Θεσ/νίκη: Το AirBnB & η καμπάνια της «Πόλης Ανάποδα» για τα ενοίκια και τη βραχυχρόνια μίσθωση

Το φαινόμενο airbnb, η αλλαγή του χαρακτήρα ολόκληρων γειτονιών και ο εκτοπισμός των κατοίκων για χάρη μια άκρατης τουριστικοποίησης, τείνουν να μετατραπούν σε έναν από τους πιο μεγάλους βραχνάδες της εποχής μας. 

Μία «καλή ιδέα» μετατρέπεται σε εφιάλτη

Το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι στην αρχή έβλεπαν με θετικό μάτι αυτή την νέα τάση, έχει την εξήγηση του. Η αλματώδης ανάπτυξη της Airbnb έδωσε μια ανάσα σε πολλούς μικροϊδιοκτήτες που είδαν στη βραχυχρόνια μίσθωση τον μόνο τρόπο να έχουν ένα επιπλέον εισόδημα. 

Αποδεικνύεται, όμως, για ακόμα μια φορά ότι σε συνθήκες κρίσης του συστήματος, σ’ ένα περιβάλλον κυριαρχίας των κολοσσών του real estate, σε χώρες όπως η Ελλάδα όπου κερδοσκοπικά funds αγοράζουν από τις τράπεζες πολύ μεγάλο όγκο ακινήτων αντί πινακίου φακής, μια αρχικά ωραία και φαινομενικά ακίνδυνη ιδέα, όπως αυτή της «οικονομίας του διαμοιρασμού», μπορεί να μετασχηματιστεί στο αντίθετό της, σε έναν εφιάλτη.

Στη μια πόλη μετά την άλλη, σε όλο τον κόσμο, γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να βρεθεί μια αξιοπρεπής και οικονομική κατοικία που να διατίθεται για μακροχρόνια μίσθωση. Δε θα μπορούσε η Ελλάδα να αποτελέσει εξαίρεση. Σε πολλές περιοχές στην Αθήνα (Κουκάκι, Παγκράτι, Μεταξουργείο, Κεραμεικός, κ.α.), στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, στα Χανιά, τη Μύκονο, τη Σαντορίνη είναι σχεδόν αδύνατο να βρεις σπίτι σε λογική τιμή.

Σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων για την περίοδο από τον Ιούνιο του 2018 ως τον Μάιο του 2019, υπήρχαν διαθέσιμα στην Ελλάδα από τις πλατφόρμες Airbnb και HomeΑway 170.542 καταλύματα για βραχυχρόνια μίσθωση, ενώ τα συνολικά έσοδα εκτιμώνται στα 1,15 δις ευρώ. 

Μιλάμε, με λίγα λόγια, για μια αγορά με πολύ υψηλούς τζίρους που ολοένα εξαπλώνεται. Εδώ αξίζει να σταθούμε και σε ακόμη ένα στοιχείο. Το 50% των ακινήτων που διατίθενται για βραχυχρόνια μίσθωση βρίσκεται ήδη στα χέρια μεγάλων εταιρειών, οι οποίες παρακρατούν από τους ιδιοκτήτες από 10 έως 30% των εισπράξεων, ανάλογα με τις υπηρεσίες που προσφέρουν. Ενώ, την ίδια στιγμή, οι εργασιακές σχέσεις στον συγκεκριμένο κλάδο είναι εντελώς αρρύθμιστες με την αδήλωτη εργασία, την υποαπασχόληση και τους χαμηλούς μισθούς να κυριαρχούν. 

Η κατάσταση στη Θεσσαλονίκη και η καμπάνια της «Πόλης Ανάποδα»

Για την ίδια περίοδο, στη Θεσσαλονίκη ήταν διαθέσιμα 3.000 ακίνητα σε πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης και τα έσοδα εκτιμώνται στα 11 εκ. ευρώ. Στα νούμερα αυτά δεν πρέπει να ξεχνάμε να προσθέτουμε και το πολύ μεγάλο ποσοστό αδήλωτων διαμερισμάτων που υπάρχουν στην πόλη.

Παρακολουθώντας αυτές τις εξελίξεις, εμπνεόμενη από κινήματα ενοικιαστών σε όλο τον κόσμο που σε μια κάποιες περιπτώσεις έχουν καταφέρει νίκες, όπως στο Βερολίνο, τη Βαρκελώνη, το Παρίσι και αλλού, και προσπαθώντας να προλάβει την όξυνση του φαινομένου, το αριστερό ριζοσπαστικό σχήμα στον Δήμο Θεσσαλονίκης «Η πόλη ανάποδα» πήρε την πρωτοβουλία να ξεκινήσει καμπάνια συλλογής υπογραφών. Άμεσος στόχος είναι να προκληθεί σύγκληση του δημοτικού συμβουλίου με σκοπό ο Δήμος Θεσσαλονίκης να πάρει συγκεκριμένες αποφάσεις που να προστατεύουν τους ενοικιαστές από την ανεξέλεγκτη αύξηση των ενοικίων, όπως το να ζητήσει από την κεντρική διοίκηση να ενεργοποιήσει για την περιοχή της Θεσσαλονίκης τους κατάλληλους περιορισμούς της βραχυχρόνιας μίσθωσης που προβλέπονται από τη νομοθεσία*.

Η καμπάνια ξεκίνησε στα τέλη Δεκέμβρη και τα αποτελέσματα ως τώρα είναι πολύ ενθαρρυντικά. Έχουν μαζευτεί περισσότερες από 500 υπογραφές (είτε ηλεκτρονικά είτε σε παρεμβάσεις σε διάφορα σημεία της πόλης) και το κλίμα που συναντάμε είναι αποκαλυπτικό της κατάστασης. Από τη μία υπάρχει οργή για τον καθημερινό «Γολγοθά» που αντιμετωπίζει πολύ κόσμος προς αναζήτηση αξιοπρεπούς κατοικίας. Ζευγάρι μας μετέφερε ότι ο ιδιοκτήτης τους ζήτησε αύξηση της τάξης των 120 ευρώ (από 350 στα 470) για διαμέρισμα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, χωρίς να έχει προηγηθεί κανενός είδους ανακαίνιση, με το πρόσχημα των «ευκαιριών που γεννά η βραχυχρόνια μίσθωση». Μάθαμε ότι για σπίτια 60 τ.μ. στην Τούμπα, με φ. αέριο αλλά παλιά κουφώματα, οι ιδιοκτήτες ζητούν 400 ευρώ. Δεκάδες νέοι και νέες είπαν ότι αναγκάζονται να μείνουν με τους γονείς τους καθώς η ανεύρεση κατοικίας στο κέντρο και τα ανατολικά (σε κάποιες περιπτώσεις και στα δυτικά) είναι όνειρο θερινής νυκτός, ενώ φοιτητές/τριες και εργαζόμενοι/ες πραγματικά ματώνουν για να ανταπεξέλθουν στην αποπληρωμή των ενοικίων. 

Από την άλλη, είναι εμφανής η ανάγκη του κόσμου να αντιδράσει και για αυτόν τον λόγο ήταν δεκάδες τα σχόλια επιδοκιμασίας της πρωτοβουλίας αυτής. Σε τελική ανάλυση, αυτός είναι και ο ρόλος ενός αριστερού ριζοσπαστικού δημοτικού σχήματος. Να συναντιέται με τις αγωνίες και τις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας, να οργανώνει την οργή και να διεκδικεί λύσεις με μέτωπο απέναντι σε συντηρητικές δημοτικές αρχές και τα συμφέροντα που λυμαίνονται την πόλη. Και, σε αντίθεση με τη συντριπτική πλειοψηφία των υπολοίπων δημοτικών παρατάξεων, να μην θυμάται τα κοινωνικά προβλήματα μόνο τις παραμονές των εκλογών.

Στο πλαίσιο αυτής της καμπάνιας, «Η Πόλη Ανάποδα» διοργανώνει ανοιχτή συζήτηση την Τρίτη 28 Γενάρη, 6.30, Δημαρχείο Θεσσαλονίκης, αίθουσα Μανόλης Αναγνωστάκης. Στην κουβέντα θα παρέμβουν μέσω skype και συναγωνιστές/στριες από Χανιά, Κέρκυρα, Βερολίνο, Βαρκελώνη και Λισαβόνα. (το event στο fb)

Για τι παλεύουμε

Πέρα από τα πιο πάνω, η καμπάνια αυτή είναι μια καλή ευκαιρία να ανοίξουμε σε ένα μαζικό επίπεδο μια σειρά από ζητήματα. 

  • Σχετικά με τις πλατφόρμες βραχυχρόνιων μισθώσεων όπως είναι η Airbnb χρειάζεται να επιβληθούν αυστηροί περιορισμοί, καθώς αυτό το φαινόμενο με τον τρόπο που εξελίσσεται δημιουργεί μεγάλα προβλήματα για την πλειοψηφία της κοινωνίας. Αυτό θα σήμαινε, για παράδειγμα, να περιοριστεί η δυνατότητα μίσθωσης σε ένα ακίνητο ανά ΑΦΜ και να υπάρχει υψηλή φορολογία (πχ κλιμακωτά από 35% έως 50%) για έσοδα που υπερβαίνουν τα 5.000 ευρώ το χρόνο, όταν αυτό αποτελεί συμπληρωματικό εισόδημα στο νοικοκυριό. Σε περίπτωση που το airbnb αποτελεί το βασικό εισόδημα, εννοείται ότι πρέπει να υπάρχει υψηλό αφορολόγητο όριο, πχ 12.000 ευρώ και πάνω, ανάλογα με το μέγεθος του νοικοκυριού. Επίσης αντί ο καθένας να μισθώνει σε ατομικό επίπεδο μέσω του Airbnb, θα μπορούσαν οι Δήμοι να δημιουργήσουν αντίστοιχες υπηρεσίες (και να εισπράττουν αυτοί τη σχετική προμήθεια διοχετεύοντας την σε κοινωφελείς σκοπούς) κι όποιος ήθελε να μισθώσει ακίνητο να το κάνει μέσω του Δήμου, σε συνθήκες πλήρους διαφάνειας και ελέγχου από τους ίδιους τους μισθωτές και άλλους εκπροσώπους των κατοίκων και τοπικών φορέων ώστε να γίνεται με δίκαιο τρόπο.
  • Να υπάρξει στροφή στον ποιοτικό, λαϊκό, φιλικό προς το περιβάλλον τουρισμό αντί του τουρισμού των μεγάλων επιχειρήσεων που απευθύνεται μόνο στους πλούσιους και καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμά του. Να δοθεί προτεραιότητα στις δημοτικές και τις συνεταιριστικές μη κερδοσκοπικές τουριστικές επιχειρήσεις.
  • Για να συμβούν όμως αυτά, αλλά και για να αντιμετωπιστεί η συσσώρευση ακινήτων στα χέρια μια χούφτας εταιρειών απαιτείται να γίνει κτήμα του κινήματος το αίτημα για κοινωνικοποίηση των μεγάλων τουριστικών μονάδων αλλά και των εταιρειών διαχείρισης ακινήτων, κάτω από τον έλεγχο των εργαζομένων και κοινωνικών φορέων.
  • Τέλος, ο αγώνας αυτός πρέπει να συνδεθεί αφενός με το κίνημα ενάντια στους πλειστηριασμούς της πρώτης κατοικίας, αφετέρου με ευρύτερες εργατικές διεκδικήσεις για ανθρώπινες συνθήκες εργασίας και αξιοπρεπείς μισθούς έτσι ώστε το σύνολο της κοινωνίας να μπορεί να ζει από την εργασίας της.



*4472/17 άρθρο 111, παρ. 8
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Οικονομικών και Τουρισμού μπορεί, για λόγους που σχετίζονται με την προστασία της κατοικίας, να καθοριστούν γεωγραφικές περιοχές, όπου θα ισχύουν περιορισμοί στη διάθεση ακινήτων για βραχυχρόνια μίσθωση ως εξής: α. Να μην επιτρέπεται η βραχυχρόνια μίσθωση άνω των δύο (2) ακινήτων ανά Α.Φ.Μ. δικαιούχου εισοδήματος. β. Η μίσθωση κάθε ακινήτου να μην υπερβαίνει τις ενενήντα (90) ημέρες ανά ημερολογιακό έτος […]. Υπέρβαση της διάρκειας του προηγούμενου εδαφίου επιτρέπεται, εφόσον το συνολικό εισόδημα του εκμισθωτή ή του υπεκμισθωτή, από το σύνολο των ακινήτων που διαθέτει για μίσθωση ή υπεκμίσθωση, δεν ξεπερνά τις δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ κατά το οικείο φορολογικό έτος.