Το κράχ του ’29, η Μεγάλη Ύφεση και οι άγριες απεργίες στις ΗΠΑ

«Είναι μια κατάσταση άνευ προηγουμένου, είναι χειρότερη από την κρίση του 2008, είναι χειρότερη από την κρίση του 1987, είναι η χειρότερη κρίση που χτύπησε τις χρηματαγορές από την Μεγάλη Ύφεση».

Αυτά δήλωσε ο Stephen Isaacs της εταιρίας επενδυτικών συμβούλων Alvine Capital. Οι αναλογίες της τωρινής κρίσης που ξεκίνησε με την πανδημία του κορονοϊού με το κραχ του ’29 στις ΗΠΑ και την κρίση που ακολούθησε όλο και πληθαίνουν. Ας δούμε λοιπόν τι έγινε εκείνη την περίοδο, και ποιες μπορεί να είναι οι ομοιότητες και οι διαφορές με το σήμερα.

Από την ευημερία…

Μετά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο και για όλη τη δεκαετία του ’20 στις ΗΠΑ αρχίζει να επικρατεί ένα κλίμα αισιοδοξίας, βασισμένο στον ρόλο που έπαιξε η χώρα στον πόλεμο και γενικά στην αναβαθμισμένη θέση της παγκόσμια, αλλά και στην ανάπτυξη της βιομηχανίας. Τα «roaring ‘20s» (βρυχώμενα ‘20s) όπως ονομάστηκαν, με την μαζική επέκταση των κατασκευών, του αυτοκινήτου, του ηλεκτρισμού, κτλ, ήταν η βάση πάνω στην οποία χτίστηκε η προσδοκία του «Αμερικάνικου ονείρου».

Χαρακτηριστικά, ο Τζ. Ράσκομπ, ο επιχειρηματίας πίσω από το Empire State Building και πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής των Δημοκρατικών, δήλωνε δύο μήνες πριν το κραχ του ΄29:

«όλοι πρέπει να γίνουν πλούσιοι»

και περιέγραφε πως αν κάποιος επενδύει στο χρηματιστήριο ένα βδομαδιάτικο εισόδημα το μήνα, σε λίγα χρόνια θα μπορέσει να γίνει πλούσιος.

Αντίστοιχα, ο πρόεδρος Χούβερ δήλωνε το ’28:

«Μας έχει δοθεί η ευκαιρία να πάμε μπροστά με βάση τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν τα τελευταία 8 χρόνια, και σύντομα με την βοήθεια του Θεού θα δούμε την μέρα όπου η φτώχεια θα εκλείψει από το έθνος μας για πάντα».

Όμως, η αισιοδοξία αυτή βασιζόταν σε σαθρά θεμέλια, όπως φάνηκε λίγους μήνες αργότερα.

…στην κρίση…

Όπως είχε προβλέψει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο:

«…η καπιταλιστική παραγωγή δημιουργεί συνθήκες, ανεξάρτητα από την όποια καλή ή κακή θέληση, ώστε η εργατική τάξη να μπορεί να απολαμβάνει τους καρπούς μιας σχετικής ευημερίας μόνο στιγμιαία, και αυτή η στιγμή πάντα σηματοδοτεί μια νέα επερχόμενη κρίση».

Έτσι λοιπόν, η παράκρουση της ανόδου του χρηματιστηρίου μπορούσε να καλύψει για λίγο αλλά όχι να εξαλείψει τις δομικές αντιφάσεις του συστήματος. Δηλαδή την βασική αντίφαση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής (το γεγονός πως για να παραχθούν προϊόντα και υπηρεσίες που έχει ανάγκη η κοινωνία υπάρχει μια διαδικασία όπου συλλογικά οι άνθρωποι προσφέρουν την σωματική και πνευματική τους δύναμη) και τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης των κερδών. Με απλά λόγια, όλοι δουλεύουμε για να κερδίζουν λίγοι, και έτσι η φτώχεια από τη μια και η υπερσυσσώρευση πλούτου από την άλλη οδηγούν σε κρίσεις. (περισσότερα για τις κρίσεις στον καπιταλισμό δείτε εδώ)

Ανά περιόδους για να αποφύγει την κατάρρευση ο καπιταλισμός προωθεί τον δανεισμό και κάθε λογική «καζίνο». Δεν είναι τυχαίο ότι οι απάτες τύπου «Πόνζι» (πυραμίδες) ξεκίνησαν στην Αμερική της δεκαετίας του ’20. Το μεγαλύτερο τζογάρισμα της εποχής όμως έγινε στα χρηματιστήρια.

…στην κατάρρευση…

Η 29η Οκτωβρίου 1929 έμεινε γνωστή ως «Μαύρη Τρίτη». 16 εκατομμύρια μετοχές άλλαξαν χέρια εκείνη τη μέρα στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Δισεκατομμύρια δολάρια χάθηκαν μέσα από τα χέρια των επενδυτών. Το χρηματιστηριακό εκείνο κραχ σηματοδότησε παγκόσμια την αρχή μιας δεκαετίας που ονομάστηκε «η Μεγάλη Ύφεση», τη μεγαλύτερη που είχε γνωρίσει μέχρι τότε ο βιομηχανικός κόσμος.

Όπως έγραψε ένας σχολιαστής της εποχής «η Wall Street (το χρηματιστήριο της Ν. Υόρκης) λαμπάδιασε σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο». Εκείνη τη μέρα επικράτησε πανικός. Όταν το κουδούνι που σηματοδοτούσε την λήξη των εργασιών εκείνης της μέρας χτύπησε, οι καθαρίστριες μαζεύοντας τον χαμό από χαρτούρα (εκείνη την περίοδο όλες οι συναλλαγές γινόταν με χαρτί και την φυσική παρουσία των χρηματομεσιτών) βρήκαν σκισμένα σακάκια, διαλυμένα γυαλιά οράσεως και ένα τεχνητό πόδι!

…και την μιζέρια

Η κρίση του ’29 σήμαινε ότι εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τις αποταμιεύσεις τους. Μέχρι το ’33 σχεδόν οι μισές αμερικάνικες τράπεζες είχαν κηρύξει πτώχευση. Η ανεργία από το 3% το ’29 έφτασε στο 25% (επίσημα) το ’33. Το ΑΕΠ της χώρας είχε πτώση 26% μέσα στα επόμενα 5 χρόνια.

Αλλά δεν ήταν μόνο στην Αμερική. Το παγκόσμιο ΑΕΠ έπεσε 15% μέσα σε 4 χρόνια ενώ το παγκόσμιο εμπόριο είχε πτώση 50%.

Η κρίση, μαζί με την ξηρασία και τις ανεμοθύελλες που χτύπησαν την περιοχή γύρω από την πολιτεία της Οκλαχόμα, οδήγησαν πάνω από ένα εκατομμύριο φτωχούς χωρικούς και εργάτες γης στο δρόμο της εσωτερικής μετανάστευσης για την πιο εύφορη περιοχή της Καλιφόρνια. Η τεράστια αυτή μετακίνηση εξαθλιωμένων ανθρώπων ενέπνευσε τον Τζον Στάινμπεκ να γράψει το συγκλονιστικό του βιβλίο «Τα σταφύλια της οργής» και τον Γούντι Γκάθρι τον δίσκο «Dust Bowl ballads». Ανάμεσα στο 1930 και το 1935, περίπου 750.000 μικρά οικογενειακά αγροκτήματα κατασχέθηκαν λόγω πτώχευσης από τις τράπεζες.

Οι μισθοί των εργαζομένων έπεσαν κατακόρυφα. Ακόμα και ο Henry Ford, υπέρμαχος της λογικής του «βασικού μισθού», που το 1914 καθιέρωσε το ημερομίσθιο των 5 δολαρίων, έριξε τους μισθούς των εργαζομένων του στο μισό. Στις βαμβακοφυτείες του Νότου, οι εργάτες πληρωνόταν 20 σεντ για κάθε 45 κιλά βαμβάκι που μάζευαν, δηλαδή ακόμα και ο πιο σκληροτράχηλος εργάτης έβγαζε το πολύ 60 σεντ σε ένα 14ωρο εργασίας!

Οι ρυθμοί γεννήσεων και γάμων έπεσαν κάθετα μέσα στην επόμενη δεκαετία, ενώ «φυσικά», η κρίση χτύπησε πολύ περισσότερο τους αφροαμερικάνους και τις μειονότητες, με την ανεργία να είναι γι’ αυτούς διπλάσια από το γενικό πληθυσμό.

Μπορεί κανείς να πάρει μια πολύ γλαφυρή περιγραφή της κατάστασης από τους στίχους του τραγουδιού «Brother, can you spare a dime?»

Μου έλεγαν ότι έχτιζα το όνειρο
Και έτσι ακολούθησα το πλήθος
Όταν χρειαζόταν κάποιος να σκάψει το χώμα ή να κουβαλήσει όπλα
Ήμουν πάντα εκεί να κάνω τη δουλειά
Μου έλεγαν ότι έχτιζα το όνειρο
Με την ειρήνη και την δόξα να είναι μπροστά μου
Γιατί λοιπόν πρέπει να κάθομαι τώρα στην ουρά να περιμένω ψωμί;
Κάποτε έφτιαξα ένα σιδηρόδρομο, τον έκανα να τρέχει
Να τρέχει κόντρα στον χρόνο
Κάποτε έφτιαξα έναν σιδηρόδρομο, τώρα έχει τελειώσει
Αδερφέ μου, μήπως έχεις καμιά δεκάρα;
Κάποτε έχτισα έναν πύργο, ψηλά μέχρι τον ήλιο
Τούβλα, καρφιά και τσιμέντο
Κάποτε έχτισα έναν πύργο, τώρα έχει τελειώσει
Αδερφέ μου, μήπως έχεις μια δεκάρα;

Αγώνες και αλληλεγγύη

Σε κάθε κρίση, αναπτύσσονται προφανώς και «ανθρωποφαγικά» φαινόμενα, αλλά σε πολλές περιπτώσεις και υπέροχα παραδείγματα ταξικής αλληλεγγύης.

Στις ΗΠΑ του ’20 δεν υπήρχε κανενός είδους «δίχτυ ασφαλείας» για τους φτωχούς και τους ανέργους. Οι διάφορες φιλανθρωπικές δομές ήταν εντελώς αναντίστοιχες με την κατάσταση. Μπροστά λοιπόν στην άρνηση του κράτους να παράσχει βοήθεια, οι άνθρωποι προσπαθούσαν να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο. Λαμπρό παράδειγμα οι δάσκαλοι και καθηγητές της Νέας Υόρκης και του Σικάγο, που μάζευαν χρήματα από τους μισθούς τους για να βοηθήσουν τους φτωχούς μαθητές, παρόλο που πολλές φορές καθυστερούσαν πολύ να πληρωθούν και οι ίδιοι.

Αλλά οι πιο σημαντικές μάχες δόθηκαν στους χώρους εργασίας. Ένας από τους πιο δυναμικούς τομείς ήταν αυτός των εργαζομένων στην αυτοκινητοβιομηχανία. Οι εργαζόμενοι αντιμετώπισαν μαζικές απολύσεις και περικοπές (μόνο στη Ford απολύθηκαν τα 2/3 των εργαζομένων). Αυτό οδήγησε και στις πρώτες κινητοποιήσεις.

Τον Μάρτη του ’32 στο Ντιτρόιτ, εργαζόμενοι, απολυμένοι και άνεργοι οργάνωσαν μια πορεία προς το εργοστάσιο της Ford που βρισκόταν στις παρυφές της πόλης, που ονομάστηκε «Ford Hunger March». Τα αιτήματα τους ήταν για επαναπρόσληψη των απολυμένων, να δοθούν λεφτά για την υγεία των εργαζομένων, να σταματήσει η ρατσιστική πολιτική προσλήψεων, να σταματήσει η πρακτική να χρησιμοποιεί χαφιέδες η εταιρία, και για το δικαίωμα να φτιαχτούν συνδικάτα. Τα πλακάτ των εργαζομένων έγραφαν «θέλουμε ψωμί, όχι ψίχουλα». Η πορεία χτυπήθηκε με δακρυγόνα, γκλομπ και όπλα από την αστυνομία και τους μπράβους του Φόρντ. 4 εργαζόμενοι έπεσαν νεκροί και ένας ακόμα υπέκυψε μερικούς μήνες αργότερα.

Αλλά μια γενικευμένη αντίδραση από την πλευρά των εργαζομένων άργησε κάποια χρόνια να έρθει. Όπως εξήγησε ο Τρότσκι, πολλές φορές η πρώτη αντίδραση στο σοκ της κρίσης είναι ένα «πάγωμα» από την πλευρά της εργατικής τάξης. Σε ένα διορατικό κείμενο του ’32 γράφει:

«Στις ΗΠΑ, την πιο ισχυρή καπιταλιστική χώρα, η παρούσα κρίση αποκάλυψε τις τραγικές κοινωνικές αντιθέσεις. Μετά από μια περίοδο ευημερίας άνευ προηγουμένου, η οποία κατέπληξε όλο τον κόσμο, σαν πυροτέχνημα εκατομμυρίων και δισεκατομμυρίων δολαρίων, ξαφνικά πέρασε σε μια περίοδο ανεργίας εκατομμυρίων ανθρώπων, σε μια περίοδο τρομακτικής φτώχειας, που οδηγεί τους εργαζόμενους στην εξαθλίωση. Τέτοιας τρομακτικής έκτασης κοινωνικές αναταράξεις δεν μπορούν παρά να αφήσουν το στίγμα τους στις πολιτικές εξελίξεις της χώρας. Είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς τώρα -τουλάχιστον από την στιγμή που βρίσκεται σε κάποια απόσταση- πως θα εξελιχθεί η ριζοσπαστικοποίηση των αμερικάνικων εργατικών μαζών. Μπορούμε να υποθέσουμε πως οι μάζες έχουν πιαστεί απροετοίμαστες από την καταστροφική αυτή κρίση της οικονομίας, έχουν χτυπηθεί και κοκκαλώσει από την ανεργία και τον φόβο της ανεργίας, και δεν είχαν τον χρόνο για να βγάλουν ακόμα και τα πιο βασικά συμπεράσματα σχετικά με την καταστροφή που έχει πέσει πάνω τους. Χρειάζεται χρόνος. Αλλά τα συμπεράσματα θα έρθουν. Η τεράστια οικονομική κρίση, που έχει πάρει ένα κοινωνικό χαρακτήρα, θα μετατραπεί σε κρίση της πολιτικής συνείδησης της αμερικάνικης εργατικής τάξης. Είναι πολύ πιθανό η επαναστατική ριζοσπαστικοποίηση μεγάλων κομματιών της εργατικής τάξης να συμβεί όχι στην περίοδο της πιο βαθιάς ύφεσης, αλλά αντιθέτως, όταν υπάρξει μια επιστροφή σε μια νέα ανάκαμψη».

Και όντως, οι πιο δυναμικοί αγώνες άρχισαν να αναπτύσσονται μετά τα 5 πρώτα χρόνια της ύφεσης, όταν η οικονομία μπήκε ξανά σε τροχιά ανάκαμψης.

Η ταξική πάλη ξανά στο προσκήνιο

Από τις αρχές μέχρι τα μέσα του ’34 είχαμε 3 σημαντικές απεργίες: 

  • Την απεργία των εργαζομένων στην εταιρία ηλεκτρικών ειδών Autolite στο Τολέδο. Η απεργία κράτησε 5 μέρες με καθημερινές μάχες ανάμεσα στους 10.000 απεργούς και 1.300 άνδρες της Εθνοφρουράς, και άφησε 2 απεργούς νεκρούς και 200 τραυματίες.
  • Την απεργία των οδηγών και εργαζομένων στις μεταφορές στη Μιννεάπολη από το Μάη μέχρι τον Αύγουστο. Οι εργαζόμενοι έκαναν μπλόκα για να σταματήσουν κάθε φορτηγό που μετέφερε προϊόντα προκειμένου να κερδίσουν το δικαίωμα στην συνδικαλιστική οργάνωση. Οι συγκρούσεις με την αστυνομία ήταν συνεχείς, με αποκορύφωμα την «Ματωμένη Παρασκευή» 20 Ιούλη που 2 εργάτες σκοτώθηκαν από σφαίρες της Εθνοφρουράς και 67 τραυματίστηκαν. Την απεργία οργάνωσαν πολύ μεθοδικά και οδήγησαν στην νίκη οι τροτσκιστικές δυνάμεις της περιοχής.
  • Την απεργία των λιμενεργατών της δυτικής ακτής με επίκεντρο το Σαν Φρανσίσκο από το Μάη μέχρι τον Ιούλη. Στην προσπάθεια της η αστυνομία να σπάσει την απεργία σκότωσε 2 απεργούς (ένας εκ των οποίων ο ελληνικής καταγωγής Nick Counderakis, που χρησιμοποιούσε το επίθετο Bordoise). Η καταστολή οδήγησε σε κάλεσμα γενικής απεργίας στο Σαν Φρανσίσκο στην οποία συμμετείχαν 150.000 εργάτες και κράτησε 4 μέρες σταματώντας κάθε δραστηριότητα στην περιοχή. Για να περιορίσουν την απήχηση της απεργίας η αστυνομία και οι εργοδότες χρησιμοποίησαν το σκιάχτρο της «κομμουνιστικής συνομωσίας».

Όλες αυτές οι εξελίξεις επηρέασαν και διαμόρφωσαν συνολικά την κατάσταση στο εργατικό κίνημα. Έτσι, η πιο συντηρητική Αμερικάνικη Ομοσπονδία Εργασίας (AFL) διασπάστηκε και προέκυψε το πιο μαχητικό Συνέδριο των Εργοστασιακών Οργανώσεων (CIO) που μέσα σε λίγο διάστημα έφτασε να οργανώνει 5 εκατομμύρια εργάτες.

Οι διεκδικήσεις των εργατών συνεχίστηκαν τα επόμενα χρόνια με σημαντικές στιγμές όπως:

-Την κατάληψη εργοστασίων της General Motors που ξεκίνησε στα τέλη του ’36 στο Φλιντ για 44 μέρες από 2.000 απεργούς, που έστησαν μέσα το δικό τους σύστημα αυτοοργάνωσης ενώ απέκρουσαν ένοπλη επίθεση του στρατού!

-Την σκληρή απεργία των μεταλλεργατών σε εταιρίες που δεν δέχτηκαν να υπογράψουν συλλογική σύμβαση με το συνδικάτο τους το ’37, με 67.000 απεργούς, χιλιάδες συλληφθέντες, 18 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες. Η απεργία κράτησε 5 μήνες αλλά στο τέλος ηττήθηκε.

Τέλος, ενδιαφέρον έχει η ιστορία του Συνδέσμου για την Αποχή των Αγροτών (FHA) που οργάνωναν μαζική άρνηση πώλησης των προϊόντων τους με το σύνθημα

«Ας κάνουμε μια αποχή των αγροτών, θα φάμε το σιτάρι το κρέας και τα αυγά μας, και άστους αυτούς να φάνε το χρυσό τους».

Διεκδικούσαν καλύτερες τιμές για τα προϊόντα τους. Οργάνωναν επίσης μπλόκα για να σταματήσουν την μεταφορά των αγροτικών προϊόντων, αλλά και δράσεις για να σταματήσουν τις κατασχέσεις των αγροκτημάτων τους. Αυτές ονομάστηκαν «penny auctions» (πλειστηριασμοί της δεκάρας). Όταν μια τράπεζα έβγαζε σε πλειστηριασμό το αγρόκτημα κάποιου υπερχρεωμένου αγρότη μαζευόταν μια μεγάλη ομάδα που έκανε «προσφορές» λίγες δεκάρες, ενώ απέτρεπαν με απειλές και με βία όποιον ήθελε να εκμεταλλευτεί την κατάσταση για να αγοράσει φτηνά τις περιουσίες τους. Έτσι ο πλειστηριασμός έληγε με την τράπεζα να αναγκάζεται να δεχτεί ένα ελάχιστο αντίτιμο και το αγρόκτημα να γυρνάει πίσω στον ιδιοκτήτη του.

Πολιτικά αποτελέσματα

Προφανώς μια τέτοιου μεγέθους κρίση δεν μπορεί να μην παράξει και πολιτικά αποτελέσματα.

Αρχικά, το αμερικάνικο κατεστημένο την αντιμετώπισε με την λογική business as usual. Το «αόρατο χέρι της αγοράς» θα επενέβαινε μετά από αυτή την «αναγκαία διόρθωση» της οικονομίας και θα την έβαζε ξανά σε τροχιά ανάπτυξης. Το ότι βέβαια μέσα από αυτή τη «διόρθωση» θα καταστρεφόταν εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές δεν τους ενδιέφερε και πολύ.

Έτσι, ο πρόεδρος Χούβερ αρχικά δεν πήρε κάποια ιδιαίτερα μέτρα περιμένοντας τον ιδιωτικό τομέα να φέρει ξανά την ισορροπία. Τα χρόνια όμως περνούσαν και η κατάσταση πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Αυτό έκανε τον Χούβερ έναν από τους πιο μισητούς προέδρους των ΗΠΑ, και τον οδήγησε να χάσει τις εκλογές του ’32. Οι παραγκουπόλεις με τους ανέργους ονομαζόταν «hoovervilles» (χωριά του Χούβερ) προς τιμήν του, οι εφημερίδες «κουβέρτες του Χούβερ» (γιατί τις χρησιμοποιούσαν οι άστεγοι για να σκεπάζονται) και οι άδειες τσέπες έξω από τα παντελόνια «σημαίες του Χούβερ». Πριν τις εκλογές υπήρχαν αναφορές ότι κάποιοι που έκαναν οτοστόπ κρατούσαν ταμπέλες που έγραφαν «αν δεν με πάρεις θα ψηφίσω Χούβερ». Μέσα σε αυτό το κλίμα κέρδισε πανηγυρικά τις εκλογές ο Φράγκλιν Ρούσβελτ, ο υποψήφιος των Δημοκρατικών. Το προεκλογικό του πρόγραμμα περιλάμβανε υποσχέσεις για μια πιο παρεμβατική πολιτική του κράτους για να αντιμετωπιστεί η Μεγάλη Ύφεση. Μια φράση σε μια από τις ομιλίες του, για την ανάγκη ενός «New Deal» (μιας «νέας συμφωνίας» ή ενός «νέου -κοινωνικού- συμβολαίου» θα μείνει στην ιστορία και θα χαρακτηρίσει την επόμενη δεκαετία από την εκλογή του.

Διαβάστε τις επόμενες μέρες στο xekinima.org το 2ο μέρος του άρθρου για το New Deal, τις κεϋνσιανές πολιτικές και τις αναλογίες/διαφορές με το σήμερα