Τουρκία-Ελλάδα-Κύπρος: Πολεμικά παιχνίδια με τις ΑΟΖ

Η συμφωνία Ελλάδας-Ιταλίας για την οριοθέτηση Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών (ΑΟΖ) προκάλεσε θριαμβευτικά σχόλια στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης και υποστηρίχθηκε θερμά όχι μόνο από το χώρο της κυβέρνησης αλλά και από αυτόν της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας σε συνέντευξή του στην Όλγα Τρέμη υποστήριξε τη συμφωνία και συντάχθηκε με το κυβερνητικό επιχείρημα περί «αντιμετώπισης της τουρκικής προκλητικότητας». Δεν θα περιμέναμε βέβαια να κάνει αλλιώς με δεδομένη τη σύμπλευση ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ στα λεγόμενα «εθνικά θέματα» τα τελευταία χρόνια. Είναι η ίδια σύμπλευση που είχαμε δει όταν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ανήγαγε την προσκόλληση στις ΗΠΑ σε βασικό άξονα της εξωτερικής της πολιτικής που υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζε τα ελληνικά συμφέροντα απέναντι σε αυτά της Τουρκίας.

Ο λιβυκός εμφύλιος

Στα πλαίσια της οικοπεδοποίησης της Ανατολικής Μεσογείου για την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων παίζεται ένα σκληρό παιχνίδι πόκερ μεταξύ των περιφερειακών δυνάμεων της περιοχής, στις οποίες περιλαμβάνονται Ελλάδα και Τουρκία.

Σε αυτά τα πλαίσια η Τουρκία υποστήριξε έμπρακτα στέλνοντας στρατιωτικές δυνάμεις την αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ κυβέρνηση της Λιβύης (GNA) υπό τον πρόεδρο Σάρατζ, στον εμφύλιο πόλεμο με τις δυνάμεις του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ.

Από τη συμμαχία αυτή η Τουρκία κέρδισε τη συμφωνία για οριοθέτηση ΑΟΖ με τη Λιβύη που στην πράξη περιλαμβάνει μεγάλα κομμάτια της Ανατολικής Μεσογείου αποκλείοντας απ’ αυτά την ελληνική πλευρά (καθώς και την κυπριακή). Η Τουρκία αρνείται να αναγνωρίσει όρια για την υφαλοκρηπίδα και τις ΑΟΖ των νησιών, παρά μόνο για τα χερσαία εδάφη, και σαν αποτέλεσμα η ΑΟΖ της έφτασε να «ακουμπά» Ρόδο, Δωδεκάνησα και Νότια Κρήτη.

Η ελληνική κυβέρνηση από την άλλη πόνταρε στον Χάφταρ ελπίζοντας πως μια νίκη του στον λιβυκό εμφύλιο θα ακυρώσει αυτή τη συμφωνία και θα δημιουργήσει νέα δεδομένα, υπέρ της. Όμως ο Χάφταρ έχει χάσει σημαντικές μάχες τους τελευταίους μήνες και έχει αναγκαστεί σε υποχώρηση.

Την ίδια στιγμή τα ελληνικά συμφέροντα δεν υπάρχουν στην ατζέντα των διεθνών διασκέψεων που προσπαθούν να βρουν λύση στον Λιβυκό εμφύλιο – σαν αποτέλεσμα η ελληνική εξωτερική πολιτική έφτασε σε αδιέξοδο.

Συμφωνία με την Αίγυπτο;

Με αυτά τα δεδομένα η συμφωνία με την Ιταλία δίνει «πόντους» στην ελληνική άρχουσα τάξη, μιας και η Ιταλία αναγνωρίζει όρια στην υφαλοκρηπίδα των νησιών (που αμφισβητεί η Άγκυρα). Και η προσδοκία οριοθέτησης ΑΟΖ με την Αίγυπτο υποτίθεται ότι θα «εξαφανίσει» την τουρκολυβική ΑΟΖ και θα επιβεβαιώσει την κυριαρχία των ελληνικών συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Κάτι τέτοιο όμως θεωρείται πολύ δύσκολο ακόμα και από την ελληνική διπλωματική πλευρά – η Αίγυπτος διστάζει να προχωρήσει σε μια οριοθέτηση ΑΟΖ με την ελληνική πλευρά γιατί κάνοντας κάτι τέτοιο θα έπαιρνε θέση για τις ελληνοτουρκικές διαφορές. Ακόμα και ο ίδιος ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Δένδιας, εκτίμησε ότι η Αίγυπτος δεν θα ήθελε να «πατήσει τουρκικό κάλο».

Ένας εξοντωτικός οικονομικός και στρατιωτικός ανταγωνισμός

Στο διπλωματικό επίπεδο μπορεί ο καθένας να μετρά πόντους και να προετοιμάζει το έδαφος για συμφωνίες που θα τον κατοχυρώσουν ή που θα στριμώξουν την αντίπαλη πλευρά. Αλλά πέρα από τη διπλωματία υπάρχει και η καθημερινή σκληρή και επικίνδυνη πραγματικότητα που αφορά τους δύο λαούς.

Αυτή η πραγματικότητα δεν είναι άλλη από τον εξοντωτικό ανταγωνισμό μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας για κυριαρχία στην ευρύτερη περιοχή, για σφαίρες επιρροής στα Βαλκάνια και πλέον για τις ΑΟΖ και τις εξορύξεις που έχουν βάλει σε μια καινούρια περίοδο κρίσης και έντασης τις δύο χώρες.

Πρόκειται για έναν ανταγωνισμό μεταξύ των αρχουσών τάξεων των δύο χωρών (τρεις αν συμπεριλάβουμε και την κυπριακή άρχουσα τάξη που είναι βέβαια εξαρτημένη σε μεγάλο βαθμό από την ελληνική) που αφορά τα ζωτικά τους συμφέροντα στην περιοχή και κάθε κίνηση που δυναμώνει τον ελληνικό καπιταλισμό αποδυναμώνει τον τουρκικό και το αντίστροφο.

Αυτός είναι ο τρόπος που λειτουργεί ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός μεταξύ των κρατών. Ακριβώς για αυτό το λόγο, για το γεγονός δηλαδή ότι καμία από τις δύο καπιταλιστικές τάξεις δεν πρόκειται να υποχωρήσει μπροστά στην άλλη, δεν υπάρχει καμία συμφωνία, καμία απόφαση διεθνούς δικαστηρίου, καμία διπλωματική επιτυχία που θα μπορεί να κατοχυρώσει οποιαδήποτε νίκη της μίας ή της άλλης πλευράς.

Όχι στον εθνικισμό, τους εξοπλισμούς και τις εξορύξεις στη Μεσόγειο

Μπορεί ο καθένας να καταλάβει τί σημαίνει να οριοθετούνται η ελληνική και η τουρκική ΑΟΖ η μία πάνω στην άλλη. Ήδη τα ελληνικά ΜΜΕ, που πανηγυρίζουν για τη συμφωνία, προετοιμάζουν το κλίμα μιλώντας για «θερμό καλοκαίρι» μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, δηλαδή κλιμάκωση των εντάσεων και των απειλών, η οποία θα μπορούσε να καταλήξει μέχρι και σε θερμό επεισόδιο. Και όντως, ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο χωρών έχει φτάσει σε αυτό το επίπεδο. Τα στρατιωτικά ισοζύγια μεταξύ των δύο χωρών μπορεί ακόμα να μην επιτρέπουν μια ευθεία αντιπαράθεση, ένα γενικευμένο πόλεμο μεταξύ τους αλλά ένα θερμό επεισόδιο θα μπορούσε εύκολα να τεθεί εκτός ελέγχου.

Το τουρκικό καθεστώς είναι γνωστό ότι καλλιεργεί τον εθνικισμό και ότι προσπαθεί, ελισσόμενο μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, να παίξει το ρόλο της περιφερειακής δύναμης στην περιοχή. Αυτό φέρνει την τουρκική άρχουσα τάξη σε ευθεία σύγκρουση με την ελληνική.

Στην πράξη, οι δύο άρχουσες τάξεις δεν θα διστάσουν αν χρειαστεί να βάλουν μπροστά τους εργαζόμενους από τις δύο πλευρές του Αιγαίου να αιματοκυλιστούν για να υπερασπίσουν θαλάσσια οικόπεδα (περί αυτού πρόκειται) στη μέση της Μεσογείου, τα οποία θα εκμεταλλευτούν οι μεγάλες πολυεθνικές εξορυκτικές εταιρίες και από τις οποίες οι Τούρκοι και οι Έλληνες εργαζόμενοι δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν.

Την ίδια στιγμή οι εξορύξεις φυσικού αερίου και υδρογονανθράκων στη Μεσόγειο αποτελούν θανάσιμο κίνδυνο για το περιβάλλον, και γι’ αυτό όλοι οι λαοί της περιοχής έχουμε ευθύνη να παλεύουμε εναντίον τους.

Με άλλα λόγια σ’ αυτή τη σύγκρουση καπιταλιστικών συμφερόντων τα λαϊκά στρώματα στην Ελλάδα, την Τουρκία, την Κύπρο κι όχι μόνο πρέπει να πάρουν θέση ενάντια σε αυτά τα σχέδια, στη βάση των δικών τους κοινών συμφερόντων για ειρήνη στην περιοχή, ευημερία και διασφάλιση της Ανατολικής Μεσογείου από το επικίνδυνο παιχνίδι των εξορύξεων.