Τυνησία: τα μέτρα λιτότητας προκαλούν έκρηξη οργής

24/01/2018
Comments off
348 Views
Ρεπορτάζ από την Al-Badil al-Ishtiraki («Σοσιαλιστική Εναλλακτική») οργάνωση που συμμετέχει στην CWI στην Τυνησία

 

Οι μαζικές κινητοποιήσεις που ξέσπασαν στις αρχές Γενάρη ενάντια στον προϋπολογισμό λιτότητας του 2018, που περιλαμβάνει μια σειρά μέτρα ενάντια στα φτωχά και τα μεσαία στρώματα, αποκαλύπτουν για άλλη μια φορά το παραμύθι των σχολιαστών του συστήματος σχετικά με την «επιτυχημένη μετάβαση» της Τυνησίας στη δημοκρατία. Στην πραγματικότητα, η χώρα παραμένει ένα πεδίο μάχης και σκληρών ταξικών αναμετρήσεων.  

Για αρκετές μέρες στις αρχές Γενάρη, διοργανώθηκαν μια σειρά μαζικές διαδηλώσεις σε πολλά διαφορετικά σημεία της χώρας, όπως και βίαιες συγκρούσεις ανάμεσα στην αστυνομία και νεολαιίστικα στρώματα, ιδιαίτερα τα πιο περιθωριοποιημένα τμήματα των φτωχών και των νέων, στα προάστια της Τύνιδας και άλλων πόλεων.  

Τα νέα μέτρα

Ο προϋπολογισμός του 2018 που ψηφίστηκε στις 9 Δεκέμβρη, περιλαμβάνει μια σειρά από πικρά χάπια που πρέπει να καταπιούν οι φτωχοί, ανάμεσα στα οποία η αύξηση του ΦΠΑ, που ανεβάζει τις τιμές σε είδη πρώτης ανάγκης, όπως φάρμακα, καύσιμα και τρόφιμα. Τα μέτρα περιλαμβάνουν επίσης νέες εισφορές των εργαζομένων προς τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης και νέους δασμούς στα εισαγόμενα προϊόντα. Σύμφωνα με πρόσφατες οικονομικές μελέτες, κάθε νοικοκυριό στην Τυνησία θα επιβαρυνθεί με ένα επιπλέον έξοδο κατά μέσο όρο 300 δηναρίων το μήνα (100 €) εξαιτίας των παραπάνω μέτρων.  

Αυτή η μεγάλη επίθεση προς τους εργαζόμενους και τους φτωχούς συντονίστηκε από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο ασκεί ισχυρές πιέσεις για να επιταχυνθεί η διαδικασία των λεγόμενων «δομικών μεταρρυθμίσεων», για την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους στους διεθνείς τοκογλύφους. Σε αντίθεση με το μύθο που κυκλοφορεί, το χρέος αυτό δεν έχει καμία σχέση με τους «υψηλούς μισθούς» των υπαλλήλων του δημοσίου. Στην πραγματικότητα είναι το «δώρο» που άφησε στη χώρα η μαφία που την κυβερνούσε πριν από την επανάσταση του 2011. Οι Τυνήσιοι δεν έχουν δει ποτέ, ούτε ένα σεντ από αυτά τα χρήματα.  

Το κράτος απάντησε στις κινητοποιήσεις με άγρια καταστολή, συλλαμβάνοντας εκατοντάδες ανθρώπους και κυνηγώντας με ιδιαίτερο μένος τους ακτιβιστές που συμμετείχαν ενεργά στο κάλεσμα των συγκεντρώσεων. Κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων, μια 43χρονη γυναίκα πέθανε, όταν με βάση κάποιες μαρτυρίες, ένα όχημα της αστυνομίας πέρασε από πάνω της στην πόλη Τεμπούρμπα, 30 χιλιόμετρα δυτικά της Τύνιδας. Μάλιστα, την ίδια ώρα που η κυβέρνηση περνάει σκληρά μέτρα λιτότητας για τους φτωχούς, οι δαπάνες του νέου προϋπολογισμού για τα Υπουργεία Άμυνας και Εσωτερικών είναι αυξημένες, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί επαρκώς η καταστολή.  

Ταξικοί διαχωρισμοί

Το φρικαλέο χάσμα ανάμεσα στους φτωχούς και τους πλούσιους, που υπήρξε η καρδιά του ξεσηκωμού ενάντια στο καθεστώς Μπεν Άλι πριν από επτά χρόνια, έχει διευρυνθεί ακόμη περισσότερο. Ακόμη και η Ε.Ε. των επιχειρηματικών συμφερόντων έχει σημειώσει το γεγονός ότι η Τυνησία είναι ένας φορολογικός παράδεισος για τους πλούσιους, την ίδια ώρα που οι τιμές των βασικών προϊόντων και ιδιαίτερα των τροφίμων σπάνε κάθε ρεκόρ. Δεν είναι να απορεί κανείς που σε πρόσφατη δημοσκόπηση, το 73,3% των συμμετεχόντων δήλωσε πως θεωρεί ότι η οικονομία κινείται προς «λάθος κατεύθυνση».  

Η κατάσταση στη φτωχή ενδοχώρα είναι ακόμη πιο εύφλεκτη, αφού οι τοπικές κοινότητες δεν έχουν δει καμία αλλαγή στη ζωή τους, ούτε έχει γίνει κανενός είδους ουσιαστική δημόσια επένδυση. Πολλοί νέοι άνθρωποι έχουν μείνει με την πικρή αίσθηση ότι δώσανε το αίμα τους το 2010 – 11, για να επιστρέψουν σε μια κατάσταση με ακόμη περισσότερη δυστυχία, φτώχεια και ανεργία.

Οποιαδήποτε σπίθα θα μπορούσε να ανάψει τη φωτιά, όπως έχει δείξει το παράδειγμα της Σεγιανάν, μιας κοινότητας στην οποία έχουν γίνει δύο τοπικές γενικές απεργίες μέσα σε ένα μήνα στο τέλος του 2017, ενάντια στην ανεργία, τη φτώχεια και τη διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών. Το κίνημα πυροδοτήθηκε από την αυτοκτονία μιας μητέρας πέντε παιδιών, που αυτοπυρπολήθηκε μπροστά στο κτίριο όπου στεγάζονται οι τοπικές αρχές.  

Ακόμη και με βάση τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, από το 2011 μέχρι σήμερα, η μεσαία τάξη έχει μειωθεί στο μισό. Και μόνο σ’ αυτό το στοιχείο εκφράζεται το δίλημμα του καπιταλισμού στην Τυνησία: η αστική τάξη, μετά την επανάσταση του 2011 αναγκάστηκε να καλλωπιστεί με το αξεσουάρ της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, χωρίς όμως να έχει μια σταθερή οικονομική βάση.

Τα τελευταία έξι χρόνια, η οικονομία κινείται με ρυθμούς ανάπτυξης μικρότερους από 1%, έτσι οι καπιταλιστές δεν μπορούν να δώσουν στους εργαζόμενους και τους φτωχούς ουσιαστικές παραχωρήσεις, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα νέο μοντέλο πολιτικού συστήματος, το οποίο να απολαμβάνει κοινωνική αποδοχή.  

Τα παραπάνω αποδεικνύονται και από το γεγονός ότι οι εννιά κυβερνήσεις που διαδέχτηκαν η μια την άλλη μέσα σε λιγότερο από επτά χρόνια μετά την ανατροπή του Μπεν Άλι, κατέρρευσαν, σε κάποιες περιπτώσεις εξαιτίας των κοινωνικών εκρήξεων των τελευταίων χρόνων.

Το σημερινό καθεστώς δεν μπορεί να έχει διαφορετική τύχη. Η λεγόμενη κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» του Γιουσέφ Σαχέντ αποτελείται από τέσσερα κόμματα, με τα δύο μεγαλύτερα να αντιμετωπίζουν εσωτερικές συγκρούσεις και διασπάσεις.  

Η διαφθορά είναι ακόμη πιο ανεξέλεγκτη από ότι ήταν υπό το καθεστώς Μπεν Άλι, το οποίο την κρατούσε στα στενά πλαίσια των κύκλων του. Σήμερα, ανθίζει παντού, παίζοντας κεντρικό ρόλο στην εξάπλωση του κινήματος. Αυτό βέβαια, το γνωρίζει καλά το καθεστώς, που προσπάθησε υποτίθεται να την καταπολεμήσει, με μερικές συλλήψεις γνωστών προσώπων, προκειμένου να κατευνάσει το κλίμα. Τέτοιες κινήσεις εντυπωσιασμού όμως δεν ήταν αρκετές για να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση, που είναι φανερά βουτηγμένη και η ίδια στη διαφθορά.  

Ο προδοτικός ρόλος των συνδικαλιστικών ηγεσιών

Η ηγεσία του Γενικού Συνδικάτου Εργαζομένων της Τυνησίας (UGTT) είναι ιδιαίτερα πρόθυμη να συνεργαστεί με την κυβέρνηση στην προσπάθειά της να επιβάλει τα μέτρα λιτότητας του προϋπολογισμού, αν και το πρόσφατο κίνημα την ανάγκασε να πάρει στα λόγια κάποιες αποστάσεις.

Στην διάρκεια του 2017, όλα τα καθεστωτικά μέσα ενημέρωσης αναφέρονταν με τα καλύτερα λόγια στην εκλογή του νέου προέδρου της Συνομοσπονδίας, Νουρεντίν Ταμπούμπι, που σηματοδότησε άλλο ένα βήμα στην κατεύθυνση συνεργασίας της κυβέρνησης με τις συνδικαλιστικές ηγεσίες. Οι φτωχοί και οι εργαζόμενοι, δεν περίμεναν να καλέσει σε κινητοποιήσεις η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, αλλά βγήκαν στους δρόμους παίρνοντας την κατάσταση στα χέρια τους.  

Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες δε δίστασαν να κατηγορήσουν τους εξεγερμένους για τη βία και τις λεηλασίες, παίρνοντας ξεκάθαρα θέση ενάντια στους «βανδαλισμούς».

Με τον τρόπο αυτό συντάσσονται καθαρά με την κυβέρνηση, παρέχοντάς της τα μέσα για να δυσφημίσει το κίνημα και να δικαιολογήσει την καταστολή ενάντια σε ειρηνικές διαδηλώσεις. Τα επεισόδια οφείλονται σε ένα βαθμό στη δράση προβοκατόρων, οι οποίοι δεν έχουν καμία σχέση με το κίνημα. Σε ένα άλλο βαθμό όμως, τμήματα της περιθωριοποιημένης νεολαίας έχουν καταλήξει σε απελπισμένες ενέργειες, ακριβώς επειδή αυτές οι ηγεσίες δεν κάνουν η δουλειά τους: να πάρουν ουσιαστικές πρωτοβουλίες και να οδηγήσουν το κίνημα στη μάχη ενάντια στις φριχτές κοινωνικές συνθήκες τις οποίες βιώνει η νεολαία.  

Αν αυτές οι ηγεσίες δεν είναι σε θέση να αναλάβουν δράση και να ενισχύσουν το κίνημα, τότε πρέπει να αντικατασταθούν. Η Τυνησία χρειάζεται ένα ισχυρό απεργιακό κίνημα ενάντια στα μέτρα που συνοδεύουν τον προϋπολογισμό, που να διεκδικεί την άρνηση αποπληρωμής του δημόσιου χρέους, έλεγχο στις τιμές των προϊόντων, επέκταση των επιδοτήσεων για τα είδη πρώτης ανάγκης και απελευθέρωση όλων των φυλακισμένων ακτιβιστών του κινήματος. Πρέπει επίσης να διεκδικεί την εθνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων, από μια κυβέρνηση των αντιπροσώπων των εργαζομένων, της νεολαίας, των αγροτών, εκλεγμένη από τους χώρους δουλειάς, τα χωριά και τις γειτονιές. 

Θεματικές