red-flag1

Συνάντηση ανάμεσα στο «Ξεκίνημα» και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ

andros
Του Ανδρέα Παγιάτσου

 

 

Τον περασμένο μήνα το «Ξ» συναντήθηκε με αντιπροσωπεία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για να συζητήσουμε πρόταση της, με βάση την οποία καλεί άλλες οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής-επαναστατικής Αριστεράς σε κοινές πρωτοβουλίες. Το κείμενο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει δύο βασικούς άξονες: πρώτο τον γενικά καλύτερο συντονισμό κινηματικών δράσεων της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και δεύτερο την επιδίωξη μιας πιο στενής πολιτικής σχέσης ανάμεσα στις οργανώσεις με βάση τις προγραμματικές θέσεις που προτείνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

red-flag1

Το «Ξ» ανταποκρίθηκε με πολύ θετική διάθεση στην πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η συζήτηση διεξήχθη σε ένα πολύ φιλικό και συντροφικό κλίμα. Σ’ αυτό διαπιστώθηκαν τα σημεία σύγκλισης και σε αρκετές περιπτώσεις ταύτισης, αλλά και τα σημεία απόκλισης. Τα παραθέτουμε αναλυτικά στη συνέχεια.

Κοινός ιδεολογικός χώρος και στρατηγικοί στόχοι

Το «Ξ» συνεργάστηκε και συνεχίζει να συνεργάζεται με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε μια σειρά πεδία, συμπεριλαμβανομένου του εκλογικού (πχ στις τοπικές εκλογές του 2014, το «Ξ» κατέβηκε συνεργαζόμενο με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε μια σειρά δήμους).

Υπάρχει συνεργασία στο αντιφασιστικό και το προσφυγικό – με χαρακτηριστικά παραδείγματα την αντιφασιστική κινητοποίηση για την επέτειο των Ιμίων τον Φλεβάρη που πέρασε και τις κοινές δράσεις, συγκέντρωση και πορεία στις 18 Μάρτη. Υπάρχει επίσης συνεργασία στο επίπεδο των κοινωνικών κινημάτων και του εργατικού κινήματος – τέτοια παραδείγματα είναι το θέμα των πλειστηριασμών το θέμα της επιτροπής για τις δημόσιες συγκοινωνίες στη Θεσ/νίκη με αίτημα την εθνικοποίησή τους, κοκ.

Την ίδια στιγμή το «Ξ» κινείται στον ίδιο ιδεολογικό χώρο που κινείται και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Το κεντρικό, θα λέγαμε, ιδεολογικό χαρακτηριστικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι το γεγονός ότι θέτει θέμα ρήξης με το καπιταλιστικό σύστημα και ανατροπής του. Με άλλα λόγια προβάλλει την ανάγκη μιας Αριστεράς που να στοχεύει στην εργατική (ή λαϊκή) εξουσία και τον σοσιαλιστικό (και στη συνέχεια κομμουνιστικό) επαναστατικό μετασχηματισμό. Αυτά αποτελούν και τους βασικούς ιδεολογικούς πυλώνες του «Ξ» του οποίου δηλωμένος στόχος είναι ακριβώς αυτός: να χτιστεί μια μαζική επαναστατική Αριστερά που να ανοίξει το δρόμο στην ανατροπή του καπιταλισμού και στο χτίσιμο μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας με εργατική δημοκρατία.

Το «Ξ» (όπως και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ) απορρίπτει τον ρεφορμισμό, τον δήθεν ειρηνικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό, που εκπροσωπείται παραδοσιακά από τη Σοσιαλδημοκρατία και πιο πρόσφατα από τον ΣΥΡΙΖΑ. Απορρίπτει βέβαια και τον Σταλινισμό, τις εφιαλτικές μονοκομματικές δικτατορίες της Σοβιετικής Ένωσης, της Ανατολικής Ευρώπης αλλά και της Κίνας, που οδήγησαν την προσπάθεια να χτιστεί ο σοσιαλισμός/κομμουνισμός σ’ αυτές τις χώρες στα βράχια. Πάνω σ’ αυτό το θέμα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπάρχουν διαφορετικές απόψεις και, θα λέγαμε, καθόλου καθαρότητα – πρόκειται όμως για ένα ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να ξεκαθαριστεί σταδιακά μέσα από την κοινή πάλη και εμπειρία.

Τα ζητήματα που φέρνουν κοντά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το «Ξ» τονίστηκαν στην κοινή συνάντηση από τη μεριά του «Ξ». Και ξεκαθαρίστηκε ότι στα ζητήματα της κοινής δράσης και των συνεργασιών το «Ξ» ενδιαφέρεται όχι απλά για τη συνέχισή τους αλλά για το παραπέρα βάθεμά τους και μάλιστα σε όλα τα επίπεδα – συμπεριλαμβανομένου δηλαδή και του εκλογικού.

Τονίστηκε επίσης ότι στα ζητήματα του πολιτικού προγράμματος, της πολιτικής δηλαδή απάντησης στην κρίση του ελληνικού καπιταλισμού, στην Τρόικα και τα Μνημόνια, όπως τα παρέθετε το τελευταίο κείμενο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, υπήρχε σχεδόν πλήρης συμφωνία. Αυτά τα σημεία αφορούν την άρνηση πληρωμής του χρέους, την έξοδο από την Ευρωζώνη και την πορεία προς εθνικό νόμισμα, την εθνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας, τον έλεγχο στην κίνηση κεφαλαίων και στο εξωτερικό εμπόριο, τον εργατικό και κοινωνικό έλεγχο και διαχείριση στο δημόσιο τομέα και το σύνολο της οικονομίας, τις μαζικές δημόσιες επενδύσεις για να βγει η οικονομία από το τέλμα και να μπει στο δρόμο της ανάπτυξης, τον σχεδιασμό της οικονομίας για τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου αντί για το κέρδος του μεγάλου κεφαλαίου, κλπ.

Αυτά τα μέτρα θέτουν τις βάσεις για μια σοσιαλιστική οικονομία και κοινωνία – αποτελούν έτσι ένα Μεταβατικό Πρόγραμμα που συνδέει τους αγώνες του σήμερα με την εργατική-λαϊκή εξουσία και σοσιαλιστική κοινωνία του αύριο.

Διαφορές – στο «Μεταβατικό» και στο θέμα των «ενωτικών μετώπων»

Παρ’ όλα αυτά το «Ξ» δεν θα μπορούσε να κάνει το βήμα της ταύτισης με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή της ένταξης σ’ αυτήν. Υπάρχουν δύο λόγοι γι’ αυτό. Ο ένας είναι διαφορές στο επίπεδο της εξειδίκευσης του Μεταβατικού Προγράμματος σε συγκεκριμένες πτυχές ή ιστορικές περιστάσεις. Ο δεύτερος είναι το θέμα του Ενιαίου Μετώπου – δηλαδή των συνεργασιών με την υπόλοιπη Αριστερά και άλλες οργανώσεις (κινηματικές, συνδικαλιστικές, κλπ) του εργατικού κινήματος.

Οι διαφορές αυτές θα μπορούσαν, δυνητικά, να ξεπεραστούν σταδιακά μέσα από κοινές δράσεις, συνεργασία, ανταλλαγή εμπειριών. Αυτή είναι και η πρόταση του «Ξ»: να συνεχίσουμε και να βαθύνουμε τη συνεργασία στο επίπεδο των κοινών δράσεων, επιδιώκοντας και ελπίζοντας ότι οι διαφορές θα μπορέσουν κάποια στιγμή να ξεπεραστούν. Προς το παρόν όμως παραμένουν και είναι σοβαρές.

Η συζήτηση στη συνάντηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το «Ξ» περιστράφηκε βασικά στο θέμα του Ενιαίου Μετώπου.

Το θέμα των ειδικών μεταβατικών αιτημάτων, των αιτημάτων δηλαδή που αφορούν συγκεκριμένες μάχες του κινήματος σε συγκεκριμένες συνθήκες, δεν απασχόλησε τη συζήτηση, ίσως γιατί οι διαφορές στο Ενιαίο Μέτωπο ήταν από την αρχή πολύ καθαρές και κυριάρχησαν στη συζήτηση. Αξίζει όμως να αναφέρουμε ένα παράδειγμα (σε σχέση με τα ειδικά αιτήματα συγκεκριμένων χώρων και αγώνων) για να κάνουμε καλύτερα κατανοητό το τι εννοούμε.

Με αφορμή ένα συγκεκριμένο αίτημα

Το «Ξ» χαιρέτισε χωρίς δισταγμούς ένα πρόσφατο κάλεσμα το οποίο απηύθυνε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ προς το ΚΚΕ και τη ΛΑΕ για συνεργασία σε μια σειρά τομείς που αφορούν κινηματικές δράσεις (αλλά όχι συνολικά και όχι σε όλα τα επίπεδα).

Σ’ αυτήν την πρόσκληση υπήρχε, ανάμεσα σ’ άλλα, η πρόταση για ένα από κοινού κάλεσμα 24ωρης γενικής απεργίας μέσα σε διάστημα 15 ημερών περίπου (για τα μέσα Μάρτη) από την ημέρα κατάθεσης της πρότασης. Στο άρθρο με το οποίο χαιρετίζαμε την πρόσκληση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ εξηγούσαμε ταυτόχρονα πως αποτελούσε πολύ σοβαρό λάθος η προσπάθεια να καλεστεί 24ωρη γενική απεργία (κάτω από την συνδυασμένη πίεση της Αριστεράς) μέσα σε 15 μέρες . Μία βδομάδα αργότερα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ επανέλαβε την πρόσκληση για συνάντηση με την υπόλοιπη Αριστερά προτείνοντας ξανά 24ωρη απεργία για τις 15 Μάρτη – με άλλα λόγια μια βδομάδα αργότερα.

Επαναλαμβάνουμε εδώ, πολύ συνοπτικά, τα επιχειρήματα που αναπτύξαμε στο προαναφερόμενο άρθρο μας. Το κάλεσμα 24ωρης γενικής απεργίας, «από τα κάτω», με τον τρόπο που το πρότεινε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ειδικά μέσα στις σημερινές συνθήκες της υποχώρησης του κινήματος, ήταν λάθος γιατί ήταν από την αρχή καταδικασμένο σε αποτυχία.

Κι ο λόγος είναι ο εξής: Δεν είναι καθόλου αρκετός ο χρόνος των 15 ημερών, πολύ περισσότερο μιας βδομάδας, για να αναπτυχθεί μια μαζική εκστρατεία σε εργατικούς και άλλους χώρους η οποία να διασφαλίσει την επιτυχία του καλέσματος μιας γενικής απεργίας.

Για να μπορούσε η Αριστερά να ξεδιπλώσει μια τέτοια εκστρατεία θα χρειαζόταν 1,5 – 2 μήνες, από τη στιγμή που θα έπαιρνε την απόφαση αυτή. Μέσα σε 15 μέρες και πολύ περισσότερο μέσα σε μία βδομάδα αυτό θα ήταν εντελώς αδύνατο! Και αν τελικά οι συνδικαλιστικές κορυφές (Ομοσπονδίες, ΑΔΕΔΥ, ΓΣΕΕ) υιοθετούσαν την πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (κάτι που έχει συμβεί ξανά στο παρελθόν) θα καλούνταν ακόμη μία γενική απεργία, μόνο που θα ήταν αποτυχημένη όπως όλες οι γενικές απεργίες που καλέστηκαν μετά το Φλεβάρη του 2016.

Την αποτυχία αυτή, δε, δεν θα τη χρεωνόταν ο Παναγόπουλος και η υπόλοιπη ηγεσία της ΓΣΕΕ, αλλά η Αριστερά και μάλιστα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ που θα έδινε την εντύπωση πως δεν έχει τρόπο να αντιμετωπίσει και να απαντήσει στο πρόβλημα των αδύναμων απεργιακών κινητοποιήσεων και συγκεντρώσεων.

Πρόκειται για ένα μόνο παράδειγμα, αλλά ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Που δείχνει πως μπορεί στο κεντρικό Μεταβατικό Πρόγραμμα, του πώς δηλαδή απαντάμε στην κρίση, να υπάρχει συμφωνία, αλλά η Αριστερά θα κριθεί από τα μαζικά λαϊκά στρώματα πρώτα και κύρια στα συγκεκριμένα – τι προτείνει δηλαδή για τις συγκεκριμένες μάχες, όπως είναι το θέμα μιας απεργίας. Αν αποτύχει σ’ αυτό το επίπεδο, όσο «σοφό» και αν είναι το κεντρικό-πολιτικό Μεταβατικό της πρόγραμμα, δεν θα πείσει και δεν θα μαζικοποιηθεί.

Κάθε μάχη του κινήματος, ξεχωριστά, απαιτεί το δικό της σχεδιασμό για να μπορεί να έχει σοβαρές πιθανότητες νίκης. Κάθε σχεδιασμός πρέπει να γίνεται με βάση το στόχο της νίκης. Οι αγώνες πρέπει να προτείνονται και να αναπτύσσονται με στόχο, κι επομένως με σχέδιο, για τη νίκη. Διαφορετικά είτε δεν θα γίνονται, είτε θα χάνουν και η Αριστερά θα αδυνατεί να πείσει ότι έχει την εναλλακτική πρόταση.

Αυτός ο σχεδιασμός είναι στην πραγματικότητα το «μεταβατικό» πρόγραμμα που απαιτεί κάθε συγκεκριμένος αγώνας. Είναι, πάντα, ένα κρίσιμο τεστ για την Αριστερά. Δυστυχώς η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δείχνει να μην έχει καθόλου στην αντίληψή της αυτό το ζήτημα.

Όπως αναφέρθηκε, όμως, πιο πάνω, στη συνάντηση με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ η συζήτηση περιστράφηκε κατά κύριο λόγο στο θέμα των συνεργασιών. Και καθόλου τυχαία.

Το Ενιαίο Μέτωπο – δηλαδή το θέμα της συνεργασίας της Αριστεράς και των κινημάτων

Ένα από τα βασικά σημεία που πρέπει να χαρακτηρίζουν την επαναστατική Αριστερά είναι το θέμα του «Ενιαίου Μετώπου» που στην κλασσική ορολογία, όπως δηλαδή την καθιέρωσαν οι Μπολσεβίκοι (και διαφύλαξε στην ιστορική συνέχεια ο Τρότσκι) έχει σαν πλήρη ονομασία το «Ενιαίο Εργατικό Μέτωπο».

Πρόκειται, με απλά λόγια, για το θέμα των συνεργασιών με την υπόλοιπη Αριστερά και με τις υπόλοιπες οργανώσεις –πολιτικές, κοινωνικές, εργατικές– του κινήματος που δεν υιοθετούσαν το πρόγραμμα των Μπολσεβίκων (το μαρξιστικό-επαναστατικό δηλαδή πρόγραμμα για την ανατροπή του καπιταλισμού).

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως είναι γνωστό, υιοθετεί ένα τέτοιο «επαναστατικό πρόγραμμα» και αρνείται να συνεργαστεί με δυνάμεις με τις οποίες δεν υπάρχει συμφωνία στο πρόγραμμα της.

Το κόστος από αυτή την λαθεμένη πολιτική είναι πολύ μεγάλο και κατά τη γνώμη μας αποτελεί ένα από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει μείνει καθηλωμένη σε πολύ χαμηλά ποσοστά και έχει αποτύχει να αξιοποιήσει το κενό που δημιούργησε η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ (αν όχι για να φέρει ριζικές ανακατατάξεις στις γραμμές της Αριστεράς, τουλάχιστον για να ενισχύσει σοβαρά την παρουσία της).

Η ουσία της διαφοράς βρίσκεται στο εξής: το πρόγραμμα που καταθέτει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το οποίο χαρακτηρίζει σαν το πρόγραμμα ενός «αντικαπιταλιστικού μετώπου» είναι τόσο προχωρημένο που, στην πραγματικότητα, δεν είναι πρόγραμμα μετώπου αλλά πρόγραμμα πολιτικού φορέα και δη ενός επαναστατικού πολιτικού φορέα.

Σαν αποτέλεσμα έχουμε ένα «μπέρδεμα», με πολύ σοβαρές συνέπειες. Αν το πρόγραμμα που κατατίθεται για τη δημιουργία ενός «μετώπου» είναι το πρόγραμμα ενός «επαναστατικού πολιτικού φορέα» (ή ενός «αντικαπιταλιστικού μετώπου» για να χρησιμοποιήσουμε τη φρασεολογία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ) τότε η έννοια του μετώπου αναιρείται. Μέτωπο σημαίνει συνεργασίες με αυτούς με τους οποίους διαφωνείς! Διαφορετικά η λέξη «μέτωπο» χάνει κάθε νόημα!

Από τη στιγμή που η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αρνείται να συνεργαστεί σε ευρεία έκταση με οποιαδήποτε πολιτική οργάνωση ή δύναμη δεν συμφωνεί με το δικό της επαναστατικό πρόγραμμα, τότε έχει στην ουσία «κλειστεί» στον εαυτό της. Έχει εγκαταλείψει την τακτική του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου των Μπολσεβίκων εφαρμόζοντας στην πράξη μια πιο ελαφριά παραλλαγή του σεκταριστικού απομονωτισμού που χαρακτηρίζει το ΚΚΕ.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν κάλεσε σε συζήτηση για τη συγκρότηση του «μετώπου» που προτείνει ούτε καν τη ΛΑΕ. Και δεν επιχείρησε (βέβαια) καθόλου να απευθυνθεί στο ΚΚΕ. Αν για το δεύτερο υπάρχει ελαφρυντικό, με την έννοια ότι η αρνητική απάντηση του ΚΚΕ είναι εκ των προτέρων δεδομένη, αυτό δεν ισχύει για τη ΛΑΕ.

Μια σωστή αντίληψη του «Ενιαίου Μετώπου» με βάση τον τρόπο που το αντιλαμβάνονταν οι Μπολσεβίκοι (δείτε ενδεικτικά: http://xekinima.org/ekdoseis/i-theoria-ton-stadion/, κεφάλαιο «Τα μέτωπα του Λένιν») θα σήμαινε απεύθυνση σε όλες τις δυνάμεις της Αριστεράς με στόχο όχι την πλήρη προγραμματική συμφωνία αλλά την επεξεργασία ενός κοινού δρόμου αντίστασης και πάλης ενάντια στα Μνημόνια, την κυβέρνηση, την ΕΕ και το ΔΝΤ.

Οι Μπολσεβίκοι περιέγραψαν με τον ακόλουθο τρόπο την έννοια του Ενιαίου Μετώπου: βαδίζουμε προς διαφορετικές κατευθύνσεις καθώς έχουμε διαφορετικούς στρατηγικούς στόχους, αλλά όλες οι οργανώσεις της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος κτυπάνε μαζί τον ταξικό αντίπαλο σε κάθε ταξική αντιπαράθεση.

Στα πλαίσια του Ενιαίου Μετώπου, η κάθε διαφορετική δύναμη της Αριστεράς θα απολάμβανε, ασφαλώς, πλήρη ανεξαρτησία – ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά.

Ξεκινώντας από τα κοινά ταξικά και κοινωνικά μέτωπα πάλης η αντίληψη του Ενιαίου Μετώπου περιλαμβάνει –πάντα σύμφωνα με τους Μπολσεβίκους– και εκλογικές συνεργασίες.

Οι αποφάσεις του 3ου και του 4ου συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς (όσο ζούσε ο Λένιν και όσο ο Τρότσκι έπαιζε κεντρικό καθοδηγητικό ρόλο) για την Τακτική και το Ενιαίο Μέτωπο είναι εντελώς ξεκάθαρες πάνω στα ζητήματα αυτά (Δείτε: «Οι αποφάσεις των 4 πρώτων συνεδρίων της Κομμουνιστικής Διεθνούς» – υπάρχουν σε διάφορες εκδόσεις, πιο πρόσφατα από την Εργατική Πάλη). Σ’ αυτές στεκόμαστε πιο αναλυτικά στη συνέχεια.

Ο επαναστατικός «πόλος» και το πλατύ Μέτωπο συνεργασίας

Το «Ξ» έχει καταθέσει εδώ και καιρό τις προτάσεις του σχετικά με το πώς βλέπει να μπορεί η επαναστατική Αριστερά να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της εποχής.

Το πρώτο καθήκον είναι όλες οι δυνάμεις που υιοθετούν ένα πρόγραμμα επαναστατικής ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος να κάτσουν γύρω από ένα τραπέζι και να επεξεργαστούν το πρόγραμμα γι’ αυτή την ανατροπή. Μέσα από την εμπειρία των μνημονιακών χρόνων το πρόγραμμα αυτό, στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο, έχει κατακτηθεί για ένα πολύ μεγάλο αριθμό οργανώσεων της Αριστεράς – λίγο πολύ είναι το πρόγραμμα που υιοθετεί και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και που αναφέρθηκε πιο πάνω.

Οι οργανώσεις που συμφωνούν στη βάση ενός τέτοιου προγράμματος θα όφειλαν να συγκροτήσουν από κοινού ένα πολιτικό φορέα, με ομοσπονδιακά βέβαια χαρακτηριστικά – δηλαδή με ανεξαρτησία στις οργανώσεις που το συναποτελούν καθώς και με ανοικτό πεδίο συμμετοχής σε ανένταχτους αγωνιστές.

Το «Ξ» ονομάζει αυτού του είδους τη συσπείρωση δυνάμεων «επαναστατικό πόλο». Το «Ξ» είχε δοκιμάσει τη συγκρότηση αυτού του πόλου μέσα από την «Πρωτοβουλία των 1000» και την «Πρωτοβουλία 17 Ιούλη» που όμως δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν σ’ αυτό το καθήκον. Την είχε επίσης προτείνει επανειλημμένα σε οργανώσεις όπως τη ΔΕΑ και το R-Project (καθώς και στη Μαρξιστική Φωνή, την Κομμουνιστική Ανασύνταξη, τη Σοσιαλιστική Έκφραση, κλπ) αλλά συνάντησε άρνηση.

Το δεύτερο καθήκον είναι το θέμα του «μετώπου». Το «μέτωπο» , όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, έχει νόημα μόνο αν αναφέρεται στις δυνάμεις με τις οποίες δεν υπάρχει προγραμματική συμφωνία. Αν υπήρχε συμφωνία, τέτοιες δυνάμεις θα είχαν ήδη ενταχθεί στον προαναφερόμενο πολιτικό φορέα, τον «επαναστατικό πόλο» ή το «αντικαπιταλιστικό μέτωπο» για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Επομένως, «μέτωπο σημαίνει συνεργασία των επαναστατών-μαρξιστών με τα μη-μαρξιστικά, μη-επαναστατικά ρεύματα στις γραμμές της Αριστεράς και των κινημάτων.

Πρακτικά λοιπόν, στη σημερινή συγκυρία, θα σήμαινε το καλεστεί όλη η υπόλοιπη Αριστερά αλλά και κάθε κίνηση και συλλογικότητα με αναφορά στο εργατικό και λαϊκό κίνημα (μαχητικά εργατικά σωματεία, τοπικά κινήματα, περιβαλλοντικά κινήματα, γυναικείες οργανώσεις, κλπ, κλπ) σε κοινούς αγώνες ενάντια στην επίθεση που δεχόμαστε και υπέρ των λαϊκών δικαιωμάτων με στόχο την επεξεργασία κοινού σχεδίου αντίστασης.

Ο σημερινός κατακερματισμός

Αντί για κοινούς αγώνες βλέπουμε, για παράδειγμα, με αφορμή το κάλεσμα μιας οποιασδήποτε κινητοποίησης, μέχρι και 7 διαφορετικές πορείες σε διαφορετικές κατευθύνσεις την ίδια μέρα στην ίδια πόλη: Αλλού τα επίσημα συνδικάτα, αλλού το ΚΚΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η ΛΑΕ, τα ΜΛ, άλλες οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, αλλού οι αναρχικοί και πάει λέγοντας.

Η εικόνα αυτή είναι τραγική. Ο «απλός» μέσος εργαζόμενος, αυτός που δεν ανήκει σε κάποια πολιτική οργάνωση, δεν θα κατέβει σε μια τέτοια πορεία γιατί δεν έχει κανένα λόγο να ταυτιστεί με τη «στενοκεφαλιά» ή να εμπλακεί στον ανταγωνισμό των διαφορετικών αριστερών οργανώσεων. Έτσι προτιμά να γυρνάει την πλάτη σ’ αυτό που πολύ σωστά θεωρεί «αρρώστια» στις γραμμές της Αριστεράς.

Η ενότητα στα κινήματα και τους αγώνες είναι για τα λαϊκά στρώματα ένα θέμα κορυφαίας σημασίας. Τα λαϊκά στρώματα δεν θα έρθουν στην πολιτική μέσα από τη μελέτη του «Κεφαλαίου» και των «Απάντων του Λένιν». Θα έρθουν μέσα από την εμπειρία τους. Μέσα από την ανάγκη να παλέψουν ενάντια στις πολιτικές του συστήματος, πράγμα που τελικά τα οδηγεί στην πάλη για την ανατροπή του συστήματος.

Η Αριστερά που αρνείται να συνεργαστεί για να υπάρξει μια πετυχημένη συγκέντρωση, πορεία, απεργία, κλπ, που αρνείται να κατανοήσει πως η συνεργασία με στόχο τη μαζικότητα του κινήματος είναι βασικός όρος για νίκες του κινήματος, αυτή η Αριστερά είναι άχρηστη για τις μεγάλες μάζες των λαϊκών στρωμάτων και τις ανάγκες τους. Ότι άλλο και να λέει αυτή η Αριστερά, όσο κι αν εξηγεί τη σημασία και την αναγκαιότητα της επανάστασης, αν δεν μπορεί να οργανώσει μια κοινή πορεία, προκαλεί την αποστροφή των λαϊκών στρωμάτων κι εκεί σταματά και η συζήτηση.

Οι θέσεις των Μπολσεβίκων

Αυτή η συζήτηση δεν είναι καινούργια. Προκαλεί μάλιστα εντύπωση το γιατί στις γραμμές της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς αλλά και του ΚΚΕ, δεν υπάρχει καμία κατανόηση για τη σημασία και την έννοια του Ενιαίου Μετώπου των αριστερών και εργατικών οργανώσεων, όταν οι Μπολσεβίκοι και ειδικά ο Λένιν ήταν τόσο ξεκάθαροι πάνω στο θέμα αυτό, όπως αποκαλύπτεται, χαρακτηριστικά, στις αποφάσεις του 3ου και του 4ου συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1921 και το 1922, που αναφέρθηκαν πιο πάνω αλλά και σε βιβλία όπως ο «Αριστερισμός» του Λένιν.

Στα κείμενα αυτά η Κομμουνιστική Διεθνής προχωρά στη διαπίστωση ότι το επαναστατικό κύμα που σάρωσε την Ευρώπη μετά τον α’ παγκόσμιο πόλεμο και την Ρώσικη Επανάσταση του ’17, έκλεισε τον κύκλο του χωρίς η εργατική τάξη να καταφέρει να νικήσει και να αποσπάσει την εξουσία από τους καπιταλιστές. Ένας από τους λόγους γι’ αυτή την αποτυχία (όχι ο μόνος) ήταν η έλλειψη επαρκούς μαζικότητας από τη μεριά των Κομμουνιστικών Κομμάτων, που είχαν πρόσφατα δημιουργηθεί μέσα από διασπάσεις των Σοσιαλδημοκρατικών Κομμάτων της εποχής.

Έτσι, με κεντρική κατεύθυνση την ανάγκη μαζικοποίησης των ΚΚ και με κεντρικό σύνθημα «προς τις μάζες» η Κομμουνιστική Διεθνής προχωρά στην υιοθέτηση της τακτικής του Ενιαίου (Εργατικού) Μετώπου – τη συνεργασία δηλαδή των επαναστατών κομμουνιστών με τα ρεφορμιστικά και ενδιάμεσα ρεύματα στην Αριστερά και το εργατικό κίνημα.

Στόχος αυτής της τακτικής ήταν να φέρει τα ΚΚ κοντά στον κόσμο που υποστήριζε τα υπόλοιπα κόμματα της Αριστεράς («Σοσιαλδημοκρατικά», «Εργατικά», «Σοσιαλιστικά», κλπ) έτσι ώστε μέσα από τους κοινούς αγώνες να έπειθε τη μάζα των εργαζομένων για την ορθότητα του προγράμματος και των προτάσεων των επαναστατών, τότε, Κομμουνιστών.

Η τακτική του ενιαίου μετώπου εγκαταλείφθηκε από τον Στάλιν, πολύ σύντομα μετά το θάνατο του Λένιν. Ο Στάλιν «επεξεργάστηκε» την παρανοϊκή όσο και βλακώδη θεωρία της «τελικής κρίσης του καπιταλισμού» που έσπρωξε τα κομμουνιστικά κόμματα στην λεγόμενη «τρίτη περίοδο της κομμουνιστικής διεθνούς» όπου όποιος δεν συμφωνούσε με το σταλινικό κομμουνιστικό κόμμα ήταν προδότης και φασίστας (ότι περίπου κάνει και το ΚΚΕ σήμερα). Είναι η εποχή που τα σταλινικά ΚΚ (αρχές της δεκαετίας του ’30) χαρακτηρίζουν τα Σοσιαλδημοκρατικά Κόμματα της εποχής, «δίδυμα αδέλφια των Ναζί» και τα ονομάζουν «Σοσιαλφασιστικά». Όταν αυτή η πολιτική συνέβαλε στην άνοδο του Χίτλερ στη Γερμανία, ο Στάλιν κάνει ένα σάλτο στο εντελώς αντίθετο άκρο, για να ανακαλύψει τα «Λαϊκά Μέτωπα» – που συνίστανται στη συνεργασία και στη συγκυβέρνηση όχι μόνο με τους Σοσιαλδημοκράτες αλλά και με την υποτιθέμενη «προοδευτική» και «αντιφασιστική» αστική τάξη. Αυτή η νέα τακτική, του «Λαϊκού Μετώπου» δεν έχει καμία σχέση με το Ενιαίο Μέτωπο των πρώτων συνεδρίων της Κομουνιστικής Διεθνούς. Αυτή όλη την εποχή μοναδικοί υπερασπιστές του Ενιαίου Μετώπου, ειδικά ενάντια στο φασισμό, είναι ο Τρότσκι και οι υποστηρικτές του που διώκονται αδίστακτα και δολοφονούνται από τους Σταλινικούς σε όλο τον πλανήτη.

Και η εμπειρία των Μπολσεβίκων

Πέρα από τα γραπτά είναι όμως και η πράξη. Ποια ήταν η στάση των Μπολσεβίκων στην επανάσταση του 1917 που, φέτος κλείνει τα 100 της χρόνια;

Όταν τον Φλεβάρη ξέσπασε η επανάσταση του ’17 οι Ρώσοι εργάτες, φαντάροι (παιδιά χωρικών και αγροτών) κλπ προχώρησαν στη δημιουργία «συμβουλίων» (σοβιέτ) για να μπορούν να συντονίζουν τον αγώνα τους – τις κινητοποιήσεις, τις απεργίες, τις διαδηλώσεις κλπ.

Αργότερα, με την επανάσταση του Οκτώβρη, τα Σοβιέτ έγιναν τα όργανα της εξουσίας των λαϊκών μαζών, όμως μέχρι τότε ήταν βασικά όργανα (επιτροπές) συντονισμού των αγώνων και δεν επιχειρούσαν να αμφισβητήσουν (ανατρέψουν) την εξουσία της κυβέρνησης που μετά την πτώση του Τσαρισμού ήταν στα χέρια των πολιτικών εκπροσώπων των καπιταλιστών και της ρεφορμιστικής Αριστεράς (των «Μενσεβίκων» και των «Εσέρων» ή «Σοσιαλεπαναστατών»).

Τα σοβιέτ ήταν μια μορφή του Ενιαίου Μετώπου. Ένας χώρος δηλαδή στον οποίο συναντιόντουσαν όλα τα ρεύματα του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς για να αποφασίσουν τα επόμενα βήματα του αγώνα.

Τα σοβιέτ βρισκόντουσαν υπό τον έλεγχο της ρεφορμιστικής Αριστεράς, των «Μενσεβίκων» και των «Εσέρων» (οι «Εσέροι» ή «Σοσιαλεπανάστατες ήταν ένα κατά βάση αγροτικό αριστερό κόμμα της εποχής). Αυτός εξάλλου ήταν ο λόγος που δεν αμφισβητούσαν την εξουσία της κυβέρνησης που ακολούθησε τη πτώση του Τσάρου.

Στις εκλογές για τους αντιπροσώπους στο σοβιέτ, το Φλεβάρη, οι Μπολσεβίκοι εκλέξανε λιγότερο από το 2% των αντιπροσώπων. Τα σοβιέτ, δηλαδή, ελεγχόντουσαν σχεδόν ολοκληρωτικά από τους ρεφορμιστές Μενσεβίκους και Εσέρους. Όμως οι Μπολσεβίκοι δεν είπαν «εμείς δεν συμμετέχουμε στο ίδιο μέτωπο με τους ρεφορμιστές». Δεν είπαν «οι Μενσεβίκοι και οι Εσέροι είναι όργανα της άρχουσας τάξης και του καπιταλισμού, θα φτιάξουμε δικά μας, ξεχωριστά, επαναστατικά σοβιέτ». Αντίθετα, μπήκανε στα σοβιέτ και δώσανε τη μάχη για να ξεγυμνώσουνε το ρόλο των ρεφορμιστών της εποχής και να πείσουν τους εργάτες για την ορθότητα του προγράμματος των Μπολσεβίκων!

Αυτή η τακτική αποδείχτηκε νικηφόρα: τον Οκτώβρη του 17 οι Μπολσεβίκοι προχώρησαν στην ανατροπή της κοινής κυβέρνησης των καπιταλιστών και των ρεφορμιστών έχοντας κερδίσει την πλειοψηφία των αντιπροσώπων στο σοβιέτ (σε πανρωσικό επίπεδο). Η Οκτωβριανή επανάσταση ήταν γεγονός.

Ας θυμηθούμε όμως ένα ακόμα σημαντικό περιστατικό.

Λίγο πριν τον Οκτώβρη, τον Αύγουστο του 17, ένας ακροδεξιός στρατηγός, ο Κορνίλοφ κινήθηκε για να ανατρέψει την «προοδευτική» κυβέρνηση των ρεφορμιστών Αριστερών με τους αστούς. Οι Μπολσεβίκοι κινητοποιήθηκαν μαζικά και μαζί με τους ρεφορμιστές (που ήταν και κυβέρνηση) και τις δυνάμεις που τους υποστήριζαν, αντιστάθηκαν, με τα όπλα στο χέρι, με στόχο τη συντριβή του Κορνίλοφ. Ξανά, το Ενιαίο Μέτωπο στην πράξη και μάλιστα σε επίπεδο στρατιωτικής συνεργασίας. Οι Μπολσεβίκοι δεν είπαν «οι Μενσεβίκοι και ο Κορνίλοφ είναι δίδυμα αδέλφια»…

Χωρίς την τακτική του Ενιαίου Μετώπου θα είχαν καταφέρει οι Μπολσεβίκοι να φέρουν σε πέρας την επανάσταση του Οκτώβρη και να χτίσουν το πρώτο εργατικό κράτος στην ιστορία;

Η απάντηση είναι όχι!

Συμπεράσματα για το σήμερα

Χωρίς την τακτική του Ενιαίου Μετώπου, μπορεί η επαναστατική Αριστερά της εποχής μας να κερδίσει μαζικά στρώματα στις γραμμές της και να φέρει σε πέρας την εργατική επανάσταση που προσδοκά;

Η απάντηση είναι, και πάλι, όχι!

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η πιο σημαντική, από άποψη αριθμών, συσπείρωση δυνάμεων της επαναστατικής Αριστεράς σήμερα, πρέπει να μελετήσει αυτή την ιστορική εμπειρία και να αντλήσει όλα τα απαιτούμενα συμπεράσματα. Αν θέλει να κερδίσει τις μεγάλες μάζες στις γραμμές του επαναστατικού προγράμματος, θα πρέπει να συνειδητοποιήσει πως δεν φτάνει το σωστό πολιτικό πρόγραμμα – χρειάζεται μαζί και δίπλα από το επαναστατικό πολιτικό πρόγραμμα να έχει την σωστή επαναστατική τακτική, την τακτική του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου.

Στο τέλος-τέλος η σωστή τακτική μεταφράζεται στην επιλογή του δρόμου μέσα από τον οποίο οι επαναστατικές ιδέες μπορούν να έρθουν σε επαφή και να πείσουν τα πλατιά μαζικά εργατικά στρώματα.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ χρειάζεται να αναγνωρίσει ότι αυτό το οποίο προτείνει και ονομάζει «αντικαπιταλιστικό μέτωπο» στην πραγματικότητα δεν είναι μέτωπο αλλά είναι ένας πολιτικός φορέας. Αυτό προκύπτει από το πρόγραμμα που προτείνεται σαν βάση και το οποίο είναι εξαιρετικά «προχωρημένο» πολιτικά: απαντά στην κρίση και στα μνημόνια θέτοντας θέμα εργατικής και λαϊκής εξουσίας.

Επιδιώκοντας τη δημιουργία ενός αντικαπιταλιστικού «μετώπου» με βάση το προαναφερόμενο επαναστατικό πρόγραμμα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην πραγματικότητα προσπαθεί να δημιουργήσει ένα μόρφωμα που να είναι 2 σε 1: ένα (επαναστατικό) πολιτικό φορέα και ένα μέτωπο (πλατιά συνεργασία) μαζί. Το αποτέλεσμα όμως, δυστυχώς, είναι το ακριβώς αντίθετο από το επιδιωκόμενο: τίποτα από τα δύο, ούτε φορέας ούτε μέτωπο.

Γι’ αυτό τα δύο πρέπει να ξεχωρίσουν.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει να συμβάλει τα μέγιστα αν αποφασίσει ότι το πρόγραμμα που προτείνει δεν οδηγεί στη συγκρότηση ενός «μετώπου» αλλά θέτει το πλαίσιο για τη συγκρότηση ενός επαναστατικού πολιτικού όντος – ας το ονομάσει «αντικαπιταλιστικό πόλο» ή «επαναστατικό πόλο» όπως κάνει το «Ξεκίνημα» ή «επαναστατική ενωτική αριστερά» ή όπως θέλει τέλος πάντων, γιατί τα ονόματα έχουν δευτερεύουσα σημασία, σημασία έχει η ουσία και το περιεχόμενο.

Και, στη συνέχεια, σαν ένας τέτοιος πόλος ή φορέας να καλέσει όλη την υπόλοιπη Αριστερά, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές που μπορεί να υπάρχουν, σε συντονισμένους αγώνες, κοινές επιτροπές αγώνα, κοινούς Συντονισμούς, κοινές απεργίες και κοινές πορείες. Όχι στη βάση συμφωνίας με το σύνολο του πολιτικού προγράμματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά με βάση τα όποια σημεία πάνω στα οποία υπάρχει κοινή συμφωνία και που επιτρέπουν την έλξη μαζικών στρωμάτων της εργατικής τάξης και της νεολαίας και όχι απλά τη συσπείρωση των μελών των επαναστατικών οργανώσεων.

Στο κάλεσμα αυτό να συμπεριλαμβάνεται ασφαλώς και το ΚΚΕ και η ΛΑΕ. Ας πάρει την ευθύνη το ΚΚΕ να αρνηθεί. Όμως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ οφείλει να το καλέσει, γιατί διαφορετικά δεν έχει τρόπο να απευθυνθεί στις κάποιες εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόρων του ΚΚΕ, των οποίων η αγωνιστικότητα δεν πρέπει να αμφισβητείται.

Το κάλεσμα πρέπει να ξεκινά, αναπόφευκτα, από τα ζητήματα της δράσης του κινήματος. Όμως από τη στιγμή που ξεκινήσει δεν πρέπει να μπαίνει όριο στο που να φτάσει. Πρέπει να συμπεριλαμβάνει συνεργασίες σε συνδικαλιστικές εκλογές για να αποσπαστούν σωματεία και ομοσπονδίες από το ΠΑΣΟΚ,  τη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ. Πρέπει να συμπεριλαμβάνει και κοινές καθόδους σε εκλογές – τοπικές ή γενικές.

Εννοείται πως σ’ αυτή τη διαδικασία η πολιτική και οργανωτική ανεξαρτησία όλων είναι εντελώς αδιαπραγμάτευτη.

Αυτή η τακτική είναι που επιτρέπει στους μαρξιστές-επαναστάτες να έρθουν σε επαφή με ευρύτερες μάζες, αυτές που δεν αποτελούν το σταθερό κομματικό τους ακροατήριο. Αυτή η τακτική είναι που τους επιτρέπει να πείσουν για την ορθότητα των επαναστατικών ιδεών, και να αποσπάσουν τις μάζες από την επιρροή του ρεφορμισμού ή θολών ριζοσπαστικών μικροαστικών ρευμάτων όπως ο αναρχισμός στο χώρο της νεολαίας.

Αν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορέσει να διαχωρίσει τη συσπείρωση των επαναστατικών δυνάμεων σε ένα κοινό (ομοσπονδιακό) φορέα από το ευρύτερο πλατύ κάλεσμα για συνεργασία στην υπόλοιπη Αριστερά και τα κινήματα, και προχωρήσει μεθοδικά στο κτίσιμο και των δυο, και του πολιτικού φορέα και του μετώπου, θα έχει φέρει κοσμογονικές ανατροπές στις γραμμές της Αριστεράς. Ασφαλώς το «Ξ» θα ενισχύσει με όλες του τις δυνάμεις μια τέτοια προσπάθεια.