Στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού, 80 χρόνια μετά

Το έργο του Λέον Τρότσκι «Στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού» είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσει κάθε μαρξιστής. Αποτελείται από συλλογή επιστολών και βασικών κειμένων από μία έντονη διαμάχη εντός του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος των ΗΠΑ την περίοδο του 1939-1940. Δημοσιεύουμε μετάφραση άρθρου του σ. Περ-όκε Γουέστερλούντ, στελέχους της αδερφής οργάνωσης του «Ξ» στην Σουηδία Rättvisepartiet Socialisterna.

Το βιβλίο «Στην υπεράσπιση του Μαρξισμού» είναι ένα πολύ «πλούσιο» βιβλίο, στο οποίο ο Τρότσκι εφαρμόζει την Μαρξιστική θεωρία σε μια σειρά ζητημάτων. Το βιβλίο γράφτηκε σε μια περίοδο με διαρκείς και ταχύτατες εξελίξεις διεθνώς – σταθεροποίηση του σταλινισμού στη Σοβιετική Ένωση, άνοδος του φασισμού στην εξουσία σε Ιταλία και Γερμανία και 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος. Παράλληλα, ασχολείται ιδιαίτερα με το ζήτημα του χτισίματος του επαναστατικού κόμματος – τον προσανατολισμό στην εργατική τάξη, την εσωκομματική δημοκρατία και τον διεθνισμό. Εάν υπάρχει ένα στοιχείο που είναι εμφανές παντού, είναι ότι ο Τρότσκι δεν ήταν ένας Μαρξιστής που αρκούνταν να επαναλαμβάνει τις κλασικές φόρμουλες του Μαρξισμού, και δεν φοβόταν να παραδεχτεί τα λάθη του.

Η διαμάχη στο ΣΕΚ των ΗΠΑ

Ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν προφανώς μια πολιτική δοκιμασία για κάθε οργάνωση και άτομο. Ένα μέρος της αστικής τάξης διεθνώς είχε συνθηκολογήσει με το φασισμό, κάτι που έβλεπαν σαν λύση προκειμένου να συντρίψουν την εργατική τάξη και να εκδικηθούν την Ρωσική Επανάσταση.

Τον Αύγουστο του 1939, λίγο πριν το ξέσπασμα του πολέμου, οι εργάτες σε όλο τον κόσμο «πάγωσαν» με την ανακοίνωση της συμφωνίας μεταξύ Χίτλερ και Στάλιν (στμ: Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο μη Επίθεσης Ρίμπεντροπ-Μολότοφ). Ήταν μια κίνηση απόγνωσης του Στάλιν, ο οποίος είχε αποτύχει να συμμαχήσει με Γαλλία και Βρετανία όπως θα ήθελε, για να αποφύγει την άμεση επίθεση της Ναζιστικής Γερμανίας. Όταν τελικά συνέβη αυτή η -αναπόφευκτη- στρατιωτική επίθεση τον Ιούνιο του 1941, ο Στάλιν αρχικά δεν πίστεψε την είδηση.

Το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ άλλαξε την προπαγάνδα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, η οποία εστίαζε πια την κριτική της στον Βρετανικό και Γαλλικό ιμπεριαλισμό αντί της Ναζιστικής Γερμανίας. Από στρατιωτικής άποψης, η συμφωνία σήμαινε ότι η Πολωνία θα δεχόταν την εισβολή του Γερμανικού στρατού από δυτικά την 1η Σεπτέμβρη και θα ακολουθούσε η εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης από ανατολικά στα μέσα του μήνα. Τα Σοβιετικά στρατεύματα επιτέθηκαν επίσης στα κράτη της Βαλτικής και τη Φινλανδία.

Με βάση αυτά τα γεγονότα, ένα κομμάτι του τροτσκιστικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος των ΗΠΑ, άλλαξε τη στάση του σε σχέση με τον χαρακτήρα της Σοβιετικής Ένωσης (σημ: το ΣΕΚ των ΗΠΑ δεν σχετίζεται με το ΣΕΚ της Ελλάδας). Υπέκυψαν στις ισχυρές πιέσεις της αστικής κοινής γνώμης που εκφράζονταν μέσω των ΜΜΕ και «αριστερών ακαδημαϊκών κύκλων» με αποτέλεσμα να εξισώσουν τη Σταλινική δικτατορία στη Σοβιετική Ένωση με αυτή του Χίτλερ στη Γερμανία.

Με αυτή της τη στάση, η αντιπολίτευση που αναπτύχθηκε γρήγορα στο ΣΕΚ των ΗΠΑ εγκατέλειψε επίσης τη Μαρξιστική θεωρία και την ανάγκη για ένα επαναστατικό κόμμα. Το βιβλίο «Στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού» αφορά κυρίως πολεμικές γύρω από αυτό το θέμα. Αξίζει να μελετηθεί προσεκτικά για να καταλάβει ο/η αναγνώστης/τρια την ανάγκη να συνδυαστούν οι γερές θεωρητικές βάσεις με εμπεριστατωμένη ανάλυση προκειμένου οι οργανώσεις και τα κόμματα της Αριστεράς να ανταποκριθούν σε δύσκολες πολιτικά συνθήκες.

Τι ήταν ο Σταλινισμός;

Ο Λένιν και ο Τρότσκι ήταν οι ηγέτες της Ρωσικής Επανάστασης του 1917, εξασφαλίζοντας ότι η εργατική τάξη, με την υποστήριξη των χωρικών, θα έπαιρνε την εξουσία για πρώτη φορά στην ιστορία. Ήταν επίσης οι πρώτοι που αναγνώρισαν τις αδυναμίες και τους κινδύνους για το νέο κράτος, ειδικά όταν απομονώθηκε μετά τις ήττες των επαναστάσεων στη Γερμανία και σε άλλες χώρες.

Η γραφειοκρατία που αναπτύχθηκε, με τον Στάλιν στην ηγεσία της, είχε ως πρώτη προτεραιότητα την υπεράσπιση του καθεστώτος και την επίτευξη «σταθερότητας», αυξάνοντας σταδιακά τα προνόμια και την εξουσία της. Ο Στάλιν, ο οποίος δεν είχε ηγετικό ρόλο το 1917, ήταν ανίκανος να δώσει μια επαναστατική πολιτική κατεύθυνση για τη Γερμανική Επανάσταση του 1923 και την Κινέζικη το 1925-1927, οι οποίες τελικά ηττήθηκαν.

Κατά τη δεκαετία του ’20, η γραφειοκρατία λειτουργούσε ασυνείδητα ως «φρένο» για τις επαναστάσεις, όμως αργότερα μετατράπηκε σε συνειδητό εμπόδιο για την ανάπτυξη εργατικών αγώνων και επαναστάσεων, ιδιαίτερα στην Ισπανία το 1936-1939.

Στη Σοβιετική Ένωση, διεξήγαγαν έναν πραγματικό εμφύλιο πόλεμο ενάντια σε ό,τι είχε απομείνει από τους παλιούς Μπολσεβίκους που οδήγησαν τους εργάτες στην εξουσία το 1917. Το Σταλινικό καθεστώς προχώρησε σε εκκαθαρίσεις, στρατόπεδα συγκέντρωσης, στημένες δίκες και εκτελέσεις εναντίον κάθε αντιπολιτευόμενου, ειδικά των πραγματικών Μαρξιστών.

Θερμιδώρ

Κατά τη διαδικασία της ανόδου του Σταλινισμού στην εξουσία, ο Τρότσκι είχε παρομοιάσει την άνοδο της γραφειοκρατίας με την Θερμιδωριανή αντίδραση στη Γαλλία του 1794. Θερμιδώρ ήταν το όνομα του μήνα του του γαλλικού ημερολογίου (ο αντίστοιχος Ιούλης- έχει την ρίζα του στο ελληνικό θερμός). Θερμιδώρ λοιπόν ονομάστηκε στην ιστοριογραφία της γαλλικής επανάστασης το καθεστώς ανάμεσα στην καθαίρεση του Ροβεσπιέρου και την ανακήρυξη του «Διευθυντηρίου». Το Θερμιδώρ αντιπροσώπευσε την αποκήρυξη των πιο ριζοσπαστικών πολιτικών και την υιοθέτηση πιο μετριοπαθών και συντηρητικών πολιτικών.

Αρχικά, ο Τρότσκι θεωρούσε ότι το «Θερμιδώρ» στη Ρωσία θα οδηγούσε στην καταστροφή του εργατικού κράτους. Ωστόσο, στις αρχές του ’30 κατάλαβε ότι αυτή η άποψη ήταν λανθασμένη. Το «Θερμιδώρ» ήταν πολιτική, όχι κοινωνική, αντεπανάσταση.

Στον καπιταλισμό πολιτικά μπορούν να υπάρχουν διαφόρων ειδών καθεστώτα – από φασιστικές δικτατορίες μέχρι αστικές δημοκρατικές κυβερνήσεις. Κατά τον ίδιο τρόπο, στην επαναστατική Ρωσία είχαμε μια πολιτική αντεπανάσταση από την γραφειοκρατία με επικεφαλής τον Στάλιν. Δεν υπήρξε καπιταλιστική παλινόρθωση, καθώς η σχεδιασμένη οικονομία είχε διατηρηθεί. Αυτό που συνέβη ήταν ότι η εργατική εξουσία σταδιακά αντικαταστάθηκε από μια γραφειοκρατική δικτατορία, σε μια παρατεταμένη πορεία αιματηρών μαχών. Αυτό κατέστη δυνατό λόγω της υποχώρησης και απομόνωσης της Ρωσίας, σε συνδυασμό με το επιθετικό ιμπεριαλιστικό περιβάλλον.

Το συμπέρασμα του Τρότσκι ήταν ότι η Ρωσία είχε καταντήσει να είναι ένα εκφυλισμένο εργατικό κράτος. Από τη μια λειτουργούσε με σχεδιασμένη οικονομία η οποία βασίζονταν στην κρατική ιδιοκτησία, ενώ οι καπιταλιστικές σχέσεις είχαν καταργηθεί. Από την άλλη η εργατική τάξη δεν κατείχε πραγματικά την πολιτική εξουσία.

Πάνω σε αυτή τη βάση, η Τέταρτη Διεθνής που είχε ιδρυθεί από τον Τρότσκι, υποστήριζε άνευ όρων τη Σοβιετική Ένωση ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, την ίδια στιγμή που δεν έδινε κανενός είδους υποστήριξη στο καθεστώς του Στάλιν. Το πρόγραμμα της Τέταρτης Διεθνούς και των κομμάτων της, εστίαζε στην ανάγκη για πολιτική επανάσταση και την καθιέρωση της εργατικής εξουσίας με σχεδιασμένη οικονομία, το χτίσιμο μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας η οποία θα συνέχιζε και θα ανέπτυσσε παραπέρα τις δημοκρατικές αποφάσεις και κατακτήσεις της επανάστασης του 1917, οι οποίες ανατράπηκαν όλες από το Σταλινικό καθεστώς. Σε ένα γράμμα του προς τον Μαξ Σάχτμαν, ο Τρότσκι έγραφε: «αποτελεί γεγονός ότι, οι ιδέες και το πρόγραμμα της γραφειοκρατίας, είναι πλέον σχεδόν στην αντίπερα όχθη από αυτά της Οκτωβριανής Επανάστασης».

Ταλάντευση και διαφωνία

Η αντιπολιτευόμενη μειοψηφία που αναπτύχθηκε στο ΣΕΚ των ΗΠΑ άλλαξε τη στάση της, υποστηρίζοντας ότι η επίθεση στη Φινλανδία και η συμφωνία με τον Χίτλερ, είχαν μεταβάλλει θεμελιακά τον χαρακτήρα της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο Τρότσκι, ο οποίος είχε πάρει άσυλο στο Μεξικό και δεν του επιτρεπόταν να εισέλθει στις ΗΠΑ, ξεκίνησε να γράφει για αυτή τη διαμάχη, ρωτώντας τους «πως θα έπρεπε οι Μαρξιστές να περιγράφουν τη Σοβιετική Ένωση, αν όχι ως ένα (εκφυλισμένο) εργατικό κράτος;».

Κάποιοι από αυτούς απάντησαν ότι η γραφειοκρατία αποτελούσε μια νέα κοινωνική τάξη, ενώ άλλοι είπαν ότι η Σοβιετική Ένωση είχε καταλήξει να γίνει ένα καπιταλιστικό κράτος. Κάποιοι ακόμα υποστήριξαν ότι ο φασισμός στην Ευρώπη, το New Deal στις ΗΠΑ και ο Σταλινισμός ήταν εκφάνσεις της ίδιας διαδικασίας εξέλιξης όλων των κρατών σε γραφειοκρατικές δικτατορίες. Κι αυτό, χωρίς να κάνουν κανέναν διαχωρισμό μεταξύ επανάστασης κι αντεπανάστασης. Ο φασισμός, ως εργαλείο του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου, προφανώς δεν απαλλοτρίωσε τους καπιταλιστές.

Ο Τρότσκι ανέλυσε ότι η Σταλινική γραφειοκρατία ήταν ένα προσωρινό φαινόμενο, χωρίς ιστορική αποστολή, και ότι σε κάποια φάση μια νέα άρχουσα τάξη θα ήταν απαραίτητη. Η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη στη Σοβιετική Ένωση δεν συνέβη λόγω της γραφειοκρατίας, αλλά ήταν αποτέλεσμα της σχεδιασμένης οικονομίας και της εισαγωγής νέων τεχνικών στην παραγωγή. Η γραφειοκρατία αποτελούσε ένα φρένο στην ανάπτυξη της σχεδιασμένης οικονομίας.

Ο Σταλινισμός ήταν μια ολοκληρωτική δικτατορία, αλλά όχι ένα σταθερό καθεστώς. 50 χρόνια νωρίτερα (αυτή η διαδικασία καθυστέρησε λόγω του αποτελέσματος του πολέμου) ο Τρότσκι είχε προβλέψει τις αρνητικές συνέπειες της κατάρρευσης του Σταλινισμού και της καπιταλιστικής παλινόρθωσης: αποδυνάμωση της παγκόσμιου προλεταριάτου και ισχυροποίηση του ιμπεριαλισμού.

Σε αυτή τη βάση, ο Τρότσκι κράτησε υπερασπιστική στάση απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, παρά τις πολιτικές της Μόσχας η οποία «διατήρησε πλήρως τον αντιδραστικό της χαρακτήρα» και αποτέλεσε το «βασικό εμπόδιο για την παγκόσμια επανάσταση». Για να επιχειρηματολογήσει για αυτή τη στάση του έκανε σύγκριση με τη στάση που πρέπει να κρατάνε οι Μαρξιστές στα συνδικάτα, τα οποία ακόμα και όταν έχουν ξεπουλημένες ηγεσίες είναι απαραίτητα «εργαλεία» για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της εργατικής τάξης.

Η αντιπολίτευση στο ΣΕΚ των ΗΠΑ, αντιθέτως, πρότεινε ότι το κόμμα θα έπρεπε να υιοθετήσει τη θέση «επανάσταση ενάντια και στον Χίτλερ και στον Στάλιν», απ’ τη στιγμή που οι αντίστοιχοι στρατοί τους είχαν διαιρέσει την Πολωνία.

Απαντώντας, ο Τρότσκι περιέγραψε την πραγματική κατάσταση στην Πολωνία. Στα δυτικά, επαναστάτες, Εβραίοι και δημοκράτες το έσκαγαν από τον Γερμανικό στρατό. Στα Ανατολικά, ήταν οι γαιοκτήμονες και οι καπιταλιστές που προσπαθούσαν να ξεφύγουν.

Ο Τρότσκι προέβλεψε ότι η εισβολή του Κόκκινου Στρατού θα ακολουθούνταν από απαλλοτρίωση γης και εργοστασίων. Αυτό επιβεβαιώθηκε από τα αστικά μέσα ενημέρωσης και ακόμα και οι εφημερίδες των Μενσεβίκων από την εξορία αναφέρονταν σε ένα «επαναστατικό κύμα» στην Ανατολική Πολωνία.

Προειδοποίησε ότι ο Χίτλερ θα έστρεφε τα όπλα του εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, με σκοπό να εγκαθιδρύσει ένα φασιστικό καθεστώς και να αποκαταστήσει την ιδιοκτησία των καπιταλιστών. Όταν θα επιτίθονταν ο Χίτλερ, το πιο επιτακτικό καθήκον θα ήταν να ηττηθούν τα στρατεύματά του.

Τι θέση θα πρέπει να παίρνουν οι Μαρξιστές για την προέλαση του Κόκκινου Στρατού; Το βασικό πρόβλημα που πρέπει να μας απασχολεί είναι η συνείδηση της εργατικής τάξης. Η απαλλοτρίωση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας είναι φυσικά προοδευτική, αλλά πρέπει να έχει στέρεες βάσεις στην εργατική τάξη και τους φτωχούς, για να είναι πετυχημένη. Η Τέταρτη Διεθνής ήταν ενάντια στην προσάρτηση εδαφών και χωρών, ενάντια σε «ιεραπόστολους με ξιφολόγχες». Στις περιοχές όπου η εισβολή είχε ήδη πραγματοποιηθεί, ο Τρότσκι υποστήριζε ότι η εργατική τάξη θα έπρεπε να προχωρήσει, με ανεξάρτητο τρόπο, στην απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας των καπιταλιστών και των γαιοκτημόνων.

Η προσέγγιση του Τρότσκι στη διαμάχη

Σε αυτή τη διαμάχη, ο Τρότσκι ασκούσε οξεία πολιτική κριτική, συνδυάζοντάς την πάντα και τονίζοντας την ανάγκη για ενότητα. Υπενθύμιζε τον τρόπο με τον οποία τα μέλη και η ηγεσία του ΣΕΚ των ΗΠΑ είχαν έρθει σε συμφωνία, μέχρι εκείνη τη στιγμή, για τα κρίσιμα ζητήματα του χαρακτήρα της Σοβιετικής Ένωσης.

Η συζήτηση ήταν απαραίτητη, όμως θα ήταν «τεράστια ανοησία να διασπάσαι με συντρόφους», έγραφε ο Τρότσκι, «θα ήταν επιζήμιο -αν όχι μοιραίο- να συνδεθεί η ιδεολογική μάχη με την προοπτική της διάσπασης, της εκκαθάρισης, της διαγραφής».

Ήταν υπέρ της «επίκρισης ή της αυστηρής προειδοποίησης εάν κάποιος από την πλειοψηφία» εξαπέλυε τέτοιου είδους απειλές. Διαφορετικά, «θα διακινδυνεύονταν το κύρος της ηγεσίας».

Ο Τρότσκι πρότεινε τρόπους για το πως θα έπρεπε να διεξαχθεί η συζήτηση. Και οι δύο πλευρές να σταματούσαν τις απειλές, και στην περίπτωση που προέκυπτε κάποια, τότε θα έπρεπε να διερευνηθεί το ζήτημα με ευθύνη της Κεντρικής Επιτροπής ή κάποιας ειδικής επιτροπής. Θα έπρεπε να υπάρχει ειλικρινής διάθεση για συνεργασία από όλες τις πλευρές. Ο Τζέιμς Π. Κάνον, ο οποίος συμφωνούσε με τον Τρότσκι, έθεσε αυτό το ζήτημα στην ηγεσία του κόμματος.

Ο Τρότσκι είχε ασφαλώς πλούσια εμπειρία από διαμάχες στο Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και του Μπολσεβίκους: «Ακόμα κι αν υπάρχουν δύο αγεφύρωτες απόψεις, αυτό δεν είναι “καταστροφικό” αλλά δείχνει την ανάγκη για να ξεκαθαρίσει το ζήτημα με πολιτικό τρόπο».

Συμβουλεύοντας τον Μαξ Σάχτμαν, ένα ηγετικό μέλος ο οποίος άλλαξε τη στάση του, ο Τρότσκι του πρότεινε μια νέα μέθοδο, να θέσει το ζήτημα στην ηγεσία αλλά να μη δώσει άμεσα τη μάχη για να αλλάξει η θέση του κόμματος.

Μια μικροαστική αντιπολίτευση

Ο Τρότσκι και η πλειοψηφία του ΣΕΚ των ΗΠΑ χαρακτήρισαν τη νέα μειοψηφική ομάδα ως μια μικροαστική αντιπολίτευση. Τι σήμαινε αυτό;

Αντί να αναπτύξουν τις πολιτικές θέσεις και την ανάλυσή τους, η αντιπολίτευση διέδιδε «ιστορίες και παραδείγματα που θα μπορούσε να συναντήσει κάποιος σε κάθε κόμμα», προσπαθώντας να βρουν λάθη και παραλήψεις. Εντός του κόμματος, έμοιαζαν «σχεδόν σαν μια οικογένεια» ή μια κλίκα.

Ο Τρότσκι επισήμανε κάποια χαρακτηριστικά αυτής της μειοψηφίας. Δεν σέβονταν τις παραδόσεις τις ίδιας της οργάνωσής τους και περιφρονούσαν τη θεωρία. Αυτό συνέβη συγκεκριμένα με τον Τζέιμς Μπέρναμ, έναν καθηγητή φιλοσοφίας ο οποίος έγινε μέλος του κόμματος το 1935 και ανέλαβε τη θέση του εκδότη του θεωρητικού περιοδικού του κόμματος «Νέα Διεθνής».

Ο Μπέρναμ ήταν ενάντια στο διαλεκτικό υλισμό, τη φιλοσοφία του Μαρξισμού, τον οποίο συνέκρινε με τη θρησκεία. Αυτή του η στάση δεν απασχόλησε άλλα ηγετικά πρόσωπα της ηγετικής ομάδας της μειοψηφίας. Ήδη πριν από τη διαμάχη, τον Ιανουάριο του 1939, ο Τρότσκι είχε κάνει κριτική στον Σάχτμαν για ένα άρθρο που έγραψε μαζί με τον Μπέρναμ στη «Νέα Διεθνή», στο οποίο αναφερόταν ότι «ο ένας από εμάς υποστηρίζει τη διαλεκτική, ο άλλος όχι». Το περιεχόμενο του άρθρου έκανε σωστή κριτική στους πρώην Μαρξιστές, οι οποίοι απέρριψαν το σοσιαλισμό επειδή δεν άντεξαν την κοινωνική πίεση, όπως ο Μαξ Ίστμαν.

Ο Τρότσκι επισήμανε στον Σάχτμαν ότι το να μην διαφωνήσει με τον Μπέρναμ για το ζήτημα της διαλεκτικής ήταν μεγάλο λάθος. Η υπεράσπιση του διαλεκτικού υλισμού σε αυτό το βιβλίο, εξηγεί τη φιλοσοφία καλύτερα από τα περισσότερα Μαρξιστικά βιβλία. Η διαλεκτική εξηγεί ότι στην κοινωνία και τη φύση τα πάντα διαρκώς αλλάζουν, σε μια διαδικασία που αναπτύσσεται μέσω αντιφάσεων, με αλλαγές στην ποιότητα, την ποσότητα αλλά και ξαφνικά άλματα. Στην πολιτική, η διαλεκτική αφορά σε γενικούς νόμους για την ανάπτυξη της κοινωνίας και της ταξικής πάλης, αναφέρει συνοψίζοντας ο Τρότσκι.

Αντ’ αυτού, η αντιπολίτευση κάτω απ’ την ισχυρή επιρροή του Μπέρναμ, χρησιμοποιούσε αφαιρετικά σχήματα. Είχαν βγάλει το συμπέρασμα ότι η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν πλέον ένα εργατικό κράτος, αλλά δεν μπορούσαν να απαντήσουν στο τι άλλαξε από άποψη ποσότητας ή ποιότητας. Από πού ξεκίνησε και πού κατέληξε – ποιες διεργασίες συνέβησαν; Η αντιπολίτευση είχε σοβαρό έλλειμμα, τόσο θεωρητικό όσο και συγκεκριμένης ανάλυσης.

Ο Μπέρναμ τόνιζε επίσης την «προσωπική του ανεξαρτησία», ότι δεν ήταν έτοιμος να αφοσιωθεί πλήρως στη δουλειά του κόμματος, σε μια περίοδο όπου ήταν απολύτως απαραίτητο να υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι να αφιερώσουν τη ζωή τους για να φέρουν σε πέρας το καθήκον του χτισίματος του κόμματος. Αυτό έδειχνε επίσης έλλειμμα κατανόησης του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού σε ένα επαναστατικό κόμμα.

Άλλα χαρακτηριστικά της μικροαστικής αντιπολίτευσης ήταν η πολιτική ανυπομονησία, και η συνήθεια να αλλάζουν εύκολα στάση, συμπεριλαμβάνοντας την απερίσκεπτη πολιτική συμμαχιών στην εσωκομματική φραξιονιστική διαμάχη.

Ενότητα και φράξιες

Σαν μια συνολική περιγραφή του πως αναπτύχθηκε η διαμάχη, ο Τρότσκι έγραφε: «Η αντιπολίτευση άρχισε μία έντονη φραξιονιστική μάχη η οποία πλέον έχει παραλύσει το κόμμα σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή. Για να είναι μια τέτοια διαμάχη δικαιολογημένη πρέπει να υπάρχουν πολύ σοβαρές διαφωνίες. Και σοβαρές διαφωνίες για τους Μαρξιστές είναι μόνο αυτές που έχουν ταξική βάση».

Ήταν ξεκάθαρο ότι η μειοψηφία ξεκίνησε μία επιζήμια φραξιονιστική διαμάχη, χωρίς να υπάρχει σοβαρή πολιτική βάση. Η πλειοψηφία στάθηκε σταθερά πίσω από το πρόγραμμα και τις προοπτικές της Τετάρτης Διεθνούς. Κράτησε μια στάση από τη σκοπιά της εργατικής τάξης, σε σύγκριση με την αντιπολίτευση η οποία απομακρύνονταν σταθερά από τον επαναστατικό σοσιαλισμό. Ο Τρότσκι δεν ανακάλυψε αυτή τη μικροαστική στάση για πρώτη φορά το 1939, αλλά αναφέρει αρκετά παραδείγματα όπου είχε εκφράσει την ανησυχία του τα προηγούμενα χρόνια. Για παράδειγμα, τρία χρόνια νωρίτερα, όταν ο Σάχτμαν θεωρούσε ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα των ΗΠΑ (ένα ευρύτερο κόμμα όπου παρέμβαιναν οι Τροτσκιστές και διαγράφηκαν το 1937) αναπτύσσονταν σε ένα επαναστατικό κόμμα, κάτι που δεν ίσχυε.

Παρά την ανάλυση αυτή, ο Τρότσκι συμβούλευε να διατηρηθεί η ενότητα. Σε αντίθεση με τον Μάρτιν Άμπερν, έναν ηγέτη της αντιπολίτευσης, ο οποίος χρησιμοποιούσε την απειλή της διάσπασης για να τρομάξει τα μέλη. Άλλοι ηγετικοί της αντιπολίτευσης ήθελαν να ανοίξει η συζήτηση της διαμάχης δημόσια.

Ακόμα και μερικές εβδομάδες πριν τη διάσπαση της μειοψηφίας, τον Απρίλη του 1940, ο Τρότσκι τόνιζε την αναγκαιότητα των εσωτερικών δημοκρατικών διαδικασιών. «Αλλά εάν διατηρηθεί η ενότητα, δεν μπορεί η Γραμματεία να αποτελείται μόνο από μέλη της Πλειοψηφίας. Θα μπορούσε να υπάρξει μια Γραμματεία ακόμα και πενταμελής – 3 από την Πλειοψηφία και 2 από τη Μειοψηφία».

Όταν ο Τρότσκι επισήμανε τις εσωτερικές αντιφάσεις της μειοψηφικής φράξιας, ο Σάχτμαν απάντησε με ιστορικά παραδείγματα «ομαδοποιήσεων», στα οποία συμμετείχε ο Τρότσκι. Ο Τρότσκι απάντησε δείχνοντας πως, για παράδειγμα, το μπλοκ με τον Κάμενεφ και τον Ζηνόβιεφ ενάντια στον Σταλινισμό το 1926 ήταν σωστό από άποψη τακτικής. Αλλά ένα τέτοιο μπλοκ δεν έκρυβε τις πολιτικές διαφορές πίσω από κοινά προγράμματα. Και ότι ήταν καθαρό ότι οι υποστηρικτές του Τρότσκι ήταν η μεγαλύτερη δύναμη στο μπλοκ.

Το 1939-40 στις ΗΠΑ, ο Σάχτμαν σχημάτισε μια φράξια, αλλά στην πραγματικότητα ήταν ένα μπλοκ διαφορετικών δυνάμεων, η οποία απευθύνονταν στην εργατική πλειοψηφία του ΣΕΚ. Και εντός της φράξιας, οι κυρίαρχες δυνάμεις ήταν ο Μπέρναμ και ο Άμπερν. Ο Σάχτμαν αποτελούσε, για μικρό χρονικό διάστημα, το άλλοθί τους απέναντι στην εγκατάλειψη του Μαρξισμού.

Ακόμα και σ’ εκείνη τη φάση, ο Τρότσκι κράτησε μια υπομονετική στάση, γράφοντας πως η εξέλιξη των πραγμάτων μπορεί να αλλάξει τη στάση κάποιων ατόμων, τα οποία μπορεί να επανατοποθετήσουν τον εαυτό τους στο επαναστατικό κόμμα. Φτάνει ακόμα και στο σημείο να αναφέρει ως παράδειγμα τον εαυτό του. Ο Τρότσκι δεν συμμετείχε στους Μπολσεβίκους μέχρι το 1917, όταν τελικά έγινε μέλος και είχε αμέσως αποφασιστικό ρόλο. Πέντε χρόνια νωρίτερα, το 1912, είχε κάνει την απόπειρα να ενώσει όλες τις διαφορετικές τάσεις της Ρωσικής Σοσιαλδημοκρατίας: «Δεν είχα απελευθερώσει τον εαυτό μου, εκείνη την περίοδο, ειδικά στο οργανωτικό επίπεδο, από τα χαρακτηριστικά του μικροαστού επαναστάτη. Ήμουν ακόμα “άρρωστος” από την “ασθένεια” του συμβιβασμού με το Μενσεβικισμό…».

Ξεκάθαρη πολιτική

Πολιτικά, η διαμάχη εξαπλώθηκε και σε άλλα ζητήματα. Ο Τρότσκι προφανώς καταλάβαινε ότι δεν έπρεπε κάθε άρθρο ή κείμενο να καταλήγει σε πλήρη επαναστατικά συμπεράσματα, στην ανάγκη του σοσιαλισμού, κτλ, αλλά τόνιζε την ανάγκη τα μέλη που γράφουν το πολιτικό υλικό να έχουν την κατανόηση ενός τέτοιου ολοκληρωμένου προγράμματος και ανάλυσης.

Η μειοψηφία κινούνταν στην αντίθετη κατεύθυνση. Ήθελαν να ελαττώσουν το πρόγραμμα του κόμματος σε «συγκεκριμένα ζητήματα», κάτι το οποίο οδήγησε τον Τρότσκι να κάνει συγκρίσεις με διαμάχες στη Ρωσία, ενάντια στους οικονομιστές* και τους ναρόντνικους**, οι οποίοι απέφευγαν και οι δύο τα ευρύτερα πολιτικά ζητήματα. Το 1939-40, η μειοψηφία του ΣΕΚ θεωρούσε ότι ο πόλεμος ήταν «συγκεκριμένο ζήτημα», αλλά ο χαρακτήρας του εργατικού κράτους όχι.

Ο Σάχτμαν αναφέρθηκε στον Λένιν, ο οποίος είπε σε μια διαμάχη που είχε με τον Τρότσκι το 1920: «το εργατικό κράτος είναι μια αφαίρεση» και ότι η Ρωσία δεν ήταν ένα εργατικό κράτος, αλλά ένα εργατικό και αγροτικό κράτος. Ωστόσο, ο Σάχτμαν παρέλειψε να αναφέρει ότι ο Λένιν μερικές εβδομάδες αργότερα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε κάνει λάθος. Η Ρωσία ήταν ένα «εργατικό κράτος με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά», δηλαδή η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν αγροτική και υπήρχαν στοιχεία γραφειοκρατικού εκφυλισμού.

Ο Σάχτμαν χρησιμοποίησε την έκφραση ότι η Ρωσία είχε εκφυλιστεί «ως ένα βαθμό», αλλά και πάλι ήταν σε συμμαχία με τον Μπέρναμ ο οποίος, παρ’ όλο που δεν υποστήριζε τη διαλεκτική, είχε καταλήξει ότι υπήρχε μια ποιοτική αλλαγή στη Σοβιετική Ένωση, εξισώνοντάς την με τη Ναζιστική Γερμανία. Η μειοψηφία δεν ήταν ενωμένη και σύντομα μετά τη διάσπαση και τη δημιουργία του νέου «Εργατικού Κόμματος», ο Μπέρναμ αποχώρησε και εξελίχθηκε σε αντιδραστικό.

Υπάρχουν και άλλα συγκεκριμένα γεγονότα που αναλύονται στο βιβλίο: τα γεγονότα στη Φινλανδία κατά την έναρξη του πολέμου, το πώς θα πρέπει να δράσουν οι Μαρξιστές στον Ισπανικό Εμφύλιο, τη θέση του Μαρξ για τους αστικούς πολέμους.

Η γενική συμβουλή του Τρότσκι προς τα μέλη της Τέταρτης Διεθνούς ήταν να προσανατολιστούν και να βοηθήσουν την εργατική τάξη, στις απεργίες και τα συνδικάτα, ενώ την ίδια στιγμή προειδοποιούσε ότι υπάρχουν πάντοτε κίνδυνοι για «καιροσκοπικές αποκλίσεις» εντός των σωματείων.

Πριν 80 χρόνια, ο Τρότσκι έδειξε πως η κρίση της επαναστατικής ηγεσίας, που ξέσπασε με τη συνθηκολόγηση των Σοσιαλδημοκρατών για τον Παγκόσμιο Πόλεμο το 1914, δεν είχε βρει ακόμα διέξοδο. Κάποιοι σοσιαλιστές κατηγόρησαν γι’ αυτό το προλεταριάτο, όπως έκαναν και κάποιοι άλλοι σοσιαλιστές στη Ρωσία μετά την ήττα της επανάστασης του 1905. Η απάντηση ήρθε το 1917, όταν οι Μπολσεβίκοι ήταν σε θέση να χτίσουν την ηγεσία που οδήγησε στην νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Οι Μαρξιστές σήμερα παλεύουν σε μια αρκετά διαφορετική αντικειμενική κατάσταση, σε σχέση με 80 χρόνια πριν. Από τη μία, η εργατική τάξη έχει μεγαλώσει αριθμητικά και άρα θέτει όρια στην αντίδραση, από την άλλη το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να ξαναχτιστεί στους περισσότερους χώρους. Αυτό έχει οδηγήσει σε εκρηκτικά κινήματα «από τα κάτω» σε πολλές χώρες.

Η ανάγκη να χτιστούν επαναστατικά μαρξιστικά κόμματα και μια διεθνής οργάνωση είναι τόσο επιτακτική όσο και την περίοδο που έζησε ο Τρότσκι, αν όχι περισσότερο, καθώς βαθαίνει η κλιματική, οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση. Στην θυελλώδη περίοδο που ανοίγεται μπροστά μας, η μελέτη και η εφαρμογή στην πράξη των μαθημάτων από την «Υπεράσπιση του Μαρξισμού», για την ανάγκη σταθερής θεωρητικής βάσης, συγκεκριμένης ανάλυσης, σωστών μεθόδων χτισίματος και αντιμετώπισης των διαμαχών, είναι εξαιρετικά κρίσιμης σημασίας.

* Οικονομιστές λεγόταν η πολιτική τάση στο ρώσικο εργατικό κίνημα που υποστήριζε πως το βασικό καθήκον των επαναστατών είναι να ασχολούνται με τα οικονομικά ζητήματα της εργατικής τάξης και όχι τον πολιτικό αγώνα
** Ναρόντνικοι (λαϊκοί) ήταν το πολιτικό κίνημα στη Ρωσία που σχετιζόταν κυρίως με τα αγροτικά στρώματα και είχε επιρροές από τον αναρχισμό. Η μετεξέλιξη τους ήταν το κόμμα των Σοσιαλ-επαναστατών