Χ. ΚΕΦΑΛΗΣ: Η συμφωνία των Πρεσπών και η ελληνική Αριστερά

του Χρήστου Κεφαλή*



Η συζήτηση για την ψήφιση της συμφωνίας των Πρεσπών στην ελληνική Βουλή έδωσε την αφορμή να διατυπωθούν ξεκάθαρα οι θέσεις των κομμάτων, ομάδων και οργανώσεων της ελληνικής Αριστεράς, οι οποίες είχαν άλλωστε εκφραστεί αρκετές φορές στο παρελθόν. Γενικά, στο κατά πολύ μεγαλύτερο μέρος τους, οι δυνάμεις της Αριστεράς δήλωσαν την αντίθεσή τους στη συμφωνία, με δυο διαφορετικές γραμμές ή στάσεις. Η πρώτη, που υποστηρίχθηκε από το ΚΚΕ και τη ΛΑΕ, ερωτοτρόπησε ή και ταυτίστηκε με την εθνικιστική αντίθεση στη συμφωνία, την απόρριψή της με σοβινιστικά, ψευτο-πατριωτικά επιχειρήματα. Από την άλλη μεριά, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ υποστήριξε μια γραμμή ταυτόχρονης απόρριψης της συμφωνίας και του εγχώριου εθνικισμού, θέση με την οποία συντάχθηκαν και ομάδες όπως η ΔΕΑ, η ΑΡΑΝ, ο Κορδάτος, η ΟΚΔΕ, η ΟΚΔΕ Σπάρτακος, κ.ά. Λίγες οργανώσεις όπως το Ξεκίνημα και ορισμένες άλλες που είχαν αποχωρήσει από τον ΣΥΡΙΖΑ μετά τη δεξιά στροφή του, υιοθέτησαν μια στάση κριτικής υποστήριξης της συμφωνίας ως μιας σχετικά βιώσιμης λύσης της διαμάχης μεταξύ των δύο χωρών, με παράλληλη κριτική των σχεδίων του ιμπεριαλισμού στην περιοχή.

Από την αρχή πρέπει να δηλώσουμε τη θέση μας ότι η συμφωνία των Πρεσπών συνεισφέρει στην άμβλυνση, τουλάχιστον για κάποιο καιρό, των εθνικών αντιθέσεων στην ευαίσθητη περιοχή των Βαλκανίων, σε ένα διεθνές πλαίσιο όπου οι αντιθέσεις αυτές διαρκώς οξύνονται, απειλώντας με πολέμους ακόμη και στην Ευρώπη. Επιπρόσθετα είναι μια συμφωνία συμβατή με τις αρχές της εθνικής αυτοδιάθεσης που πρεσβεύει ο μαρξισμός και πρέπει να ακολουθούν οι κομμουνιστές. Γι’ αυτό θα έπρεπε κατ’ αρχήν να γίνει δεκτή από τις αριστερές δυνάμεις που θέλουν να είναι άξιες αυτού του ονόματος και να υπηρετούν τους λαούς όχι με επαναστατικά λόγια αλλά με πράξεις και ιστορική ευθύνη.

Στο παρόν άρθρο θα συζητήσουμε πρώτα τη θέση του ΚΚΕ και της ΛΑΕ κυρίως από την άποψη της κατάδειξης της ταύτισης αυτών των κομμάτων με τον ακροδεξιό εθνικισμό. Παραπέρα θα ασχοληθούμε με μια προσπάθεια «μαρξιστικής» αιτιολόγησης αυτής της θέσης, στην περίπτωση του ΚΚΕ, από τον κ. Μπογιόπουλο. Και θα καταλήξουμε με μια κριτική της θέσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλων ομάδων του αντικαπιταλιστικού χώρου ενάντια στη συμφωνία.

Η στάση του ΚΚΕ

Το ΚΚΕ πήρε θέση ενάντια στη συμφωνία των Πρεσπών, την οποία καταψήφισε στη Βουλή, με το επιχείρημα ότι είναι μια συμφωνία που επιβλήθηκε από το ΝΑΤΟ με στόχο την ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στη συμμαχία[1]. Η καραμέλα που πιπιλίζει όμως περισσότερο καθημερινά, μη προσέχοντας ότι το ίδιο κάνουν η Νέα Δημοκρατία και οι εθνικιστές που οργανώνουν τα συλλαλητήρια, αφορά στη μη επίλυση του θέματος του «αλυτρωτισμού» της γειτονικής χώρας: «Το ζήτημα», δήλωσε σε συνέντευξή του στον ΑΝΤ1 ο κ. Κουτσούμπας, «είναι ότι εξακολουθούν με αυτήν τη συμφωνία να υπάρχουν τα αλυτρωτικά συνθήματα, οι αλυτρωτικές απόψεις και μάλιστα με την υπογραφή της ελληνικής κυβέρνησης σ’ αυτήν τη συμφωνία, όπως είναι ο “Μακεδόνας πολίτης”, η “Μακεδονική γλώσσα”. Αυτό ιστορικά είναι απαράδεκτο, είναι ανιστόρητη αυτή η θεωρία»[2].

Στην ομιλία του στη συζήτηση στη Βουλή, ο κ. Κουτσούμπας πήγε ακόμα παραπέρα, κάνοντας λόγο περί «κατάπτυστης συμφωνίας, που ανοίγει τον ασκό του Αιόλου για το “διαίρει και βασίλευε”, για αλλαγή συνόρων αύριο στα Βαλκάνια, για την καλλιέργεια του μίσους ανάμεσα τους λαούς. Γιατί αυτό είναι τελικά που καθορίζει και τα υπόλοιπα, τις αμφισημίες, τους απαράδεκτους συμβιβασμούς, τα “ήξεις – αφίξεις”, δηλαδή όλα τα σπέρματα του αλυτρωτισμού που παραμένουν στη συμφωνία αυτή… Ξέρετε πολύ καλά πως οι αναφορές σε “μακεδονικό” λαό, “μακεδονική” ιθαγένεια και γλώσσα αφήνουν περιθώρια για μελλοντικές αμφισβητήσεις και τροφοδοτούν τον εθνικισμό και στη γείτονα και στη χώρα μας… Ενιαίο “μακεδονικό” έθνος διαμορφωμένο ιστορικά δεν υπήρξε ποτέ στη Βαλκανική, ούτε βέβαια κάποια ενιαία “μακεδονική” γλώσσα… Και μόνο το γεγονός ότι ο όρος “Μακεδόνας” συνεχίζει να υπάρχει για τον προσδιορισμό των κατοίκων της συγκεκριμένης χώρας, έστω και με τον “μανδύα” της ιθαγένειας, γεννάει πολλά ερωτήματα και ανησυχίες για το πώς μπορεί να αξιοποιηθεί στο μέλλον… Η συμφωνία που φέρνει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ για ψήφιση στη Βουλή είναι μια επαίσχυντη συμφωνία, μια συμφωνία κατά παραγγελία των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων των Αμερικανών και του ΝΑΤΟ, η οποία βέβαια έχει και την αποδοχή της άρχουσας τάξης στην Ελλάδα που προσδοκά οφέλη»[3].

Αν αυτή η λογική γίνει δεκτή, τότε θα πρέπει να πούμε πως και η κυβέρνηση της Λαϊκής Γιουγκοσλαβίας που, κάνοντας πράξη το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, ενέκρινε το 1945 να αποκαλείται η ομόσπονδη τότε δημοκρατία Μακεδονία, εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των Αμερικάνων. Ο κ. Κουτσούμπας δεν προσέχει και δεν υποψιάζεται καν τη διαφορά ανάμεσα στα συμφέροντα και τις επιδιώξεις των Αμερικάνων, που για τους λόγους τους μπορεί να υποστηρίζουν την επίλυση μιας διένεξης σε μια δεδομένη στιγμή, και το ζήτημα αρχής, για τους κομμουνιστές, της αυτοδιάθεσης του γειτονικού λαού. Το επιχείρημά του ότι δεν υπήρξε ποτέ ενιαίο μακεδονικό έθνος στη Βαλκανική είναι ένα μαργαριτάρι. Με την ίδια λογική θα μπορούσε να πει κανείς πως στη Βαλκανική δεν υπήρξε ποτέ και ενιαίο ελληνικό έθνος –είναι γνωστό, π.χ., ότι ως τα 1914 και αργότερα το σημερινό ελληνικό μέρος της Μακεδονίας περιλάμβανε πλήθος Τούρκους, Εβραίους, Βούλγαρους, κ.ά.– και συνεπώς η Ελλάδα ή η ελληνική Μακεδονία δεν θα έπρεπε να ονομάζονται έτσι, αλλά κάπως αλλιώς. Το ζήτημα δεν είναι αν υπήρξε γενικώς σε όλη τη Βαλκανική «μακεδονικό έθνος» –τέτοιο ενιαίο έθνος προφανώς δεν υπήρξε– αλλά αν υπήρξε στα πρόσφατα χρόνια πληθυσμός με μακεδονική εθνική συνείδηση στην περιοχή της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας. Αυτό το αμφισβητεί φρενιασμένα ο ελληνικός εθνικισμός, η ιστορία όμως το επιβεβαιώνει. Κάτω από την προσποιητή καταγγελία των αμερικάνικων επεμβάσεων και του ιμπεριαλισμού, ο Κουτσούμπας καταφέρνει να αναπαράγει ένα προς ένα τα επιχειρήματα που σερβίρουν επί δεκαετίες οι ταγοί του ελληνικού εθνικισμού.

Η σύμπτωση των διακηρύξεων του Κουτσούμπα με τις θέσεις της ΝΔ είναι κάτι παραπάνω από προφανής και έχει τεκμηριωθεί από σχολιαστές στο χώρο της Αριστεράς. Χαρακτηριστικά, ο Γ. Πετρόπουλος, σε άρθρο του στην Εφημερίδα των Συντακτών, παραθέτει αποσπάσματα από κείμενα στο Ριζοσπάστη και σχόλια της ΝΔ σχετικά με τη ρηματική διακοίνωση της γειτονικής χώρας για την ολοκλήρωση των αλλαγών στο σύνταγμά της, στα οποία περιλαμβάνονται εντελώς ταυτόσημες διατυπώσεις για τα θέματα της γλώσσας και του λεγόμενου «αλυτρωτισμού»[4].

Το να υποβάλουμε σε λεπτομερειακή κριτική τη θέση του ΚΚΕ για τη συμφωνία των Πρεσπών δεν θα ήταν μόνο άχαρο αλλά και μάταιο. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για θέση, για άποψη θεμελιωμένη σε κάποια σοβαρή επιχειρηματολογία, αλλά για ένα δίσκο γραμμόφωνου, μια επανάληψη της πάγιας κομματικής συνθηματολογίας που σκεπάζει την απουσία μαρξιστικής ανάλυσης της κατάστασης. Από αυτή την άποψη, ίσως η πιο κατάλληλη κριτική είναι ένα σχόλιο που εμφανίστηκε στο facebook:

«ΚΚΕ: τίμησε το ρόλο του γραφικού γκρινιάρη που για δικούς του λόγους διαφωνεί πάντα με τα πάντα· το ΚΚΕ είπε όχι στις Πρέσπες γιατί έτσι διατράνωσε το όχι στον ιμπεριαλισμό, τα όργανά του και τους υπηρέτες του. Νταξ. Από εμένα είναι ναι· γιατί όλο αυτό το στάνταρ λεξιλόγιο και τρόπο σκέψης τα βρίσκω πια χαριτωμένα και γιατί αν ξαφνικά μια μέρα το ΚΚΕ μιλήσει και σκεφτεί διαφορετικά, θα μου κακοφανεί ότι χάνεται η παγιωμένη κανονικότητα, όπως θα μου κακοφαινόταν αν κάποιο Σάββατο άνοιγα την τηλεόραση και δεν είχε “φιλαράκια” στο Star».

Περιττό να πούμε, ο Ριζοσπάστης διαρρηγνύει τα ιμάτιά του όταν γίνεται λόγος για ταύτιση της ηγεσίας του ΚΚΕ με τη ΝΔ. Τα «περί εθνικισμού του ΚΚΕ» και «οι παρεμβάσεις διαφόρων “παπαγάλων”, εμπαθών αντικομμουνιστών που είναι σε αποστολή και μιλούν “πονηρά” περί αλλαγής θέσης του ΚΚΕ για την ΠΓΔΜ», βεβαιώνουν, «είναι συνειδητή ψευδολογία». Απόδειξη: Το ΚΚΕ, λένε, «Μίλησε καθαρά για τον αποπροσανατολιστικό ρόλο της ονοματολογίας, στο ζήτημα της ΠΓΔΜ άνοιξε μέτωπο στον εθνικισμό και τον αλυτρωτισμό»[5]. Όλο το θέμα είναι ότι το 99% της αρθρογραφίας του Ριζοσπάστη, των λόγων του Κουτσούμπα, κ.ά., κάνει πολεμική στον «αλυτρωτισμό των Σκοπίων», τις υποτιθέμενες επεκτατικές βλέψεις της μικρής χώρας, και αυτό ακριβώς είναι ταύτιση με τον εθνικισμό της μεγάλης, με τις εθνικιστικές, σοβινιστικές δυνάμεις στην Ελλάδα.

Ανάλογη βδελυγμία απέναντι στις κατηγορίες για εθνικισμό του ΚΚΕ και της ίδιας εξέφρασε στην ομιλία της στη Βουλή η Λιάνα Κανέλλη, που μάλιστα διακήρυξε προνοητικά ότι δεν θα κάνει τη χάρη στους αντιπάλους της να απαντήσει σε αυτές τις κατηγορίες και ότι τον «ύπουλο και βρώμικο αντικομμουνισμό» τον αφήνει στον Μαραντζίδη[6]. Είναι όμως γνωστό σε όλους ότι η κ. Κανέλλη έχει συμμετάσχει σε παρουσιάσεις βιβλίων ακροδεξιών όπως ο Μπαλτάκος, συσπείρωνε κάθε λογής εθνικιστές και θρησκόληπτους στο περιοδικό της Νέμεσις, και ότι δεν υπάρχει μοτίβο του εθνικισμού που να μην το έχει αναπαράγει και η ίδια.

Για να αρκεστούμε σε ένα παράδειγμα, από τα δεκάδες που θα μπορούσε να παρατεθούν, η Κανέλλη έχει μεταξύ άλλων καλέσει σε αγώνα για την υπεράσπιση του άβατου του Αγίου Όρους ως ένα ιερό και όσιο του έθνους απέναντι στην επιβουλή του από τους κακούς δυτικούς: «Πώς νά κατανοήσουν ὅλοι αὐτοί οἱ προστάτες καί οἱ προστάτιδες δυνάμεις», έλεγε σε άρθρο της το 1997, «πώς ἐμεῖς τήν Πανάγια τήν ἔχουμε Ἀρχιστράτηγο, Ὑπέρμαχο καί τή Ὑπερμάχω Στρατηγώ τά νικητήρια καί τήν ἔργω ἀγάπη μᾶς καταθέτουμε πανηγυρικῶς, ψάλλοντας Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε. Σ’ αὐτήν τήν Ὀρθόδοξη “πόρτα” τοῦ Οὐρανοῦ, οἱ δικοί μας ἄντρες μᾶς ἀφήνουν ἐμᾶς τίς ἀγαπημένες τους κέρβερους. Καί βρυχώμεθα κάθε πού κάποιος ἤ κάποια βαφτίζει “πολιτική”, τό ἀνίερο δικαίωμα νά παρεμβαίνει στήν ἱερότητα τῆς προσευχῆς πού δέν καταλαβαίνει. Ἄν δέ, προσπαθήσει νά τήν …ἐφαρμόσει κιόλας, δαγκώνουμε… Τή δέ πίστη μας πού δέν ξέπεσε ποτέ στήν κοσμικότητα τῶν συγχωροχαρτιῶν, τήν ὑπερασπιζόμαστε μέ αἷμα»[7].

Αυτό δεν είναι εθνικισμός και θρησκευτικός σκοταδισμός; Μπορεί να θεμελιωθεί μια γνήσια, ριζοσπαστική αντιπαράθεση στον ιμπεριαλισμό σε τέτοιες ιδέες;

Στην ομιλία της στη Βουλή η Κανέλλη ξεσπάθωσε πάνω στο θέμα ότι η συμφωνία των Πρεσπών είναι μια «ειρήνη του ΝΑΤΟ», δηλαδή μια αιματοβαμμένη ειρήνη, άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ανά τον κόσμο πολέμους και επεμβάσεις του ΝΑΤΟ. Αυτό φυσικά είναι σωστό. Τέτοια ειρήνη όμως, και μάλιστα χειρότερη, υψωμένη πάνω στα εκατομμύρια νεκρών του Α΄ Παγκόσμιου Πόλεμου, ήταν και η συνθήκη των Βερσαλλιών, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τον Λένιν να πει, ενάντια στο ΚΚ της Γερμανίας, που έβαζε σε πρώτο πλάνο την ανατροπή της: «Το να βάζεις υποχρεωτικά και απαραίτητα και άμεσα στην πρώτη θέση την απαλλαγή από την ειρήνη των Βερσαλλιών και ύστερα το ζήτημα της απελευθέρωσης από το ζυγό του ιμπεριαλισμού των άλλων χωρών που καταπιέζει ο ιμπεριαλισμός είναι μικροαστικός εθνικισμός… και όχι επαναστατικός διεθνισμός»[8]. Η περίπτωση δεν είναι ίδια, γιατί η Γερμανία ήταν και είναι μια μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη, όμως η σχέση ισχύος ανάμεσα στη Γερμανία και την Ελλάδα τηρουμένων των αναλογιών αναπαράγεται από τη σχέση ανάμεσα στην Ελλάδα και τη γειτονική μας χώρα. Και εδώ, λοιπόν, η αντιπαράθεση στη συμφωνία των Πρεσπών με όρους «αντίστασης στους κακούς δυτικούς που θίγουν την ορθόδοξη πίστη μας» και τα άλλα «εθνικά σύμβολα» είναι μικροαστικός εθνικισμός του χείριστου είδους.

Φυσικά, η κ. Κανέλλη μπορεί και έχει κάθε δικαίωμα να φαντάζεται πως με τις «ορθόδοξες» λιτανείες και τις προσευχές της υπερασπίζει την «αγία πίστη του Χριστού» και πως δεν έχει καμιά σχέση με τον εθνικισμό, αλλά με τα πιο θεία πράγματα που ανήκουν στην εσώτερη ανθρώπινη φύση. Για τους κομμουνιστές και όσους επικαλούνται τον Μαρξ και τον Λένιν όμως, όπως και για κάθε σκεπτόμενο αριστερό και προοδευτικό άνθρωπο, πρέπει να είναι σαφές ότι συνταυτίζεται με το «Ελλάς – Ελλήνων – Χριστιανών» της χούντας και οι θέσεις της απηχούν μεσαίωνα και σκοταδισμό. Πραγματικά, το να καλείς τις γυναίκες να αγωνιστούν «ενάντια στη νέα τάξη» για τη διατήρηση του άβατου του Άγιου Όρους, σημαίνει να καλείς τους σκλάβους να αγωνιστούν για να κρατήσουν τις προαιώνιες αλυσίδες τους, αντί για τις πιο σύγχρονες που χαλκεύει ο αμερικανισμός.

Οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη ορκίζονται όπως είδαμε ότι η αντιπαράθεση του ΚΚΕ στη συμφωνία των Πρεσπών δεν έχει καμιά σχέση με τον εγχώριο εθνικισμό. Ωστόσο, κριτήριο για την αλήθεια των λόγων είναι η πράξη. Αν θέλουν να αποδείξουν έμπρακτα στο ΚΚΕ την αντίθεσή τους στον εθνικισμό, δεν έχουν παρά να καταδικάσουν αυτές τις θέσεις της Κανέλλη και να δηλώσουν ότι διακόπτουν τη συνεργασία μαζί της (γιατί είναι φανερό ότι κανένας πραγματικός κομμουνιστής δεν μπορεί να υποστηρίζει άμεσα ή έμμεσα τέτοιες σκοταδιστικές θέσεις). Αν όμως το έκαναν αυτό, θα έπρεπε να διακόψουν πολλά πράγματα ακόμη. Θα έπρεπε να διακόψουν τη νεοσταλινική στροφή των τελευταίων δεκαετιών, μέρος της οποίας αποτελεί και η συνεργασία με την Κανέλλη. Και θα έπρεπε να διακόψουν τελικά τον ίδιο τους τον εαυτό.

Η στάση της ΛΑΕ και η αρθρογραφία της Ίσκρα

Ο προσανατολισμός της ηγεσίας της ΛΑΕ σε κάθε λογής ετερόκλητες συμμαχίες με ακροδεξιές, εθνικιστικές πολιτικές δυνάμεις και ρεύματα, στο πλαίσιο του ψευδεπίγραφα αποκαλούμενου «μετώπου των αριστερών και πατριωτικών αντιμνημονιακών δυνάμεων», είναι πλατιά γνωστός. Περιλαμβάνει τη συνεχή προβολή αυτών των δυνάμεων από την επίσημη ιστοσελίδα της, την Ίσκρα, με την ανάρτηση πλήθους άρθρων εκπροσώπων τους, φτάνοντας ως τις εμφανίσεις του αρχηγού της και άλλων στελεχών σε ακροδεξιά μέσα και πάνελ, όπως η συνέντευξη του Π. Λαφαζάνη στο κανάλι «Επανελλήνισις» του Πλεύρη. Η γραμμή της στο θέμα του Μακεδονικού και της συμφωνίας των Πρεσπών δεν είναι παρά μια συνέπεια και εξειδίκευση αυτών των γενικών κατευθύνσεων.

Τα παραπάνω επισημαίνονται ακόμη και από στελέχη της ΛΑΕ όπως ο Π. Σωτήρης, ο οποίος στην επιστολή παραίτησής του από το Πολιτικό Συμβούλιο της ΛΑΕ κάνει λόγο για «Τη διαρκή επαναφορά του θέματος των συνεργασιών με ρεύματα και απόψεις έξω από το πλαίσιο της αριστεράς, από το ΕΠΑΜ μέχρι τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, στο πλαίσιο μιας στρεβλής αντίληψης του μετώπου που δεν μπορούσε να κατανοήσει την ανάγκη σαφών ιδεολογικών οριοθετήσεων προς απόψεις που φλέρταραν επικίνδυνα με εθνικιστικές και ξενόφοβες απόψεις… Την αδυναμία της ΛΑΕ να έχει γραμμή για το “Μακεδονικό”, καθώς το Αριστερό Ρεύμα επέμεινε σε απόψεις που συντονίζονταν με την κυρίαρχη λογική και απηχούσαν πλευρές του ελληνικού εθνικισμού (“αλυτρωτισμός της ΠΓΔΜ” κ.λπ.), με αποκορύφωμα την παρουσία του Παναγιώτη Λαφαζάνη σε ακροδεξιό κανάλι». Όλα αυτά, προσθέτει ο ίδιος, αποτελούν μια συνειδητή επιλογή της ηγεσίας της ΛΑΕ· πρόκειται για «αποφάσεις… [που] προκύπτουν κυρίως από το στενό κύκλο της ηγεσίας»[9].

Το πραγματικό πρόβλημα με την ηγεσία της ΛΑΕ ασφαλώς δεν είναι μόνο ότι πηγαίνει σε ακροδεξιά κανάλια και φλερτάρει με κάθε λογής εθνικιστικές δεξιές δυνάμεις, αποδίδοντάς τους τα εύσημα του «πατριωτικού, αντιμνημονιακού χώρου». Το πρόβλημα είναι ότι φέρνει αυτές τις απόψεις μέσα στην Αριστερά, ότι καθημερινά προβάλλει ανεπιφύλακτα στην Ίσκρα, είτε με άρθρα στελεχών της όπως ο κ. Ζαφείρης και μόνιμων συνεργατών της όπως οι κ.κ. Αποστολόπουλος, Κυριακόπουλος, Στάλιας, κ.ά., είτε με αναδημοσιεύσεις κειμένων από άλλα δεξιά σάιτ, ελληνικά και ξένα (οι μεταφράσεις του κ. Στυλιανού από «ελευθεριακούς» οπαδούς του Τραμπ στις ΗΠΑ ως απολογητές του Πούτιν αρθρογράφους στο Russia Insider, κ.ά.), τον πιο άθλιο και μισαλλόδοξο εθνικισμό. Έχοντας ασχοληθεί αλλού με αυτή τη φιλολογία[10], θα σταθούμε εδώ σε μερικές περιπτώσεις ακροδεξιάς αρθρογραφίας στην Ίσκρα που συνδέονται με τη συμφωνία των Πρεσπών.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αρθρογραφία του κ. Χαράλαμπου Μηνάογλου. Η Ίσκρα έχει αναρτήσει τρία άρθρα αυτού του κυρίου[11], ένα από τα οποία αναφέρεται στη συμφωνία των Πρεσπών. Ο Μηνάογλου αναλαμβάνει να μας διαφωτίσει πάνω στο ότι «οι Σκοπιανοί [είναι] πολλοί εξυπνότεροι από εμάς, τους αποβλακωμένους Νατοϊκούς, που επιμένουμε στην αμερικανογλυφία» και για το «πόσο κοινά συμφέροντα έχουμε με την Ρωσία: η Ρωσία μας “σώζει” το όνομα, έστω και από σπόντα προσπαθώντας η ίδια να κρατήσει απλώς τα Σκόπια έξω από το ΝΑΤΟ. Αυτό ακριβώς θα πει φυσικά κοινά συμφέρονται [sic!] και αυτό ακριβώς φοβάται ο νατοϊκός μηχανισμός προπαγάνδας μην καταλάβουμε. Αλλά πού θα πάει; Θα το καταλάβουμε»[12].

Αυτό ακριβώς είναι μια εθνικιστική, σοβινιστική τοποθέτηση. Από τη μια μεριά υπάρχουν οι κακοί Σκοπιανοί, Νατοϊκοί, κ.λπ., από την άλλη οι καλοί Ρώσοι και Έλληνες. Το να μην το βλέπει ή να μην το κατανοεί κανείς αυτό σημαίνει ή πλήρη τύφλωση και πολιτική αφέλεια ή συνειδητή απάτη. Τέτοια είναι όμως σχεδόν όλη η αρθρογραφία της Ίσκρα για το θέμα των Πρεσπών.

Σε άλλο κείμενό του στην Ίσκρα, ο Μηνάογλου εκτιμά ότι «είμαστε ήδη στον νεο-μεσαίωνα της σιωνιστικής απολυταρχίας» και της «ψευτο-δημοκρατίας»[13], μια ανάλυση ταυτόσημη με τις νεοφασιστικές κριτικές στη «σιωνιστική νέα τάξη». Και στο τρίτο πλέκει το εγκώμιο του βαρυνόμενου με εθνοκαθάρσεις (Σρεμπένιτσα, κ.ά.) Ράτκο Μλάντιτς με το έξοχο επιχείρημα ότι με τη δράση του κατέρριψε την εντολή της «νέας τάξης» ότι «όποιος αντισταθεί στο ΝΑΤΟ… θα μείνει και στην ιστορία ως ό,τι χειρότερο υπήρξε ποτέ! Μόνο και μόνο για το τελευταίο, ακόμη και αν ο Μλάντιτς ήταν όντως ο χειρότερος εγκληματίας, θα πρέπει να είναι παράδειγμα η πατριωτική στάση του για όλους τους ελεύθερους ανθρώπους»[14]. Με απλά λόγια, δηλαδή, ακόμη και αν καθάρισε μερικές χιλιάδες αθώους, ο Μλάντιτς είναι υπόδειγμα του «αντινεοταξίτη πατριώτη».

Να προσθέσουμε ότι ο Μηνάογλου είναι ένας χριστιανικότατος κατά τα άλλα θεολόγος με πλούσια δραστηριότητα στις εθνικιστικές εκκλησιαστικές οργανώσεις. Αυτό περιλαμβάνει διαλέξεις με θέματα όπως «Η Κωνσταντινούπολη είναι η φυσική πρωτεύουσα του νεώτερου ελληνισμού» και μαθήματα στην Εστία Πατερικών Μελετών για την «Ιστορία του ανθελληνισμού, 1453-1821», όπου οι παριστάμενοι, πριν την έναρξη της ομιλίας, ψάλλουν το απολυτίκιο της Πεντηκοστής[15]. Φυσικά, ο ίδιος δεν παραλείπει να κατακεραυνώνει στους λόγους και τα άρθρα του την Αριστερά –όχι μόνο τη συμβιβασμένη μερίδα της, αλλά όλη την Αριστερά– σαν πουλημένη και συστημική:

«Από την εποχή που…. τα διάφορα ιδρύματα των νεοφιλελεύθερων ανθρωπιστών (των μεγαλύτερων δηλαδή απάνθρωπων εκμεταλλευτών του ανθρώπου και για αυτό τον λόγο και απόλυτα αντίχριστων) με πρώτο και καλύτερο το Open Society του Σόρος… άρχισαν να χρηματοδοτούν όχι μόνο την αριστερή ελίτ (αυτό το έκαναν από έναν τουλάχιστον αιώνα νωρίτερα) αλλά και προλετάριους της αριστεράς, απλούς στρατιώτες δηλαδή, σχεδόν το σύνολο των αριστερών εργαλειοποιήθηκαν μέσα στα προγράμματα και τις δράσεις των ιδρυμάτων αυτών και έναντι, ενίοτε πινακίου φακής, άρχισαν να εργάζονται για την επικράτηση του φιλελευθερισμού κρατώντας όμως πάντα ως εργασιακή πλέον ταυτότητα, αυτή του αριστερού. Αυτοί είναι που πολεμούν τον μεγάλο εχθρό του εθνικισμού, ενώ ζουν σε έναν κόσμο όπου τους έχει αγοράσει και τους έχει ως δουλοπάροικους ο φιλελεύθερος διεθνισμός»[16].

Να σημειωθεί ότι το σάιτ στο οποίο καταχωρείται αυτό το πόνημα του Μηνάογλου είναι ένα φιλοφασιστικό σάιτ, που κοσμείται με καμιά 300αριά, επαινετικά σχεδόν στο σύνολό τους, κείμενα για τη Χρυσή Αυγή, όπου εξαίρονται οι πρωτοβουλίες του Ν. Μιχαλολιάκου και του Κασιδιάρη, αναρτώνται άρθρα του Μιχαλολιάκου, κοκ[17]. Φυσικά αυτά όλα δεν έχουν καμιά απολύτως σχέση με την ακροδεξιά, είναι αγνές πατριωτικές φωνές των σύγχρονων Κολοκοτρώνηδων, και ο ίδιος ο κ. Μηνάογλου μέμφεται όσους τον συνδέουν με το φασισμό, ότι τον αδικούν κατάφωρα…

Σαν ένα ακόμη δείγμα του είδους της γεμάτης χριστιανική αγάπη κριτικής που ασκεί αυτός ο θεολόγος, παραθέτουμε ένα απόσπασμα άρθρου του από το επίσης εθνικιστικό pentapostagma: «Χοντρο-Φίλη, θα ήσουν ο μισός από ό,τι είσαι, εάν ο Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης και οι λοιποί θρησκόληπτοι δεν έπαιρναν τα όπλα πρώτα υπέρ Πίστεως και μετά υπέρ Πατρίδος! Κατάλαβες; Θα ήσουν μισός από τους φόρους που θα έπρεπε να πληρώνεις για να ζεις στην Τουρκοκρατία! Αλλά να μου πεις: τι λέω; Κοτσάμπασης τουρκοπροσκυνημένος, όπως είσαι σήμερα μνημονιακός γερμανοτσολιάς, δεν θα ‘σουνα; Πού να καταλάβεις υπάνθρωπε από Χριστό και ελευθερία;»[18]

Αυτή τη φιλολογία η Ίσκρα τη θεωρεί, όπως φαίνεται, «προοδευτική» και «πατριωτική» και δεν χάνει ευκαιρία να τη σερβίρει στους κακότυχους αναγνώστες της.

Ένας άλλος τακτικός αρθρογράφος της Ίσκρα και στέλεχος του ΕΠΑΜ, ο Σπύρος Στάλιας, σε δυο άρθρα του στην Ίσκρα μέμφεται τη συμφωνία των Πρεσπών, επειδή «οι Σκοπιανοί ότι επιθυμούσαν το πήραν… Εις αντάλλαγμα εμείς κερδίσαμε τον τίτλο του κοσμοπολίτη-διεθνιστή… Στο εσωτερικό ξεκαθαρίσαμε τους φασίστες από τους καθώς πρέπει ευρωπαϊστές! Με άλλα λόγια “τσιμπήσαμε” ένα νέο διχασμό»[19].

Αυτή είναι κλασικά η άποψη του εθνικιστή, αντιδραστικού μικροαστού, που θεωρεί τον εαυτό του κέντρο του κόσμου και σκέφτεται ότι, «Αν όλοι ήταν όπως εγώ και πηγαίναμε μαζί στα εθνικιστικά συλλαλητήρια, θα βγαίναμε εμείς στον αφρό». Σε αντιπαράθεση, οι κομμουνιστές και οι αριστεροί πρέπει να υποστηρίζουν το «διχασμό», πρέπει να βοηθούν με κάθε τρόπο στην αποσαφήνιση των πραγματικών διαχωριστικών γραμμών ανάμεσα στον εθνικισμό και το διεθνισμό. Και πρέπει ακόμη να ξεσκεπάζουν την υποκρισία όσων προσπαθούν να θολώσουν αυτές τις γραμμές με τις περιαυτολογίες περί «εθνικής ενότητας», λανσάροντας έτσι τον εθνικισμό τους σαν κάτι το «αθώο», το «αυτονόητο», το «κοινά αποδεκτό από όλους τους πατριώτες», που δήθεν συκοφαντείται από το κατεστημένο.

Πανομοιότυπες είναι οι θέσεις του Α. Αποστολόπουλου, ενός άλλου εθνικιστή αστέρα και μόνιμου αρθρογράφου της Ίσκρα, ο οποίος κινδυνολογεί για υποτιθέμενα σχέδια των Αμερικάνων να παραδώσουν μετά τη συμφωνία των Πρεσπών την Καβάλα στα Σκόπια –«Οι Αμερικανοί αναρωτιούνται, λέει, αν η Καβάλα ανήκει στους (Βόρειο) Μακεδόνες ή στους Έλληνες»– χωρίς ούτε καν να παραθέτει από ποια πηγή αντλεί την πληροφορία. Παίζοντας και αυτός το βιολί της ενότητας όπως και ο Στάλιας, προσθέτει: «Σε θέματα εθνικής σημασίας ο πατριωτισμός διασχίζει τις κομματικές παρατάξεις συσπειρώνοντας δεξιούς, αριστερούς, συντηρητικούς και προοδευτικούς, σε ένα χώρο… είναι παράλογο να ελπίζεις να κερδίσεις τους νέους όταν τους κατηγορείς ότι είναι φασίστες και ακροδεξιοί επειδή διαδηλώνουν εναντίον των Πρεσπών»[20]. Τέλος, το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και από τον Α. Ζαφείρη, μέλος του ΠΣ της ΛΑΕ, που ρωτά αθώα, με αφορμή τις καταλήψεις σε σχολεία για τη συμφωνία των Πρεσπών, «Είναι οι μαθητές φασίστες;»[21]

Φυσικά θα ήταν λάθος να κατηγορήσουμε συλλήβδην τα νέα παιδιά που πήραν μέρος στα συλλαλητήρια σαν «φασίστες», «ακροδεξιούς», κ.λπ.· υπάρχει και ένας κόσμος που παρασύρεται ή δεν καταλαβαίνει την κατάσταση. Είναι όμως υποχρέωση κάθε αριστερού να ξεσκεπάζει τους Αποστολόπουλους και τους Ζαφείρηδες σαν ακροδεξιούς εθνικιστές και να στιγματίζει όσους δηλώνουν αριστεροί και δίνουν βήμα σε τέτοια στοιχεία, όπως κάνει η Ίσκρα.

Στην Ίσκρα έχουν αναρτηθεί πλήθος ακόμη παρόμοια εθνικιστικά κείμενα για τη συμφωνία των Πρεσπών, των κ.κ. Ν. Ιγγλέση, Δ. Σπάθα, του γνωστού Στάθη, κ.ά. Για το είδος των απόψεών τους παραθέτουμε ενδεικτικά μερικές χαρακτηριστικές αποστροφές του Ν. Ιγγλέση, αστέρα του εγχώριου εθνικισμού του οποίου άρθρα, εκτός από την Ίσκρα, δημοσιεύονται σε σάιτ του χώρου όπως το ithesis και η «Σεισάχθεια»: «Η Ελλάδα υπέγραψε αυτήν την κατάπτυστη Συμφωνία, εγκαταλείποντας όλες τις κόκκινες γραμμές υπεράσπισης των έσχατων εθνικών συμφερόντων, και έδωσε γην και ύδωρ στους Σκοπιανούς… “Χωρίς λύπην, χωρίς περίσκεψιν, χωρίς αιδώ”, δεξιοί και αριστεροί εθνομηδενιστές επιδιώκουν να μετατρέψουν την Ελλάδα σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία που θα απαρτίζεται από διάφορες πληθυσμιακές μειονότητες, μία εκ των οποίων θα είναι η, συνεχώς συρρικνούμενη, ελληνική. Μόνο που μια κοινωνία αποτελούμενη από διάφορες μειονότητες δεν μπορεί να υπερασπιστεί τα έσχατα εθνικά συμφέροντα που δεν είναι πια κοινά για τις διαφορετικές πληθυσμιακές κοινότητες»[22].

Για τον Ιγγλέση, όπως και όλους τους ομοίους τους, είναι βέβαια αυτονόητο ότι το έθνος είναι η θεμελιώδης πολιτική οντότητα και πως η μαρξιστική έννοια της τάξης είναι ένας ιδεολογικός μύθος. Αυτό το κεντρικό ιδεολόγημα του εθνικισμού, που αναγορεύει στην πραγματικότητα σε «εθνικό», και συνεπώς σε κάτι απαράβατο, τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων, διατυπώνεται με απόλυτη σαφήνεια σε άρθρα και των υπόλοιπων. Έτσι ο κ. Αποστολόπουλος πάλι εκτιμά ότι «τα κριτήρια της πάλης των τάξεων, του μαρξισμού», είναι ξεπερασμένα, και ότι πρέπει να «απαλειφθούν και τα πλέον ευφάνταστα σοσιαλιστικά κριτήρια/δικαιολογίες και υιοθετηθούν γεωπολιτικοί υπολογισμοί»[23].

Η Ίσκρα έχει χώρο ακόμη και για σαχλαμάρες όπως η «ανοικτή επιστολή» του Κ. Βενετσάνου προς τον πρωθυπουργό, τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και τους Έλληνες βουλευτές, με τίτλο «Άμεσα δημοψήφισμα για την κοινωνία [sic!]των Πρεσπών». «Επειδή ένα καθαρώς εθνικό ζήτημα», διαβάζουμε εκεί, «είναι ανεπίτρεπτο να εξυπηρετεί αλλότρια συμφέροντα, ή κομματικά, ή ιδεολογικές αγκυλώσεις, χωρίς υποκρισίες, χωρίς ιδιοτελείς υπολογισμούς, χωρίς επικοινωνιακά πολιτικά παιχνίδια, χάριν στοιχειώδους δημοκρατικής ευαισθησίας και συνεπείας λόγων και έργων. Καλείσθε ν’ αποφασίσετε άμεσα την προκήρυξη δημοψηφίσματος». Προφανώς, αν αυτό σημαίνει κάτι είναι πως ό,τι λέει ο κ. Βενετσάνος είναι «καθαρώς» ακομμάτιστο, εθνικό, ανυπόκριτο, ανιδιοτελές, κοκ, ενώ όσοι λένε τα αντίθετα από αυτόν έχουν και τις αντίθετες ιδιότητες.

Ο Βενετσάνος συστήνεται ως «σύμβουλος έκδοσης» στο www.ebdomi.com όπου μπορεί να βρει κανείς δεκάδες άρθρα του με φληναφήματα αυτού του στιλ. Για το πόσο «ακομμάτιστα» είναι όλα αυτά και το είδος του «ακομμάτιστου κοινού» που προσελκύουν, ενδεικτικό είναι το ακόλουθο σχόλιο ενός από τους αναγνώστες του σε άρθρο του με θέμα «Το μικρόβιο του εθνικισμού»: «“Επιτέθηκαν” σε βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ στην Καβάλα για το Μακεδονικό…..ΠΡΟΔΟΤΕΣ, ΠΑΛΙΟΚΟΜΜΟΥΝΙΑ, ΜΑΛΑΚΕΣ, ΜΕ ΦΡΟΥΡΑ ΘΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙΤΕ, ΠΟΥΣΤΑΡΙΟ, ΑΛΗΤΕΣ, ΚΟΠΡΟΣΚΥΛΑ, ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΟΙ»[24]. Προφανώς, αν αυτοί οι τύποι επικρατήσουν και επιφέρουν την κατάσταση που οραματίζονται, αυτό δεν θα είναι ακροδεξιά, ούτε φασισμός, ούτε καν έστω ένα «μικρόβιο εθνικισμού», αλλά «αγνός και άδολος πατριωτισμός», με την επίσημη βούλα της Ίσκρα…

Ο ίδιος ο επικεφαλής της ΛΑΕ στις δηλώσεις του δεν λέει κάτι διαφορετικό, παίζοντας και αυτός το ακροδεξιό βιολί της «προδοσίας» σε σχέση με τη συμφωνία των Πρεσπών. Έτσι έκανε λόγο για «πραξικόπημα», «παραεμπόριο» και εθνική μειοδοσία με την «παραχώρηση» του ονόματος: «Πραξικόπημα πολιτικών εξαγορών και παραεμπορίου η ψήφιση από τη Βουλή ερήμην του λαού της Συμφωνίας των Πρεσπών… Η Νατοϊκή Συμφωνία των Πρεσπών συγκροτήθηκε στα άδυτα της Ουάσιγκτον και των Βρυξελλών ως στρατηγική φυλακή των Δυτ. Βαλκανίων για τον έλεγχο και την καταλήστευση τους… Το πραξικόπημα για να περάσουν οι Πρέσπες γίνεται ακόμα πιο προκλητικό, αφού σε ένα κρίσιμο εθνικό θέμα αγνοείται σκοπίμως η έκφραση της βούλησης του ελληνικού λαού με δημοψήφισμα… Το πραξικόπημα για την κύρωση των Πρεσπών έχει κάποιες αναλογίες με το εν εξελίξει αδίστακτο και απροσχημάτιστο πραξικόπημα των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, το οποίο βρήκε, τη συναίνεση των υπερσυντηρητικών – ακροδεξιών προθύμων τους… Η Νατοϊκή Συμφωνία των Πρεσπών είναι διπλά απαράδεκτη και στρέφεται πολλαπλώς σε βάρος της ειρήνης, της φιλίας και της συνεργασίας λαών και χωρών, αφού, επιπλέον, κάτω από το προκάλυμμα μιας “σύνθετης ονομασίας” κατοχυρώνει ευθέως και μονοδιάστατα σε διεθνές επίπεδο “Μακεδονική γλώσσα” και “Μακεδονική εθνότητα”, ενώ είναι πολύ αμφίβολο αν, σε θεσμικό, έστω, επίπεδο, αποφεύγονται αλυτρωτικές βλέψεις»[25].

Ας αφήσουμε κατά μέρος ότι ο κ. Λαφαζάνης ταυτίζεται εδώ πλήρως με τις θέσεις του εγχώριου εθνικισμού στα θέματα του αλυτρωτισμού και της γλώσσας του γειτονικού κράτους, κοκ. Ο καθένας θα δει ότι οι εκτιμήσεις του ότι η συμφωνία των Πρεσπών μετατρέπει τα Βαλκάνια σε νατοϊκή φυλακή και σε Βενεζουέλα είναι εξόφθαλμα εξωπραγματικές. Φυσικά, οι ιμπεριαλιστές προωθούν τα σχέδιά τους και μπορεί να προβούν μελλοντικά σε κάθε λογής επεμβάσεις, όμως οι Πρέσπες ελάχιστα αλλάζουν την ντε φάκτο κατάσταση στην περιοχή των Βαλκανίων: εκτός από την Ελλάδα, σχεδόν όλες οι άλλες χώρες στον κόσμο αναγνώριζαν μέχρι τώρα τη γειτονική χώρα ως Μακεδονία, με όλα όσα αυτό συνεπαγόταν για τα θέματα της γλώσσας, της εθνότητας, κ.λπ.

Οπωσδήποτε, η συμφωνία των Πρεσπών θα φέρει τη Βόρεια Μακεδονία στην επιρροή του ΝΑΤΟ, στα πλαίσια μιας μοιρασιάς με τη Ρωσία που περιλαμβάνει όπως φαίνεται την αναγνώριση της κυριαρχίας της τελευταίας στη Συρία (η απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων από εκεί). Αντικειμενικά αν το δει κανείς, αυτή η εξέλιξη, παρότι αρνητική για τους λαούς της Ελλάδας και της Συρίας, θα απομακρύνει τουλάχιστον για κάποιο καιρό τους πολεμικούς κινδύνους, που αυξάνονται όταν οι ιμπεριαλιστές ερίζουν για το μοίρασμα μιας περιοχής.

Η αντίθετη επιχειρηματολογία του Λαφαζάνη συνδέεται στενά με τη θέση του, την οποία διαλαλούν καθημερινά ο Ζαφείρης και άλλα στελέχη της ΛΑΕ, ότι καθεστώτα όπως του Πούτιν και του Άσαντ είναι καλύτερα από την φιλελεύθερη πτέρυγα του ιμπεριαλισμού και μάλιστα σαφώς «αντιιμπεριαλιστικά». Έτσι μια συμμαχία μαζί τους όχι μόνο είναι θεμιτή αλλά θα προωθούσε τα συμφέροντα των λαών και ειδικότερα της χώρας μας, την οποία αν δεν είχε συμβεί η δεξιά στροφή του ΣΥΡΙΖΑ ο Πούτιν θα υποστήριζε πρόθυμα[26].

Αυτό προφανώς είναι μια γελοία αυταπάτη. Ο Πούτιν, όταν ξέσπασε η κρίση στην Κύπρο το 2012-13, παρά τις εκκλήσεις της κυπριακής κυβέρνησης, δεν έδωσε ούτε μισό ευρώ, παρότι τα μεγέθη ήταν πολύ μικρότερα και αφορούσαν σε σημαντικό βαθμό ρωσικές καταθέσεις[27]. Και γενικότερα, καθεστώτα όπως του Πούτιν και του Άσαντ εντάσσονται στη χειρότερη, πιο επιθετική πτέρυγα του ιμπεριαλισμού, στο στιλ του Τραμπ και της Λε Πεν (την οποία επίσης καθημερινά εξωραΐζει η Ίσκρα), όντας ακόμη πιο επικίνδυνα για τους λαούς από την παραδοσιακή, φιλελεύθερη μερίδα. Η καταστροφή του συριακού λαού ήταν πρώτα και κύρια έργο του Άσαντ με την υποστήριξη του Πούτιν. Στα 200 χρόνια του Μαρξ ο τωρινός πρόεδρος της ΕΕ Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ έκανε για τα μάτια του κόσμου μια τιμητική αναφορά, ενώ ο Πούτιν μόνο λοιδορεί τον Μαρξ και τον Λένιν και στέλνει νεοφασίστες συμβούλους του όπως ο Ντούγκιν για να πλέκουν το εγκώμιο της Χρυσής Αυγής[28]. Ο κάλπικος «αντιαμερικανισμός» των Πούτιν είναι απλά ένα φύλλο συκής για τα συμφέροντα του ρωσικού ιμπεριαλισμού, ώστε η έκκληση να συνταχθούμε μαζί τους δεν σημαίνει κάτι άλλο από το να υποστηρίξουμε το ρωσικό ιμπεριαλισμό αντί για τον αμερικάνικο.

Αυτό δεν υπονοεί ασφαλώς ότι πρέπει να συνταχθούμε με τη φιλελεύθερη μερίδα του ιμπεριαλισμού ή να την υποστηρίξουμε απέναντι σε εκείνη του Πούτιν και του Τραμπ. Απεναντίας, πρέπει να τονίζουμε διαρκώς ότι είναι η φιλελεύθερη μερίδα που με τις αντιδραστικές πολιτικές της στρώνει το δρόμο στους Πούτιν και τους Τραμπ. Σημαίνει όμως ότι πρέπει να υπολογίζουμε την αντίθεση ανάμεσα στις δυο πτέρυγες και να μην ενεργούμε με τρόπο που να υποστηρίζουμε, άμεσα ή έμμεσα, την πιο επιθετική μερίδα, να την εξωραΐζουμε, κ.λπ. Η αντίθετη στάση της ΛΑΕ αποκαλύπτει μόνο τις σταλινικές της ρίζες, την επικίνδυνη ιδιαίτερα ταύτισή της με τις λογικές του σοσιαλφασισμού, που εμφάνιζαν τον Χίτλερ σαν «καλύτερο» από την αστική δημοκρατία και διατυμπάνιζαν ότι ο Χίτλερ «θα ανοίξει το δρόμο για τους κομμουνιστές»[29] – «Μετά τον Χίτλερ εμείς».

Αυτονόητα, ο μόνος που δεν κάνει παραεμπόριο με τις ιδέες της Αριστεράς είναι ο κ. Λαφαζάνης. Είναι, άλλωστε, πασίγνωστο ότι όλες οι αναρτήσεις της Ίσκρα γίνονται μετά από εσωκομματικά δημοψηφίσματα όπου τα μέλη της ΛΑΕ ελεύθερα και δημοκρατικά αποφασίζουν τη γραμμή στο Μακεδονικό και σε όλα τα υπόλοιπα θέματα. Και φυσικά όλα αυτά τα αστέρια τύπου Μηνάογλου, Αποστολόπουλου, Κυριακόπουλου, Στάλια, Ιγγλέση, κ.ά., δεν είναι σε καμιά περίπτωση εθνικιστές και ακροδεξιοί, με τους οποίους συναλλάσσεται η ηγεσία της ΛΑΕ μπας και πάρει καμιά ψήφο παραπάνω και πιάσει το 3% στις επόμενες εκλογές, αλλά αγνοί αντιμνημονιακοί πατριώτες, που τους μαζεύει και τους νταντεύει από αφοσίωση στα ευγενικά ιδεώδη της Αριστεράς.

Δυο επισημάνσεις πρέπει να γίνουν ακόμη εδώ.

Η πρώτη είναι ότι τόσο στο θέμα των Πρεσπών όσο και γενικότερα η ηγεσία της ΛΑΕ ενεργεί σαν υποχείριο του ακροδεξιού εθνικισμού. Σήμερα αυτές οι δυνάμεις κινητοποιούνται για να διαμορφώσουν και στη χώρα μας ένα ακροδεξιό σχήμα τύπου Λέγκας του Βορρά ή Πέντε Αστέρων και η ηγεσία της ΛΑΕ, με την προβολή τους στην Ίσκρα, τους βοηθά όσο μπορεί, παρέχοντάς τους προοδευτικά εύσημα. Για την ταύτιση της ηγεσίας της ΛΑΕ με τους συγκεκριμένους κύκλους μιλά και το γεγονός ότι ενώ η μεγάλη πλειοψηφία των άρθρων για τις Πρέσπες που απηχούν τις ιδέες τους δημοσιεύονται χωρίς καμιά επιφύλαξη, ένα-δυο άρθρα που εκφράζουν μια κριτική στάση απέναντι σε αυτά τα ρεύματα και μια εναντίωση στη συμπόρευση μαζί τους συνοδεύονται με τη διευκρίνιση πως πρόκειται για «προσωπικές απόψεις»[30]. Φυσικά, η εκτίμηση της ηγεσίας της ΛΑΕ ότι μπορεί να αποκομίσει κέρδη συμπορευόμενη με τέτοια στοιχεία συνιστά οικτρή αυταπάτη· τα ακροατήρια στα οποία απευθύνονται θα προτιμήσουν ως φυσικούς τους εκπροσώπους τους ίδιους τους αντιδραστικούς, τους οποίους η Ίσκρα απλά διαφημίζει.

Η δεύτερη αφορά στα ελάχιστα στελέχη της ΛΑΕ που προσπαθούν να πείσουν τους άλλους και τον εαυτό τους ότι η γραμμή της συνιστά μια αριστερή αντίθεση στη συμφωνία των Πρεσπών και συνολικά στον ιμπεριαλισμό. Χαρακτηριστικά, ο Β. Πριμικήρης κάνει λόγο για «ένα αντιιμπεριαλιστικό, φιλειρηνικό παλλαϊκό μέτωπο, με όλες τις αριστερές πατριωτικές και διεθνιστικές δυνάμεις για να φύγουν τα σύννεφα της έντασης και του πολέμου από τα βαλκάνια. Το δικό μας ΟΧΙ στην συμφωνία των Πρεσπών», προσθέτει, «λέγεται, από την σκοπιά της ειρήνης και της φιλίας των δύο λαών και δεν έχει καμιά σχέση με το όχι στην συμφωνία των ακροδεξιών, εθνικιστικών και νεοφασιστικών δυνάμεων που καλλιεργούν την αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο χώρες και ένα εχθρικό κλίμα ανάμεσα στους δύο λαούς»[31].

Τα στελέχη αυτά της ΛΑΕ καλούνται να απαντήσουν στο ερώτημα: Διαχωρίζουν τη θέση τους από τους εθνικιστές και τους ακροδεξιούς τύπου Μηνάογλου, Αποστολόπουλου, Στάλια, Ιγγλέση, κ.ά., που παρελαύνουν καθημερινά από την Ίσκρα; Αν δεν καταλαβαίνουν ότι αυτοί οι σχολιαστές είναι ακροδεξιοί εθνικιστές και ότι δεν μπορεί να υπάρχει αριστερό και διεθνιστικό μέτωπο με τέτοιες δυνάμεις, τότε είναι ή εντελώς αφελείς ή απατεώνες.

Το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι αν η διεύθυνση της Ίσκρα είχε το «γνώθι σαυτόν», θα φρόντιζε τουλάχιστον να αλλάξει το μότο της ιστοσελίδας. Από «Ίσκρα. Μια αριστερή ματιά στην ενημέρωση από την Ελλάδα και τον κόσμο», θα το έκανε «Ίσκρα. Ιστοσελίδα δια πάσαν νόσον και πάσαν μ…ν»…

Όταν ο κ. Μπογιόπουλος παραθέτει τον Λένιν

Ένα χαρακτηριστικό των αντιπαραθέσεων στην Αριστερά είναι η απουσία σοβαρής μαρξιστικής συζήτησης πάνω στα θεωρητικά ζητήματα που βάζει η συμφωνία των Πρεσπών, βασικά την αρχή της εθνικής αυτοδιάθεσης. Αυτά τα ζητήματα είτε μένουν, στην καλύτερη περίπτωση, στο περιθώριο, είτε κακοποιούνται βάναυσα. Το κενό ήρθε να καλύψει τελευταία, με την «αιώνια θέρμη του νεοσσού μαρξιστή» που τον διακρίνει, ο κ. Μπογιόπουλος, με ένα άρθρο-απάντησή του στην πρόσφατη αναφορά του Τσίπρα στον Λένιν. Το άρθρο παρέχει, βέβαια, ένα κλασικό δείγμα της δογματικής, άσχετης με το θέμα παράθεσης των κλασικών. Δίνει όμως μια αφορμή να αναφερθούμε σε αυτή την πλευρά του ζητήματος, που δεν είναι και φοβερά σύνθετη.

Ο καλός και έγκριτος δημοσιογράφος παραθέτει ένα σωρό τσιτάτα του Λένιν πάνω στο θέμα ότι «στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού η διεκδίκηση αυτή [της αυτοδιάθεσης των εθνών] έχει εξαιρετικά επιτακτικό χαρακτήρα», ότι «είναι ανάγκη να γίνεται διάκριση ανάμεσα στα συγκεκριμένα καθήκοντα των σοσιαλδημοκρατών των εθνών που καταπιέζουν και των σοσιαλδημοκρατών των εθνών που καταπιέζονται», ότι «η αναγνώριση από τους οπορτουνιστές και τους καουτσκιστές της αυτοδιάθεσης είναι ασυνεπής και τυπική και επομένως από πολιτική άποψη υποκριτική», ότι «η “αυτοδιάθεση των εθνών” δεν μπορεί να έχει στο πρόγραμμα των μαρξιστών, από ιστορικο-οικονομική άποψη, άλλη σημασία εκτός από την πολιτική αυτοτέλεια, την κρατική αυτοτέλεια, το σχηματισμό εθνικού κράτους», το «δικαίωμα απόσχισης», κοκ. Και το μόνο που ξεχνά είναι να μας πει τι συνεπάγονται αυτά για τη συγκεκριμένη περίπτωση, περιοριζόμενος σε γενικολογίες του στιλ, «Αλήθεια, ακούσατε ποτέ κομμουνιστή (κανονικό, όχι Κατρούγκαλο) να τοποθετείται ενάντια ή να μην αναγνωρίζει “την πολιτική αυτοτέλεια, την κρατική αυτοτέλεια, το σχηματισμό εθνικού κράτους”, όσον αφορά την γειτονική μας χώρα, όπως κάνουν διάφορα φασιστικά και εθνικιστικά απολειφάδια με τα οποία συζητά ο μέχρι χτες συνεταίρος του Τσίπρα, ο Καμμένος;»[32]

Αν ο έγκριτος δημοσιογράφος έδινε μια στάλα προσοχή στο θέμα δεν θα αποτύχαινε να αντιληφθεί ότι η διένεξη ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βόρεια Μακεδονία δεν αφορά στο δικαίωμα της απόσχισης ούτε σε εκείνο του σχηματισμού κράτους, και επομένως τα τσιτάτα του είναι εκτός θέματος. Τα Σκόπια έχουν ήδη ασκήσει το δικαίωμα της απόσχισης σε σχέση με την πρώην Γιουγκοσλαβία (όχι με την Ελλάδα, της οποίας δεν ήταν ποτέ μέρος) και έχουν σχηματίσει κράτος, που αναγνωρίζεται από όλη τη διεθνή κοινότητα και επίσης από την Ελλάδα. Επομένως το να παραθέτει όλα αυτά τα τσιτάτα ως απόδειξη της «λενινιστικής συνέπειας» του ίδιου και των «κομμουνιστών» (δηλαδή βασικά της ηγεσίας του ΚΚΕ) προσεγγίζει επικίνδυνα στην παπαγαλία.

Η διένεξη ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βόρεια Μακεδονία αφορά ένα μερικότερο ζήτημα, που δεν το είχε προβλέψει ρητά ο Λένιν, αν ένα μικρό έθνος, στα πλαίσια της αυτοδιάθεσής του, έχει το δικαίωμα να επιλέξει για τη χώρα του μια ονομασία αντίστοιχη με το εθνικό του αίσθημα, την οποία όμως αντιστρατεύεται μια μεγαλύτερη γειτονική χώρα (η Ελλάδα). Επομένως, το ερώτημα που θα έπρεπε να τεθεί εδώ είναι: Οι κομμουνιστές της μεγαλύτερης χώρας (οι πραγματικοί και όχι εκείνοι που φλυαρούν περί ανέμων και υδάτων) πρέπει να υποστηρίξουν αυτό το δικαίωμα; Και αν ναι, η συμφωνία των Πρεσπών διασφαλίζει στοιχειωδώς στο γειτονικό λαό αυτό το δικαίωμα, όσο είναι εφικτό στα πλαίσια του καπιταλισμού όταν παρουσιάζονται τέτοιες αντιθέσεις;

Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι ότι πρέπει να το αναγνωρίζουν. Το να έχει κάθε λαός το δικαίωμα να επιλέγει το όνομα της αρεσκείας του για τη χώρα του, με βάση το εθνικό του αίσθημα, είναι μέρος του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης. Κάθε άλλη απάντηση συνιστά άρνηση της μαρξιστικής θέσης για την αυτοδιάθεση και υποστήριξη του σοβινισμού του μεγάλου έθνους.

Όσο για το δεύτερο, η άποψή μας είναι ότι κατ’ αρχήν η συμφωνία το διασφαλίζει και είναι μια λύση συμβατή με τα εθνικά αισθήματα των λαών της περιοχής. Πάνω σε αυτό θα παραθέσουμε μια ανάλυση που συμφωνεί στα βασικά σημεία της με τη δική μας:

«Στην γεωγραφική περιοχή της αρχαίας Μακεδονίας δεν ζουν μόνο Έλληνες αλλά και Σλάβοι, Αλβανοί, και άλλοι λαοί. Η ιστορική περιοχή της Μακεδονίας της εποχής του Φιλίππου σήμερα μοιράζεται ανάμεσα στην Ελλάδα (50%), στην Βόρεια Μακεδονία (40%) και στην Βουλγαρία (10%). Με αυτά τα δεδομένα, η αποκλειστική χρήση του όρου Μακεδονία από οποιοδήποτε από τα μέρη προσβάλλει τα υπόλοιπα και δημιουργεί εντάσεις. Η προφανής λύση σε αυτό το πρόβλημα ήταν να υπάρξει κάποιος προσδιορισμός στην χρήση του ονόματος Μακεδονία. Προσδιορισμός που να αφορά είτε την εθνότητα (πχ “Ελληνική Μακεδονία”, “Σλαβική Μακεδονία” κλπ) είτε γεωγραφικός (όπως το Βόρεια Μακεδονία). Αυτή θα έπρεπε να ήταν η θέση της Αριστεράς σ’ όλη αυτή την ιστορική διαδρομή της αντιπαράθεσης ανάμεσα στις δύο χώρες. Το γεγονός ότι τη συμφωνία τελικά την υπογράφει η κυβέρνηση του Τσίπρα δεν είναι λόγος για να στέκεται απέναντί της η Αριστερά. Η Αριστερά δεν πρέπει να έχει στο μυαλό της σαν κεντρικό ζήτημα τις εσωτερικές πολιτικές διαμάχες αλλά τα βήματα που μπορούν να βοηθήσουν τους δύο λαούς και τα εργατικά κινήματα να έρθουν πιο κοντά και να χτίσουν κοινούς αγώνες ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό»[33].

Από την προηγούμενη ανάλυση απορρέουν δυο συμπεράσματα.

Πρώτο, η Συμφωνία των Πρεσπών ανταποκρίνεται κατ’ αρχήν στο δικαίωμα του λαού της γειτονικής χώρας να επιλέξει ο ίδιος την ονομασία της. Η συμφωνία συγκέντρωσε στο δημοψήφισμα στη Βόρεια Μακεδονία πάνω από 600.000 ψήφους, ενώ η (δεξιά εθνικιστική) αντιπολίτευση απείχε γιατί θα υπολειπόταν αυτού του αριθμού[34]. Αν δε πάρει κανείς υπόψη και την απάλειψη από το σύνταγμα της γειτονικής χώρας των αναφορών στην Αρχαία Μακεδονία, κοκ, που δεν ευσταθούν ιστορικά και τονώνουν τα εθνικιστικά πάθη, είναι σαφές ότι δεν παραβιάζει τις αρχές της αυτοδιάθεσης και της καλής γειτονίας, και έχει ένα δυναμικό να συμβάλει στην άμβλυνση των εθνικών αντιθέσεων στην περιοχή.

Δεύτερο, η θέση που πήραν στην Ελλάδα το ΚΚΕ και η ΛΑΕ ενάντια στη συμφωνία είναι λαθεμένη, ακολουθεί στην πράξη τη γραμμή του ελληνικού εθνικισμού, που θέλει να διατηρεί και να ενδυναμώνει αυτές τις αντιθέσεις. Και η αιτία αυτής της λαθεμένης θέσης θα βρεθεί στις σταλινικές, μικροαστικές παραδόσεις αυτών των κομμάτων, παραδόσεις εχθρικές και ξένες προς το μαρξιστικό διεθνισμό.

Φυσικά, η ανάλυση μπορεί να είναι λαθεμένη, θα έπρεπε όμως να είχε κανείς το θάρρος να αναμετρηθεί μαζί της ή έστω να πει τη δική του γνώμη γι’ αυτά τα ζητήματα. Αυτό ακριβώς αποτυχαίνει να κάνει ο κ. Μπογιόπουλος στο άρθρο του από το οποίο παραθέσαμε. Αντί αυτού, πετά τις συνηθισμένες κορώνες του για τα «βαποράκια του ΝΑΤΟισμού και της αμερικανοφροσύνης», που «παριστάνουν τους προφέσορες περί “έθνους”, “αυτοδιάθεσης”, “πατρίδας”, “διεθνισμού” και… “λενινισμού”, απέναντι στους κομμουνιστές». Έτσι, με το πρόσχημα της πολεμικής στον Τσίπρα, καταφέρνει να βγάλει λάδι τους Κουτσούμπες, χωρίς να έχει εξετάσει την ουσία της θέσης τους και το αν αυτή ανταποκρίνεται στις μαρξιστικές αρχές.

Κατ’ αυτό τον τρόπο όμως ο έγκριτος δημοσιογράφος κινδυνεύει να θεωρηθεί ότι πουλά τσάμπα μαγκιά και ότι γι’ αυτόν ισχύει το «Προσφιλής μεν ο Λένιν, προσφιλέστερος δε ο Στάλιν και προσφιλέστατος όλων ο Μπογιόπουλος» (γιατί αν έβαζε τέτοια θέματα θα έχανε, ας πούμε, την απήχησή του στο αποχαυνωμένο, από τον ίδιο και τους ομοίους του, κοινό του ΚΚΕ, που αγοράζει τα βιβλία του, και εκεί όπου ξεκινούν αυτοί οι υπολογισμοί σταματά και ο «μαρξισμός» του κ. Μπογιόπουλου).

Η θέση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ομάδων της «αντικαπιταλιστικής» Αριστεράς

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κεντρικά όσο και στις διάφορες συνιστώσες της, ενώ απορρίπτει τη συμφωνία των Πρεσπών, διαφοροποιείται θετικά από το ΚΚΕ και τη ΛΑΕ κατά το ότι ασκεί πολεμική στον εγχώριο εθνικισμό, κριτικάροντας τα επιχειρήματα περί «σκοπιανού αλυτρωτισμού» που υιοθετεί το ΚΚΕ, όσο και τη συμμετοχή στα εθνικιστικά συλλαλητήρια που υποστηρίζει η ΛΑΕ. Σε απόφασή της στις 25.1.2019, αφού γίνονται αυτές οι επισημάνσεις, διακηρύσσεται μεταξύ άλλων:

«Το δικό μας ΟΧΙ στη Συμφωνία είναι από την σκοπιά της ειρήνης, της αλληλεγγύης, της αντιιμπεριαλιστικής πάλης, του σεβασμού του δικαιώματος των λαών, και του γειτονικού μας λαού, στον αυτοπροσδιορισμό, για να μην αποφασίζουν για αυτούς οι “νονοί” των Βαλκανίων, τοπικοί και διεθνείς. Για αυτό είναι σε πλήρη αντίθεση με το όχι των εθνικιστών – πατριδοκάπηλων, της ακροδεξιάς που είναι το όχι του πολέμου, του μίσους, του φασισμού, που γίνεται από τις θέσεις του “η Μακεδονία είναι μία και ελληνική” που είναι ΝΑΙ στο ΝΑΤΟ, την ΕΕ, την ελληνική άρχουσα τάξη»[35].

Μια ανάλογη θέση παίρνουν ομάδες στη ΛΑΕ όπως η ΔΕΑ, που εντάσσεται στο διεθνιστικό, τροτσκιστικό ρεύμα, και η ΑΡΑΝ,[36] και ακόμη ανεξάρτητες τροτσκιστικές οργανώσεις που δεν εντάσσονται σε κάποιον από τους κύριους πολιτικούς φορείς της Αριστεράς, όπως η ΟΚΔΕ. Στην ανακοίνωση της ΟΚΔΕ βρίσκουμε μεταξύ άλλων το παρακάτω βασικό επιχείρημα, με το οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί η απόρριψη της συμφωνίας ως η μόνη συνεπής διεθνιστική στάση:

«Η συμφωνία επιχειρεί “από τα πάνω” (όπως κάνουν πάντα οι ιμπεριαλιστές) να κουκουλώσει, υποτίθεται, τους εθνικισμούς. Όμως μόνο για να τους αναζωπυρώσει αργότερα. Τέτοια ζητήματα δεν λύνονται με ιμπεριαλιστικές εγγυήσεις, αλλά μόνο με την αλληλεγγύη των λαών. Οι λαοί της περιοχής έχουν πικρή εμπειρία από το πώς οι ιμπεριαλιστές φουντώνουν πότε τον έναν και πότε τον άλλον εθνικισμό για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους»[37].

Οι παραπάνω διαπιστώσεις της ΟΚΔΕ, όπως και τα ανάλογα επιχειρήματα στα κείμενα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κ.ά., είναι αναμφισβήτητα σωστές. Όλοι ξέρουμε, π.χ., πώς οι «ειρηνευτικές πρωτοβουλίες» των ιμπεριαλιστών για το παλαιστινιακό από το 1993 όχι μόνο δεν οδήγησαν στη λύση του ζητήματος, όπως πίστευαν ορισμένοι, αλλά προκάλεσαν νέες, μεγαλύτερες σφαγές των Παλαιστινίων, όπως αυτές το 2014.

Αν τις δούμε όμως στην ουσία τους, οι παραπάνω διαπιστώσεις σημαίνουν δυο πράγματα. Πρώτο, ότι προσωρινά, άμεσα, για ένα ορισμένο διάστημα, η συμφωνία των Πρεσπών θα απομακρύνει τον κίνδυνο πολέμων στην περιοχή (αυτό είναι πρακτικά βέβαιο, δεδομένου ότι η αντίθεση ανάμεσα στην Ελλάδα και τα Σκόπια δεν είναι τόσο οξεία όπως το παλαιστινιακό). Και δεύτερο, ότι οι αντιθέσεις αυτές αναπόφευκτα θα επανεμφανιστούν αργότερα, πιθανότατα δε, παίρνοντας υπόψη την κρίση του συστήματος, την έξαρση του εθνικισμού, τις αναπτυσσόμενες ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, κ.ά., στο όχι πολύ μακρινό μέλλον.

Το ερώτημα που πρέπει να τεθεί και να απαντηθεί εδώ είναι: Ποια από τις δυο πλευρές έχει σήμερα μεγαλύτερη σημασία, οι άμεσες ή οι μακροχρόνιες επιπτώσεις της συμφωνίας; Ο μαρξισμός απαιτεί να απαντήσουμε αυτό το ερώτημα με τη λενινιστική συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Η ανακοίνωση όμως της ΟΚΔΕ και οι άλλες που αναφέραμε το παρακάμπτουν πλήρως· η μη δηλωμένη, ασυνείδητη υπόθεσή τους είναι ότι πάντα, σε κάθε στιγμή πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μόνο τις μακροχρόνιες όψεις.

Όποιος εξετάσει σοβαρά το παραπάνω ερώτημα, δεν θα αποτύχει αντίθετα να δει ότι στην παρούσα περίοδο, αναφορικά με τη στάση απέναντι στη συμφωνία των Πρεσπών, έχουν μεγαλύτερη σημασία οι άμεσες όψεις. Ακριβώς επειδή το κίνημα σήμερα βρίσκεται σε άμυνα, επειδή η αντίδραση –και μάλιστα η ακροδεξιά αντίδραση, ο εθνικισμός, ο νεοφασισμός, η επιθετική πτέρυγα του ιμπεριαλισμού στο στιλ του Τραμπ– έχει ήδη, σε τοπικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, συγκεντρώσει περισσότερες δυνάμεις από το κίνημα και, εκμεταλλευόμενη την όξυνση της φτώχειας και των ανισοτήτων, υποδαυλίζει και κλιμακώνει επικίνδυνα τα εθνικά μίση και τις συγκρούσεις, η έστω και προσωρινή απομάκρυνση αυτών των κινδύνων δεν είναι κάτι αμελητέο. Σημαίνει ένα κέρδος χρόνου, που μπορεί υπό όρους να τον εκμεταλλευτεί το κίνημα για να προλάβει να δυναμώσει και να παρέμβει καθοριστικά στις εξελίξεις προτού οι ιμπεριαλιστές, και οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί στην περιοχή, ωθήσουν τα πράγματα σε νέες πολεμικές συρράξεις.

Το σίγουρο είναι ότι η ενίσχυση του κινήματος σε βαθμό που να κοιτάζει στα ίσια τον αντίπαλο απαιτεί χρόνο, ενώ παρεμποδίζεται και από κάθε λογής σεκταρισμούς, αγκυλώσεις, λαθεμένες θεωρίες, των υπαρκτών αριστερών κομμάτων και ομάδων, στην Ελλάδα και διεθνώς. Το να μην εκμεταλλευτούμε, λοιπόν, σε όφελος του κινήματος αυτή τη δυνατότητα να κερδίσουμε χρόνο, και να απορρίψουμε τη συμφωνία των Πρεσπών με το αιτιολογικό ότι εμείς είμαστε αντίθετοι στην αστική τάξη και τον ιμπεριαλισμό και ότι αφού η συγκεκριμένη συμφωνία επιβλήθηκε από την ΕΕ και τις ΗΠΑ η υποστήριξή της θα ήταν απαράδεκτος συμβιβασμός και έλλειψη αρχών, κοκ, φανερώνει μια παιδιάστικη, απλοϊκή αντίληψη. Με την ίδια λογική, θα έπρεπε να απορρίψει κανείς και την κατάργηση του απαρτχάιντ από τη λευκή, ιμπεριαλιστική άρχουσα αστική τάξη της Νότιας Αφρικής, επειδή επρόκειτο για μια «από τα πάνω πρωτοβουλία» των αστών. Μια τέτοια λογική, παρά το φραστικό ριζοσπαστισμό και την αδιαλλαξία της, είναι στην πραγματικότητα ηττοπαθής. Αν δείχνει κάτι, είναι μόνο ότι οι φορείς της έχουν ασυναίσθητα μια τέτοια υπερβολική εκτίμηση της ισχύος του ιμπεριαλισμού, που θεωρούν ότι κάθε ελιγμός του κινήματος οδηγεί αναπόφευκτα στο θρίαμβό του. Και από την άλλη μεριά, όταν πρόκειται για ανέξοδες επαναστατικές φράσεις, περνούν εύκολα στο αντίθετο άκρο, να υποτιμούν αυτή την ισχύ και να νομίζουν ότι έχουν τον ιμπεριαλισμό στο χέρι «ό,τι κι αν γίνει».

Οι σύντροφοι της ΟΚΔΕ επικαλούνται ακόμη ως λόγο για την απόρριψη της συμφωνίας το ότι επιβάλλει όρους όπως η αλλαγή του ονόματος και του συντάγματος, νοθεύοντας έτσι το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης: «Η συμφωνία περιέχει αρκετούς ταπεινωτικούς όρους για τον γειτονικό λαό: αναγκαστική αλλαγή συνταγματικής ονομασίας, αναθεώρηση συντάγματος, αλλαγή δημοσίων εγγράφων κ.λπ. Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα πρέπει να σταθεί ενάντια σε κάθε τέτοια επιβολή, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού στο γειτονικό λαό, ως προϋπόθεση της αλληλεγγύης των δύο λαών»[38]. Ένα παρόμοιο επιχείρημα διατυπώνεται και από μια τάση της ΟΚΔΕ Σπάρτακος, η οποία εκτιμά ότι «Οι μακεδονικές παραχωρήσεις είναι όχι απλώς μεγαλύτερες, αλλά κυρίως πλήττουν το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού… Η Δημοκρατία της Μακεδονίας πρέπει να αναγνωριστεί με το σημερινό συνταγματικό όνομά της. Η γειτονική χώρα ονομαζόταν με το όνομα Μακεδονία για μισό αιώνα στα πλαίσια της Γιουγκοσλαβίας και το ελληνικό κράτος το είχε αποδεχτεί και ουδέποτε είχε βγει κανείς στο δρόμο να διαμαρτυρηθεί. Η αλλαγή της ονομασίας της Δημοκρατίας της Μακεδονίας είναι μια ακόμη εφαρμογή του δικαίου του ισχυρότερου στις διακρατικές σχέσεις»[39].

Το πρόβλημα με αυτού του τύπου τις αντιρρήσεις είναι ότι συγχέουν την οριστική λύση του ζητήματος της αυτοδιάθεσης μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση, με τη μερική μόνο λύση του που είναι δυνατή στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος. Αν, για παράδειγμα, το εαμικό κίνημα είχε νικήσει το 1945 στην Ελλάδα και είχε συγκροτηθεί μια σοσιαλιστικά προσανατολισμένη Βαλκανική Ομοσπονδία, οι Έλληνες κομμουνιστές θα όφειλαν πράγματι να υποστηρίξουν το δικαίωμα των βόρειων γειτόνων μας να ονομάζονται στα πλαίσιά της απλά Μακεδόνες. Ή αν στην επόμενη καπιταλιστική κρίση διαλυθεί η ΕΕ και δημιουργηθεί η Βαλκανική Ομοσπονδία, που αποτελεί τη φόρμουλα για την απελευθέρωση των λαών της περιοχής, πάλι οι Έλληνες κομμουνιστές θα όφειλαν να πάρουν την ίδια θέση. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι, όπως τόνιζε ο Λένιν, «όχι μόνο το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών αλλά και όλες οι θεμελιακές διεκδικήσεις της πολιτικής δημοκρατίας δεν είναι πραγματοποιήσιμες στις συνθήκες του “ιμπεριαλισμού” παρά μόνο λειψά, παραμορφωμένα και σαν σπάνια εξαίρεση»[40]. Οι παραπάνω αντιρρήσεις καταλήγουν έτσι σε μια διακήρυξη ότι σαν επαναστάτες υποστηρίζουμε μόνο τη συνεπή, σοσιαλιστική λύση του ζητήματος της αυτοδιάθεσης και απορρίπτουμε για λόγους αρχής όλες τις αστικές, ελλιπείς και στρεβλές λύσεις του. Αυτό το τελευταίο είναι μια λαθεμένη, μη μαρξιστική θέση, που επαναλαμβάνει τα λάθη του Ράντεκ και του Μπουχάριν στα 1915-16. Οι αστικές λύσεις του ζητήματος της αυτοδιάθεσης όπως και οι αστικές μεταρρυθμίσεις γενικότερα, δεν μπορεί να απορρίπτονται ή να εγκρίνονται «βάσει γενικών αρχών», αλλά μόνο μετά από μια εξέταση του ζητήματος αν στη δοσμένη συγκυρία αποτελούν ή όχι ένα πραγματικό βήμα εμπρός για το κίνημα[41].

Οι σύντροφοι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και των άλλων οργανώσεων φέρνουν ακόμη συχνά το εξής επιχείρημα: Το να κριτικάρουμε τη συμφωνία σαν μέρος του σχεδίου των δυτικών ιμπεριαλιστών να εδραιώσουν τον έλεγχό τους στα Βαλκάνια, εντάσσοντας και τα Σκόπια στο ΝΑΤΟ, κοκ –όπως πρέπει να κάνει κάθε πολιτική δύναμη που αναφέρεται στο μαρξισμό και τις παραδόσεις του κομμουνιστικού κινήματος– και από την άλλη να την υποστηρίξουμε είναι κάτι αντιφατικό. Αυτό ασφαλώς είναι αληθινό. Μόνο που εδώ δεν πρόκειται για μια αντίφαση μέσα στο μυαλό μας ή στη στάση μας, αλλά για μια πραγματική αντίφαση της πολιτικής κατάστασης, που απαιτεί και θα απαιτεί για κάποιο καιρό από τους κομμουνιστές να ελίσσονται και να μη βοηθούν άμεσα ή έμμεσα σε μια πρόωρη όξυνση των αντιθέσεων για όσο οι συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές. Στην παρούσα φάση, όταν οι εθνικιστές κατεβάζουν ή παρασύρουν στα συλλαλητήρια 100 με 200 χιλιάδες κόσμο, ενώ οι διεθνιστές μπορεί στην καλύτερη περίπτωση να κατεβάζουν 5 ή 10 χιλιάδες σε αντιφασιστικά συλλαλητήρια, πρέπει να είναι κανείς τυφλός για να μην μπορεί να δει ότι η συμφωνία των Πρεσπών δίνει μια ευκαιρία για να καταπολεμηθεί η εθνικιστική έξαρση, ότι για να αντιδράσουμε στο υστερικό κλίμα που επιχειρούν να διαμορφώσουν οι κάθε λογής ακροδεξιοί πρέπει να πιαστούμε και από αυτή τη συμφωνία.

Στην ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος υπάρχουν παραδείγματα πολύ πιο αρνητικών συμφωνιών, που οι κομμουνιστές αναγκάστηκαν να τις συνάψουν ή να τις ανεχτούν, επειδή το επέβαλε ο αρνητικός συσχετισμός δυνάμεων και αντιπροσώπευαν, στις δοσμένες συνθήκες, το «μικρότερο κακό». Μια τέτοια περίπτωση ήταν η ειρήνη του Μπρεστ, μια άλλη η ειρήνη των Βερσαλλιών. Η τελευταία καθόριζε μια εντελώς μη βιώσιμη τάξη για τη μεταπολεμική Ευρώπη, όμως ο Λένιν υπέδειξε στους Γερμανούς κομμουνιστές ότι ακόμα και μετά τη νίκη της επανάστασης στη Γερμανία θα έπρεπε να την ανεχτούν για κάποιο καιρό[42]. Το να θεωρεί κανείς «οπορτουνισμό» την υποστήριξη της συμφωνίας των Πρεσπών όσο μπορεί να δώσει κάτι στην ειρηνική εξέλιξη στην περιοχή στερείται βάσης. Απεναντίας, τόσο στη Βουλή όσο και σε ένα ενδεχόμενο δημοψήφισμα, οι κομμουνιστές –και αυτό αφορά λίγο-πολύ τους κομμουνιστές και στις δυο χώρες– θα όφειλαν να υπερψηφίσουν τη συμφωνία, ιδιαίτερα αν η έγκρισή της εξαρτιόνταν από αυτούς, εξηγώντας με σαφήνεια το λόγο που το κάνουν.

Το επιχείρημα ότι η λύση του προβλήματος του ονόματος γίνεται σε σύνδεση με την ένταξη της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ και παραπέρα την ΕΕ, την οποία δεν πρέπει να υποστηρίζουν οι κομμουνιστές, είναι λοιπόν σωστό, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογεί την απόρριψη της συμφωνίας των Πρεσπών· δικαιολογεί μόνο την αντιπαράθεση στα επόμενα βήματα. Επιπλέον, για να φέρει ιστορικό αποτέλεσμα αυτή η αντιπαράθεση θα πρέπει ο λαός της γειτονικής χώρας να συνταχθεί με το αντικαπιταλιστικό κίνημα, σήμερα όμως ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό του έχει αυταπάτες ότι με την ένταξη στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ η κατάσταση θα βελτιωθεί. Στις τελευταίες εκλογές στη Βόρεια Μακεδονία το 2016 τα δυο συστημικά κόμματα συγκέντρωσαν περί το 80%, ενώ το Λεβίτσα (το αριστερό κόμμα, που έχει μια παρόμοια θέση με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ), μετά βίας πήρε 1%. Ακριβώς η λύση του ζητήματος της ονομασίας και η πρακτική εμπειρία από τη «δυτική δημοκρατία» θα πείσει το γειτονικό λαό ότι κανένα πρόβλημά του δεν θα λυθεί. Αν αντίθετα το θέμα του ονόματος μείνει σε εκκρεμότητα, τότε θα αναζωπυρώνονται διαρκώς από τους εθνικιστές της Ελλάδας και της Βόρειας Μακεδονίας τα εθνικά μίση και αυτή η τεχνητή ένταση θα βάζει ένα πρόσθετο εμπόδιο στη συνειδητοποίηση της πραγματικής κατάστασης.

Αντί για συμπέρασμα

Σε μια γειτονιά της Αθήνας μια συμμορία Αμερικανών και Ευρωπαίων μαφιόζων σχεδιάζει μια μεγάλη ληστεία τράπεζας. Στην ίδια γειτονιά, ακριβώς απέναντι στην τράπεζα, τυχαίνει να μένει μια γιαγιά, που η τράπεζα της έχει κατάσχει το σπίτι για ένα χρέος 2000 ευρώ. Το κίνημα διαμαρτύρεται, ένα σωρό ακτιβιστές βρίσκονται καθημερινά έξω από το σπίτι της γιαγιάς για να μην εκτελεστεί η απόφαση και αυτό χαλά τα σχέδια της συμμορίας, που δεν μπορεί να οργανώσει όπως πρέπει τη ληστεία με αυτή την πολυκοσμία. Για να αποκατασταθεί η ησυχία και να απομακρύνει και τις μελλοντικές υποψίες από πάνω του, ο αρχηγός της συμμορίας, ένας Αμερικανός νονός της νύχτας που οι ακτιβιστές τον ξέρουν καλά τι κουμάσι είναι, αποφασίζει να πληρώσει αυτός τα 2000 ευρώ, και έτσι σώζεται το σπίτι της γιαγιάς. Μια βδομάδα μετά οι μαφιόζοι ληστεύουν με επιτυχία την τράπεζα.

Στο μεταξύ, την ίδια γειτονιά λυμαίνεται και μια νεότερη και πιο άγρια συμμορία Ρώσων και Κινέζων μαφιόζων, που και αυτή έχει βάλει στο μάτι τον παρά της τράπεζας. Βλέποντας τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους να τους παίρνουν την μπουκιά από το στόμα, αρχίζουν να τους κατηγορούν για τη ληστεία, να παρουσιάζουν τους εαυτούς τους σαν τους φίλους της γιαγιάς και των καταθετών και σαν αγνούς και άσπιλους υπερασπιστές των φτωχών και των αδικημένων από τους άθλιους Αμερικανούς μαφιόζους.

Τι θα έπρεπε να κάνουν οι ακτιβιστές μας;

Φυσικά, οι ακτιβιστές θα έπρεπε να προειδοποιήσουν τη γιαγιά ότι ο «σωτήρας» της είναι ένας Αμερικανός μαφιόζος, ότι δεν πρέπει να του έχει εμπιστοσύνη και ότι αν στο μέλλον της ζητήσει κάτι θα είναι για κακό. Θα έπρεπε να της πουν ακόμη ότι η σωτηρία της είναι προσωρινή, ότι καθώς δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα σύντομα θα ξαναχρεωθεί και μόνο ο κοινός αγώνας όσων κινδυνεύουν να χάσουν τα σπίτια τους μπορεί να τη σώσει οριστικά. Και θα έπρεπε επίσης να την προειδοποιήσουν και ενάντια στην άλλη συμμορία των Ρώσων και Κινέζων μαφιόζων, ανοίγοντας τα μάτια και στην υπόλοιπη γειτονιά. Αλλά ταυτόχρονα οι ακτιβιστές θα έπρεπε να πουν στη γιαγιά ότι αφού για κάποιο λόγο ο νονός αποφάσισε να πληρώσει το χρέος της, προσφέροντάς της έτσι μια έστω προσωρινή ανακούφιση, δεν θα πρέπει να νιώθει καθόλου άσχημα γι’ αυτό και καλώς θα δεχτεί την προσφορά. Αφού η ίδια δεν αναλαμβάνει καμιά υποχρέωση, και ο διάβολος ή η γιαγιά του διαβόλου να εξοφλούσε το χρέος της δεν θα υπήρχε κανένα απολύτως πρόβλημα.

Ατυχώς, αλλά καθόλου τυχαία, κανένας από τους σχηματισμούς της ελληνικής Αριστεράς δεν λέει αυτό.

Το ΚΚΕ εκδίδει σωρηδόν εκ Περισσού ανακοινώσεις ότι οι μαφίες, αμερικάνικες και ρώσικες, είναι πολύ κακά πράγματα και η ευθύνη γι’ αυτές βαραίνει τον καπιταλισμό, που τις δημιουργεί με την εκμετάλλευση, την αχρειότητα και την ανομία του. Γι’ αυτό η γιαγιά θα πρέπει να καταλάβει πως αυτά και όλα τα άλλα προβλήματα θα λυθούν μόνο στο σοσιαλισμό, όπου θα εγκαθιδρυθεί η λαϊκή εξουσία και θα εκλείψουν οι αιτίες που τα παράγουν. Ως τότε, το μόνο που μπορεί να κάνουμε είναι να προσευχόμαστε να βρεθεί κανένας νέος Στάλιν ή Ζαχαριάδης να μας οδηγήσει αλάθητα σε αυτόν, όπως έκαναν οι παλιοί Στάλιν, συμμετέχοντας ταυτόχρονα στις κινητοποιήσεις του ΠΑΜΕ. Και στο μεταξύ, μπορεί να προσλαμβάνουμε και καμιά Κανέλλη να πλέκει το εγκώμιο των τωρινών «αρχηγών», Κουτσούμπα και Παπαρήγα, ότι πολεμούν ηρωικά και ασυμβίβαστα όλους τους μαφιόζους. Το ότι η ίδια αυτή Κανέλλη πλέκει το εγκώμιο των Ρώσων μαφιόζων και υπερασπίζει το άβατο στο Άγιον Όρος δεν μας προβληματίζει· άλλωστε, αν δεν βρεθεί ο νέος Στάλιν μπορεί να πάμε κι εμείς εκεί να καλογερέψουμε στα στερνά μας, μήπως και συγχωρεθούν οι αμαρτίες μας.

Η ΛΑΕ, από τη μεριά της, δίνει καθημερινά ραντεβού έξω από το σπίτι της γιαγιάς όπου καταγγέλλει βροντερά τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους μαφιόζους, καθώς και τα εγχώρια χρεοκοπημένα παραρτήματά τους που βγάζουν στο σφυρί τα σπίτια του λαού, μόνο και μόνο… μόνο και μόνο για να ταυτιστεί με τους Ρώσους ομολόγους τους. Εκθειάζει τους τελευταίους σαν γνήσιους υπερασπιστές των φτωχών, δίνει πρόθυμα βήμα σε όλα τα τσιράκια τους και καλεί σε ένα μέτωπο μαζί τους για την επικράτηση της δικαιοσύνης και του σοσιαλισμού. Ουσιαστικά, αν οι Παπαρήγες και οι Κουτσούμπες λένε στη γιαγιά να περιμένει να τη σώσει ο Γκοντό-σοσιαλισμός, η ηγεσία της ΛΑΕ της λέει να περιμένει να σωθεί από τον Γκοντό-Πούτιν και ότι μόνο από το δικό του τίμιο χέρι μπορεί να δεχτεί τα δυο χιλιάρικα. Φυσικά, η ηγεσία της ΛΑΕ μπορεί να φαντάζεται ότι αξιοποιεί έτσι τις αντιθέσεις μεταξύ των μαφιόζων προς όφελος της γιαγιάς, στην πράξη όμως τοποθετεί τον εαυτό της στο ίδιο επίπεδο με τα τσιράκια των Ρώσων μαφιόζων. Στην καλύτερη περίπτωση οι ηγήτορες αυτού του είδους θα μπορούσε να προσληφθούν σαν «αριστεροί» ψάλτες στις μαζώξεις της Εστίας Πατερικών Μελετών, μαζί με τους Μηνάογλου.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τέλος, διαφοροποιείται θετικά από το ΚΚΕ και τη ΛΑΕ κατά το ότι καταγγέλλει και τις δυο συμμορίες των μαφιόζων σαν ληστές που θέλουν να αρπάξουν το σπίτι της γιαγιάς και καλεί σε έναν άμεσο αγώνα εναντίον τους. Από αυτό όμως βγάζει το παράξενο συμπέρασμα ότι το καθήκον των ακτιβιστών είναι να αρνηθούν την εξόφληση του χρέους των 2000 ευρώ από τον Αμερικανό μαφιόζο και να καλέσουν τη γιαγιά να διαμαρτυρηθεί στην τράπεζα, ζητώντας της να του επιστρέψει πάραυτα το ποσό, γιατί θεωρεί ηθικά ανεπίτρεπτο να πληρώνουν γι’ αυτή τέτοια κατακάθια. Αυτό είναι ένα κουτό, ηθικολογικό συμπέρασμα, και είναι ζήτημα αν θα βρισκόταν ποτέ κάποια γιαγιά να το εισακούσει. Στην πράξη θα δημιουργούσε μόνο αμφιβολίες στη γιαγιά, μήπως και οι ακτιβιστές μας θέλουν για κάποιο λόγο να χάσει το σπίτι της.

Η θέση του ΚΚΕ και της ΛΑΕ σημαίνει απάρνηση της αριστερής, διεθνιστικής κομμουνιστικής παράδοσης και πέρασμα αυτών των δυνάμεων στο στρατόπεδο της αντίδρασης και του ακροδεξιού εθνικισμού. Η θέση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ένα λάθος που φανερώνει ανωριμότητα και υπεραριστερή ακατανοησία. Χωρίς να μπαίνουν στο ίδιο επίπεδο, η υπόθεση του κομμουνιστικού κινήματος δεν υπηρετείται από καμιά από τις δυο αυτές θέσεις.

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης.

[1] Στα επόμενα χρησιμοποιούμε γενικά τη νέα ονομασία της γειτονικής χώρας που καθιερώνει η συμφωνία παρότι αυτή δεν ίσχυε σε προηγούμενες περιόδους.
[2] Δ. Κουτσούμπας, «Με τη συμφωνία των Πρεσπών μπαίνουμε βαθύτερα σε επικίνδυνους σχεδιασμούς», Ριζοσπάστης, 27.9.2018.
[3] Δ. Κουτσούμπας, «Τώρα είναι η ώρα να δυναμώσει η αντιιμπεριαλιστική πάλη του λαού, να πάρει τη θέση του στον αγώνα με το ΚΚΕ», Ριζοσπάστης, 26-27.1.2019, https://www.rizospastis.gr/story.do?id=10183753.
[4] Γ. Πετρόπουλος, «Συμφωνία των Πρεσπών: Πού ταυτίζεται το ΚΚΕ με τη Ν.Δ.», 20.1.2019, https://www.efsyn.gr/arthro/symfonia-ton-prespon-poy-taytizetai-kke-me-ti-nd.
[5] Γ. Μαρίνος, «Συμφωνία των Πρεσπών. Γρανάζι των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών στα Βαλκάνια», Ριζοσπάστης, 23.1.2019, https://www.rizospastis.gr/story.do?id=10177536.
[6] «Ομιλία της Λ. Κανέλλη στη συζήτηση για τη συμφωνία των Πρεσπών», https://www.youtube.com/watch?v=FUTG3AhjadQ.
[7] «Λιάνα Κανέλλη: Ἐμεῖς τήν Παναγία τήν ἔχουμε Ἀρχιστράτηγο…», Άρδην, τεύχος 11, 1997, http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2018/08/blog-post_26.html.
[8] Λένιν, Άπαντα, εκδ. ΣΕ, τόμ. 41, σελ. 61.
[9] Π. Σωτήρης, «Επιστολή παραίτησης από το Πολιτικό Συμβούλιο της Λαϊκής Ενότητας», 18.12.2018, www.pandiera.gr.
[10] Βλέπε σχετικά, Χρ. Κεφαλή, «Ο Άσαντ, οι νεοναζί και η Ίσκρα», 23.1.2017, http://net.xekinima.org/x-kefalis-o-asant-oi-neonazi-kai-i-iskra/, και «Για την προβολή των ακροδεξιών από την Ίσκρα», 7.2.2018, http://net.xekinima.org/gia-tin-provoli-ton-akrodexion-apo-tin/.
[11] Βλέπε https://iskra.gr/author/haralambos-minaoglou/.
[12] Χ. Μηνάογλου, «Γιατί οι Σκοπιανοί δεν προσήλθαν στις κάλπες;», www.iskra.gr, 1.10.2018.
[13] Χ. Μηνάογλου, «Το ξεβράκωμα της ψευτοδημοκρατίας», www.iskra.gr, 30.5.2018.
[14] Χ. Μηνάογλου, «Ο Ράτκο Μλάντιτς και η νατοϊκή δημοσιογραφία», www.iskra.gr, 26.11.2017.
[15] Βλέπε σχετικά «Χ. Μηνάογλου: “Η Κωνσταντινούπολη είναι η φυσική πρωτεύουσα του νεώτερου ελληνισμού”», 12.5.2016 https://www.pemptousia.gr/2016/05/charalampos-minaoglou-i-konstantinoupoli-ine-i-fisiki-protevousa-tou-neoterou-ellinismou/ και για τα απολυτίκια https://www.youtube.com/watch?v=Qk-jGz1vnsw.
[16] Χ. Μηνάογλου, «Επάγγελμα: Αριστερός», http://stilpon.blogspot.com/2019/01/x.html.
[17] Βλέπε http://stilpon.blogspot.com/search/label/%CE%A7%CE%A1%CE%A5%CE%A3%CE%97%20%20%CE%91%CE%A5%CE%93%CE%97.
[18] Χ. Μηνάογλου, «Φίλης, Γαβρόγλου και Βούτσης: Ο χοντρός, ο κακός και ο άσχημος», 22.3.2018, www.pentapostagma.gr.
[19] Σπ. Στάλιας, «Τελευταία φορά Πρέσπες», 2.2.2019, www.iskra.gr.
[20] Α. Αποστολόπουλος, «Προδότες και πατριώτες», 2.2.2019, www.iskra.gr.
[21] Α. Ζαφείρης, «Είναι οι μαθητές φασίστες;», 27.11.2018, www.iskra.gr.
[22] Ν. Ιγγλέσης, «Το ισοζύγιο ισχύος Αθηνών – Σκοπίων και η Συμφωνία των Πρεσπών», 14.1.2019, www.iskra.gr και «Ο αποδεκατισμός των Ελλήνων», 23.1.2019, www.iskra.gr. Για ανάλογες επιθέσεις στον «εθνομηδενισμό» βλέπε και τα Στάθης Σταυρόπουλος, «Σκάσε και θα πεις κι ένα τραγούδι…», 7.11.2018, www.iskra.gr· Δ. Σπάθας, «Μακεδονικό: Ο Δούρειος Ίππος κατά της Ελλάδας», 11.1.2019, www.iskra.gr, κοκ.
[23] Α. Αποστολόπουλος, «Λίγη ιστορία δεν βλάπτει», 13.1.2013, www.iskra.gr και πλήθος άλλα.
[24] Κ. Βενετσάνος, «Το μικρόβιο του εθνικισμού», 22.6.2018, https://www.ebdomi.com/arthra-apopseis/arthra-kosta-venetsanou/13951-to-mikrovio-tou-ethnikismou.html.
[25] Π. Λαφαζάνης, «Πραξικόπημα πολιτικών εξαγορών και παραεμπορίου η ψήφιση νατοϊκής Συμφωνίας Πρεσπών», 24.1.2019, www.iskra.gr. Βλέπε επίσης και Π. Λαφαζάνης, «Τέλος εποχής. Η δημοκρατία δολοφονήθηκε», Νέα, 26.1.2019, για πολλές ακόμη παρόμοιες εκτιμήσεις.
[26] Βλέπε π.χ. Α. Ζαφείρης, «Καμία Ουδετερότητα! Καθαρή στήριξη στον άξονα Συρίας-Χεζμπολάχ-Ρωσίας-Ιράν-Παλαιστίνης!», 10.4.2018, www.iskra.gr.
[27] Βλέπε σχετικά, «Δ. Χριστόφιας: Είχα ζητήσει δάνειο από τον Πούτιν», 8.12.2016, https://www.naftemporiki.gr/story/1180973/d-xristofias-eixa-zitisei-daneio-apo-ton-poutin.
[28] Βλέπε σχετικά, π.χ., «Ο Ζαν Κλόντ Γιουνκέρ υπερασπίζει την κληρονομιά του Μαρξ», https://www.independent.co.uk/news/uk/politics/karl-marx-jean-claude-juncker-defends-legacy-a8337176.html, «Ο Πούτιν κάνει σκουπίδια τον Μαρξ και τον Λένιν», https://www.youtube.com/watch?v=z1mERkuxTfg, «Ο Πούτιν μαστιγώνει τον Λένιν και τη σοβιετική κυβέρνηση», https://www.thedailybeast.com/putin-bashes-lenin-and-soviet-government, «Ποιος είναι ο φίλος της Ελλάδος και της Χρυσής Αυγής, Αλεξάντερ Ντούγκιν», http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/poios-einai-o-filos-ths-ellados-kai-ths-chrushs-aughs-alejanter-ntougkin#ixzz5eY9o2Y8r. Στο τελευταίο ο Ντούγκιν μεταφέρει το εξής μήνυμα του Πούτιν προς τους χρυσαυγίτες: «Θα επαναλάβω κάτι που είπε ο πρόεδρος Πούτιν, ότι φυσικός σύμμαχος της Ρωσίας θα είναι εκείνος που αντιτίθεται στην παγκοσμιοποίηση, τον φιλελευθερισμό και κάθε τι που συνιστά την πραγμάτωση της αμερικανικής ηγεμονίας. Εάν λοιπόν αυτή η δύναμη είναι η Χρυσή Αυγή, τότε ναι, εφόσον προστατεύετε την ταυτότητα και τη συνείδηση του λαού σας είστε φίλος μας και σίγουρα θα προβούμε στην συνεργασία που τόσο είναι επιθυμητή με τη χώρα σας».
[29] Γι’ αυτή την πλευρά της σταλινικής πολιτικής στη γερμανική κρίση βλέπε Λ. Τρότσκι, Και Τώρα;, εκδ. Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, σελ. 52 κ.ε.
[30] Βλέπε στο κείμενο του Γ. Κολλιά, όπου γίνεται η σωστή εκτίμηση ότι η αποτροπή της επέκτασης του ΝΑΤΟ «δεν επιτυγχάνεται με το να αντλούμε επιχειρήματα από το οπλοστάσιο του αντιπάλου περί αλυτρωτισμού της Βόρειας Μακεδονίας, ούτε με το να διεκδικούμε δημοψηφίσματα για το πώς θα ονομάζεται ένας γειτονικός λαός, ούτε με το να ψαρεύουμε σε εθνικά ακροατήρια αρπάζοντας από τα χέρια της δεξιάς τη σημαία του εθνικού αγώνα, ξεπλένοντας τον ελληνικό εθνικισμό» (Γ. Κολλιάς, «Πρέσπες, ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και ταξική πάλη», 29.1.2019, www.iskra.gr).
[31] Β. Πριμικήρης, «Το δικό μας ΟΧΙ στην Συμφωνία των Πρεσπών», 24.1.2019, www.iskra.gr.
[32] Ν. Μπογιόπουλος, «Όταν ο Τσίπρας διάβασε τον Λένιν», 27.1.2019, https://www.imerodromos.gr/otan-o-tsipras-diavase-ton-lenin/.
[33] «Ελλάδα – Βόρεια Μακεδονία: κοινός αγώνας των δυο λαών ενάντια στους εθνικισμούς», σχόλιο του Ξεκινήματος, 26.1.2019, http://net.xekinima.org/ellada-boreia-makedonia-koinos-agonas-t/.
[34] Στις εκλογές του 2016 στα Σκόπια είχαν ψηφίσει 1.190.000 ψηφοφόροι, που είναι χοντρικά και το πραγματικό εκλογικό σώμα στη γειτονική χώρα. Στους εκλογικούς της καταλόγους εμφανίζονται 1.784.000 άτομα, αλλά περί τις 500.000 έχουν μεταναστεύσει τις τελευταίες δεκαετίες στο εξωτερικό.
[35] «ΑΝΤΑΡΣΥΑ: Διεθνιστικό-αντιιμπεριαλιστικό Όχι στη “Συμφωνία των Πρεσπών”», www.narnet.gr.
[36] Βλέπε σχετικά άρθρο του Α. Νταβανέλου, «Η συμφωνία των Πρεσπών και η Αριστερά», 22.1.2019, https://rproject.gr/article/i-symfonia-ton-prespon-kai-i-aristera.
[37] «Διεθνιστικό & Ταξικό ΟΧΙ στη συμφωνία Συμφωνία των Πρεσπών», http://www.okde.gr/archives/8768.
[38] «Διεθνιστικό & Ταξικό ΟΧΙ στη συμφωνία Συμφωνία των Πρεσπών», ό.π.
[39] «Για τη “συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ”», Τεταρτοδιεθνιστική Προγραμματική Τάση της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, 29.6.2018, www.elaliberta.gr.
[40] Λένιν, Άπαντα, εκδ. ΣΕ, τόμ. 27, σελ. 258.
[41] Πρέπει, βέβαια, να πούμε ότι ειδικά οι σύντροφοι της ΟΚΔΕ Σπάρτακος μοιάζουν να κατανοούν ότι η ριζική απόρριψη της συμφωνίας των Πρεσπών υπηρετεί τον ελληνικό εθνικισμό: «Η ελληνική αριστερά πέραν του ΣΥΡΙΖΑ σε σημαντικό βαθμό καταγόμενη από την ίδια ιστορική μήτρα (ΚΚΕ, ΛΑΕ, ΝΑΡ) έχει συντονιστεί σε μια απέλπιδα προσπάθεια απόρριψης της συμφωνίας που ρίχνει νερό στο μύλο της αντίδρασης» (βλέπε ό.π.). Ωστόσο, δεν καταλήγουν σε ένα σαφές συμπέρασμα.
[42] Για το θέμα αυτό βλέπε Λένιν, Άπαντα, τόμ. 41, σελ. 59-61.