ενδιαφέρονται για την ανάπτυξή της αλλά για την ενίσχυση της σφαίρας επιρροής της καθεμιάς και την καταλήστευσή της σε βάρος των υπόλοιπων. Επιπρόσθετα, με την πολιτική του των τελευταίων δεκαετιών, τις ανά τον κόσμο επεμβάσεις, κ.ά., ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός ενίσχυσε τις χειρότερες, πιο τυχοδιωκτικές δυνάμεις στις χώρες προτεκτοράτα του, με συνέπεια μια αλλαγή να σκοντάφτει όχι μόνο στις κατευθύνσεις του ίδιου του ιμπεριαλισμού, αλλά και σε τοπικές κλίκες. Ο τωρινός ρυθμός ανάπτυξης της Αφρικής, της τάξης του 4%, αντανακλά αυτά τα εμπόδια, όντας εξαιρετικά χαμηλός για μια ήπειρο που με 1,3 δις πληθυσμό έχει λιγότερο από το 1/3 του αμερικάνικου ΑΕΠ. Στην πράξη, η μετακίνησή τους θα απαιτήσει στις δεκαετίες που έρχονται το λιγότερο μερικές τσαβικού τύπου επαναστάσεις, όπως εκείνες της Λατινικής Αμερικής στις δυο τελευταίες δεκαετίες. Ένας βασικός όρος για μια σταθερή ανάπτυξη της Αφρικής θα είναι να υποστηρίξει ο ιμπεριαλισμός αυτές τις διαδικασίες, τις οποίες όμως παντού όπου συνέβησαν ως τώρα, είτε στην ίδια την Αφρική στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, είτε στη Λατινική Αμερική πρόσφατα, προσπάθησε αδιάλειπτα να πνίξει. Βέβαια, η εκλογή του Τραμπ στις ΗΠΑ και η ύπαρξη αναχρονιστικών καθεστώτων, όπως της Συρίας, του Ιράν, κ.ά., που βρίσκονται υπό την επιρροή της Ρωσίας δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο σε παγκόσμιο επίπεδο την οικονομική πρόοδο.

Από την άλλη μεριά, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η μόνη εντατική διαδικασία ολοκλήρωσης παγκόσμια, παραμένει, όπως ομολόγησε και ο κ. Γιούνκερ στην πρόσφατη ομιλία του για τον Μαρξ, εξαιρετικά εύθραυστη.

«Η Ευρωπαϊκή Ένωση», είπε, «δεν είναι μια ελαττωματική, αλλά μια ασταθής κατασκευή. Ασταθής επίσης επειδή η κοινωνική διάσταση της Ευρώπης μέχρι σήμερα παραμένει σε φτωχή σχέση με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Πρέπει να το αλλάξουμε αυτό».[10]

Όμως για ποια αλλαγή γίνεται λόγος όταν, σε ένα οικοδόμημα που οι ίδιοι οι επικεφαλής του ομολογούν ότι είναι ασταθές, οι πιέσεις της κρίσης κατευθύνονται στους πιο ασθενικούς αρμούς του; Δεν είναι φανερό ότι η επόμενη κρίση, η οποία σύμφωνα με τους ίδιους, πιθανότατα δεν θα αργήσει πολύ, θα το σπάσει σε κομμάτια; Και ποιες θα είναι τότε οι συνέπειες; Στις παρούσες συνθήκες, αυτές μπορεί να είναι μόνο το χάος, η επικράτηση του φασισμού σε μερικές τουλάχιστον ευρωπαϊκές χώρες και οι πολεμικές συγκρούσεις.[11]

Ας συνοψίσουμε παραστατικά. Ο καπιταλισμός είναι ένας Τιτανικός, που από τα ίδια τα υλικά και τις αντιθέσεις του είναι καταδικασμένος να εμφανίσει ρήγματα και να βυθιστεί. Περιλαμβάνει βέβαια διάφορα επίπεδα, το καθένα από τα οποία διαθέτει τα δικά του στεγανά και τη δυνατότητα να καθυστερεί για ένα διάστημα το πλημμύρισμά του από το νερό που εισρέει. Στις προηγούμενες βαθμίδες ή επίπεδα υπήρχε διέξοδος που οδηγούσε έξω από τον Τιτανικό, στο νέο καράβι του σοσιαλισμού, υπήρχαν όμως και πιο πάνω επίπεδα, στα οποία μπορούσε να καταφύγει κανείς αφού πλημύριζε το προηγούμενο. Η ιδιομορφία του τωρινού επιπέδου είναι ότι δεν υπάρχει πλέον παραπάνω επίπεδο. Υπάρχουν μόνο δυνατότητες να καθυστερήσει το πλημμύρισμα του τωρινού επιπέδου, είτε αυξάνοντας το χώρο του (μια σχετικά ισότιμη συμμετοχή της Αφρικής στην παγκοσμιοποίηση) είτε απορροφώντας μερικές από τις πιέσεις στα τοιχώματα με τη διοχέτευσή τους στα πιο ισχυρά σημεία τους (η ανάληψη ενός μέρους των βαρών της κρίσης της ΕΕ από Γερμανία, Γαλλία κ.ά.). Καμιά από αυτές τις δυνατότητες δεν βλέπουμε να υλοποιείται σήμερα· απεναντίας οι ακολουθούμενες πολιτικές είναι στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση.

Εξηγήσαμε ήδη γιατί συμβαίνει αυτό και γιατί η υλοποίηση των προοδευτικών δυνατοτήτων του τωρινού σταδίου από τις κυρίαρχες τάξεις είναι εξαιρετικά απίθανη, αν όχι αδύνατη. Εξάλλου, αν επρόκειτο να υλοποιηθούν, αυτό έπρεπε να είχε γίνει από τις προηγούμενες δεκαετίες, εφαρμόζοντας π.χ. ένα πρόγραμμα καταπολέμησης της φτώχειας στην Αφρική μέσω του ΟΗΕ, όπως αυτό που πρότειναν στη δεκαετία του 1960 οι (δολοφονημένοι από την ίδια την τάξη τους) αδελφοί Κένεντι, αντί για τις επεμβάσεις στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Αν παρ’ όλα αυτά η κύριοι του Economist έχουν άλλη γνώμη, τίποτα δεν τους εμποδίζει έστω και αργά να γίνουν οι κήρυκές του.

Συμπερασματικά

Ο Μαρξ στον καιρό του δεν είχε ποτέ σε εκτίμηση τον Economist. Τον αποκαλούσε «οπτιμιστικό εξορκιστή όλων των πραγμάτων που απειλούν τα γαλήνια μυαλά της εμπορικής κοινότητας».[12]

Το άρθρο του Economist για τα 200 χρόνια του Μαρξ επιβεβαιώνει την κρίση του. Είναι ένας καθρέφτης των ψευδαισθήσεων των καταδικασμένων τάξεων περί «αιωνιότητάς» τους και της φανταχτερής βιτρίνας τους, «“απ’ όπου προβάλλουν στην επιφάνεια σαν βάτραχοι” οι δεισιδαιμονίες και οι προλήψεις».[13] Δίνει άθελά του την καλύτερη απόδειξη ότι ο Μαρξ είχε δίκιο και στη γνώμη του για τον Economist, που δεν έχει έκτοτε προοδεύσει πολύ, και στις συνολικές του προβλέψεις για τον καπιταλισμό.

Ωστόσο, οι δημοσιολόγοι του Economist σφάλουν όταν λένε ότι το εξαγόμενο αυτών των προβλέψεων είναι «να κρεμαστούμε από το άρμα της ιστορίας». Μια τέτοια παθητικότητα ήταν ξένη προς τον Μαρξ· απεναντίας ο ίδιος τόνιζε ότι η ιστορία παρουσιάζει ενεργητικές δυνατότητες, το περιεχόμενο των οποίων έγκειται, σύμφωνα με μια διάσημη ρήση του, στο να «περιορίσουμε τους πόνους της γέννας».

Από αυτή την άποψη, το να λάβαινε χώρα μια καπιταλιστική ανάπτυξη στην Αφρική αντίστοιχη εκείνης της Κίνας δεν μπορεί να είναι αδιάφορο για τους μαρξιστές, γιατί θα περιόριζε τις οδύνες της επόμενης καπιταλιστικής κρίσης, που θα έρθει σε μερικά χρόνια, και θα βοηθούσε να πραγματοποιηθεί το πέρασμα στο σοσιαλισμό υπό καλύτερες συνθήκες. Όμως εδώ είναι το ζήτημα, ότι όλες αυτές οι δυνατότητες παρεμποδίζονται από την ίδια την αστική τάξη, τις ολιγαρχίες των ανεπτυγμένων χωρών. Όπως το θέτει ο Τρότσκι:

«Στις συνθήκες της παρακμής του καπιταλισμού, οι καθυστερημένες χώρες είναι ανίκανες να φτάσουν στο επίπεδο που έχουν φτάσει τα παλιά κέντρα του καπιταλισμού. Έχοντας φτάσει σε ένα αδιέξοδο, τα πιο πολιτισμένα έθνη μπλοκάρουν το δρόμο σε εκείνα που βρίσκονται σε μια διαδικασία εκπολιτισμού».[14]

Σε πείσμα της μεταρρυθμιστικής αισιοδοξίας του Economist, οι πραγματικότητες της εποχής μας βοούν ότι οι αναγκαίες πρόοδοι, ακόμη και όσες θεωρητικά είναι κατ’ αρχή δυνατές στο πλαίσιο του καπιταλισμού, μπορεί να εκπληρωθούν μόνο επαναστατικά. Και αυτή η εκπλήρωσή τους δεν είναι νοητή παρά σαν ένα βήμα, μια αφετηρία της διαδικασίας μετάβασης στο σοσιαλισμό.

 

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης.
[1] Βλέπε σχετικά, https://www.economist.com/books-and-arts/2018/05/03/rulers-of-the-world-read-karl-marx. Στην ηλεκτρονική έκδοση το άρθρο εμφανίζεται με διαφορετικό τίτλο, «Κυβερνήτες του κόσμου: διαβάστε τον Καρλ Μαρξ!»
[2] Βλέπε Κ. Μαρξ – Φ. Ένγκελς, Collected Works, τόμ. 41, σελ. 388-391.
[3] Ρ. Πένινγκτον, «Μπρούνο Μπάουερ: Νέος Χεγκελιανός», https://nationalvanguard.org/2015/05/bruno-bauer-young-hegelian/. Το άρθρο είχε πρωτοδημοσιευθεί στο Instauration, ένα ακροδεξιό περιοδικό, στα 1976. Βέβαια, η Πένινγκτον συνεχίζει για να κατασκευάσει μια αντίθεση ανάμεσα στον Μαρξ και τον Ένγκελς, εμφανίζοντας τον τελευταίο σαν αντισημίτη. Αυτό είναι ψέμα, ο Ένγκελς είχε γράψει ένα επικριτικό κείμενο για τον αντισημιτισμό, όπου τον στιγμάτιζε σαν ένα ακραία αντιδραστικό ρεύμα: «ο αντισημιτισμός εξυπηρετεί μόνο αντιδραστικούς σκοπούς κάτω από έναν απατηλά σοσιαλιστικό μανδύα· είναι μια εκφυλισμένη μορφή φεουδαρχικού σοσιαλισμού και δεν μπορούμε να έχουμε τίποτα κοινό μαζί του» (Φ. Ένγκελς, «Για τον αντισημιτισμό», https://www.marxists.org/archive/marx/works/1890/04/19.htm).
Μια κατάρριψη του μύθου για τον «αντισημιτισμό του Μαρξ» από έναν προοδευτικό πανεπιστημιακό θα βρεθεί στο Ρ. Φάιν, «Ο Καρλ Μαρξ και η ριζοσπαστική κριτική του αντισημιτισμού», https://engageonline.wordpress.com/2015/11/04/karl-marx-and-the-radical-critique-of-anti-semitism-robert-fine-engage-journal-issue-2-may-2006/. Ατυχώς ο Φάιν, στο πολύ καλό κατά τα άλλα άρθρο του, αποδίδει λαθεμένα στον Μαρξ την παραπάνω ρήση του Ένγκελς.
[4] Κ. Μαρξ, «Η 18η Μπριμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», στα Κ. Μαρξ – Φ. Ένγκελς, Selected Works, Progress Publishers, Μόσχα 1977, τόμ. 1, σελ. 479-480.
[5] Κ. Μαρξ, Theories of Surplus-Value, Progress Publishers, Μόσχα 1975, τόμ. 3, σελ. 63.
[6] Βλέπε «Αύξηση παγκόσμιου πλούτου, διεύρυνση ανισότητας», Καθημερινή, 15/11/2017, http://www.kathimerini.gr/934639/article/oikonomia/die8nhs-oikonomia/ay3hsh-pagkosmioy-ploytoy-dieyrynsh-anisothtas.
[7] Σε ένα γνωστό απόσπασμα στο Κεφάλαιο, στο μέρος για την εργατική δύναμη, ο Μαρξ δίνει έμφαση σε αυτό το σημείο, βλέπε Κ. Μαρξ, Capital, Progress Publishers, Μόσχα 1977, τόμ. 1, σελ. 168.
[8] Κ. Μαρξ, στο ίδιο, σελ. 579. Αργότερα οι Ένγκελς και Λένιν πρόσθεσαν στις επισημάνσεις του Μαρξ την αναγνώριση της ικανότητας της αστικής τάξης να δημιουργεί στην εποχή του ιμπεριαλισμού μια εργατική αριστοκρατία, διαθέτοντας γι’ αυτό το σκοπό ένα μικρό μέρος από τη λεία της αποικιακής εκμετάλλευσης.
[9] Κ. Μαρξ, στο ίδιο, σελ. 21.
[10] Βλέπε σχετικά, «EU president Juncker defends Karl Marx’s legacy», https://www.independent.co.uk/news/uk/politics/karl-marx-jean-claude-juncker-defends-legacy-a8337176.html. Για τις προβλέψεις των αξιωματούχων της ΕΕ και του ΔΝΤ για μια νέα κρίση, βλέπε π.χ., «Άρθρο του Γιούνκερ στα “Νέα” για την Ευρώπη», http://www.in.gr/2017/12/14/world/arthro-toy-gioynker-sta-nea-gia-tin-eyrwpi/, «Κ. Λαγκάρντ: Πιθανή μια νέα κρίση», 12/7/2017, http://www.trt.net.tr/greek/oikonomia/2017/07/12/k-lagkarnt-pithane-mia-nea-krise-769421 και «Λαγκάρντ: Η Ευρωζώνη πρέπει να είναι έτοιμη για την επόμενη κρίση», https://new-economy.gr/2018/03/26/lagard-i-evrozoni-prepei-na-einai-etoimi-gia-tin-epomeni-krisi/.
[11] Οι κύριοι του Economist, να προσθέσουμε παρεμπιπτόντως εδώ, λένε κάτι σωστό όταν επισημαίνουν ότι η αντίδραση στον καπιταλισμό έχει εκδηλωθεί μέχρι τώρα κυρίως με την άνοδο του (συχνά ακροδεξιού) λαϊκισμού και όχι με την προλεταριακή αλληλεγγύη. Ο λόγος είναι ότι η κρίση έπληξε πρώτα τους βολεμένους μικροαστούς, οι οποίοι τείνουν να επιδιώκουν την αποκατάσταση της προηγούμενης θέσης τους σε βάρος της εργατικής τάξης. Θα απαιτηθεί, λοιπόν, να ξεπεραστούν μεγάλες δυσκολίες για να στραφεί η κοινωνική διαμαρτυρία στα αριστερά, κάτι που προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την εκμηδένιση των νεοσταλινικών, εθνικιστικών και άλλων αντιμαρξιστικών ρευμάτων που προφασίζονται το σοσιαλισμό και τη συνένωση των σκόρπιων σήμερα επαναστατικών ομάδων που δεν συμμερίζονται τα παραπάνω λάθη. Αυτό όμως απαιτεί χρόνο, έτσι που η αποφυγή κάθε προοδευτικού μέτρου από τους κρατούντες, η οποία εξηγείται εν μέρει και από το συνήθη φόβο τους ότι θα ανοίξει την όρεξη του κινήματος για παραπέρα διεκδικήσεις και θα πυροδοτήσει επαναστατικές εξελίξεις, δεν είναι υπό τις παρούσες συνθήκες σωστή.
[12] Κ. Μαρξ, «Η επανάσταση στην Κίνα και την Ευρώπη», New York Daily Tribune,14 Ιούνη 1853, http://hiaw.org/defcon6/works/1853/06/14.html.
[13] Α. Αρνέλλος, Μια Παρτίδα Σκάκι, εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα 2002, σελ. 77.
[14] Λ. Τρότσκι, Η Προδομένη Επανάσταση, εκδ. Αλλαγή, Αθήνα 1988, σελ. 15.

Θεματικές