Χ. ΚΕΦΑΛΗΣ: Για τα αίτια της συντριβής της ΛΑΕ

Δημοσιεύουμε άρθρο του Χρήστου Κεφαλή*

Η κομμουνιστική Αριστερά και το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών

Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών και των δημοτικών-περιφερειακών εκλογών ήταν μια βαριά ήττα για όλες τις δυνάμεις της κομμουνιστικής Αριστεράς, της Αριστεράς που προσδιορίζεται ως μαρξιστική, αντικαπιταλιστική ή επαναστατική. Το ΚΚΕ πέτυχε το χειρότερο αποτέλεσμά του σε ευρωεκλογές, κατώτερο από τις βουλευτικές εκλογές του 2015, ενώ έχασε τους τέσσερις από τους πέντε δήμους που διεκδικούσε στο β΄ γύρο. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η ΛΑΕ καταποντίστηκαν παίρνοντας αντίστοιχα 0,64% και 0,56%, λιγότερο και από το κόμμα του Ψινάκη. Ωστόσο, για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ το ποσοστό είναι απλά 0,1-0,2% κατώτερο εκείνου των εκλογών του 2014 και του 2015. Για τη ΛΑΕ αντίθετα αντιπροσωπεύει μια πραγματική συντριβή, αν λάβουμε υπόψη τους 25 βουλευτές με τους οποίους είχε ξεκινήσει και το 2,87% στις βουλευτικές εκλογές το Σεπτέμβρη του 2015.

Τα αποτελέσματα είναι απογοητευτικά, δεδομένου ότι έρχονται μετά από τέσσερα χρόνια μνημονιακής διαχείρισης του ΣΥΡΙΖΑ. Σε μια τέτοια κατάσταση θα αναμενόταν ένα μέρος της αγανάκτησης και πικρίας του κόσμου να εκφραστεί με μια ριζοσπαστική, αριστερή ψήφο διαμαρτυρίας, σε κάποιον ή κάποιους από τους πιο αριστερούς σχηματισμούς, και συνεπώς σε μια εκλογική τους άνοδο. Και όμως, όχι μόνο τίποτα τέτοιο δεν συνέβηκε, όπως παραδοσιακά γινόταν στις ευρωεκλογές στο παρελθόν, αλλά το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ηττήθηκαν, ενώ η ΛΑΕ ουσιαστικά εκμηδενίστηκε.

Από την αρχή πρέπει να πούμε ότι η κύρια αιτία αυτής της έκβασης δεν είναι η «δυσκολία της περιόδου», ο «άγονος χαρακτήρας» της, κοκ, όσο και αν αυτά υπάρχουν και έπαιξαν το ρόλο τους. Η κύρια αιτία θα βρεθεί στη μη ρεαλιστική, εξωπραγματική πολιτική των τριών κομμάτων της κομμουνιστικής Αριστεράς, την πεισματική άρνησή τους να λάβουν υπόψη τις δυσκολίες της περιόδου και να χαράξουν μια αντίστοιχη στρατηγική και τακτική.

Μετά την έναρξη της κρίσης του 2007 και ιδίως μετά την υποχώρηση των μεγάλων κινημάτων των Αγανακτισμένων στα 2011-2012, μπήκαμε σε μια περίοδο υποχώρησης του κινήματος, τόσο σε πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο όσο και σε εγχώριο επίπεδο. Από τη μια μεριά εκδηλώθηκε η επίθεση του κεφαλαίου και των παραδοσιακών πολιτικών εκπροσώπων του (νεοφιλελευθερισμός στην αστικοφιλελεύθερη και σοσιαλδημοκρατική του εκδοχή) ενάντια στις κατακτήσεις των εργαζομένων. Από την άλλη, σε όλη την Ευρώπη, στις ΗΠΑ και σε αρκετές χώρες του Τρίτου Κόσμου σημειώθηκε μια σημαντική άνοδος της ακροδεξιάς και του νεοφασισμού. Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθεί το κίνημα σε μια αμυντική θέση, δεχόμενο επίθεση από δυο πλευρές, τη «μετριοπαθή» αστική πτέρυγα (κυρίαρχη ακόμη στα όργανα της ΕΕ) και την ακροδεξιά/νεοφασισμό.

Στις συνθήκες αυτές, το καθήκον των δυνάμεων της επαναστατικής αριστεράς ήταν η επεξεργασία μιας ευέλικτης, αμυντικής τακτικής, που να ανταποκρίνεται στα καθήκοντα του τωρινού σταδίου. Ωστόσο, και οι τρεις σχηματισμοί της στη χώρα μας, ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ΛΑΕ, κινήθηκαν σε αντίθεση κατεύθυνση. Υποστήριξαν, ο καθένας με τον τρόπο του, μια γραμμή αντεπίθεσης, οι όροι για την οποία δεν υπήρχαν και η οποία στην πράξη δυσχέραινε αντί να βοηθά τη συγκέντρωση των δυνάμεων του κινήματος.

Με το ΚΚΕ δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε αναλυτικά. Ακολούθησε με συνέπεια τη γραμμή της σταλινικής αναπαλαίωσης, που στην πράξη μεταφράζεται σε ένα είδος «επαναστατικής» νιρβάνας, την αναμονή της έλευσης του σοσιαλισμού, περίπου όπως οι χιλιαστές αναμένουν τη δευτέρα παρουσία του Χριστού. Αυτό πήρε τη μορφή μιας σεκταριστικής απάρνησης των συμμαχιών και καταγγελίας των πάντων, των άλλων αριστερών δυνάμεων αλλά και των κινημάτων, ως οπορτουνιστικών αν δεν βρίσκονται υπό την ηγεσία του ΚΚΕ, σε αντιστοιχία με τη σταλινική γραμμή του «σοσιαλφασισμού». Αυτά τα χαρακτηριστικά που καθορίζουν την πολιτική του ΚΚΕ από τότε που ανέλαβε η ηγεσία Παπαρήγα, μετά τη διάσπαση του 1991, ενισχύονταν μάλιστα συνεχώς στην πορεία.

Στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ κυριάρχησε ο σεκταρισμός και ο ηγεμονισμός των μικρών ομάδων. Διάφορες ορθοδοξίες, η κάθε μια από τις οποίες αξιώνει τη μαρξιστική ορθότητα και οι οποίες στην πράξη αποδεικνύονται όλες εξίσου αναποτελεσματικές, συγκρούστηκαν για την πρωτοκαθεδρία. Η βασική λογική ήταν και εδώ μια λογική «αντεπίθεσης», η οποία προβαλλόταν ρητά σε ανακοινώσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με το σχήμα να εμφανίζεται ως φορέας της, παρά τις τυπικές αναφορές στο ενιαίο μέτωπο. Στην πράξη, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με καίρια ευθύνη των δυο κύριων συνιστωσών της, του ΝΑΡ και του ΣΕΚ, απέτυχε να κάνει ένα ενιαίο μέτωπο ακόμη και με τον εαυτό της, κατεβάζοντας δυο ψηφοδέλτια στην Αθήνα.

Η ΛΑΕ ακολούθησε μια ανάλογη τακτική, επαγγελλόμενη διαρκώς μια αριστερή ανατροπή του πολιτικού σκηνικού, μια επικείμενη ριζοσπαστική διέξοδο από την «προδοσία» του ΣΥΡΙΖΑ, στην οποία θα πρωταγωνιστούσε η ίδια. Εισήγαγε όμως κάτι ποιοτικά νέο, που δεν το είχαμε δει μέχρι τώρα στην κομμουνιστική Αριστερά – ή, ακριβέστερα, το είχαμε δει περιορισμένα, στις επιλογές του ΚΚΕ για συνεργασία με την Κανέλλη, τον Ζουράρι, κοκ. Στην προσπάθειά της να προσδώσει μια επίφαση ρεαλισμού στις κατευθύνσεις της, άρχισε να εκτιμά σαν ριζοσπαστικές τις δυνάμεις της ακροδεξιάς και να επιζητεί τη συνεργασία μαζί τους. Εμφάνιζε απατηλά αυτές τις δυνάμεις σαν «αντισυστημικές» και πρόβαλλε συστηματικά τις εθνικιστικές, σκοταδιστικές θέσεις τους και τους εγχώριους και ξένους εκπροσώπους τους από την ιστοσελίδα της, την Ίσκρα. Το αποτέλεσμα ήταν να μετατραπεί η ηγεσία της ΛΑΕ σε ουραγό της άκρας αντίδρασης, σιγοντάροντας την υστερία για το «Μακεδονικό» και προωθώντας ποικιλότροπα την ατζέντα της.

Αυτή η γραμμή δεν είχε βέβαια την υποστήριξη όλων των συνιστωσών της ΛΑΕ, αρκετές από τις οποίες στην πορεία αποχώρησαν ή έμειναν παράμερα. Επιβλήθηκε από το πλειοψηφικό Αριστερό Ρεύμα και πρώτα και κύρια, σε αποφασιστικό βαθμό, προσωπικά από τον επικεφαλής της, Π. Λαφαζάνη.

Η εκλογική συντριβή της ΛΑΕ ήταν το αποτέλεσμα των παραπάνω επιλογών, που την αποξένωσαν από τον κόσμο της Αριστεράς και καταρράκωσαν την αξιοπιστία της. Ταυτόχρονα, με τις επιλογές της αυτές η ηγεσία της ΛΑΕ συνετέλεσε ουσιαστικά στην επιτυχία της ακροδεξιάς στις ευρωεκλογές, στο βαθμό που ταυτιζόταν ουσιαστικά με την ιδεολογία των Βελόπουλων. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, επειδή πρόκειται για μια εκφυλιστική και ταυτόχρονα εξαιρετικά επικίνδυνη κατεύθυνση, αλλά και ενόψει της προσπάθειας του Π. Λαφαζάνη να παρερμηνεύσει το εκλογικό αποτέλεσμα[1], είναι επιτακτικό να ασχοληθούμε κάπως εκτενώς με τα αίτια που οδήγησαν τη ΛΑΕ στο σημερινό αδιέξοδο.

Η πορεία της ΛΑΕ από την ίδρυσή της ως σήμερα

Όταν πριν τέσσερα χρόνια ξεκινούσε το εγχείρημά της η ΛΑΕ μπορούσε να υπολογίζει σε 25 βουλευτές, ενώ είχε προσχωρήσει σε αυτή ένα πολύ σημαντικό ποσοστό των μελών και του στελεχικού δυναμικού του ΣΥΡΙΖΑ μαζί με ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Το 2,86% στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015 μπορεί να μην ήταν αυτό που περίμενε η ηγεσία της και ο αριστερός κόσμος που την ψήφισε, ήταν όμως ένα ευπρεπές ποσοστό, που μπορούσε να χρησιμεύσει σαν αφετηρία για να χτιστεί ένα σύγχρονο κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, πραγματικά άξιο αυτού του ονόματος, με ρίζες στα κινήματα και στην κοινωνία. Ήταν διάχυτη η ελπίδα ότι θα δημιουργηθεί ένας νέος πόλος, χωρίς τις σταλινικές αγκυλώσεις του ΚΚΕ και τα βαρίδια του ρεφορμισμού-αριστερισμού, που θα συσπείρωνε ότι υγιές και ζωντανό υπάρχει στην Αριστερά.

Σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, όχι μόνο τίποτε από αυτά δεν υλοποιήθηκε, αλλά αυτό που έχει απομείνει είναι ένα σκιάχτρο, χωρίς αριστερή ταυτότητα, κατεύθυνση και προοπτική. Ο κόσμος που είχε ενταχθεί στις τοπικές οργανώσεις της ΛΑΕ αποχώρησε μαζικά στην πορεία και αυτό που απέμεινε είναι ο κεντρικός μηχανισμός, το στελεχικό δυναμικό του Αριστερού Ρεύματος. Οι περισσότερες άλλες ομάδες είτε αποχώρησαν είτε περιθωριοποιήθηκαν.

Ποιοι ήταν οι λόγοι αυτής της αποτυχίας;

Η θεμελίωση ενός σύγχρονου αριστερού κόμματος προϋπέθετε δυο πράγματα. Πρώτο, μια ξεκάθαρη οριοθέτηση απέναντι στο παρελθόν, ιδιαίτερα η ρήξη με τις σταλινικές παραδόσεις που κουβαλούσε το προερχόμενο από το ΚΚΕ τμήμα της ΛΑΕ, το οποίο αποτέλεσε τον κορμό του Αριστερού Ρεύματος. Και δεύτερο, μια σοβαρή συζήτηση της εμπειρίας του ΣΥΡΙΖΑ, της πορείας ιδιαίτερα του εγχειρήματος της «Κυβέρνησης της Αριστεράς» και των λόγων της αποτυχίας του. Και τα δυο ήταν αδύνατα χωρίς μια σταθερή στήριξη στο μαρξισμό και μια οικοδόμηση παραπέρα της ΛΑΕ με βάση τις αρχές της πραγματικής εσωκομματικής δημοκρατίας, μακριά από τις αρχηγικές πρακτικές που διέκριναν τον ΣΥΡΙΖΑ.

Αναφορικά με το ζήτημα της «Κυβέρνησης της Αριστεράς», που ήταν και το πιο άμεσα επιτακτικό, μια σοβαρή ανάλυση θα έπρεπε να σταθεί στην απουσία σχεδίου όχι μόνο στη ρεφορμιστική πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και την Αριστερή Πλατφόρμα και τις άλλες συνιστώσες που σχημάτισαν τη ΛΑΕ. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε στην κυβέρνηση όχι χάρη σε κάποια κινηματική ανάταση ή εξέγερση, αλλά μετά από μια κοινοβουλευτική νίκη, καθυστερημένη ηχώ των κινημάτων του 2011-12, σε μια κατάσταση που ήδη διακρινόταν από μια μερική υποχώρηση του κινήματος σε όλη την Ευρώπη. Η πάλη στους δρόμους είχε δώσει τη θέση της σε κοινοβουλευτικές προσδοκίες αλλά και ασαφείς ελπίδες μιας επικείμενης νέας ευρωπαϊκής αριστερής ανάτασης, συνδεμένες με την έκβαση του εγχειρήματος. Στις συνθήκες αυτές, μια συνολική ρήξη με την ΕΕ δεν ήταν άμεσα ρεαλιστική, χωρίς να σημαίνει όμως αυτό ότι δεν μπορούσε να γίνει και τίποτα. Μια αναστολή των πληρωμών του χρέους όσο κρατούσε η διαπραγμάτευση, η άμεση επιβολή ελέγχου στις εξαγωγές κεφαλαίων από τον Ιανουάριο του 2015, η εκλογή ενός αριστερού προέδρου της δημοκρατίας, κοκ, ήταν τα βήματα που θα διασφάλιζαν την ικανότητα της χώρας και της κυβέρνησης να αντισταθεί στις πιέσεις των δανειστών και να τους αναγκάσει, δεδομένου ότι μια τυχόν χρεοκοπία της Ελλάδας εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους και για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, σε υποχωρήσεις. Η ηγεσία Τσίπρα απέφυγε κάθε τέτοια ενέργεια, γιατί δεν είχε μια προοπτική σύγκρουσης, αλλά και η αριστερή πτέρυγα απέτυχε σε κάθε βήμα να υποδείξει τις αναγκαίες επιλογές. Το αποτέλεσμα ήταν να φυγαδευτούν δεκάδες δις στο εξωτερικό και να μηδενιστούν τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας, ώστε το δημοψήφισμα κάτω από τις συνθήκες αυτές, όποιο και αν ήταν το αποτέλεσμά του, δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει σε υποταγή στους δανειστές και σε διαγραφή της αριστερής πτέρυγας από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Τίποτα από αυτά δεν έγινε και δεν εκτιμήθηκε. Αντί γι’ αυτό υιοθετήθηκε ένα εύκολο και ανυπόστατο αφήγημα σύμφωνα με το οποίο η ρήξη με την ΕΕ και η «εθνική ανεξαρτησία» της χώρας, που θα άνοιγε μάλιστα το δρόμο για μια σοσιαλιστική προοπτική, ήταν άμεσα εφικτή. Θα διασφαλιζόταν, υποτίθεται, χάρη στη βοήθεια της Ρωσίας του Πούτιν, ο οποίος βέβαια δεν είχε δώσει ούτε ένα δολάριο στην Κύπρο όταν είχε βρεθεί προηγούμενα αντιμέτωπη με το ίδιο πρόβλημα, κάτω από την αριστερή επίσης κυβέρνηση του Χριστόφια.

Το εγχείρημα της ΛΑΕ τοποθετήθηκε έτσι εξαρχής πάνω σε μη ρεαλιστικές βάσεις, χωρίς πολιτικά και προγραμματικά θεμέλια. Αν εξαιρέσουμε την καθυστερημένη ιδρυτική της Συνδιάσκεψη το 2016, δεν υπήρξε στην τετραετία 2015-2019 ούτε ένα κομματικό συνέδριο. Δεν υπήρχε πολύ περισσότερο ιδεολογική-θεωρητική αποσαφήνιση και παραγωγή πολιτικής. Αντί γι’ αυτό, σαν υποκατάστατο, υιοθετούνταν ένας κενός καταγγελτικός λόγος, που κατέληγε τελικά στο ότι για όλα έφταιγε ο Τσίπρας και ότι αν ήταν στη θέση του ο Λαφαζάνης η πορεία της χώρας θα ήταν εντελώς διαφορετική. Αυτό που προέκυψε ήταν ένα αρχηγικό κόμμα μηχανισμών, στο οποίο ο Π. Λαφαζάνης και ο στενός του κύκλος ασκούσαν την καθοδήγηση με ελιγμούς παρασκηνίων, χωρίς να παρουσιάζουν οποιεσδήποτε θέσεις και να ενδιαφέρονται να πείσουν και να συσπειρώσουν γύρω από αυτές. Στην πράξη, οικοδομήθηκε ένα εντελώς μικροαστικό κόμμα, χωρίς αναφορές ή στηρίγματα στην εργατική τάξη και τη μαρξιστική παράδοση, το οποίο απλά, αντί για τη λογική της ευκολίας των ρεφορμιστών του ΣΥΡΙΖΑ (θα τα βρούμε με τους δανειστές, κ.λπ.) ευαγγελιζόταν μια εύκολη διέξοδο από την ευκολία.

Αυτά τα χαρακτηριστικά και οι κατευθύνσεις αποτέλεσαν τη βάση για τη συνάντηση με τα κάθε λογής ακροδεξιά και εθνικιστικά ρεύματα, που πήρε διαστάσεις ιδιαίτερα στην τελευταία διετία. Από προηγούμενα, βέβαια, υπήρχαν τέτοια στοιχεία στην εικόνα της ΛΑΕ, συνδεόμενα ιδιαίτερα με το ΔΗΚΚΙ και με αρθρογράφους της Ίσκρα όπως ο Αποστολόπουλος. Στην τελευταία περίοδο, όμως, η Ίσκρα, χωρίς να έχει υπάρξει καμιά πολιτική απόφαση και με προσωπική πρωτοβουλία του επικεφαλής της ΛΑΕ, ανοίχτηκε σε κάθε λογής ακροδεξιούς και εθνικιστές δημοσιολόγους, εγχώριους και ξένους. Εκατοντάδες και εκατοντάδες άρθρα έφτασαν να εμφανίζουν ως αντισυστημικές δυνάμεις τον πρόεδρο Τραμπ, τον Πούτιν και τη Λε Πεν. Δημοσιεύθηκαν κείμενα ακροδεξιών ελευθεριακών των ΗΠΑ όπως ο Πολ Κρεγκ Ρόμπερτς (το αμερικανικό ανάλογο του Πλεύρη) και ο Πάρτικ Μπιουκάναν που εμφάνιζαν μια ενδεχόμενη απομάκρυνση του Τραμπ ως καταστροφή της ανθρωπότητας· κείμενα του Αποστολόπουλου και άλλων, προερχόμενων κυρίως από το ΕΠΑΜ, σχολιαστών, που καλούσαν σε υπερψήφιση της Λε Πεν ως μέσο για τη διασφάλιση της ειρήνης στην Ευρώπη· κείμενα διαφόρων εθνικιστών και θρησκόληπτων που με αφορμή τη συμφωνία των Πρεσπών επιδίδονταν στην πιο χυδαία ακροδεξιά πατριδοκαπηλία· αναλύσεις δημοσιολόγων στο στιλ των Ιγγλέση, Γρίβα, κ.λπ., που προπαγάνδιζαν τα γεωπολιτικά σλόγκαν της «Ευρασίας», «θεωρητικά» δεκανίκια για τον επεκτατισμό του Πούτιν. Ακόμη και η «Επανεκκίνηση», ένα νέο «Δίκτυο 21» που ίδρυσαν οι τελευταίοι, σε εκδηλώσεις του οποίου συνεισέφεραν μορφές όπως οι Καζάκης, Κυριάκοπουλος, Σπάθας και άλλα αστέρια του χώρου, προβλήθηκε στην Ίσκρα. Αποκορύφωμα ήταν η συνέντευξη του Π. Λαφαζάνη στο κανάλι «Επανελλήνισις» του Πλεύρη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ίσκρα έχει καταχωρήσει ακόμη και κείμενα του Βασίλη Βιλιάρδου (του υπαρχηγού του Βελόπουλου, το τελευταίο γραμμένο μόλις ένα μήνα πριν την προσχώρησή του στην Ελληνική Λύση) αλλά και του Λευτέρη Χαραλαμπόπουλου, ψευδο-αριστερού υπαλλήλου του Μαρινάκη, που έχει διακριθεί μεταξύ άλλων για την υπεράσπιση των απολύσεων των εργαζόμενων στον Όμιλο Μαρινάκη, την επιπέδου «Μακελειό» αρθρογραφία του στην περίοδο της εθνικής τραγωδίας στο Μάτι, κ.ά. Κοντολογίς, οι μόνοι αστέρες της ακροδεξιάς που δεν πρόβαλε ακόμη η Ίσκρα είναι ίσως ο Μιχαλολιάκος και ο Κασιδιάρης – οι υπόλοιποι είχαν όλοι την τιμητική τους στις αναρτήσεις της τα 2-3 τελευταία χρόνια.

Αυτές οι δραστηριότητες δεν ήταν φυσικά καθόλου αθώες, ούτε μπορεί να δικαιολογηθούν με το πρόσχημα της ενημέρωσης. Στην πραγματικότητα, η Ίσκρα ουσιαστικά υιοθέτησε και πρόβαλε συστηματικά αυτές τις απόψεις, τις ακροδεξιές, εθνικιστικές απόψεις, βοηθώντας άμεσα στη νομιμοποίησή τους και τη διεύρυνση της επιρροής τους στην ελληνική κοινωνία. Η ηγεσία της ΛΑΕ συνεισέφερε έτσι στην προεκλογική καμπάνια των Βελόπουλων και παραπέρα στην προωθούμενη αναδιάταξη της ελληνικής ακροδεξιάς, με την ανάδειξη ενός πιο mainstream ακροδεξιού κόμματος, που φιλοδοξεί να γίνει η Ελληνική Λύση, και την ακόμη πιο άμεση ανάμειξη του Μαρινάκη στην πολιτική, που θα διαμόρφωνε και στη χώρα μας ένα επιθετικό ακροδεξιό μπλοκ όπως εκείνο της Ιταλίας.

Ο ρόλος του Παναγιώτη Λαφαζάνη

Για την εκφυλιστική και αυτοκαταστροφική πορεία της ΛΑΕ έχει τεράστιες ευθύνες ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, ο οποίος με την αρχηγική, αντιενωτική και αυταρχική πρακτική του επέβαλε τις κατευθύνσεις που οδήγησαν σε αυτή. Η παραίτησή του μετά τις εκλογές, σε συνδυασμό με την υποτιθέμενη, στην πραγματικότητα τελείως υποκριτική, από μέρους του ανάληψη της ευθύνης για τη συντριβή της ΛΑΕ, καθιστά αναγκαίο να συζητήσουμε αυτές τις ευθύνες.

Στη εισήγησή του στην Κεντρική Επιτροπή του Αριστερού Ρεύματος, ο Λαφαζάνης δήλωσε μεταξύ άλλων: «Η Αριστερά στην χώρα μας και μέσα σε αυτήν και η ΛΑΕ, οφείλει να επαναθεμελιωθεί εκ βάθρων και χωρίς αναστολές, μέσα από τη συνέχεια των καλύτερων παραδόσεων της». Και δήλωσε ακόμη: «Η Αριστερά… αντιμετωπίζει στην χώρα μας και ένα άλλο κρίσιμο δίλημμα: ή θα καταξιωθεί εκ νέου ως η κατ’ εξοχήν βαθιά πατριωτική δύναμη της εθνικής μας ζωής ή θα πνιγεί βαλτωμένη στην αναξιοπιστία και σε μύριες ανεπίλυτες αντιφάσεις».

Ένα πρώτο ερώτημα είναι: Ποιες εννοεί σαν «καλύτερες παραδόσεις» της Αριστεράς ο Π. Λαφαζάνης; Στην εισήγησή του όχι μόνο δεν αναφέρθηκε ρητά σε καμιά από αυτές, αλλά ουσιαστικά αποκήρυξε το σύνολο αυτών των παραδόσεων: «Όλα τα μέχρι τώρα ιστορικά νικηφόρα εγχειρήματα της Αριστεράς, παρά τις όποιες αρχικές κατακτήσεις τους, δεν μπόρεσαν να έχουν θετική προοπτική και στην πορεία ηττήθηκαν, αφήνοντας συχνά πίσω τους μελανές σελίδες».

Για να γίνουμε σαφέστεροι, το 2011-2012 ο Π. Λαφαζάνης έκανε λόγο, σε ομιλίες του στο Αριστερό Ρεύμα, προκαλώντας μάλιστα ενθουσιασμό στους παρευρισκόμενους, για την ανάγκη ενός «νέου μπολσεβικισμού»[2]. Από τη δημιουργία της ΛΑΕ αυτές οι αναφορές εξαφανίστηκαν από το λόγο του. Αν τις εννοούσε σοβαρά, θα έπρεπε να αποσαφηνίσει τη θέση του, ανοίγοντας μια σχετική συζήτηση στα 100χρονα του Οκτώβρη το 2017. Στην πραγματικότητα σιώπησε εντελώς για το θέμα· στο διαδίκτυο δεν εμφανίζεται ούτε καν μια τυπική δήλωσή του για τη σημασία της Οκτωβριανής Επανάστασης με αφορμή τα 100χρονά της. Παρόμοια δεν θα βρούμε ούτε μια δήλωσή του για τον Μαρξ, με αφορμή τα 200 χρόνια από το γέννησή το 2018, μια επέτειο την οποία τίμησαν φυσιογνωμίες άσχετες με το κομμουνιστικό κίνημα όπως ο Πρόεδρος της ΕΕ Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ. Επομένως, είναι σαφές ότι ο Π. Λαφαζάνης δεν συγκαταλέγει πλέον στις «καλύτερες παραδόσεις» της Αριστεράς το έργο των Μαρξ και Λένιν. Αν το έκανε θα έβρισκε κάτι ουσιώδες να πει γι’ αυτούς, αυτός όμως δεν είπε ούτε μια λέξη, έστω για τα μάτια του κόσμου.

Από την άλλη μεριά, ενώ άφησε τελείως αδιευκρίνιστες τις «αριστερές παραδόσεις», ο Π. Λαφαζάνης ήταν απολύτως σαφής για το τι θεωρεί «πατριωτικό». Αυτό που έχει υπόψη είναι η συστράτευση της ΛΑΕ στο εθνικιστικό κίνημα ενάντια στη Συμφωνία των Πρεσπών, η συμμετοχή στα εθνικιστικά συλλαλητήρια και η εκλογική συμπόρευση με ακροδεξιές εθνικιστικές ομάδες και σχήματα στο στιλ του ΕΠΑΜ, του Άρδην, κ.λπ., οι εκπρόσωποι των οποίων προβάλλονται κατά κόρο στην Ίσκρα. Η «ευθύνη» που ανέλαβε ο Λαφαζάνης είναι ότι δεν επέβαλε αυτή την κατεύθυνση, διαγράφοντας ή αναγκάζοντας σε αποχώρηση από τη ΛΑΕ όσους διαφωνούσαν. Είπε μεταξύ άλλων:

«Θεωρώ υποχρέωσή μου να πω πως είναι αδιανόητο ότι δεν μπορέσαμε ως σχήμα της ΛΑ.Ε να βγάλουμε μια κοινή θέση για την Συμφωνία των Πρεσπών, ενώ όταν προσωπικά διαρκώς εκφωνούσα μια άποψη εναντίον αυτής της Συμφωνίας μια άποψη που είχε αρχή, μέση και τέλος, δεχόμουνα καταιγιστικά πυρά και εύκολες κατηγορίες για εθνικισμό, οι οποίες συχνά έφταναν από επαγγελματικά αριστερόμετρα σε πρωτοφανείς συκοφαντικές κατηγορίες, οι οποίες, δυστυχώς, έβρισκαν έδαφος στις γραμμές των άλλων συνιστωσών της ΛΑ.Ε αλλά ακόμα και του Αριστερού Ρεύματος. Λυπάμαι ειλικρινά… Ως κύρια και μεγαλύτερη ευθύνη μου θεωρώ, όμως, ότι, παρά τις κατά καιρούς προτάσεις μου, δεν επιχείρησα, με επιμονή, σθένος και διαδικασίες δημιουργικού σοκ ώστε να πραγματοποιηθούν, όλες εκείνες οι ριζοσπαστικές τομές και βαθιές ανατροπές που όφειλαν να γίνουν στην ΛΑ.Ε για να προχωρήσει η αναγκαία κατά την γνώμη μου πολιτική, ιδεολογική, προγραμματική, οργανωτική της ανασυγκρότηση και επαναθεμελίωσή της με σύγχρονους ριζοσπαστικούς όρους. Δίστασα να προβώ σε ένα τέτοιο πολύ τολμηρό εγχείρημα, ενώ είχα πλήρη συνείδηση της αναγκαιότητάς του, διότι αυτό μοιραία θα επέφερε στην ΛΑ.Ε μεγάλες συγκρούσεις, ρήξεις, αναδιατάξεις, και αποχωρήσεις, ενδεχομένως και μεγάλες ανακατατάξεις και αποχωρήσεις από το Ρεύμα, ενώ ήταν και αβέβαιη και η τελική νικηφόρα εξέλιξη του εγχειρήματος».

Αυτή η «αυτοκριτική» τοποθέτηση ασφαλώς έχει αρχή, μέση και τέλος, δεν παύει όμως να είναι μια καιροσκοπική, τυχοδιωκτική τοποθέτηση. Ουσιαστικά, ο Π. Λαφαζάνης κάνει «αυτοκριτική» για το ότι δεν έσυρε πλήρως τη ΛΑΕ στη γραμμή που ακολούθησε ο ίδιος (η κατά κόρο προβολή των ακροδεξιών εθνικιστών στην Ίσκρα, η εμφάνισή του στο Επανελλήνισις, κοκ). Με απλά λόγια, δηλαδή, «μετανιώνει» για το ότι δεν απαρνήθηκε πλήρως τις παραδόσεις της Αριστεράς λόγω των αντιδράσεων που θα συναντούσε και καλεί να ολοκληρωθεί τώρα αυτή η απάρνηση – αυτή είναι η «ευθύνη» που αναλαμβάνει.

Για τη Συμφωνία των Πρεσπών θεωρούμε ότι η επαναστατική, διεθνιστική Αριστερά πρέπει να την υποστηρίζει σήμερα κυρίως επειδή, σε μια εποχή όξυνσης των ιμπεριαλιστικών και εθνικών αντιθέσεων και των πολεμικών κινδύνων, απομακρύνει για ένα διάστημα το ενδεχόμενο των εθνικών συρράξεων στην περιοχή, κερδίζοντας χρόνο για την ανασύνταξη των δυνάμεων του κινήματος. Χωρίς να επεκταθούμε διεξοδικά, παραθέτουμε την εκτίμηση αυτού του ζητήματος από σχετική ανακοίνωση του Ξεκινήματος:

«Η προφανής λύση σε αυτό το πρόβλημα ήταν να υπάρξει κάποιος προσδιορισμός στην χρήση του ονόματος Μακεδονία. Προσδιορισμός που να αφορά είτε την εθνότητα (π.χ. “Ελληνική Μακεδονία”, “Σλαβική Μακεδονία” κ.λπ.) είτε γεωγραφικός (όπως το Βόρεια Μακεδονία). Αυτή θα έπρεπε να ήταν η θέση της Αριστεράς σ’ όλη αυτή την ιστορική διαδρομή της αντιπαράθεσης ανάμεσα στις δύο χώρες. Το γεγονός ότι τη συμφωνία τελικά την υπογράφει η κυβέρνηση του Τσίπρα δεν είναι λόγος για να στέκεται απέναντί της η Αριστερά. Η Αριστερά δεν πρέπει να έχει στο μυαλό της σαν κεντρικό ζήτημα τις εσωτερικές πολιτικές διαμάχες αλλά τα βήματα που μπορούν να βοηθήσουν τους δύο λαούς και τα εργατικά κινήματα να έρθουν πιο κοντά και να χτίσουν κοινούς αγώνες ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό. Μ’ αυτή την έννοια, η λύση αυτού του προβλήματος που ταλαιπωρούσε τις δύο χώρες για τόσο καιρό πρέπει κατ’ αρχήν να εκληφθεί ως θετική»[3].

Σε αυτό το ζήτημα το Ξεκίνημα έσωσε την τιμή της ελληνικής κομμουνιστικής Αριστεράς, γιατί αν δεν βρισκόταν έστω μια ομάδα να πάρει σωστή θέση, αυτό θα σήμαινε πως βρισκόμαστε στο απόλυτο μηδέν. Και θα είναι δείγμα αξίας των άλλων ομάδων, ιδιαίτερα όσων προβαίνουν σε μια σωστή κατ’ αρχή εκτίμηση των αμυντικών καθηκόντων του κινήματος, να αναγνωρίσουν την ορθότητά της.

Τίθεται το ερώτημα: Δεν υπήρχε κάποιος άλλος δρόμος να ακολουθήσει τα τελευταία χρόνια η ΛΑΕ; Η ταύτιση με την ακροδεξιά και τον εθνικισμό που προώθησε ο Π. Λαφαζάνης ήταν μονόδρομος;

Φυσικά υπήρχε και θα έφερνε αποτέλεσμα. Οι παραδόσεις του κομμουνιστικού κινήματος παρέχουν τέτοια παραδείγματα.

Το 1924-26, σε συνθήκες όχι απλά ανόδου της ακροδεξιάς και του φασισμού, αλλά φασιστικής δικτατορίας και ουσιαστικά παρανομίας, ο Γκράμσι μπόρεσε να ανασυντάξει το ΚΚ της Ιταλίας, τριπλασιάζοντας τον αριθμό των μελών του, ενώνοντας τις ομάδες του γύρω από μια κοινή κεντρική πολιτική γραμμή και εξασφαλίζοντας την αύξηση της επιρροής του και την κοινοβουλευτική του εκπροσώπηση. Το 1935 ο Αντρέ Νιν ένωσε στην Ισπανία τις τροτσκιστικές και μπουχαρινικές ομάδες της χώρας, και το ΠΟΥΜ, το κόμμα που προέκυψε, έφτασε σε ένα χρόνο να έχει 30.000 μέλη.

Αυτός ο δρόμος έπρεπε να είχε ακολουθηθεί. Και αυτό το δρόμο καλούμαστε να ακολουθήσουμε σήμερα, ενώνοντας στη χώρα μας όσες ομάδες έχουν μια σωστή εκτίμηση του χαρακτήρα του τωρινού σταδίου και συγκεντρώνοντας κάθε τι ζωντανό μέσα στο κίνημα, δίνοντας ελπίδα και προοπτική στον αριστερό κόσμο που σε αυτές τις εκλογές προτίμησε την αποχή. Αυτό όμως προϋποθέτει μια σταθερή εναντίωση στις τυχοδιωκτικές κατευθύνσεις που οδήγησαν στην καταστροφή τη ΛΑΕ.

Και τώρα τι;

Το ερώτημα «Και τώρα τι;», ενόψει και των επικείμενων εκλογών του Ιούλη, είναι επίκαιρο όχι μόνο για τη ΛΑΕ αλλά και όλη την εκτός ΚΚΕ κομμουνιστική Αριστερά. Βέβαια για τη ΛΑΕ μπαίνει επιτακτικά σαν ερώτημα επιβίωσης, σαν ερώτημα για το αν μπορεί να διασωθεί κάτι από την αποσύνθεση και τη συντριπτική ήττα της στις εκλογές. Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα και να χαραχτεί μια σοβαρή, ρεαλιστική αριστερή πολιτική δεν αρκεί να ηττηθούν αποφασιστικά οι κατευθύνσεις του Π. Λαφαζάνη που οδήγησαν στο τωρινό αδιέξοδο. Θα πρέπει –και αυτό αφορά και τις εκτός ΛΑΕ ομάδες– να εκτιμηθούν σωστά ο χαρακτήρας της περιόδου και τα βασικά δεδομένα που προέκυψαν από τις εκλογές.

Σημειώσαμε ήδη –και τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών στην Ελλάδα και την Ευρώπη το επιβεβαιώνουν– ότι βρισκόμαστε σε μια αμυντική περίοδο και ότι οι λογικές της αντεπίθεσης, κυρίαρχες στην ελληνική κομμουνιστική Αριστερά, είναι βαθιά λαθεμένες. Αυτή η εκτίμηση δίνει την ουσία της τωρινής στιγμής, δεν είναι όμως πλήρης. Ακριβέστερα θα έπρεπε να πούμε ότι από το 2007 έχουμε μπει σε μια περίοδο συστημικής αστάθειας, στην οποία αναπτύσσεται η επίθεση του κατεστημένου για να επιτύχει μια κοινωνικο-οικονομική και πολιτική αναδιάταξη που θα σταθεροποιήσει εκ νέου το καπιταλιστικό σύστημα. Αυτή η προσπάθεια ολοφάνερα αποτυχαίνει, η κρίση δεν έχει ξεπεραστεί πραγματικά, δεν παύει όμως ταυτόχρονα να είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Και αυτό εκφράζεται με τις συνεχείς αναδιατάξεις στο πολιτικό σκηνικό και ιδιαίτερα με την ενίσχυση των νεοφασιστικών και ακροδεξιών δυνάμεων, που δεν είναι τόσο γρήγορη όσο προέβλεπαν οι δημοσκοπήσεις πριν τις ευρωεκλογές, αλλά παρ’ όλα αυτά προχωρά.

Ειδικά σε σχέση με τη χώρα μας πρέπει να επισημανθούν τα εξής τρία σημεία:

1. Η σχεδόν σίγουρη αυτοδυναμία της ΝΔ. Αυτό σημαίνει μεταξύ άλλων ότι ακόμη και αν η εκτός ΚΚΕ Αριστερά εξασφαλίσει μια κοινοβουλευτική εκπροσώπηση στις μεθεπόμενες εκλογές, που θα γίνουν με απλή αναλογική, αυτή δεν θα έχει συνέχεια. Η κυβέρνηση της ΝΔ θα ψηφίσει ένα νέο εκλογικό νόμο, πιθανότατα χειρότερο από τον τωρινό. Επιπρόσθετα, όλα τα δεδομένα δείχνουν ότι θα πρόκειται για μια επιθετική και ρεβανσιστική δεξιά. Ωστόσο, τα περιθώριά της θα είναι περιορισμένα, εξαρτώμενα από μια εντελώς χλωμή και υποθετική στην παρούσα στιγμή ανάκαμψη στην παγκόσμια οικονομία. Η φιλελεύθερη αστική πτέρυγα μπορεί να αποδίδει στην τεχνοκρατική διαχείριση σε στιγμές σταθερότητας του συστήματος, σε στιγμές αστάθειας όμως είναι τελείως ανεπαρκής και ακατάλληλη.

2. Η αναδιάταξη στο χώρο της ακροδεξιάς με την άνοδο της Ελληνικής Λύσης και την υποχώρηση της Χρυσής Αυγής. Η εκτίμηση που έγινε από πολλές πλευρές για ήττα και υποχώρηση του φασισμού είναι παραπλανητική. Το συνολικό ποσοστό των δυο κομμάτων και κάμποσων ακόμη μικρότερων ακροδεξιών σχηματισμών που κινήθηκαν μεταξύ 0,5-1,5% είναι το μεγαλύτερο της ακροδεξιάς στην ελληνική ιστορία. Στην πραγματικότητα, αυτό που συντελέστηκε είναι μια ανασύνταξη του χώρου στην κατεύθυνση που έχει ήδη εκπληρωθεί στην Ευρώπη, της δημιουργίας μιας πιο «αποδεκτής» και «αξιόπιστης» ακροδεξιάς τύπου Μαρίν Λε Πεν, που αποστασιοποιείται υποκριτικά από το νεοφασισμό. Στις εκλογές έγινε το πρώτο βήμα αυτής της ανασύνταξης, που παρά την προφανή ανεπάρκεια του Βελόπουλου, θα προχωρήσει παραπέρα. Αν στην πορεία, μετά από την αποτυχία της ΝΔ, συναντηθεί με μια ενεργή είσοδο του Μαρινάκη στην πολιτική, το σχηματισμό ενός νέου δεξιού κόμματος, κ.λπ., θα είναι ορατός ο κίνδυνος μιας αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού τύπου Ιταλίας.

Η δυνατότητα να γίνει ο Μαρινάκης Μπερλουσκόνι της Ελλάδας είναι υπαρκτή και πρέπει να απασχολεί σοβαρά τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής Αριστεράς. Η άμεση εμπλοκή του Μαρινάκη στην πολιτική στο Δήμο Πειραιά, η εξαγορά του ΔΟΛ, η δημιουργία τηλεοπτικού καναλιού, είναι όλα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, τα βήματα που ακολούθησε και ο ίδιος ο Μπερλουσκόνι. Δεν είναι λιγότερο σημαντικό ότι ενώ σε αυτή τη φάση εμφανίζεται να υποστηρίζει τη ΝΔ και διαψεύδει ότι προτίθεται να παίξει ενεργό πολιτικό ρόλο, φροντίζει ταυτόχρονα κατά καιρούς να αδειάζει τον Μητσοτάκη, τον οποίο ο Χαραλαμπόπουλος αποκάλεσε «Γκούφι» σε άρθρο το Νοέμβρη του 2018, χαρακτηρίζοντας ταυτόχρονα τη ΝΔ «συνονθύλευμα»[4]. Τέλος δεν θα πρέπει να υποτιμηθούν το 45% του Μώραλη και το 55% του Μπέου (που δήλωσε μετά την εκλογή του ότι «στις εθνικές εκλογές θα γίνει της π…»), ως ένα πρόπλασμα αυτού που μπορεί να συμβεί αν δεν αναπτυχθεί έγκαιρα μια πραγματική αριστερή εναλλακτική: σε συνθήκες κρίσης, όταν αυτό λείπει, οι κατεστραμμένοι μικροαστοί στρέφονται στην επιθετική αντίδραση και το φασισμό.

Οι κατευθύνσεις και τα «δημιουργικά σοκ» του Λαφαζάνη είναι εγκληματικές γιατί μετατρέπουν την Αριστερά σε ουραγό και βοηθό αυτής της ακροδεξιάς αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού. Όσοι στο όνομα της Αριστεράς υποβοηθούν αυτές τις κατευθύνσεις ενεργούν στην πράξη σαν νεροκουβαλητές των Βελόπουλων.

3. Ο κίνδυνος μιας αρνητικής και αδιέξοδης παγίωσης στο χώρο της κομμουνιστικής Αριστεράς. Για δεκαετίες στη χώρα μας ο κίνδυνος μιας ολοκληρωτικής υπερίσχυσης του νεοσταλινισμού του ΚΚΕ είχε αποφευχθεί, κυρίως λόγω της παρουσίας μια εναλλακτικής, έστω ρεφορμιστικής Αριστεράς, εκπροσωπούμενης αρχικά από το Συνασπισμό και αργότερα από τον ΣΥΡΙΖΑ. Σήμερα, μετά την ολοσχερή αποτυχία της ΛΑΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ο κίνδυνος αυτός είναι ορατός. Ταυτόχρονα, είναι επίσης ορατό το ενδεχόμενο, ενόψει της επιθετικής δεξιάς που θα έλθει, να αναζωογονηθεί η δυναμική ενός μεταλλαγμένου ΣΥΡΙΖΑ, εγκλωβίζοντας εκ νέου ριζοσπαστικά στρώματα του λαού που θα αναζητούν ένα στήριγμα. Διαμορφώνεται έτσι η απειλή να προκύψει μια κατάσταση παρόμοια με εκείνη στα χρόνια της ανόδου του ναζισμού στη Γερμανία, όταν δυο σταθερά αναχώματα, το ΚΚΓ και το SPD, εμπόδισαν την οργάνωση ενός σοβαρού αγώνα ενάντια στον Χίτλερ, παρότι ο δρόμος είχε υποδειχτεί από τον Τρότσκι.

Αυτού του είδους η παγίωση πρέπει να αποφευχθεί, και ο μόνος δυνατός τρόπος στην παρούσα στιγμή είναι η είσοδος του κόμματος του Βαρουφάκη στη Βουλή. Γι’ αυτό, και ανεξάρτητα από τις σοβαρές ενστάσεις για τις θέσεις του, είναι αναγκαία η αναζήτηση των όρων μιας συνεργασίας της ριζοσπαστικής Αριστεράς με το ΜΕΡΑ25, που θα δώσει μια δυνατότητα εκπροσώπησης στη Βουλή και στις δυνάμεις της.

Αυτά τα πραγματικά δεδομένα της κατάστασης δεν συνειδητοποιούνται ακόμη και από κομμουνιστικές ομάδες που προβαίνουν σε μια ρεαλιστική ανάγνωση του εκλογικού αποτελέσματος. Για να αρκεστούμε σε ένα παράδειγμα, σε ανακοίνωση του Συλλόγου Γ. Κορδάτος σημειώνεται η «συντηρητική στροφή και η άνοδος της ακροδεξιάς» που σηματοδοτούν «τις ρεβανσιστικές διαθέσεις του μονοπωλιακού κεφαλαίου», καθώς και «η ανεπάρκεια και τα αδιέξοδα των κομμάτων της Αριστεράς», που εκφράστηκαν με την εκλογική τους αποτυχία. Τέλος, ειδικά για τη ΛΑΕ γίνεται η εκτίμηση ότι «οι ευρωεκλογές αυτές αποτέλεσαν το κύκνειο άσμα της» και «πλήρωσε τις ερωτοτροπίες με τον εθνικιστικό χώρο και λόγο». Όταν όμως περνούν στο θετικό μέρος, διαπιστώνουν ότι αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα είναι ένα πρόγραμμα για «την απελευθέρωση – αποδέσμευση από το ευρώ, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ… εθνικοποίηση των στρατηγικών τομέων της οικονομίας», κοκ, ως βάση «συγκρότησης μιας μετωπικής, ενωτικής, εναλλακτικής πρότασης διεξόδου»[5].

Στην πραγματικότητα αυτά ακριβώς είναι που δεν χρειαζόμαστε σήμερα. Το να προβάλλουμε αυτούς τους στόχους στην παρούσα στιγμή μοιάζει με την περίπτωση των ναυαγών που κινδυνεύουν να πνιγούν στη θάλασσα και, αντί να κοιτάξουν πώς θα πιαστούν από καμιά σανίδα γύρω για να βγουν στη στεριά, ονειρεύονται τι θα κάνουν όταν θα έχουν ήδη βγει στη στεριά και θα έχουν και ένα δικό τους κότερο για να οργανώνουν κρουαζιέρες.

Αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα είναι μια σαφής θέση για το τι λέμε για τη συμφωνία των Πρεσπών. Αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα είναι μια ξεκάθαρη οριοθέτηση απέναντι στον ανόητο αριστερίστικο αντικοινοβουλετισμό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα είναι η ξεκάθαρη επίγνωση της σημασίας της εισόδου στη Βουλή, ως μοχλού για την ανασύνταξη του κινήματος στη φάση της υποχώρησης. Αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα είναι η ευέλικτη τακτική που καθόρισε σε ανάλογες συνθήκες μετά την ήττα της επανάστασης του 1905 ο Λένιν, όταν τόνιζε ότι «Όταν υπάρχουν πραγματικά συνθήκες συνεχούς έντασης και δυναμώματος της αντίδρασης, όταν η μαχητική δύναμη της αντίδρασης αυτής πραγματικά κόβει τη σύνδεση με τις μάζες, δυσκολεύει την αρκετά πλατιά δουλειά και εξασθενεί το κόμμα, ακριβώς τότε ειδικό καθήκον του κόμματος γίνεται η κατάκτηση του όπλου της κοινοβουλευτικής πάλης»[6]. Αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα είναι η συνειδητοποίηση παραπέρα αυτού που έλεγε το 1928 ο Λούκατς: «Ο πιο επιτακτικός κίνδυνος στο… εργατικό κίνημα συνδέεται με αυτό: τον κατατεμαχισμό σε μικρές, μερικές φορές τύπου σέκτας οργανώσεις, που δεν έχουν συνδέσεις μεταξύ τους. Αυτός ο κατατεμαχισμός μπορεί να επιφέρει απολιτικοποίηση και, όπως κάθε απολιτικοποίηση, να συνδεθεί με μια ιδεολογική προσέγγιση στο φασισμό»[7]. Αυτό που χρειαζόμαστε κυρίως σήμερα είναι η λενινιστική συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης.

Η εγκληματική ευθύνη της ηγεσίας Λαφαζάνη είναι ότι με τις επιλογές της θόλωσε σε τέτοιο βαθμό τα μυαλά των στελεχών του Αριστερού Ρεύματος, ώστε ακόμη και αν απομακρυνθεί είναι αμφίβολο αν θα βρεθεί η νηφαλιότητα και η ευθυκρισία για να υιοθετηθεί μια ρεαλιστική πολιτική. Όταν ακόμη και σοβαρά στελέχη (π.χ. ο Κ. Ήσυχος) ή στελέχη με μαρξιστικές αναφορές (π.χ. ο Γ. Τόλιος) ταυτίστηκαν για τόσο καιρό με την αθλιότητα, καταλαβαίνει κανείς τι μπορεί να ισχύει για τους υπόλοιπους. Και φυσικά, όπως δείχνει η ανακοίνωση του «Κορδάτου», δεν είναι μικρότερη η σύγχυση ακόμη και σε ομάδες του μαρξιστικού χώρου που έχουν γενικά μια καλύτερη προσέγγιση.

Σήμερα, ωστόσο, είναι μια στιγμή ευθύνης για όλους, τουλάχιστον για όσους μπορεί να αναμένεται να επιδείξουν στοιχειώδη ευθύνη. Αν το κομφούζιο συνεχιστεί και σε 2-3 χρόνια πάμε σε μια κατάσταση τύπου Ιταλίας με τους τωρινούς συσχετισμούς και ομαδοποιήσεις στο χώρο της κομμουνιστικής Αριστεράς, μετά θα είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αντιδράσουμε.

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης.


[1] Βλέπε σχετικά «Εισηγητική παρέμβαση του Παναγιώτη Λαφαζάνη στην Κεντρική Επιτροπή του Αριστερού Ρεύματος της ΛΑ.Ε.», στην οποία θα αναφερθούμε παραπέρα, https://www.thepressproject.gr/article/141725/Paraitithike-apo-tin-igesia-tis-LAE-o-Lafazanis.

[2] Βλέπε σχετικά Π. Λαφαζάνης, «Ένας νέος σύγχρονος μπολσεβικισμός θα μας σώσει», http://www.parapolitiki.com/2011/04/blog-post_04.html.

[3] «Ελλάδα – Βόρεια Μακεδονία: κοινός αγώνας των δυο λαών ενάντια στους εθνικισμούς», σχόλιο του Ξεκινήματος, http://net.xekinima.org/ellada-boreia-makedonia-koinos-agonas-t/. Εκτός από το Ξεκίνημα, μια σωστή, αλλά κάπως ασαφή, θέση για το ζήτημα πήρε μόνο η μειοψηφία της ΟΚΔΕ Σπάρτακος, βλέπε «Για τη “συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ”», Τεταρτοδιεθνιστική Προγραμματική Τάση της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, https://www.elaliberta.gr/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE/4446-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7-%E2%80%9C%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CF%83%CE%AF%CF%80%CF%81%CE%B1-%CE%B6%CE%AC%CE%B5%CF%86%E2%80%9D.

[4] Βλέπε Ι. Μπέη, «Τι τρέχει με τον Βαγγέλη Μαρινάκη», https://neaselida.gr/efimerida/ti-trechei-me-ton-vaggeli-marinaki/.

[5] «Ανακοίνωση του ΔΣ του συλλόγου Γ.ΚΟΡΔΑΤΟΣ για τα αποτελέσματα των εκλογών», www.kordatos.org, 31/5/2019.

[6] Λένιν, Άπαντα, τόμ. 19, σελ. 78.

[7] Γκ. Λούκατς, «Θέσεις του Μπλουμ».