Το σύμφωνο Τουρκίας-Λιβύης και η στάση της Αριστεράς

Οι πρόσφατες εξελίξεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις με αφορμή την υπογραφή του «Μνημονίου Συνεργασίας για την Ασφάλεια και τη Στρατιωτική Συνεργασία» και του «Μνημονίου Συνεννόησης για την θάλασσα» μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης προκαλούν εύλογες ανησυχίες στα λαϊκά στρώματα.

Σε πρόσφατη δημοσκόπηση της MRB (27/11 – 5/12) προκύπτει ότι οι πολίτες σε ποσοστό 59,2% θεωρούν πιθανό ένα θερμό επεισόδιο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας ενώ 7 στους 10 πιστεύουν ότι θα χειροτερεύσουν τα πράγματα στα εθνικά θέματα.

Το κλίμα «εθνικής ομοψυχίας» και «αρραγούς εθνικού μετώπου» που καλλιεργούν η κυβέρνηση και η συντριπτική πλειοψηφία των ΜΜΕ, ουσιαστικά προσπαθεί να απαγορεύσει σε κάθε άλλη άποψη που κινείται εκτός αυτού του κλίματος να εμφανιστεί, να συζητηθεί ή και να ακουστεί καν.

Το κλίμα που εξέπεμψαν τα στελέχη των κομμάτων που συμμετείχαν στην πρόσφατη σύσκεψη του Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής (ΝΔ – ΚΙΝΑΛ – ΣΥΡΙΖΑ – ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ) ήταν «όλοι μαζί υπό την κυβέρνηση γιατί κινδυνεύει η χώρα».

ΑΟΖ και ανταγωνισμοί

Στην περίπτωση ενός πολεμικού επεισοδίου ή ακόμα χειρότερα μιας ευρύτερης πολεμικής σύρραξης δεν θα κινδυνεύσει γενικά και αόριστα η χώρα αλλά θα κληθούν να χύσουν το αίμα τους εκατοντάδες χιλιάδες απλοί άνθρωποι που ζουν και στις δυο μεριές του Αιγαίου. Και η συζήτηση θα πρέπει να ξεκινάει από αυτό ακριβώς το σημείο. Το πώς θα αποτραπεί ο πόλεμος. Πως θα σταματήσει αυτός ο ζόφος των διαρκών εντάσεων, των πολέμων, του μίσους που μαστίζει αυτή την γωνιά του πλανήτη και έχει δώσει πολέμους το 1897, το 1922, το 1974 ή παραλίγο πολέμους το 1987 και πιο πρόσφατα το 1996 με την κρίση των Ιμίων.

Στην προκειμένη περίπτωση η κυβέρνηση και το κατεστημένο μας καλούν να είμαστε με το «όπλο παρά πόδα» για τις Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες (ΑΟΖ).

Σύμφωνα με τη Διεθνή Συνθήκη του ΟΗΕ περί Δικαίου της Θάλασσας, ως αποκλειστική οικονομική ζώνη θεωρείται η θαλάσσια έκταση, εντός της οποίας ένα κράτος έχει δικαίωμα έρευνας ή άλλης εκμετάλλευσης των θαλασσίων πόρων, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής ενέργειας από το νερό και τον άνεμο. Οι ΑΟΖ δεν είναι κομμάτι της επικράτειας μιας χώρας, είναι στην ουσία κομμάτι των διεθνών υδάτων που ανακηρύσσει μια χώρα ότι της «ανήκουν».

Η Ανατολική Μεσόγειος απόκτησε ενδιαφέρον για τις γύρω χώρες από την στιγμή που βρέθηκαν κοιτάσματα υδρογονανθράκων. Έτσι ξεκίνησαν διαμάχες, αντιπαραθέσεις, συμμαχίες με βάση τις εξορύξεις, την διαδρομή των αγωγών κοκ.

Η κουβέντα τώρα γίνεται συγκεκριμένα για την ΑΟΖ στο κομμάτι εκείνο της Ανατολικής Μεσογείου που ξεκινάει από τα ανοικτά της Κρήτης και φτάνει ως την Λιβύη, με βάση ανακοινώσεις της Τουρκίας.

πηγή: Anadolu Agency

Ποιος κερδίζει από τις εξορύξεις;

Στην πραγματικότητα μιλάμε για τις εξορύξεις υδρογονανθράκων που θα κάνουν γεωτρύπανα και πλοία που δεν θα έχουν την ελληνική σημαία αλλά αυτή της αμερικάνικης Exxon Mobil, της γαλλικής TOTAL, της  ιταλικής Eni, της ισπανικής Repsol και των ΕΛΠΕ του Λάτση.

Ενώ η εταιρεία πετρελαίου της Τουρκίας, TPAO ξεκίνησε τις γεωτρήσεις στην Μεσόγειο με την υπογραφή συμφωνίας με την αμερικάνικη εταιρεία εξόρυξης πετρελαίου, Rowan Companies PLC.

Από το 2011 μέχρι σήμερα οι διαδοχικές μνημονιακές κυβερνήσεις -συμπεριλαμβανομένου του «αριστερού» ΣΥΡΙΖΑ- έχουν παραχωρήσει μια θαλάσσια και χερσαία έκταση 78.000 τ.χλμ, στις ξένες πολυεθνικές και τον Λάτση. Αυτοί θα αποκομίσουν τεράστια κέρδη. Κάποια ψίχουλα για φόρους, αμοιβές, μίζες και διαφθορά θα πάνε στο ελληνικό δημόσιο. Όσο για τον απλό κόσμο; Θα μείνουν οι ακριβές τιμές, η θαλάσσια ρύπανση, τα ατυχήματα λόγω σεισμών κα.

Σχετικά με τις συμβάσεις του ελληνικού Δημοσίου για τους υδρογονάνθρακες ο πρώην υπουργός περιβάλλοντος Γ. Μανιάτης δήλωσε:

«Σε βάθος εικοσιπενταετίας, για το σύνολο των χερσαίων και θαλάσσιων οικοπέδων της ελληνικής επικράτειας, με βάση τα σημερινά δεδομένα και με τιμές πετρελαίου πάνω από 100 δολάρια το βαρέλι, οι εκτιμήσεις μιλούν για καθαρά έσοδα ελληνικού Δημοσίου 150 δισ. ευρώ και άλλα τόσα περίπου προβλέπεται να είναι τα έμμεσα έσοδα που προκύπτουν στις τοπικές οικονομίες και από τη δημιουργία των θέσεων εργασίας».

Και ένας άλλος πρώην υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ, ο Γ. Σταθάκης, είπε ότι:

«Κατά τις τρεις φάσεις της έρευνας, που διαρκεί 7-8 χρόνια, καταβάλλεται στρεμματική αποζημίωση. Όταν υπάρξει παραγωγή, τα κέρδη του αναδόχου θα επιβαρύνονται με φόρο 20% υπέρ του Δημοσίου και 5% υπέρ των περιφερειών».

Όμως στην τελευταία σύμβαση που υπογράφηκε στην Βουλή το Σεπτέμβριο του 2019 τα ποσοστά του Δημοσίου πέφτουν ακόμα περισσότερο:

«Κατά τις συμβάσεις που έχουν κατατεθεί για κύρωση στη Βουλή, το βασικό έσοδο του Δημοσίου αποτελείται από τα μισθώματα (royalties). Το μίσθωμα δεν είναι ένα σταθερό ποσοστό επί της παραχθείσας ποσότητας (όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες), αλλά είναι συνάρτηση των πετρελαϊκών τιμών και του κόστους εξόρυξης (cost of oil). Ανάλογα με τη διακύμανση αυτών των δυο παραγόντων, το Κράτος θα λαμβάνει το 4% με 15% (για κάποιες προηγούμενες παραχωρήσεις το προβλεπόμενο μίσθωμα κυμαίνεται μεταξύ 2% και 20%) της παραχθείσας ποσότητας, σε χρήμα ή σε είδος».

Η πραγματικότητα είναι ότι πουθενά οι ανακοινώσεις των μνημονιακών υπουργών Περιβάλλοντος δεν γίνονται συγκεκριμένες, αναλυτικές και τεκμηριωμένες για το ύψος των πιθανών εσόδων από τους υδρογονάνθρακες.

Οι εκτιμήσεις του WWF, δείχνουν ότι το σύνολο των οικοπέδων για τα οποία υπάρχει έστω και μικρή βεβαιότητα ύπαρξης ανακτήσιμων κοιτασμάτων δεν θα αποδίδουν στο Κράτος πάνω από 100 με 150 εκατ. ευρώ ετησίως.

Όταν μόνο η ζημιά από μία πετρελαιοκηλίδα μπορεί να προκαλέσει ανείπωτη περιβαλλοντική και οικονομική καταστροφή. Ενδεικτικά, η πετρελαιοκηλίδα που δημιουργήθηκε από το ατύχημα στην εξέδρα πετρελαίου Deepwater Horizon το 2010 στον κόλπο του Μεξικού, δημιούργησε σωρευτικές ζημίες της τάξης των 65 δις δολαρίων (σε αναλογία το 31% της Ελληνικής οικονομίας), ενώ οι επιπτώσεις στον τουρισμό εκτιμήθηκαν σε 8 με 23 δις δολάρια.

Το 2018 ο διευθυντής του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος Χανς Μπρούινιξ, αναφερόμενος στις εξορύξεις υδρογονανθράκων στη χώρα μας, είχε δηλώσει ότι:

«[…] η επένδυση σε υποδομές και εγκαταστάσεις που συνδέονται με την παραγωγή ορυκτών καυσίμων έχει πολύ υψηλό ρίσκο, καθώς έχουν περιορισμένο χρόνο ζωής, το πολύ 20-30 έτη», προσθέτοντας ότι «πολύ σύντομα οι υποδομές αυτές θα απαξιωθούν», προτρέποντας μας να μην διαθέσουμε «χρήμα, τεχνολογία, γνώση και τα μυαλά των νέων επιστημόνων» μας «σε ένα κλάδο που δεν έχει μακρόχρονη προοπτική», αλλά σε «ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, για τις οποίες η Ελλάδα προσφέρεται τόσο».

Οι βλαβερές συνέπειες των εξορύξεων

Γιατί η δεύτερη και πιο σημαντική πτυχή για τις ΑΟΖ και τις εξορύξεις –που σκόπιμα αποκρύπτεται στην δημόσια συζήτηση– είναι οι επιπτώσεις στο περιβάλλον και την κλιματική αλλαγή που προκαλούν οι εξορύξεις.

Όπως γράφαμε σε παλιότερο άρθρο στο Ξ:

«Αλλά, δεν χρειάζεται καν να γίνει ατύχημα για να επηρεαστεί το περιβάλλον. Η ίδια η λειτουργία των εξορύξεων φυσικού αερίου και πετρελαίου επηρεάζει σημαντικά τα θαλάσσια οικοσυστήματα, λόγω π.χ. της μόλυνσης από τα απόβλητα, της καταστροφής μεγάλων τμημάτων του πυθμένα, του θορύβου κοκ. Όταν δε οι εξορύξεις γίνονται σε ευαίσθητα οικοσυστήματα οι κίνδυνοι είναι πολύ μεγαλύτεροι.»

«Η καύση του φυσικού αερίου εκλύει στην ατμόσφαιρα 50% λιγότερο διοξείδιο του άνθρακα (CO2) σε σχέση με το πετρέλαιο. Η μείωση στο μισό των εκπομπών CO2 δεν κάνει το φυσικό αέριο «καθαρό». Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο οι εκπομπές CO2. Το βασικό «συστατικό» του φυσικού αερίου (πάνω από 85%) είναι το μεθάνιο (CH4) το οποίο είναι 34 φορές πιο δραστικό όσον αφορά την κλιματική αλλαγή σε σχέση με το CO2! Το μεθάνιο διαρρέει στο περιβάλλον από τα πηγάδια των εξορύξεων και από τους αγωγούς μεταφοράς φυσικού αερίου –δεν υπάρχει εξόρυξη και αγωγός χωρίς ένα ποσοστό διαρροής– καθώς και από την ατελή καύση του φυσικού αερίου».

Αλλά και όπως προειδοποιεί η WWF Ελλάς εδώ και καιρό:

  • Οι πετρελαϊκές εταιρείες θα ελέγχουν τον εαυτό τους, καθώς σε αυτές εκχωρείται ουσιαστικά η ευθύνη προστασίας του περιβάλλοντος […] ενώ οι αρμόδιες αρχές δεν εμφανίζονται πουθενά.
  • Η υποτιθέμενη «ασφάλεια» της περιοχής της Κρήτης από τις εξορύξεις επαφίεται σε αδημοσίευτες και απροσδιόριστες «καλές πρακτικές» […] οι οποίες δεν έχουν καμία απολύτως νομική δεσμευτικότητα.
  • Δεν παρουσιάζεται κανένα στοιχείο, όπως επανειλημμένα έχει απαιτήσει η τοπική κοινωνία της Κρήτης, για την αξιολόγηση του κόστους πιθανών ατυχημάτων και περιστατικών ρύπανσης για το περιβάλλον, τις τοπικές κοινωνίες και την παράκτια οικονομία της Κρήτης συνολικά.

Συνοψίζοντας: ακόμα και αν υποθέσουμε αφαιρετικά ότι η Ελλάδα έχει απόλυτο δίκιο στο θέμα των ΑΟΖ και πάρουμε τα θαλάσσια οικόπεδα που θεωρούμε ότι μας ανήκουν, στην πράξη θα αποδειχτεί ότι πρώτον θα τα πάρουν οι πολυεθνικές εταιρείες για να αποκομίσουν αυτές τα όποια κέρδη και δεύτερον με το αποτέλεσμα των εξορύξεων θα έχουμε περιβαλλοντική καταστροφή ειδικά στις περιοχές που βρίσκονται πιο κοντά στις πλατφόρμες με τα γεωτρύπανα και τις αντλίες- δηλαδή τις τουριστικές περιοχές, με πολύ σημαντικές συνέπειες στην οικονομία και στην απώλεια θέσεων εργασίας.

Η προσφυγή στο διεθνές δίκαιο δεν λύνει τα προβλήματα

Όπως έχει δείξει η ιστορική εμπειρία, το Διεθνές Δίκαιο αποτυπώνει τους γεωστρατηγικούς συσχετισμούς της εκάστοτε εποχής. Και πάντα αντανακλά τα συμφέροντα των πιο ισχυρών κρατών. Ακόμα και εκεί που τα διεθνή προβλήματα φαίνονται «λυμένα», είναι θέμα χρόνου να εμφανιστούν αντιπαραθέσεις, διεκδικήσεις και πολεμικά επεισόδια.

Στην προκειμένη περίπτωση η Σύμβαση για το Δίκαιο των Θαλασσών που υπογράφτηκε στο Μοντέγκο Μπεϋ της Τζαμάικα το 1982 μετά από πολύχρονες διαβουλεύσεις, δεν έλυσε το ζήτημα. Στην πραγματικότητα απλά έβαλε κάποιους γενικούς κανόνες και όπου υπήρχε πρόβλημα καλούσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να μην κάνουν μονομερείς ενέργειες και να τα βρουν μεταξύ τους.

Ενδεικτικά παραθέτουμε ορισμένα παραδείγματα για του λόγου το αληθές.

  • Στο άρθρο 300 αναφέρει ότι: «Τα κράτη μέρη εκπληρώνουν με καλή πίστη τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται με την παρούσα σύμβαση και θα ασκούν τα δικαιώματα, τη δικαιοδοσία και τις ελευθερίες που αναγνωρίζονται από τη παρούσα σύμβαση κατά τρόπο που δεν αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος».
  • Στο άρθρο 83: «Η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ κρατών με έναντι ή προσκείμενες ακτές, πραγματοποιείται κατόπιν συμφωνίας με βάση το Διεθνές Δίκαιο […] προκειμένου να επιτευχθεί μια δίκαιη λύση».
  • Στο άρθρο 15: «η παραπάνω διάταξη [σημ: εννοεί για το δικαίωμα επέκτασης στα 12 ναυτικά μίλια] δεν εφαρμόζεται όμως όπου λόγω ιστορικού τίτλου ή άλλων ειδικών περιστάσεων παρίσταται ανάγκη να οριοθετηθούν οι χωρικές θάλασσες των δύο κρατών κατά διαφορετικό τρόπο». 
  • Στο άρθρο 123 (που αφορά ειδικά κράτη που συνορεύουν με κλειστές ή ημίκλειστες θάλασσες) λέει: «πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους στην άσκηση των δικαιωμάτων τους και την εκτέλεση των καθηκόντων τους σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση».

Όλα αυτά προφανώς είναι πολύ γενικά και αόριστα ευχολόγια ώστε να τα ερμηνεύει ο καθένας κατά το δοκούν. Ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις όπου το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης αποφάσισε με τρόπο που καθόλου δεν δικαιώνει τις διεκδικήσεις των ελληνικών κυβερνήσεων (χαρακτηριστικά δείτε και το άρθρο του καθηγητή του Πανεπιστήμιου Αθήνας και πρώην ΥΠΕΞ επί κυβερνήσεων Σημίτη, Χρήστου Ροζάκη στην Καθημερινή).

Τα σχέδια του Ερντογάν

Η Τουρκία υπόγραψε το μνημόνιο με την Λιβύη προκειμένου να αποκτήσει μεγαλύτερη πρόσβαση στην Ανατολική Μεσόγειο και ταυτόχρονα να σπάσει τον θαλάσσιο άξονα Ελλάδας – Αιγύπτου – Ισραήλ – Κύπρου που έχει διαμορφωθεί με τις ευλογίες των ΗΠΑ.

Ο πρώην επιτελάρχης του τουρκικού Ναυτικού, υποναύαρχος ε.α. Τζιχάτ Γιαϊτζί που σχεδίασε τους χάρτες πάνω στους οποίους στηρίχτηκε η συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης αναφέρει:

«Εξάλλου σε περίπτωση που ασκήσει αυτό το θεμελιώδες δικαίωμα με τη Λιβύη, η Τουρκία θα αποκτήσει επιπρόσθετο θαλάσσιο χώρο στο μέγεθος της Κύπρου. Επιπλέον, θα εισχωρήσει σαν αποτρεπτική ασπίδα μεταξύ της Ελλάδας με την Αίγυπτο και την ελληνοκυπριακή διοίκηση ακυρώνοντας τις πρωτοβουλίες των εν λόγω χωρών. Πρέπει να γίνει η ανακήρυξη της (τουρκικής) ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο. Πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή το ταχύτερο μία συμφωνία μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης που θα οριοθετεί την υφαλοκρηπίδα Τουρκίας – Λιβύης στη βάση της μέσης γραμμής ανάμεσα στις ακτές της Ανατολίας και της Αφρικής. Με μια τέτοια συμφωνία η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να κάνει συμφωνία οριοθέτησης ούτε με την ελληνοκυπριακή διοίκηση ούτε με την Αίγυπτο. Με αυτό τον τρόπο αφ’ ενός θα αποκτήσουμε υπεροχή στην περιοχή, αφ’ ετέρου θα εξασφαλίσουμε κρίσιμα κέρδη όσον αφορά τα εθνικά μας συμφέροντα στην οριοθέτηση των θαλάσσιων περιοχών δικαιοδοσίας, επηρεάζοντας άμεσα τη γεωπολιτική της ενέργειας».

«Οι σχεδιασμοί στην Ανατολική Μεσόγειο καταδικάζουν την Τουρκία σε ένα θαλάσσιο χώρο 41 χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων, ενώ αν τα όρια της τουρκικής ΑΟΖ χαραχθούν με βάση τη μέση γραμμή με τις αντίστοιχες ζώνες της Αιγύπτου και της Λιβύης η ΑΟΖ ξεπερνάει σε έκταση τα 145 χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα.»

Η Τουρκία σήμερα αισθάνεται σαν μια περιφερειακή υπερδύναμη που υπερτερεί της Ελλάδας καθώς διαθέτει 4πλάσιο ΑΕΠ, 8πλάσιο πληθυσμό, και πολύ πιο ισχυρό στρατό- τον 2ο μεγαλύτερο του ΝΑΤΟ. Έχει πραγματοποιήσει 3 πολεμικές επεμβάσεις στην βορειοδυτική Συρία, έχει συμμαχία με το Κατάρ, έχει βλέψεις στα Βαλκάνια, ο Τραμπ δηλώνει θαυμαστής του Ερντογάν και με τον Πούτιν και τον ρωσικό στρατό επιβλέπουν από κοινού τα τουρκοσυριακά σύνορα.

Επομένως δεν υπάρχει περίπτωση να δεχτεί να είναι το Αιγαίο ελληνική λίμνη ή να αποκλειστεί από την Ανατολική Μεσόγειο. Γι’ αυτό στην περίπτωση της Μεσογείου παρακάμπτει το Καστελόριζο, την Ρόδο και την Κάρπαθο προκειμένου να βρει κοινά θαλάσσια σύνορα με την Λιβύη.

Συνεκμετάλλευση;

Ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου μιλάει για συνεκμετάλλευση:

«Εμείς πάντα έχουμε την πρόθεση να μοιραστούμε δίκαια τον πλούτο περιοχών όπως η Μεσόγειος και το Αιγαίο, προστατεύοντας ταυτόχρονα τα δικαιώματά μας, με βάση το Διεθνές Δίκαιο. Αυτό ισχύει εξίσου και για τα κοιτάσματα στην Κύπρο.»

Γενικά η συνεργασία των χωρών της περιοχής ώστε να υπάρξει αμοιβαία πρόοδος όλων των λαών είναι μια πολύ ωραία ιδέα, που όμως είναι αδύνατο να την υιοθετήσουν με ειλικρίνεια και να την εφαρμόσουν καπιταλιστικά κράτη και αντιδραστικές ή δικτατορικές κυβερνήσεις.

Στην Λιβύη για παράδειγμα, η Τουρκία απέσπασε το «ναι» μιας κυβέρνησης που ελέγχει το 1/5 μιας αχανούς χώρας και βασικά την πρωτεύουσα Τρίπολη, προσφέροντας πολεμικό εξοπλισμό και εκπαίδευση στον Φαγέζ Αλ Σαράτζ ώστε να αντιμετωπίσει στον εμφύλιο τον στρατάρχη Χαλίμα Χαφτάρ που ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος της χώρας, τις πετρελαιοπηγές και έχει ξεκινήσει να καταλάβει και την Τρίπολη.

Στην Αίγυπτο υπάρχει ο δικτάτορας Σίσι που ματοκύλησε την χώρα για να καταλάβει και να διατηρήσει την εξουσία. Το Ισραήλ είναι γνωστό για τον πόλεμο και τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Παλαιστίνιων.

Αυτοί είναι οι σύμμαχοι Τουρκίας και Ελλάδας. Οι κυβερνήσεις των οποίων εφαρμόζουν αντιλαϊκές πολιτικές λιτότητας και καταστολής στο εσωτερικό των χωρών τους. Αποτελώντας το διεφθαρμένο πολιτικό προσωπικό της οικονομικής ολιγαρχίας και των ιμπεριαλιστών.

Όλοι αυτοί δεν πρόκειται να «συνεκμεταλλευτούν» τίποτα, καθώς είναι ο ένας στο λαιμό του άλλου. Πέραν τούτου, μια συνεκμετάλλευση των υδρογονανθράκων, ακόμα και αν ήταν εφικτή, θα συνέχιζε να ήταν καταστροφική για το περιβάλλον, και άρα για τους λαούς της περιοχής.

Θα μας σώσει η ΕΕ;

Όσον αφορά την πρακτική αξία της «υποστήριξης» που έδωσε η ΕΕ με την ανακοίνωσή της ότι στηρίζει την Ελλάδα; Πολύ παραστατικά δίνει το κλίμα ο πρωθυπουργός της Βουλγαρίας Μπορίσωφ:

«Είπα στους έλληνες συναδέλφους μου να βρουν τα εργαλεία να βοηθήσουν μόνοι τους εαυτούς τους. Τους υποστηρίζουμε μεν με όλους τους τρόπους, αλλά η Τουρκία διαδραματίζει σήμερα ένα πολύ σημαντικό ρόλο στην περιοχή…».

«Όλοι οι ηγέτες μίλησαν πολύ, πολύ πιο ήπια για την Τουρκία. Όλοι ανέφεραν ότι η συμφωνία (για τους πρόσφυγες) θα έπρεπε να συνεχιστεί και ότι η Τουρκία βρίσκεται σε μία πολύ σημαντική γεωστρατηγική θέση. Κανείς δεν μιλά πλέον για κυρώσεις και για εμπάργκο όπλων– το αντίθετο. Όταν υπάρχουν κυρώσεις, τότε η Τουρκία στρέφεται προς τη Ρωσία για να εξοπλιστεί, δεν σταματά». 

Η πτωχή πλην τίμια Ελλάς….

Η ελληνική αστική τάξη καμώνεται την αδικημένη και την αμυνόμενη. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι όποτε μπορεί με τη δύναμη της να επιβάλλει τα συμφέροντα της ενάντια σε άλλα κράτη το κάνει.

Από τη δεκαετία του ’90 κάτι τέτοιο κάνει προσπαθώντας να επιβάλλει το πως θα ονομαστεί ένα γειτονικό κράτος, η Βόρεια Μακεδονία.

Αυτή τη στιγμή η Ελλάδα ανήκει στην συμμαχία των ΗΠΑ στην Μεσόγειο που θέλει να πάρει αποκλειστικά για δική της χρήση όλο τον ορυκτό πλούτο της περιοχής… Αυτή η πολιτική μόνο «αμυντική» δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.

Αλλά και πιο παλιά το Ελληνικό κράτος επιχείρησε να αποσπάσει εδάφη από γειτονικές χώρες, όπως όταν το 1919 ο ελληνικός στρατός βρέθηκε στον Σαγγάριο εισβάλλοντας στο έδαφος της Τουρκίας και ο Ε. Βενιζέλος ονειρευόταν την Ελλάδα των 2 ηπείρων και των 5 θαλασσών.

Ταξική ενότητα ναι – Εθνική ενότητα όχι

Οι εργαζόμενοι, οι αγρότες, τα μικρομεσαία και φτωχά κοινωνικά στρώματα, η νεολαία δεν έχουμε κανένα λόγο να στοιχηθούμε πίσω από τις επιδιώξεις του Μητσοτάκη, του Βορίδη, του Γεωργιάδη και του Λάτση. Των φασιστών της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα και αντίστοιχα των Γκρίζων Λύκων στην Τουρκία.

Ούτε βέβαια πίσω από τις εντολές του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ που θέλουν να εξάγουν τον πλούτο της περιοχής για τις δικές τους τσέπες. Μόνο η Ελλάδα δαπανά το 2,2% του ΑΕΠ, ήτοι 4,6 δις ευρώ (!), τον χρόνο για πολεμικούς εξοπλισμούς. Ελλάδα και Τουρκία μαζί δαπανούν 22,5 δις δολάρια το χρόνο για εξοπλιστικές δαπάνες.

Την στάση αντίστασης στο δικό τους πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο πρέπει να υιοθετήσουν και οι τούρκοι εργαζόμενοι και νεολαίοι.

Που έχουν χιλιάδες αγωνιστές στις φυλακές ή απολυμένους από το καθεστώς Ερντογάν. Που ζουν σε συνθήκες φτώχειας, ανεργίας και εξαθλίωσης. Αξίζει να θυμίσουμε ότι ο Ερντογάν έχασε Άγκυρα και Ιστανμπούλ στις πρόσφατες τοπικές εκλογές ενώ ο πρώην στενός συνεργάτης του και πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου έφυγε από το ΑΚΡ και παρουσίασε το νέο κόμμα του «Μέλλοντος», όπως το ονόμασε.

Οι μαζικές κινητοποιήσεις των γυναικών, ο αγώνας των Κούρδων της Τουρκίας, τα περιβαλλοντικά κινήματα της χώρας είναι οι φυσικοί και πραγματικοί σύμμαχοι των Ελλήνων εργαζομένων και νεολαίας.

Πρέπει άμεσα να παρθούν πρωτοβουλίες από την Αριστερά, τα συνδικάτα, τους φοιτητικούς συλλόγους και τα κοινωνικά κινήματα στην Ελλάδα και την Τουρκία ώστε να σπάσει το εθνικιστικό κλίμα και να αποτραπεί οποιαδήποτε περίπτωση πολεμικού επεισοδίου που μπορεί να έχει απρόβλεπτες συνέπειες.

Ο ρόλος της Αριστεράς

Στο πολιτικό επίπεδο ο ρόλος της Αριστεράς δεν είναι να δίνει συμβουλές στην κυβέρνηση και στην αστική τάξη για το πώς θα υπερασπίσουν καλύτερα τα συμφέροντά τους.

Το ΚΚΕ ενώ δεν συμμετείχε στο Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής, με τις θέσεις και τις δηλώσεις στελεχών του ουσιαστικά στοιχίζεται πίσω από την ελληνική αστική τάξη και την κυβέρνηση.

Χαρακτηριστικά ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας σε συνέντευξή του στο Euronews στις 9/12 δήλωσε:

«η τουρκική κυβέρνηση με επικεφαλής τον κ. Ερντογάν προχωρά βήμα το βήμα στην κατοχύρωση απαράδεκτων και ανιστόρητων διεκδικήσεων απέναντι στα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, όσο και της Κύπρου.

…Θα πρέπει να υπάρξει σταθερή πολιτική εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης, καμία υποχώρηση σε κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας. Να υπάρξουν βεβαίως συμφωνίες στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου και καμία υποχώρηση από αυτά».

Τι λέει εδώ ο γραμματέας του ΚΚΕ; Αντί να κάνει κάλεσμα στους λαούς της περιοχής για αγώνα ενάντια στις ορέξεις όλων των αστικών τάξεων, και της ελληνικής συμπεριλαμβανομένης, απευθύνεται στην κυβέρνηση με «συμβουλές» για το πώς θα προστατεύσει τα συμφέροντα της. Και δημιουργεί αυταπάτες για το υποτιθέμενο «διεθνές δίκαιο». Με αυτές τις θέσεις και σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη οποιασδήποτε ταξικής διεθνιστικής πρωτοβουλίας η ηγεσία του ΚΚΕ δεν συμβάλλει στον πολιτικό και ιδεολογικό εξοπλισμό του λαϊκού κινήματος και στην δημιουργία μιας ανεξάρτητης ταξικής θέσης από την πλευρά των εργαζομένων.

Η Αριστερά σε Ελλάδα και Τουρκία που μιλάει στο όνομα της επανάστασης, του σοσιαλισμού και του διεθνισμού είναι η μόνη πολιτική δύναμη που μπορεί να αποτελέσει την εναλλακτική λύση στον πόλεμο, τον εθνικισμό, τον ιμπεριαλισμό, την καπιταλιστική εκμετάλλευση. Για να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων πρέπει να οργανώσει άμεσα επαφές και αποστολές ανάμεσα στις δύο χώρες, να βγάλει κοινές ανακοινώσεις ενάντια στον πόλεμο, να οργανώσει κοινούς αγώνες πχ για τα ζητήματα του περιβάλλοντος ή της καταστολής. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα αφαιρέσει το χαλί κάτω από τα πόδια των εθνικιστών και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου.