Τηλεοπτικές άδειες: τώρα που είναι 4 λύθηκε το πρόβλημα; Τελικά τι τηλεόραση θέλουμε;

Του Κυριάκου Χάλαρη

 

 

Το ρόλο των μεγάλων ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών τον γνώρισε καλά το εργατικό κίνημα και τα κοινωνικά κινήματα σε όλα τα προηγούμενα χρόνια: τρομοκρατία και διαρκής προσπάθεια, με κάθε μέσο, να πείσουν την κοινωνία για τη νομιμότητα και την αναγκαιότητα των μνημονιακών πολιτικών. Κανείς δεν ξεχνά το ρόλο των μεγαλοδημοσιογράφων (κι εδώ χρειάζεται ένας εμφατικός διαχωρισμός των μεγαλοδημοσιογράφων από την μεγάλη πλειοψηφία των «μικρών» και κακοπληρωμένων ή και απλήρωτων) του Mega, του Σκάι, του Ant1 κλπ, τις μέρες που ψηφίζονταν τα μνημόνια, τις μέρες των εκλογικών αναμετρήσεων και ειδικά τη βδομάδα του Δημοψηφίσματος. Κανείς δεν ξεχνά πως έδωσαν φωνή και νομιμοποίησαν τη δράση των φασιστών της Χρυσής Αυγής, πως συκοφάντησαν κάθε μικρό και μεγάλο αγώνα, πως οι ίδιοι (μεγαλοδημοσιογράφοι, Πρετεντέρης, Σπυράκη κ.α.) παραδέχθηκαν κατόπιν ότι είπαν ψέματα, συνειδητά, προκειμένου να διευκολύνουν τους πολιτικούς τους προϊστάμενους.

202412-kanaliaii

Σήμερα η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι προσπαθεί θα βάλει τάξη στη «μαφία» των media και να ελέγξει τη διαπλοκή των συμφερόντων. Και είναι πολύ πιθανό ότι σε κάποια στρώματα της κοινωνίας, αγανακτισμένα με τον μέχρι σήμερα ρόλο των media, η στάση της κυβέρνησης βρίσκει κάποια απήχηση. Ποια όμως είναι ακριβώς η πραγματικότητα και τι σχέση έχει η κόντρα κυβέρνησης – καναλαρχών με την ουσία του θέματος, η οποία είναι: Τί είδους μέσα μαζικής ενημέρωσης χρειάζεται η κοινωνία και ποιος είναι αυτός που μπορεί να εγγυηθεί σοβαρή και υπεύθυνη ενημέρωση;

ΠΑΣΟΚ και ΝΔ

Αν υπάρχουν κάποιοι που «δεν δικαιούνται» να παίρνουν μέρος σε αυτή τη συζήτηση είναι το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ – τα κόμματα που χάρισαν τις τηλεοπτικές συχνότητες στους καναλάρχες από τη δεκαετία του 80 και μέχρι σήμερα τους άφησαν να κερδοσκοπούν ασύδοτα και να κατευθύνουν τη μαζική συνείδηση («κοινή γνώμη»).

Αυτοί είναι που επί κυβερνήσεών τους ουδέποτε προσπάθησαν να βάλουν τάξη στο τηλεοπτικό τοπίο και ουδέποτε διεκδίκησαν χρήματα από τους καναλάρχες για τη χρήση των δημόσιων τηλεοπτικών συχνοτήτων.

Όλοι αυτοί, που στήριξαν και στηρίχθηκαν από τους μεγαλοκαναλάρχες και που σήμερα κουνούν το δάκτυλο για την υπεράσπιση υποτίθεται της ελευθεροτυπίας και της νομιμότητας, μόνο αηδία και αγανάκτηση προκαλούν στους ανθρώπους των κινημάτων αλλά και μαζική αδιαφορία στην κοινωνία και ειδικά τη νεολαία που τους έχει στρέψει τις πλάτες.

Δίνει λύση η κυβέρνηση;

Με βάση όλο το παρελθόν των καναλιών τις προηγούμενες δεκαετίες και λαμβάνοντας υπόψη το χάος που επικρατούσε στο τηλεοπτικό τοπίο, θα μπορούσαν κάποιοι να ισχυριστούν ότι, επιτέλους, βρέθηκε μια κυβέρνηση που δίνει λύση μέσα από τη διαδικασία δημοπράτησης των τηλεοπτικών αδειών στην οποία προχωρά τώρα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Αυτό ισχυρίζεται η κυβέρνηση. Η αλήθεια είναι πως, από μια σκοπιά, γίνεται ένα μικρό βήμα μια και επιτέλους κάποιοι θα πληρώσουν για τις τηλεοπτικές άδειες που τόσα χρόνια χρησιμοποιούσαν τσάμπα οι γνωστές οικογένειες που ελέγχουν την οικονομία του τόπου. Αλλά τα όποια «θετικά» της κυβερνητικής πολιτικής σταματούν περίπου εκεί.

Στο ερώτημα τι θα απογίνουν τα χρέη των καναλιών που κλείνουν, η κυβέρνηση δεν έχει απάντηση. Μήπως θα κληθούμε, πάλι, να τα πληρώσουμε οι φορολογούμενοι;

Στο ερώτημα τι θα απογίνουν οι εργαζόμενοι, αν θα πάρουν αποζημιώσεις και τα δεδουλευμένα μηνών, πάλι δεν υπάρχει απάντηση. Όπως δεν υπάρχει απάντηση στο ερώτημα αν θα μπει τάξη στις εργασιακές σχέσεις –σχέσεις «γαλέρας»– που κυριαρχούν εδώ και δεκαετίες στο χώρο της δημοσιογραφίας για τη μάζα των εργαζομένων.

Από τη σκοπιά της κοινωνίας, η δημοπράτηση των τηλεοπτικών συχνοτήτων δεν πρόκειται να δώσει λύση σε κανένα από τα προβλήματα που συνόδευσε τη δημιουργία της ιδιωτικής τηλεόρασης: δηλαδή της μαζικής παραπληροφόρησης, συσκότισης της πραγματικότητας και προπαγάνδας, της διαμόρφωσης της «κοινής γνώμης» με τρόπο που να υπηρετεί πολύ συγκεκριμένα τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης

Πολύ περισσότερο δεν πρόκειται να επαληθευθούν οι υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για «χτύπημα του τριγώνου της διαπλοκής» ή για «σπάσιμο του κλειστού ολιγοπωλίου κατεστημένων συμφερόντων».

Θα χτυπηθεί η διαπλοκή;

Δεν χρειάζεται και πολύ βαθιά επιχειρηματολογία ως προς το πιο πάνω από τη στιγμή που κάποιος απλά κοιτάξει αυτούς που διεκδίκησαν και έχασαν (Βαρδινογιάννης, Κοντομηνάς, Σαββίδης) ή που τελικά κέρδισαν τις άδειες (Μαρινάκης, Αλαφούζος, Καλογρίτσας, Κυριακού)! Ονόματα που σε κάθε περίπτωση είναι συνώνυμα της διαπλοκής και των κατεστημένων συμφερόντων, για να μην πούμε της «μαφίας».

Μπορούν αυτοί να εγγυηθούν σοβαρή και αντικειμενική ενημέρωση; Ούτε για αστείο! Είναι ποτέ δυνατό να θεωρείται «πάταξη της διαπλοκής» μια διαδικασία μέσα από την οποία αυτός που παίρνει τις άδειες είναι αυτός που έχει τα περισσότερα λεφτά;

Η διαδικασία που επέλεξε η κυβέρνηση και γενικά η πολιτική της στο θέμα αυτό δεν εξασφαλίζει τη χρήση των τηλεοπτικών συχνοτήτων προς όφελος της κοινωνίας, δεν χτυπά τη διαπλοκή, δεν εξασφαλίζει σοβαρή και υπεύθυνη ενημέρωση. Αυτά είναι τα μεγάλα ζητούμενα και η κυβερνητική πολιτική απλά δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτά.

Οι τηλεοπτικές συχνότητες είναι δημόσιες – και επομένως πρέπει να εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και όχι τον οποιονδήποτε ιδιώτη.

Αν θέλουμε να δούμε ποιος μπορεί να προσφέρει αυτή την ενημέρωση, αυτός δεν είναι άλλος από τους ίδιους τους εργαζόμενους στα ΜΜΕ (κι εδώ εννοούμε τη μάζα των χαμηλόμισθων, κι όχι τους μεγαλοδημοσιογράφους όργανα, ή συχνά και τμήμα, της άρχουσας τάξης) σε συνεργασία με κοινωνικούς φορείς, εκπροσώπους του ευρύτερου εργατικού κινήματος, κοινωνικά κινήματα, επιτροπές κατοίκων κοκ.

Μπορεί όμως κάτι τέτοιο να γίνει πραγματικότητα;

Η εμπειρία της ΕΡΤ

Όταν η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ έκλεισε την ΕΡΤ οι ίδιοι οι εργαζόμενοί της πήραν την κατάσταση στα χέρια τους.

Συνέχισαν να εκπέμπουν κανονικό πρόγραμμα με πλήρη ενημερωτική ζώνη, με ακροαματικότητες που δεν είχε δει μέχρι τότε η ΕΡΤ, μέχρι που «ανάγκασαν» την κυβέρνηση να ρίξει το σήμα και να εισβάλει στο ραδιομέγαρο της Μεσογείων για να τους σταματήσει.

Οι ίδιοι αυτοί οι εργαζόμενοι που δεν εγκατέλειψαν τον αγώνα και για 21 μήνες διεκδίκησαν την επαναλειτουργία της, ανέδειξαν ένα μοντέλο διαχείρισης, λειτουργίας και διοίκησης της ΕΡΤ.

Ένα μοντέλο ουσιαστικά κι όχι τυπικά δημοκρατικό, ένα μοντέλο αυτοδιαχείρισης, με έλεγχο από τα κάτω, χωρίς διευθυντές αλλά με συντονιστές εκλεγμένους από τη συνέλευση των εργαζομένων.

Με βάση αυτή τους την εμπειρία είχαν καταθέσει και στην προ των πυλών κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, από το 2014, την ακόλουθη πρόταση για τη μελλοντική δομή και διοίκηση της ΕΡΤ:

  • Οι θέσεις των Διευθυντών και του Γενικού Διευθυντή καταργούνται και αντικαθίστανται με εργαζόμενους της ΕΡΤ. Οι εργαζόμενοι αυτοί λειτουργούν σαν Συντονιστές και Γενικός Συντονιστής αντίστοιχα, δεν διορίζονται σ’ αυτές τις θέσεις από την κυβέρνηση αλλά εκλέγονται σ’ αυτές από τη γενική συνέλευση των εργαζομένων για συγκεκριμένη περίοδο, μετά την οποία θα επιστρέφουν στις οργανικές τους θέσεις, ενώ τόσο οι Συντονιστές όσο και ο Γενικός Συντονιστής μπορούν να ανακληθούν από την γενική συνέλευση των εργαζομένων πριν την λήξη της θητείας τους αν κριθούν ακατάλληλοι.
  • Καταργούνται όλες οι θέσεις «Ειδικών Συμβούλων» και «Προσωπικού Ειδικών Θέσεων» που κατά κανόνα καταλαμβάνονταν από χρυσοπληρωμένους υποστηρικτές της εκάστοτε κυβέρνησης
  • Προβλέπεται η αδιαμεσολάβητη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, με τις αλληλέγγυες δομές της, τα κοινωνικά κινήματα, τις λαϊκές επιτροπές γειτονιάς, τις συνελεύσεις των σωματείων κλπ.

Αυτό το μοντέλο η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αρνήθηκε, επιλέγοντας να φέρει τους «ειδικούς» Ταγματάρχη και Τσακνή ως αρχηγούς της ΕΡΤ.

Η περίπτωση του MEGA

Σήμερα η κρίση στα ΜΜΕ αποτυπώνεται με τα αλλεπάλληλα χτυπήματα στα δικαιώματα των εργαζομένων οι οποίοι δουλεύουν στις περισσότερες περιπτώσεις για ένα κομμάτι ψωμί ή και απλήρωτοι, αποτυπώνεται και στην οικονομική κρίση των ιδιωτικών καναλιών.

Το Mega, ένα κανάλι που έχει συνδεθεί με τη διαπλοκή, με τα ψέματα και την τρομοκρατία, εδώ και 5 μήνες λειτουργεί από τους ίδιους τους απλήρωτους εργαζόμενους με όλα τα μεγαλοστελέχη κυριολεκτικά εξαφανισμένα.

Ποια θα ήταν η λύση γι’ αυτό το κανάλι; Οι εγκαταστάσεις υπάρχουν, τα μηχανήματα και ο εξοπλισμός υπάρχουν, οι εργαζόμενοι είναι στα πόστα τους. Πραγματικά δεν χρειάζεται κανέναν Καψή για να λειτουργήσει, κανέναν Πρετεντέρη και καμία Τρέμη. Μια κυβέρνηση της πραγματικής Αριστεράς θα νομοθετούσε υπέρ της αυτοδιαχείρισης και θα προχωρούσε στην εθνικοποίηση του καναλιού. Και, ασφαλώς, θα διασφάλιζε ότι θα ακολουθούσε κοινωνική πολιτική και δεν θα αποτελούσε μακρύ χέρι της προπαγάνδας της άρχουσας τάξης, μέσα από δημοκρατικά εκλεγμένα ΔΣ, χωρίς προνόμια στα στελέχη και με τη συμμετοχή στα ΔΣ εκπροσώπων του ευρύτερου εργατικού κινήματος καθώς και κοινωνικών και κινηματικών φορέων με αποφασιστική συμμετοχή και ψήφο. Την ίδια στιγμή, βέβαια, θα παρείχε ελευθερία άποψης στον/στην δημοσιογράφο (εκτός βέβαια φασιστικών και ρατσιστικών απόψεων) με την απαραίτητη προϋπόθεση της τεκμηριωμένης γνώμης και της ίσης ευκαιρίας στην αντίθετη άποψη.

Ένα Mega δημοκρατικό, χωρίς διευθυντάδες, μεγαλοστελέχη και golden boys, ανοικτό στην κοινωνία, τα προβλήματα και τους αγώνες της, με ουσιαστική συμβολή στην αντικειμενική πληροφόρηση και στον πολιτισμό, είναι σίγουρο κατά τη γνώμη μας πως θα αγκαλιαζόταν από την κοινωνία, όπως είχε αγκαλιαστεί και η αυτοδιαχειριζόμενη ΕΡΤ.

Τι τηλεόραση θέλουμε;

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι είδους τηλεόραση χρειάζεται η κοινωνία και, κατ’ επέκταση, έχει ευθύνη να δημιουργήσει η Αριστερά (του μέλλοντος). Μια τηλεόραση στην οποία ο αριθμός των αδειών θα αποφασίζεται από τους κάθε φορά κυβερνώντες και οι μεγαλοεπιχειρηματίες της χώρας θα παίζουν «πόκερ» για το ποιος θα κερδίσει την όποια άδεια; Ή μια τηλεόραση η οποία ανήκει στην κοινωνία και ελέγχεται από αυτήν;

Ασφαλώς το δεύτερο.

Επομένως μια κυβέρνηση της (πραγματικής) Αριστεράς θα όφειλε:

  1. Κατ’ αρχήν να εκδημοκρατίσει την ΕΡΤ και να την «δώσει» στην κοινωνία, με τον τρόπο ακριβώς που πρότειναν οι ίδιες οι συνελεύσεις των εργαζομένων στην ΕΡΤ.
  2. Στη συνέχεια, να αξιοποιήσει περιπτώσεις χρεοκοπιών όπως του Mega, δημιουργώντας νέα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας στην υπηρεσία της κοινωνίας, κι ενισχύοντας τα κοινωνικά ΜΜΕ απέναντι στα ιδιωτικά.
  3. Θα όφειλε να ξεσκεπάσει όλα τα σκάνδαλα, τη διαφθορά, τη διαπλοκή, το «ξέπλυμα» κλπ που βρίσκεται πίσω από τα ιδιωτικά κανάλια και να δρομολογήσει βαριές ποινές για κάθε περίπτωση, με εθνικοποίηση κάτω από τον έλεγχο των εργαζομένων και της κοινωνίας κάθε τέτοιας περίπτωσης.
  4. Έτσι, η δημόσια (εννοώντας πραγματικά δημόσια – στην υπηρεσία τον έλεγχο και τη διαχείριση της κοινωνίας και των εργαζόμενων) τηλεόραση θα πρόσφερε ένα άλλο είδος ενημέρωσης και πολιτισμού σε ευθύ ανταγωνισμό με τη σαβούρα του ιδιωτικού τομέα. Για το ποιος θα κέρδιζε τελικά σ’ αυτό τον ανταγωνισμό δεν έχουμε καμία αμφιβολία.

Μια τέτοια πολιτική ασφαλώς χρειάζεται δημόσια κονδύλια. Και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα πει πως κάτι τέτοιο… δεν το επιτρέπει η Τρόικα. Είπαμε όμως, συζητάμε ποια πολιτική θα έπρεπε να ακολουθήσει μια κυβέρνηση της πραγματικής Αριστεράς, όχι του ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί ασφαλώς μια πολιτική όπως αυτή που περιγράφουμε δεν μπορεί παρά να έρχεται σε μετωπική αντιπαράθεση με την Τρόικα, το ντόπιο κατεστημένο κοκ.

Η θέση της Αριστεράς θα έπρεπε να είναι μία και ξεκάθαρη: Όπως η Παιδεία, η Υγεία, το Νερό, τα Δάση, η συγκοινωνία, κλπ πρέπει είναι δημόσια αγαθά που να ανήκουν στην κοινωνία, έτσι και η Ενημέρωση. Δεν μπορεί να είναι ιδιοκτησία κανενός τραπεζίτη, εφοπλιστή, βιομήχανου και εργολάβου γιατί θα την χρησιμοποιήσουν υπέρ των δικών τους συμφερόντων κι ενάντια στην κοινωνία και τους εργαζόμενους στα Μέσα. Δημιουργώντας πραγματικά δημόσια-κοινωνικά Μέσα Επικοινωνίας μια αριστερή κυβέρνηση μπορεί να μπει σε ευθύ ανταγωνισμό με τον ιδιωτικό τομέα και να τον «σβήσει» από το χάρτη.

 

 

 

 


Σχετικά άρθρα: