Βραζιλία: νέα εποχή πόλωσης και μαζικών αγώνων

19/05/2018
Comments off
246 Views
Διασκευή άρθρου του Τόνι Σόνουα, γραμματέα της «Επιτροπής για μια Διεθνή των Εργαζομένων» (CWI), στην οποία συμμετέχει το «Ξ», που γράφτηκε μετά από πρόσφατη επίσκεψή του στη Βραζιλία.

 

Η Βραζιλία έχει μπει σε μια νέα φάση πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών σπασμών. Η πρόσφατη δολοφονία της Μαριέλα Φράνκο, δημοτικής συμβούλου στο Ρίο ντε Τζανέιρο, εκλεγμένης με το PSOL (Κόμμα για το Σοσιαλισμό και την Ελευθερία) αντανακλά τόσο την ταραχώδη πολιτική κατάσταση, όσο και την ακραία πόλωση που επικρατεί στη στη βραζιλιάνικη κοινωνία.

Η δολοφονία της Μ. Φράνκο, πιθανότατα από ακροδεξιές ένοπλες ομάδες που σχετίζονται με την χωροφυλακή της πόλης (που είναι κομμάτι του στρατού), ήταν αποτέλεσμα του αγώνα της να αποκαλύψει το βίαιο ρόλο της χωροφυλακής ενάντια στη μαύρη νεολαία των παραγκουπόλεων του Ρίο. Η Μαριέλα, ως μαύρη, ομοφυλόφιλη, κάτοικος φαβέλας, αποτελούσε ένα σύμβολο αγώνα για τους φτωχούς και τους καταπιεσμένους. Η δολοφονία της ήταν ένα συμβολικό χτύπημα, που συμπυκνώνει τον πόλεμο της βραζιλιάνικης αστικής τάξης ενάντια στους εργαζόμενους. Η Δεξιά της χώρας βρίσκεται στην επίθεση, παίρνοντας μια σειρά από καταπιεστικά μέτρα, που δεν είχαμε δει από την περίοδο της δικτατορίας.

Η σύληψη και η φυλάκιση του Λούλα, πρώην προέδρου της χώρας και ηγέτη του Εργατικού Κόμματος (PT) είναι μια ακόμη ένδειξη της επιθετικότητας της βραζιλιάνικης Δεξιάς και των νεοφιλελεύθερων τμημάτων τη αστικής τάξης. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί νέα καθήκοντα και προκλήσεις για τη νέα γενιά των αγωνιστών στη Βραζιλία, που παλεύουν για το χτίσιμο μιας νέας, αριστερής, σοσιαλιστικής εναλλακτικής.

Περίοδος ανάπτυξης

Στα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, η Βραζιλία, όπως και πολλές άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, έζησε μια περίοδο οικονομικής ανάπτυξης, βασισμένης σχεδόν εξολοκλήρου στην άνοδο των τιμών των εμπορευμάτων που εξήγαγε. Η κατάσταση αυτή κράτησε από το 2003 ως το 2011. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου όμως, ενώ η οικονομία αναπτυσσόταν, το σκέλος της βιομηχανικής παραγωγής βρισκόταν σε πτώση.

Η οργάνωση «Ελευθερία, Επανάσταση, Σοσιαλισμός»- LSR (τμήμα της CWI στη Βραζιλία), είχε προβλέψει ότι αυτή η εξέλιξη θα σήμαινε ότι σε περίπτωση μιας νέας ύφεσης, η χώρα θα βρισκόταν σε πολύ πιο αδύναμη θέση. Στα χρόνια της ανάπτυξης, οι αστοί αναλυτές και πολιτικοί παρασύρθηκαν και παράλληλα δημιούργησαν προσδοκίες στη βραζιλιάνικη κοινωνία, υποσχόμενοι ότι η χώρα θα έμπαινε στο λεγόμενο «πρώτο κόσμο». Η άρχουσα τάξη εκείνη την περίοδο, δεν είχε πρόβλημα να επιτρέπει στο PT και τον Λούλα να κυβερνά πάνω στη βάση ταξικών συμβιβασμών.

Μπορούσαν να ανεχτούν κάποιες παραχωρήσεις απέναντι στα πιο φτωχά και καταπιεσμένα στρώματα της κοινωνίας. Πάνω από 29 εκατομμύρια άνθρωποι βγήκαν από το φάσμα της φτώχειας και μπήκαν στη «μεσαία τάξη», κυρίως χάρη στη μεγάλη αύξηση του δανεισμού. Τα οικογενειακά επιδόματα βελτίωσαν το βιοτικό επίπεδο των φτωχότερων στρωμάτων, ενώ ταυτόχρονα οι φτηνές κατοικίες έγιναν προσβάσιμες σε πολύ πιο πλατιά τμήματα του πληθυσμού. Εκείνο το διάστημα η δημοτικότητα του Λούλα βρισκόταν πολύ ψηλά.

Η στάση της κυβέρνησης όμως δεν ήταν μονομερής υπέρ των φτωχών εργατικών στρωμάτων. Αντίθετα, κινήθηκε προς τα δεξιά, παίρνοντας μέτρα υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων. Ανάμεσά στα μέτρα αυτά, ήταν και μια σειρά επιθέσεις στο δημόσιο τομέα και ιδιαίτερα στους συνταξιούχους. Μάλιστα, οι βουλευτές του PT που καταψήφισαν τα παραπάνω μέτρα διαγράφηκαν, γεγονός που έθεσε τις βάσεις για τη δημιουργία του PSOL το 2004.

Απότομη υποχώρηση

Οι προσδοκίες για μια νέα εποχή προόδου για τη χώρα υποχώρησαν απότομα, με την εμφάνιση των συνεπειών της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2007-8. Παρά το γεγονός ότι οι επιπτώσεις της άργησαν να φανούν στη Βραζιλία- έγιναν αισθητές μόλις το 2014- η χώρα βρέθηκε στη χειρότερη οικονομική της φάση των τελευταίων 100 χρόνων. Το ΑΕΠ καταποντίστηκε κατά 8,6% μεταξύ 2014-2016. Όλες οι φιλεργατικές μεταρρυθμίσεις πάρθηκαν πίσω, καθώς η ανεργία εκτοξεύτηκε και εκατομμύρια άνθρωποι επέστρεψαν ξανά σε συνθήκες φτώχειας. Ακραία ήταν και η αύξηση των αστέγων που κατέκλυσαν σύντομα τους δρόμους του Σάο Πάολο.

Δεδομένου ότι το Σύνταγμα δεν επέτρεπε στον Λούλα να θέσει υποψηφιότητα για νέα θητεία, τον διαδέχτηκε η Ντίλμα Ρούσεφ, η οποία δε διέθετε το κύρος του προκατόχου της. Το PT είχε ήδη στραφεί σε ακραίο βαθμό προς τα δεξιά και κυριαρχούταν από τη διαφθορά, όπως και όλα τα υπόλοιπα αστικά κόμματα στη Βραζιλία.

Η αστική τάξη, παρά τις διασπάσεις και τις διαμάχες στο εσωτερικό της, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούσε να βασιστεί στο PT, προκειμένου να περάσει τη νεοφιλελεύθερη, βάναυση πολιτική ατζέντα της.

Επιχείρηση Lava Jato

Η επιχείρηση Lava Jato (πλυντήριο αυτοκινήτων) αποκάλυψε ένα δίκτυο διαφθοράς που είχε εξαπλωθεί σαν καρκίνωμα σε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, όπως και στις μεγάλες και μεσαίες επιχειρήσεις. Αποκάλυψε τον πλήρως διεφθαρμένο και σάπιο χαρακτήρα του σύγχρονου καπιταλισμού. Καθώς αποκαλύπτονταν οι λεπτομέρειες, τα μέσα ενημέρωσης έκαναν λόγο για το μεγαλύτερο σκάνδαλο διαφθοράς στην ιστορία της Βραζιλίας. Στη συνέχεια και καθώς αποκαλυπτόταν ότι τα πλοκάμια του απλώνονταν σε διεθνές επίπεδο, το αποκάλεσαν το μεγαλύτερο σκάνδαλο στον κόσμο!

Το σκάνδαλο επικεντρωνόταν γύρω από την Petrobras, τη δημόσια επιχείρηση ενέργειας της χώρας και τη σχέση της με μια σειρά εργολάβους διάφορων άλλων εταιρειών, από τον κατασκευαστικό τομέα, τις εγκαταστάσεις άντλησης, τα διυλιστήρια, τα ερευνητικά σκάφη κλπ. Οι δωροδοκίες έδιναν κι έπαιρναν και αφορούσαν πολιτικούς όλων των κομμάτων, προκειμένου να διασφαλιστούν τα συμβόλαια των παραπάνω εταιρειών με την Petrobras.

Ανάμεσά τους, υπάρχουν ονόματα όπως αυτό της Odebrecht, της μεγαλύτερης κατασκευαστικής εταιρείας της Λατινικής Αμερικής, η οποία μάλιστα είχε ειδικό τμήμα διαχείρισης δωροδοκιών, όχι μόνο στη Βραζιλία, αλλά και σε άλλες χώρες της ηπείρου. Το συγκεκριμένο τμήμα διαχειριζόταν ποσά που έφταναν τα 800 εκατομμύρια δολάρια! Ανάμεσα στις επιχειρήσεις που ελέγχονται για δωροδοκίες προκειμένου να διασφαλιστούν συμβόλαια με την Petrobras, είναι και η Rolls Royce.

Γενικευμένη διαφθορά

Πάνω από 1.000 πολιτικοί και πάνω από 5 δις δολάρια εμφανίζονται στο τεράστιο σκάνδαλο γύρω από την Petrobras και τις υπόλοιπες επιχειρήσεις. Συνολικά εμπλέκονται 16 επιχειρήσεις, ενώ πάνω από 50 μέλη του Κογκρέσου διώχθηκαν για διαφθορά και ερευνάται ο ρόλος τεσσάρων πρώην προέδρων της χώρας. Στο σκάνδαλο εμπλέκονται επίσης όλα τα πολιτικά κόμματα, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό.

Παρά το γεγονός ότι το PT υποτίθεται ότι ήταν διαφορετικό, εμπλέκεται επίσης στο σκάνδαλο διαφθοράς. Οι αποκαλύψεις για το τεράστιο σκάνδαλο προκάλεσαν ένα τεράστιο κύμα οργής στην κοινωνία. Η αστική τάξη αναγκάστηκε να αποδεχτεί την επιχείρηση Lava Jato, σαν το μέσο να «καθαρίσει» το πολιτικό σύστημα από τη διαφθορά.

Το πολιτικό και δικαστικό σύστημα στο σύνολό τους απαξιώθηκαν σε τεράστιο βαθμό. Μαζί με την οικονομική κατάσταση, το σκάνδαλο έχει φέρει τη Βραζιλία στη χειρότερη πολιτική και κοινωνική κρίση από τη δεκαετία του 1930.

Έτσι, μετά από μια σύντομη περίοδο δισταγμού, η άρχουσα τάξη αποφάσισε να διοργανώσει ένα κοινοβουλευτικό πραξικόπημα ενάντια στη διάδοχο του Λούλα, Ντίλμα Ρούσεφ με την απομάκρυνση της από τη θέση της προέδρου τον Αύγουστο του 2016. Την κατηγόρησαν για διαφθορά με ισχνά στοιχεία, επειδή η αστική τάξη αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να βασιστεί στην κυβέρνηση της προκειμένου να περάσουν οι βάρβαρες, νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που απαιτούσε. Αποφάσισαν ότι χρειάζονταν μια πιο σκληρή κυβέρνηση.

Κοινοβουλευτικό πραξικόπημα

Το πραξικόπημα ήταν εκτός των άλλων, αποτέλεσμα της ιδιοτελούς προσπάθειας συγκεκριμένων διεφθαρμένων πολιτικών, που κινδύνευαν από τη συνέχιση της επιχείρησης Lava Jato, την οποία η Ντίλμα δεν ήταν διατεθειμένη να τερματίσει. Η απόφαση της εκδίωξής της πάρθηκε το Νοέμβρη του 2015, από μια ομάδα στην οποία συμπεριλαμβάνονταν οι πιο διεφθαρμένοι πολιτικοί της χώρας, όπως ο Εντουάρντο Κούνχα, σύμμαχος του Μικέλ Τέμερ του PMDB (Δημοκρατικό Κίνημα Βραζιλίας). Ο ίδιος ο Κούνχα ήταν ένας από τους βασικούς στόχους των ερευνών της επιχείρησης Lava Jato, ενώ υπολογίζεται ότι έχει βγάλει πάνω από 5 δις δολάρια σε λογαριασμούς του σε ελβετικές τράπεζες. Όταν το PT αρνήθηκε να προστατέψει τον Κούνχα από τις έρευνες, τότε ο ίδιος αποφάσισε να περάσει στην αντεπίθεση. Από τη θέση του προέδρου της κάτω βουλής, έκανε αίτηση μομφής ενάντια στη Ντίλμα Ρούσεφ.

Έχουν κυκλοφορήσει μάλιστα οι μαγνητοφωνημένες συνομιλίες ενός από τους Γερουσιαστές που συμμετείχαν στο προαξικόπημα που κατέληξε στην αποπομπή της Ντίλμα. Αναφερόμενος στην επιχείρηση Lava Jato, ο Ρομέρο Γιούκα, ακούγεται να λέει: «Πρέπει να σταματήσουμε αυτά τα σκατά… ο ευκολότερος τρόπος είναι να ορίσουμε πρόεδρο τον Τέμερ…» και συνεχίζει λέγοντας: «Μιλάω με τους στρατηγούς, τους στρατιωτικούς διοικητές. Δεν έχουν πρόβλημα με αυτή την εξέλιξη, θα τη στηρίξουν»! Αυτή η καθαρή απόδειξη ότι ο στρατός είχε εμπλοκή στο πραξικόπημα προκάλεσε μαζική οργή, σε μια χώρα η οποία βίωσε τη στρατιωτική δικτατορία μέχρι το 1985. Η αυξανόμενη εμπλοκή του στρατού στην πολιτική κατάσταση της χώρας εντείνεται από την απομάκρυνση της Ντίλμα Ρούσεφ από την προεδρία, αν και δεν έχει πάρει το χαρακτήρα ανοιχτής στρατιωτικής δικτατορίας.

Δίωξη Ρουσέφ

Παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχαν συγκεκριμένα στοιχεία για συμμετοχή της ίδιας της Ρούσεφ στο σκάνδαλο, το πραξικόπημα εναντίον της ήταν απαραίτητο για τους διεφθαρμένους πολιτικούς που το οργάνωσαν, προκειμένου να αποκτήσουν οι ίδιοι την πλειοψηφία στο Κογκρέσο και τη Βουλή. Η Ντίλμα καθαιρέθηκε από τη θέση της προέδρου και αντικαταστάθηκε από τον Μικέλ Τέμερ του PMDB, του οποίου ο ρόλος στο σκάνδαλο διαφθοράς επίσης ερευνάται από τις αρχές.

Παρά το γεγονός ότι η Ρούσεφ πήρε κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην εξουσία, μια σειρά από αντεργατικά μέτρα, θα ήταν μεγάλο λάθος για την Αριστερά να υποστηρίξει το πραξικόπημα εναντίον της. Η LSR, (CWI στη Βραζιλία) υποστήριξε ότι το πραξικόπημα θα έφερνε στην εξουσία τα ακόμη πιο πεινασμένα για σκληρή λιτότητα και καταστολή τμήματα της δεξιάς και της άρχουσας τάξης. Εναντιωθήκαμε σταθερά στην εκδίωξη της Ντίλμα, την ίδια ώρα που παλεύαμε ενάντια στι αντεργατικές πολιτικές της, αλλά και για το χτίσιμο μιας ισχυρής σοσιαλιστικής εναλλακτικής στο εσωτερικό του PSOL, των συνδικάτων, των κοινωνικών κινημάτων.

Η κυβέρνηση Τέμερ

Μέσα σε λίγες μόλις εβδομάδες από την άνοδο του Τέμερ στην εξουσία, φάνηκε το πραγματικό πρόσωπο της νέας κυβέρνησης: σκληρά αντεργατικά μέτρα, ιδιωτικοποιήσεις, περικοπές, επιθέσεις στις συντάξεις και τα εργασιακά δικαιώματα. Η κυβέρνηση Τέμερ, πρότεινε ακόμη και αλλαγές στο Σύνταγμα της χώρας, προκειμένου να κατοχυρωθεί η δυνατότητα για νέα πακέτα λιτότητας για τα επόμενα είκοσι χρόνια, ώστε να αποτραπούν νέα ελλείμματα.

Μεγάλα τμήματα της κοινωνίας μπήκαν στο στόχαστρο των επιθέσεων, όπως για παράδειγμα οι δημόσιοι υπάλληλοι του Ρίο, οι δάσκαλοι, οι συνταξιούχοι, κ.α. Οι επιθέσεις αυτές προκάλεσαν μαζική οργή, με αποτέλεσμα τον Απρίλη του 2017 να ξεσπάσει η μεγαλύτερη γενική απεργία στη Βραζιλία, με πάνω από 40 εκατομμύρια απεργούς ενάντια στην κυβέρνηση. Η απεργία αυτή έδειξε την τεράστια διάθεση για αγώνα, παρά το γεγονός ότι οι συνδικαλιστικές ηγεσίες, για άλλη μια φορά κατώτερες των περιστάσεων, δεν οργάνωσαν τη συνέχιση και την κλιμάκωση της μάχης, προκειμένου να είναι νικηφόρα.

Η αδυναμία κλιμάκωσης της τεράστιας απεργίας έδωσε στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να περάσει στην αντεπίθεση. Παράλληλα, η κοινωνκή και οικονομική κατάρρευση της χώρας, έχει οδηγήσει σε μαζικά φαινόμενα βίας στις μεγάλες πόλεις. Στο Ρίο, με βάση τα επίσημα στοιχεία, γίνονται 6.700 δολοφονίες το χρόνο. Οργανωμένες συμμορίες λειτουργούν σαν στρατιωτικές μονάδες, συχνά σε συνεργασία με την χωροφυλακή. Οι ομάδες αυτές έχουν κατά κύριο λόγο στο στόχαστρο το μαύρο πληθυσμό και κυρίως τη νεολαία στις φαβέλες, ενώ ελέγχουν ολόκληρες περιοχές των μεγάλων πόλεων.

Καταστολή, πόλωση και άνοδος της ακροδεξιάς

Η ακραία καταστολή της κυβέρνησης Τέμερ έχει προκαλέσει σοκ στις νέες γενιές, που δεν έχουν ζήσει τη δικτατορία και τα καταπιεστικά καθεστώτα του παρελθόντος. Οι δολοφονίες μελών του κινήματος των ακτημόνων (MST) στις αγροτικές περιοχές έχουν προκαλέσει την οργή της νεολαίας των πόλεων, φέρνοντας την κοινωνική πόλωση και τις συγκρούσεις και στα αστικά κέντρα.

Την ίδια ώρα, ανεβαίνει η δημοτικότητα του Ζ. Μπολσονάρο, ενός ακροδεξιού πολιτικού και πρώην στρατιωτικού, που βρίσκεται δεύτερος στις δημοσκοπήσεις για της προεδρικές εκλογές του Οκτώβρη του 2018. Η απειλή που εκπροσωπεί για τους εργαζόμενους και τους καταπιεσμένους η άνοδος της ακροδεξιάς δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα εποχή για τη Βραζιλία, μια εποχή πόλωσης, επιθέσεων από τη δεξιά και την ακροδεξιά και ταυτόχρονης απόρριψης από την κοινωνία των περισσότερων πτυχών της νεοφιλελεύθερης ατζέντας της κυβέρνησης.

Στην αναζήτηση ενός Βραζιλιάνου Μακρόν

Μια πιθανή νίκη του Μπολσονάρο, δεν είναι η νούμερο ένα επιλογή της αστικής τάξης, που αναζητά έναν πιο καθαρό και σταθερό υποψήφιο. Αυτό που θα θέλανε, προκειμένου να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους και τη συνέχιση των επιθέσεων στα λαϊκά στρώματα, είναι ένας Βραζιλιάνος Μακρόν. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν μια σειρά υποψήφιοι που διεκδικούν αυτό το ρόλο. Ανάμεσά τους, η Μαριάννα Σίλβα, πρώην γερουσιαστής του PT και ο Τζεράλντο Αλκμίν, πρώην δημάρχος του Σάο Πάολο.

Παράλληλα με τις αναζητήσεις της άρχουσας τάξης και την άνοδο της επιρροής της ακροδεξιάς όμως, παρατηρείται και η άνοδος των ριζοσπαστικών, αριστερών ιδεών. Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, ανάμεσα στο 2014 και το 2017, το ποσοστό των ανθρώπων που πιστεύουν ότι η φτώχεια συνδέεται με την έλλειψη ευκαιριών αυξήθηκε από 58% σε 77%. Αντίστοιχα, το ποσοστό όσων πιστεύουν ότι η φτώχεια είναι αποτέλεσμα της απροθυμίας για εργασία έπεσε από 37% σε 21%. Επιπλέον, το 76% πιστεύει ότι ο φορέας που πρέπει να έχει την ευθύνη της οικονομικής ανάπτυξης είναι το κράτος. Η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού πιστεύει ότι το κράτος οφείλει να παρέχει ίσες ευκαιρίες και να προστατεύει τα φτωχότερα στρώματα της κοινωνίας. Το 80% περίπου υποστηρίζει ότι η βελτίωση της κατάστασης της υγείας και της παιδείας είναι προτιμότερη από τη μείωση στη φορολογία και ταυτόχρονα το 74% υποστηρίζει την αποδοχή της ΛΟΑΤ κοινότητας. Καθαρά πλειοψηφούσα στην κοινωνία είναι και η θέση ενάντια στην ποινικοποίηση των αμβλώσεων.

Η ανάγκη μιας πραγματικά ριζοσπαστικής Αριστεράς

Το πιο κρίσιμο σημείο στη συγκεκριμένη φάση, είναι το να χτιστεί μια πραγματικά μαχητική, μαζική, σοσιαλιστική εναλλακτική, με βαθιές ρίζες στα φτωχά εργατικά στρώματα. Η δημιουργία του PSOL το 2004 ήταν ένα σημαντικό βήμα. Μέχρι σήμερα ωστόσο, δεν έχει καταφέρει να απλώσει πραγματικά τις ρίζες του στα πιο καταπιεσμένα στρώματα της κοινωνίας. Μια από τις σημαντικότερες προκλήσεις για το PSOL το επόμενο διάστημα και ιδιαίτερα ενόψει των εκλογών, είναι να καταφέρει να κερδίσει αυτά τα στρώματα και να αναπτύξει ουσιαστική σύνδεση με κινήματα όπως αυτά των αστέγων και των φτωχών εργαζομένων στις πόλεις, αλλά και των ακτημόνων στην ύπαιθρο.

Η ανακοίνωση του Γουίλεμ Μπούλος, ηγέτη του MTST (του μεγαλύτερου κοινωνικού κινήματος στα αστικά κέντρα, που συσπειρώνει άστεγους εργαζόμενους και έχει οργανώσει μαζικές καταλήψεις για την κάλυψη των αναγκών τους σε πόλεις όπως το Σάο Πάολο) ότι θα κατέβει στις εκλογές σαν κεντρικός υποψήφιος του PSOL, αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία προς αυτή την κατεύθυνση. Η υποψηφιότητα αυτή έχει τη δυνατότητα να δώσει νέα ώθηση στην Αριστερά και τους αγώνες, όπως και στο ίδιο το PSOL. Μπορεί να συνδέσει το PSOL με τη βάση των κοινωνικών και εργατικών κινημάτων και αποτελεί αναμφισβήτητα ένα ακόμη σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση του χτισίματος μιας αποτελεσματικής Αριστεράς.

Νέα εποχή

Ο Γουίλεμ Μπούλος έχει προτείνει μια σειρά από ριζοσπαστικά αιτήματα και καλεί για ένα πρόγραμμα «ριζοσπαστικής δημοκρατίας». Τέτοια αιτήματα μπορούν να κινητοποιήσουν σημαντικά τμήματα των εργαζομένων και των φτωχών. Ταυτόχρονα όμως είναι απαραίτητο να πάει ένα βήμα παραπέρα. Για να μπορέσουν να εφαρμοστούν αυτά τα ριζοσπαστικά μέτρα, πρέπει να συνδεθούν με την ανάγκη ανατροπής του καπιταλισμού. Για να γίνει κάτι τέτοιο είναι σημαντικό να βγουν τα συμπεράσματα από την εμπειρία της κυβέρνησης του Λούλα, σαν προειδοποίηση για το τι μπορεί να σημαίνει η συμβιβαστική πολιτική.

Η Βραζιλία μπαίνει σε μια νέα εποχή αγώνων. Οι προεδρικές εκλογές που έρχονται σε λίγους μήνες, μπορούν να ανοίξουν νέες ευκαιρίες για την Αριστερά και τα κινήματα, για τους νέους αγώνες που αναπόφευκτα θα προκύψουν το επόμενο διάστημα. Για να μπορέσουν να εκμεταλλευτούν αυτές τις ευκαιρίες, το PSOL, το MTST και τα υπόλοιπα κοινωνικά κινήματα, πρέπει να αναπτύξουν ένα πραγματικά μαχητικό, σοσιαλιστικό πρόγραμμα.

Θεματικές