Το «Μακεδονικό» ξανά σε τέλμα;

Χρειάστηκαν 2,5 δεκαετίες μετά την αρχική κρίση του Μακεδονικού, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, για να κάτσουν ξανά στο τραπέζι της συζήτησης οι κυβερνήσεις Αθήνας και Σκοπίων. Το όλο θέμα προέκυψε σαν «εθνικό πρόβλημα» εξαιτίας του εθνικιστικού «κρετινισμού» που κυριάρχησε τελικά στις άρχουσες τάξεις των δύο χωρών. Το αρχικό αδιέξοδο προκάλεσε η ελληνική πλευρά (η τότε κυβέρνηση Μητσοτάκη, το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΝ) που αρνήθηκε τον συμβιβασμό που ήθελε η πλευρά των Σκοπίων. Στη συνέχεια ανάλαβαν οι εθνικιστές του VMRO-DPMNE να πολώσουν περισσότερο τα πράγματα.

Το θέμα του Μακεδονικού είναι όμως, σχετικά, απλό: υπάρχουν 3 Μακεδονίες, κι όχι μία. Η ελληνική, η «σλαβομακεδονική» ή βόρεια, και η βουλγαρική. Αυτό είναι ένα ζήτημα που θα μπορούσε να λυθεί σχετικά εύκολα με μία συμφωνία που να προνοεί:

α) Ότι καμία πλευρά δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τον όρο Μακεδονία κατ’ αποκλειστικότητα,

β) Να υπάρξει ένας επιθετικός προσδιορισμός στη Μακεδονία της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Οι άρχουσες τάξεις για 2,5 δεκαετίες ήταν ανίκανες να κάτσουν στο ίδιο τραπέζι να συνομιλήσουν σοβαρά. Αυτό έγινε τελικά δυνατό στη διάρκεια της τρέχουσας χρονιάς από τις κυβερνήσεις Τσίπρα και Ζάεφ. Αλλά το δημοψήφισμα της Κυριακής 30 Σεπτέμβρη έριξε ξανά το Μακεδονικό ζήτημα σε τέλμα.

Το δημοψήφισμα

Η κυβέρνηση Ζάεφ απέτυχε στον στόχο της να κερδίσει το δημοψήφισμα υπέρ της συμφωνίας των Πρεσπών. Κέρδισε μεν την πλειοψηφία σε ποσοστό 92%, αλλά η συμμετοχή δεν ξεπέρασε το 37%. 

Από τη στιγμή που η συμμετοχή στο δημοψήφισμα δεν έφτασε το 50% η εθνικιστική αντιπολίτευση (το VMRO-DPMNE) μπορεί να υποστηρίζει ότι η συμφωνία είναι άκυρη – ότι νίκησε το «όχι» παρότι κέρδισε το «ναι»… Αναμενόμενο.

Οι διαφορετικές ερμηνείες του αποτελέσματος παίρνουν διεθνείς διαστάσεις: η ΕΕ και οι ΗΠΑ δηλώνουν ικανοποιημένες από το αποτέλεσμα και ζητούν να προχωρήσει η Συμφωνία των Πρεσπών, η ρωσική πλευρά που κινητοποιήθηκε πολύ δραστήρια ενάντια στη Συμφωνία δηλώνει πως θεωρεί τη συμφωνία νεκρή.

Παρόμοιες αντιπαραθέσεις βλέπουμε και στην Ελλάδα όχι μόνο ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση αλλά και ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και τον Καμμένο ο οποίος φόρεσε ξανά τη φουστανέλα του 1821.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κερδισμένοι από την εξέλιξη είναι οι εθνικιστές και στις δύο πλευρές. 

Επόμενα βήματα

Ο πρωθυπουργός της «βόρειας» Μακεδονίας, Ζάεφ, θα πάει το θέμα στη βουλή με στόχο να πετύχει πλειοψηφία 2/3 (80 από τους 120 βουλευτές, ενώ ελέγχει μόνο 69) για να προχωρήσει στη συνταγματική αναθεώρηση που έχει συμφωνηθεί με την ελληνική πλευρά για να ολοκληρωθεί η διαδικασία της έγκρισης της συμφωνίας των Πρεσπών (μάλιστα αυτό πρέπει να γίνει, με βάση με το κείμενο της Συμφωνίας μέχρι το τέλος του 2018). Οι πιθανότητες όμως να τα καταφέρει, μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι πολύ λίγες. Σ’ αυτή την περίπτωση η χώρα θα οδηγηθεί σε εκλογές, για να προκύψει νέα βουλή, νέα κυβέρνηση κοκ.

Θα μπορεί η νέα βουλή και κυβέρνηση να προχωρήσει σε συνταγματική αναθεώρηση και επικύρωση της Συμφωνίας; Κανείς δεν έχει σίγουρη απάντηση. Επομένως, όπως έχουν τα πράγματα αυτή τη στιγμή όλα είναι στον αέρα!  

Αν δεν υπάρξει λύση στο πρόβλημα μέσα στους επόμενους μήνες, το πιο πιθανό είναι ότι  θα χρειαστούν χρόνια ή ακόμα και δεκαετίες για να ξαναγίνει μια σοβαρή προσπάθεια για λύση.

Η πραγματικότητα των αριθμών

Η εθνικιστική αντιπολίτευση στη «βόρεια Μακεδονία» έπαιξε το χαρτί της αποχής κι όχι της καταψήφισης της Συμφωνίας. Ο βασικός λόγος που το έκανε αυτό ήταν γιατί το «όχι», όπως φαίνεται από το αποτέλεσμα, κι όπως θα αναπτύξουμε στη συνέχεια, δεν είχε καμία ελπίδα να νικήσει. Αντίθετα, προβάλλοντας την αποχή είχε πολύ μεγάλες πιθανότητες να ξεπεράσει το 50%. Η σχετική αριθμητική δεν είναι περίπλοκη.

Το σύνολο των ψηφοφόρων της γειτονικής χώρας είναι γύρω στο 1,8 εκατομμύρια – με βάση τους εκλογικούς καταλόγους που όμως έχουν να ανανεωθούν εδώ και δύο περίπου δεκαετίες. Απ’ αυτούς τουλάχιστον 300.000 έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό. Η αποχή λοιπόν στις διάφορες εκλογικές αναμετρήσεις είναι πολύ ψηλή και κυμαίνεται στο 35 – 40 %.

Αν σ’ αυτή την συνήθη «αποχή» των ψηφοφόρων στην «βόρεια Μακεδονία» η αντιπολίτευση κατάφερνε να προσθέσει την αποχή των δικών της υποστηριχτών, ένα 20-25%, για να μην πούμε περισσότερα, η συνολική αποχή θα μπορούσε να φτάσει το 60% χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Τελικά έφτασε το 63%.

Ήταν μια απλή κίνηση από την αντιπολίτευση η οποία θα μπορούσε να παρουσιάσει τη δική της αδυναμία να κερδίσει το δημοψήφισμα, σαν νίκη!

Τα «ναι» στο δημοψήφισμα αντιπροσώπευε το 35% περίπου του συνόλου του εκλογικού σώματος (92% «ναι» του 37% που συμμετείχε, αντιστοιχεί σε λίγο πάνω από 34% του συνόλου των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων – που όπως αναφέρθηκε πιο πάνω είναι ένας πλασματικός, διογκωμένος αριθμός). Η πραγματική σύγκριση επομένως είναι ανάμεσα στο 35% που ψήφισαν υπέρ και στο 20-25% ή 30% στην καλύτερη περίπτωση, που απείχαν επειδή συνειδητά διαφωνούσαν.

Στις τελευταίες εκλογές (Δεκέμβρης 2016) που ανέδειξαν πρωθυπουργό τον Ζάεφ, συμμετείχαν 1.190.000 ψηφοφόροι. Υπέρ του «ναι» στο δημοψήφισμα ψήφισαν 610 χιλιάδες σε σύνολο 667.000 ψηφισάντων. Αυτό δείχνει πως ακόμα και αν η αποχή δεν εμφάνιζε καμία αύξηση (πράγμα απίθανο, για λόγους που αναφέρονται πιο κάτω) αν δηλαδή ψήφιζαν όλοι όσοι ψήφισαν και το 2016, και αν όλοι αυτοί ψήφιζαν «όχι» (πράγμα αδύνατο – ήδη στις 667 χιλιάδες των ψηφοφόρων υπήρχαν περίπου 3% άκυρα) το «ναι» θα αποτελούσε πλειοψηφία.

Επί της ουσίας, δηλαδή, στο σύνολο του ενεργού εκλογικού σώματος, διαφαίνεται μια πλειοψηφία υπέρ της συμφωνίας. Όμως αυτό αποτελεί μια «πύρρεια» πλειοψηφία αφού δεν επιτεύχθηκε το 50% συμμετοχής στο δημοψήφισμα. Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο αν η σύγκριση γίνει με τις ψήφους που πήρε το εθνικιστικό VMRO-DPMNE στις εκλογές του 2016 που ήταν 454 χιλιάδες (σε σύγκριση με τις 610 χιλιάδες των “ναι”).

Η συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων στη γειτονική χώρα

Οι υπολογισμοί αυτοί δεν έχουν και πολύ σημασία σε ότι αφορά τις διαδικασίες και τα επόμενα βήματα έχουν όμως μια χρησιμότητα στο να προσεγγίσουμε στο βαθμό του δυνατού τη συνείδηση και το πώς σκέφτονται τα λαϊκά στρώματα στη γειτονική μας χώρα.

Τα περί «αδιαφορίας» και «απάθειας» που εκτιμούν πολλοί αναλυτές δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται ακριβώς στην εικόνα που δίνουν οι πιο πάνω αριθμοί. Οι υποστηριχτές του «Ναι» κινητοποιήθηκαν, όπως κινητοποιήθηκαν και οι υποστηρικτές του «Όχι». Απλά οι υποστηρικτές του «Όχι» στράφηκαν στην αποχή γιατί αυτός ήταν ο πιο εύκολος τρόπος να υποσκάψουν τη συμφωνία – αν δοκίμαζαν την ευθεία αντιπαράθεση θα είχαν χάσει με διαφορά.

Υπάρχουν πολλές αναφορές στον τύπο για την «κούραση» του κόσμου, από τα πλακώματα των ηγετών, από την προκλητικά έντονη παρέμβαση του διεθνούς παράγοντα (Δυτικών και Ρωσίας) την εκτίμηση ότι τελικά η σύνδεση του «Ναι» με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ δεν λειτούργησε τόσο θετικά όσο προσδοκούσε ο Ζάεφ, κλπ. Όλα αυτά έχουν κάποια, τουλάχιστον, βάση. Ας σημειώσουμε μόνο ότι επικεφαλής της εκστρατείας του «όχι» ήταν ο πρόεδρος της χώρας Γκιόρκι Ιβάνοφ ενάντια στον πρωθυπουργό Ζόραν Ζάεφ!

Ακόμα, η ερώτηση στο δημοψήφισμα, με τον τρόπο που διατυπώθηκε φαίνεται πως έκανε τα πράγματα χειρότερα για τον Ζάεφ, γιατί θεωρήθηκε ως ωμός εκβιασμός. Η ερώτηση ήταν: Είστε υπέρ της εισόδου στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ με την αποδοχή της συμφωνίας με την Ελλάδα; Ενώ το κεντρικό σύνθημα της εκστρατείας ήταν ψηφίστε για την Ευρωπαϊκή Μακεδονία – κάτι δηλαδή που απόκρυβε ότι ο κόσμος καλούνταν να ψηφίσει υπέρ του «Βόρεια Μακεδονία».

Έχουμε δηλαδή από τη μια έναν εκβιασμό και από την άλλη κοροϊδία. Στοιχεία που οδηγούν το σύνολο της πολιτικής ηγεσίας σε απαξίωση από τα λαϊκά στρώματα. Συμπληρωτικά για τις αιτίες της απαξίωσης αυτής, ας αναφέρουμε ότι ο μέχρι το 2016 πρωθυπουργός Γκρουέφσκι απειλείται σήμερα με ποινή φυλάκισης λόγω της διαφθοράς και των σκανδάλων στα οποία ήταν αναμιγμένος.

Όλα αυτά προφανώς ενισχύουν την αποχή. Για κάποια στρώματα αναμφίβολα έπαιξαν κυρίαρχο ρόλο. Αλλά δεν αναιρούν τη διαπίστωση ότι τελικά η αποχή δεν ήταν κατά κύριο λόγο θέμα «βαρεμάρας» αλλά ήταν θέμα ενεργής πολιτικής στάσης, υπέρ του “όχι”. 

Ο μεγάλος απών – η Αριστερά

Οι άρχουσες τάξεις των δύο χωρών εμφανίζονται διχασμένες και ανίκανες να δώσουν λύση σε ένα σχετικά εύκολο εθνικό πρόβλημα. Πως παρεμβαίνει η Αριστερά σ’ αυτή τη συνθήκη; Τι έκανε η μαζική Αριστερά, αυτή δηλαδή που έχει τις δυνάμεις και τον όγκο για να επηρεάσει τις εξελίξεις, εδώ και 25 χρόνια;

Η απάντηση είναι: τίποτα.

Τι μπορούσε να είχε κάνει; Κόμματα όπως το ΚΚΕ αλλά και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ (για τη ΛΑΕ δεν συζητάμε αφού έγινε ουρά του εθνικισμού στο όνομα της αντιιμπεριαλιστικής, δήθεν, πάλης) θα μπορούσε να επισκεφθεί τη γειτονική χώρα, να αναζητήσει αριστερές οργανώσεις, εργατικά σωματεία, κοινωνικά κινήματα κλπ και να συζητήσει μαζί τους το θέμα της σύνθετης ονομασίας έτσι ώστε να χτυπηθεί ο εθνικισμός και στη μία και στην άλλη πλευρά. Ο μόνος τρόπος να γινόταν αυτό, βέβαια, θα ήταν η υιοθέτηση μιας σύνθετης ονομασίας και στη συνέχεια η ανάπτυξη κοινών αγώνων για τα κοινά προβλήματα όλης της περιοχής.

Την τελευταία περίοδο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιχειρεί μια προσέγγιση με μια συγκεκριμένη αριστερή κίνηση, τη Λέβιτσα, που έχει έντονα αντινατοϊκή στάση αλλά… προσβλέπει στον ΟΗΕ και στο συνταγματικό δικαστήριο της χώρας για να εμποδίσει τη συμφωνία! Όλα δείχνουν πως πρόκειται για ένα σταλινικό, για να μην πούμε ρωσόφιλο, απολίθωμα! Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ για να μπορέσει να συμβάλει θα πρέπει να επιδιώξει τη σύνδεση με πραγματικά κινήματα με μαζική απήχηση και αναφορά.

Ποτέ δεν είναι αργά. Ακόμα και τώρα η επαφή και η συζήτηση ανάμεσα στα κινήματα στις δύο χώρες είναι πολύτιμη. Οι συνθήκες μετά το δημοψήφισμα είναι πιο σύνθετες και πιο δύσκολες για την Αριστερά – αυτή είναι η πραγματικότητα. Την ίδια στιγμή όμως οι λαοί των δύο χωρών, δηλαδή Έλληνες, Σλαβομακεδόνες και Αλβανοί (αποτελούν το 25% της βόρειας Μακεδονίας) έχουν πολύ δρόμο μπροστά τους για να δώσουν λύση στα προβλήματα των εθνικών ανταγωνισμών, της εξάρτησης από τους ισχυρούς του πλανήτη και της φτώχειας. Και αν δεν συνεργαστούν με στόχο την κοινωνική ανατροπή και τη φιλία των λαών, στη βάση του διεθνισμού και των σοσιαλιστικών ιδεών, τέτοιες λύσεις δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξουν.