Χ. ΚΕΦΑΛΗΣ: Η πανδημία του κορονοϊού και η επόμενη μέρα

Tου Χρήστου Κεφαλή*

Η ζωτικότητα και η αντοχή μιας κοινωνίας φαίνεται, ανάμεσα στα άλλα, από την ικανότητά της να αντιμετωπίσει με επιτυχία μια ξαφνική κρίση, να αποκριθεί σε προκλήσεις που κανείς δεν έχει προβλέψει αλλά πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο να συμβούν. Από αυτή την άποψη η παγκόσμια πανδημία του κορονοϊού ήρθε για να αποκαλύψει εκ νέου τη γύμνια των γερασμένων καπιταλιστικών κοινωνιών, την αυξανόμενη αδυναμία τους να μεριμνήσουν εκ των προτέρων για οποιαδήποτε σοβαρή δοκιμασία και να αντιδράσουν γρήγορα και αποτελεσματικά όταν ξεσπάσει. Οι φρικιαστικές εικόνες από την Ιταλία πρώτα και τις άλλες χώρες που σήμερα ακολουθούν –Ισπανία, Γαλλία, κ.ά.– με τα διαλυμένα νοσοκομεία και τα εκατοντάδες φέρετρα, δεν ήταν μόνο μια γροθιά στο στομάχι του απλού κόσμου, αλλά και μια ταφόπλακα για τις επίσημες κυβερνήσεις και τις πολιτικές τους.

Δεν θα πρέπει βέβαια να μας ξαφνιάζει αυτό. Από τότε που η Μάργκαρετ Θάτσερ είχε δηλώσει, στα 1987, ότι «δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως η κοινωνία… υπάρχουν ατομικοί άνδρες και γυναίκες» και ότι «οι άνθρωποι πρέπει να φροντίζουν τους εαυτούς τους πρώτα» πέρασαν κοντά 35 χρόνια. Στη διάρκεια αυτών των δεκαετιών, μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις έκαναν κάθε τι που περνούσε από το χέρι τους για να μεταπλάσουν την κοινωνία πάνω σε αυτό το καλούπι, το καλούπι τους. Το κέρδος ανακηρύχτηκε σε υπέρτατη αξία και τα πάντα θυσιάστηκαν στο βωμό του. Οι κοινωνικές δαπάνες πετσοκόπηκαν όχι μια αλλά κάμποσες φορές, με την έτοιμη κάθε φορά δικαιολογία ότι οι σπατάλες δεν είχαν ακόμη παταχθεί και οι συντεχνίες εξακολουθούσαν να βασιλεύουν. Ως αποτέλεσμα οι δημόσιες δομές στην παιδεία, την υγεία, τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, κ.ά., υποβαθμίστηκαν δραματικά και αποδιαρθρώθηκαν. Εφεξής, διακηρύχθηκε, όλα αυτά θα έπρεπε να φροντίζονται από τον ιδιωτικό τομέα, που είναι άλλωστε ο πιο αποτελεσματικός. Ακόμη χειρότερα το ατομικιστικό πνεύμα διαδόθηκε πλατιά από τα ΜΜΕ: η νεολαία αποχαυνώθηκε, το κυνήγι της εύκολης επιτυχίας με κάθε μέσο έγινε η κυρίαρχη αξία.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2007 όχι μόνο δεν άλλαξε κάτι, αλλά έγινε μια ευκαιρία για να πλουτίσουν ακόμη περισσότερο οι χρηματιστικές ολιγαρχίες. Σε όλο τον κόσμο και σε κάθε χώρα χωριστά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, έγινε κυρίαρχο μέλημα το πώς θα βαθμολογήσουν την οικονομία οι «Οίκοι αξιολόγησης» και αν θα εκτιμήσουν ότι οι «μεταρρυθμίσεις της αγοράς» προχωρούν ικανοποιητικά και με ταχύ ρυθμό.

Γεγονότα όπως η πυρκαγιά που κατέστρεψε την Παναγία των Παρισίων, ένα ανεκτίμητο μνημείο του πολιτισμού, έδειξαν με συμβολικό τρόπο πού οδηγεί όλο αυτό. Και οι μακροχρόνιες απειλές όπως το μεταναστευτικό-προσφυγικό –με 70 εκατομμύρια πρόσφυγες παγκόσμια σήμερα– και η κλιματική αλλαγή, επιδεινώθηκαν δραματικά, μαζί με τους πολέμους και τις ανθρωπιστικές καταστροφές στη Συρία, το Ιράκ και αλλού. Ήταν άραγε δύσκολο να προβλεφθεί ποιες θα είναι οι συνέπειες αν αυτό το σαθρό οικοδόμημα τεθεί σε μια ξαφνική δοκιμασία όπως αυτή του κορονοϊού, όταν είχαν μάλιστα υπάρξει προειδοποιήσεις με τον Έμπολα και τη χολέρα;

Αν οι αστικές κυβερνήσεις έμεναν πιστές στο μοντέλο που επέβαλαν τις προηγούμενες δεκαετίες, θα έπρεπε να ανακηρύξουν την επιδημία του κορονοϊού ατομική υπόθεση και να αφήσουν την αντιμετώπισή της στη διακριτική ευχέρεια του καθενός. Τι χρειάζονται οι καραντίνες ολόκληρων περιοχών και χωρών; Και ποιος ο λόγος να βγαίνουν οι υπουργοί στους τηλεοπτικούς δέκτες να μας θυμίζουν τα λόγια του Μακρυγιάννη ότι σήμερα είναι η ώρα να δούμε το εμείς και όχι το εγώ; Οι δυνάμεις της αγοράς και η ιδιωτική πρωτοβουλία δίχως άλλο θα έλυναν το πρόβλημα αν αφήνονταν να λειτουργήσουν απρόσκοπτα, ακριβώς όπως έλυσαν και όλα τα υπόλοιπα.

Ωστόσο, κάτω από την πίεση της δραματικής κατάστασης και από φόβο ότι οι καταστροφικές συνέπειες μιας ανεξέλεγκτης πανδημίας μπορεί να παρασύρουν στο διάβα τους και τις ίδιες, οι κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να πάρουν μέτρα. Εκατοντάδες δις και τρις δολάρια, που πριν δεν υπήρχαν για μια στοιχειώδης προετοιμασία, ενίσχυση των υποδομών, κ.ά., δόθηκαν και θα δοθούν για να αντιμετωπιστεί η επιδημία και για να μετριαστούν οι δραματικές συνέπειές της στην παγκόσμια οικονομία. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις θυμήθηκαν αξίες όπως η συλλογικότητα, η ευθύνη απέναντι στον άλλο, η συμμόρφωση με την επιστήμη.

Βέβαια, ακόμη και εδώ η εικόνα κάθε άλλο παρά ρόδινη είναι· το αντίθετο μάλιστα. Οι ακροδεξιοί ηγετικοί ιθύνοντες στην Αγγλία και τις ΗΠΑ, οι σκοταδιστές στην Εκκλησία, κ.ά., έδειξαν προκλητική αδιαφορία και αντιτάχθηκαν στις εκκλήσεις των επιστημόνων, ενώ και οργανωμένες χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία, το Βέλγιο, η Ολλανδία, καθυστέρησαν απελπιστικά. Αλλά κι εκεί που πάρθηκαν μέτρα, η αντιμετώπιση ήταν ελλιπής και χρωματισμένη από την οικεία αστική αρχή, «Ο καθένας φροντίζει για τον εαυτό του και ο Θεός για όλους»: τα αναγκαία αναλώσιμα λείπουν, η συμπλήρωση των κενών στα συστήματα υγείας προχωρά με βήμα χελώνας, ακόμη και στο μέσο της πανδημίας οι κερδοσκόποι οργιάζουν, η οικονομική στήριξη σε όσους μένουν χωρίς δουλειά είναι εξαιρετικά ισχνή. Και σαν να μην έφταναν αυτά, κάθε χώρα μεριμνά πρώτα για τις δικές της ανάγκες και η ΕΕ αποδεικνύεται απελπιστικά λίγη στο να επιτύχει ένα συντονισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ακόμη κι έτσι, αν δούμε το ζήτημα απομονωμένα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η όποια αντίδραση υπήρξε, έστω και υποκινημένη από την ανάγκη παρά από πεποίθηση, είναι κατ’ αρχήν θετική. Τα μέτρα αποτροπής της ανεξέλεγκτης επέκτασης της πανδημίας, όσο περιοριστικά και αν είναι, είναι απαραίτητα, αν θέλουμε να αποφύγουμε καταστάσεις τύπου Ιταλίας.

Ωστόσο, από τώρα ήδη, μέσα στην αναστάτωση, το φόβο και το χάος που έχει προκληθεί, αρχίζει να διαγράφεται το ερώτημα για την επόμενη μέρα. Η επιδημία, με τεράστιες απώλειες σε ζωές και πόρους, θα αντιμετωπιστεί, στην καλύτερη περίπτωση μέσα στους επόμενους μήνες. Και τότε θα τεθεί επί τάπητος το ποιος θα πληρώσει τη λυπητερή για τα κολοσσιαία ποσά που θα έχουν στο μεταξύ ξοδευτεί ή χαθεί.

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι στην παγκόσμια οικονομική κρίση του 2007 και στα αμέσως επόμενα χρόνια ξοδεύτηκαν τρισεκατομμύρια δολάρια σε κάθε λογής πακέτα για τη στήριξη της παγκόσμιας οικονομίας. Με τον τρόπο αυτό οι επιχειρήσεις και τα κράτη «διασώθηκαν» όπως περίπου υποστηρίζεται ένας άνθρωπος που τα σπασμένα πόδια και τα χέρια του μπαίνουν στο γύψο μετά από ένα φοβερό αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Αλλά τα τρις που δαπανήθηκαν για να γίνει αυτή η επέμβαση –από την οποία η παγκόσμια οικονομία δεν έχει συνέλθει ακόμη– προέρχονταν από το τραπεζικό σύστημα και τα «διεθνή ταμεία», από το σφετερισμένο, δηλαδή, κοινωνικό πλούτο που λιμνάζει στους λογαριασμούς της πλουτοκρατίας στους φορολογικούς παράδεισους και αλλού. Και οι ολιγάρχες απαίτησαν, και πήραν πίσω με τόκο από τις κυβερνήσεις, που δεν είναι κάτι παραπάνω από πιόνια τους, τα «περιουσιακά στοιχεία» τους. Το αποτέλεσμα ήταν να αυξηθεί δραματικά η παγκόσμια ανισότητα, με λίγες χιλιάδες δισεκατομμυριούχους να κατέχουν σήμερα περισσότερο πλούτο από το 60% της ανθρωπότητας. Δεν μπορεί να υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το ίδιο θα συμβεί και τώρα. Και δεν είναι λιγότερο ορατός ο κίνδυνος ο αυταρχισμός που εξέθρεψε η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και η κρίση του 2007 να λάβει μια νέα ώθηση από τον πειρασμό να επεκταθεί και να ενταθεί η κοινωνική πειθάρχηση όταν θα ξεσπάσει η οργή του κόσμου.

Θα υπάρξουν άραγε κυβερνήσεις που θα δείξουν έστω μια στοιχειώδη αντίσταση σε αυτές τις ορέξεις; Κάτι τέτοιο φαντάζει απίθανο, αν όχι αδύνατο. Αλλά έχει σχετικά μικρή σημασία, καθώς οι αντιφάσεις και οι τρανταγμοί της παγκόσμιας οικονομίας δεν μπορεί να διορθωθούν με μια επιμέρους θετική διαφοροποίηση, όσο ευπρόσδεκτη και αν είναι.

Ήδη από το 2018 αν όχι και νωρίτερα ταγοί του συστήματος όπως ο Γιουνκέρ και η Λαγκάρντ έχουν μιλήσει ανοικτά για την ανάγκη προετοιμασίας για την επόμενη κρίση. Η επιδημία του κορονοϊού, με τις τεράστιες επιπτώσεις της στην παγκόσμια οικονομία –ας σκεφτούμε μόνο το πάγωμα στη βιομηχανία, το εμπόριο και τον τουριστικό τομέα, την κατάρρευση των χρηματιστηρίων, τις χρεοκοπίες επιχειρήσεων που οπωσδήποτε θα έλθουν, κ.ά.– επισπεύδει την έλευση αυτής της κρίσης και τη φέρνει προ των πυλών, κτυπώντας αδυσώπητα την εύθραυστη ανάπτυξη και απειλώντας με μια δεινή διεθνή ύφεση. Μια νέα παγκόσμια κρίση όμως δεν θα είναι ελέγξιμη όπως εκείνη του 2007 και σίγουρα όχι με τα ίδια μέσα.

Στην κρίση του 2007 η Γερμανία και οι άλλες ηγετικές χώρες της ΕΕ διοχέτευσαν τις πιέσεις όχι στα πιο ισχυρά αλλά στα πιο αδύναμα σημεία του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, τις περιφερειακές χώρες της ΕΕ, Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, Κύπρο, στις οποίες επιβλήθηκαν τα γνωστά μνημόνια. Όταν όμως σε ένα σεισμό χτυπιούνται τα πιο τρωτά σημεία ενός σπιτιού, το σπίτι καταρρέει. Σε μια νέα μεγάλη παγκόσμια οικονομική κρίση η συνοχή της ΕΕ, έχοντας ήδη πληγεί από το Brexit, δεν θα είναι δυνατό να διατηρηθεί. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι καθολικό χάος θα προκληθεί από μια τέτοια επώδυνη διαδικασία, πολύ περισσότερο αν συμπέσει με μια νέα πανδημία ή με κάμποσα εκατομμύρια νέους πρόσφυγες.

Το ευρωομόλογο, που προτείνουν οι εννιά κυβερνήσεις, μαζί και η ελληνική, δεν μπορεί να αποτρέψει το χάος στην ΕΕ και θα δημιουργήσει μακροχρόνια περισσότερα προβλήματα από όσα θα λύσει. Το ευρωομόλογο σημαίνει ακριβώς ότι θα αντληθούν χρηματικά κεφάλαια από τους πολυεκατομμυριούχους και δισεκατομμυριούχους, τους γύπες των χρηματιστηρίων, κοκ. Αυτοί όμως θα απαιτήσουν μετά πίσω αυτά τα κεφάλαια μαζί με τις αποδόσεις τους και με τα τωρινά τους «οφειλόμενα», σε μια κατάσταση όπου η πίτα, το ΑΕΠ της ΕΕ, θα έχει μικρύνει τουλάχιστον κατά 10%. Και για να ανταποκριθούν σε αυτά τα νέα τεράστια χρέη, οι αστικές κυβερνήσεις δεν θα έχουν άλλο τρόπο παρά να προσφύγουν σε μια νέα, ασύγκριτα χειρότερη από ό,τι έχουμε δει ως τώρα, λιτότητα. Η «δημοκρατική» διαφορά, ότι αυτή τη φορά θα πλήρωνε και η Γερμανία, και όχι μόνο οι χώρες του Νότου, όπως έγινε με τα Μνημόνια, δεν αρκεί για να αλλάξει ουσιαστικά την κατάσταση. Αυτό θα μπορούσε να έχει ένα θετικό αντίκτυπο στη συνοχή της ΕΕ αν είχε γίνει το 2009, τώρα είναι αργά.

Σημαίνει αυτό ότι πρέπει να αντιταχθούμε στο ευρωομόλογο; Όχι, στην παρούσα στιγμή αυτό είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να γίνει. Σημαίνει ότι –είτε γίνει αυτό, είτε κάτι άλλο χειρότερο– θα πρέπει να αντιταχθούμε αύριο στο να πληρωθούν αυτά τα νέα κρατικά χρέη, μαζί με τα τρέχοντα παλιά, όταν έρθει η ώρα να πληρωθούν. Σημαίνει ότι για να υπάρξει διέξοδος από την τωρινή παγκόσμια κρίση πρέπει να αρχίσει η απαλλοτρίωση του πλούτου του κεφαλαίου, ότι πρέπει να κάνουμε συνείδηση στον κόσμο ότι καμιά διέξοδος δεν θα βρεθεί χωρίς αυτό.

 Οι αστικές κυβερνήσεις δεν μπορούν να κινηθούν προς μια τέτοια κατεύθυνση, ακριβώς γιατί είναι κυβερνήσεις του κεφαλαίου. Οι κυβερνήσεις αυτές είναι διπλά ένοχες, όχι μόνο γιατί με τις ταξικές πολιτικές τους δεκαετιών άφησαν τις κοινωνίες γυμνές και απροετοίμαστες απέναντι στην τωρινή κρίση. Είναι ένοχες γιατί ακόμη και σήμερα εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τους πρόσφυγες σαν ένα δεύτερο κορονοϊό, που η καθεμιά πασχίζει να κρατήσει έξω από την επικράτειά της φορτώνοντάς τον στις άλλες, και περηφανεύονται μάλιστα γι’ αυτή τους τη στάση. Με τον τρόπο αυτό, την ίδια ώρα που καλούν στα λόγια σε συλλογικότητα και ευθύνη, επιβεβαιώνουν στην πράξη τον παλιό τους εαυτό. Και αποδεικνύουν ταυτόχρονα έτσι ότι είναι αυτός ο εαυτός που θα επιβεβαιώσουν και αύριο, όταν παρουσιαστεί ο λογαριασμός της κρίσης.

Τέλος, στη σειρά αλλά όχι και στη σημασία, ενόψει της ανόδου του φασισμού την τελευταία δεκαετία και του δραματικού περιορισμού των δημοκρατικών δικαιωμάτων, δεν είναι δύσκολο να διαβλέψει κανείς από τώρα τον κίνδυνο μιας παραπέρα ακύρωσης όσων έχουν απομείνει από την αστική δημοκρατία και της στροφής μιας ισχυρής μερίδας του κεφαλαίου σε δικτατορικές και φασιστικές λύσεις. Ο πειρασμός των αυταρχικών εκτροπών, της καλλιέργειας του φόβου, της παράτασης των έκτακτων μέτρων και των απαγορεύσεων και πέρα από όσο δικαιολογεί η κατάσταση είναι ήδη ορατός και με τον τρόπο αυτό οι τωρινές κυβερνήσεις θα μπορούσε να συμβάλουν στην παραπέρα φασιστικοποίηση.

Η πανδημία του κορωνοϊού δεν αποκάλυψε όμως μόνο τη γύμνια των κυβερνήσεων και τη χρεοκοπία του συστήματος. Παράλληλα έφερε στο φως τα αποθέματα συλλογικότητας και αλληλεγγύης που υπάρχουν πάντα στη βάση της κοινωνίας. Οι υπεράνθρωπες προσπάθειες του ιατρικού προσωπικού σε μια πλειάδα χωρών, οι εικόνες του απλού κόσμου στην Ιταλία που τραγουδά από τα μπαλκόνια των σπιτιών του, το κύμα της εθελοντικής προσφοράς για να καλυφθούν οι τεράστιες ανάγκες, παρέχουν ορισμένα δείγματα.

Αλλά η πανδημία, υπογραμμίζοντας τους τεράστιους κινδύνους της εποχής μας, θέτει αντιμέτωπες με τις ιστορικές ευθύνες τους τις δυνάμεις της αριστεράς που αποδείχτηκαν απελπιστικά ανεπαρκείς τις τελευταίες δεκαετίες. Οι δογματιστές που ενώ οι κοινωνίες ασφυκτιούν αυτοθαυμάζονται στον παραμορφωτικό καθρέφτη της σταλινικής αναπαλαίωσης, οι μικρές σέκτες που φαντασιώνονται τον εαυτό τους η καθεμιά ως μια παγκόσμια πρωτοπορία, οι ευκαιριακές λογικές της ευκολίας, όσοι υποκλίνονται στον κοντόφθαλμο εθνικισμό και ψευτο-πατριωτισμό, έχουν χρεοκοπήσει οριστικά και αμετάκλητα.

Οι τεράστιες προκλήσεις των καιρών μας απαιτούν μια αριστερά της ευθύνης, που θα μπορέσει να εκφράσει τις ανάγκες και τις διεκδικήσεις της κοινωνίας στις δύσκολες μέρες που έρχονται. Μια αριστερά ικανή να δείξει τη ρεαλιστικότητα ενός άλλου κόσμου, όπου οι ανθρώπινες ζωές θα είναι πάνω από τα κέρδη των πολυεθνικών και όπου ο σφετερισμένος πλούτος των ολιγαρχών θα επιστρέψει στους πραγματικούς δημιουργούς του. Μια τέτοια αριστερά δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στην κομμουνιστική επαναστατική παράδοση των κλασικών του μαρξισμού.

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι συγγραφέας μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης. Το παρόν είναι μια ενημερωμένη εκδοχή άρθρου του που δημοσιεύθηκε στο www.timesnews.gr.