Σοφία Σεπετζή: Ο ΣΥΡΙΖΑ, το ευρώ και η τύχη της ελληνικής Αριστεράς

Το έτος 2004 αποτελεί ορόσημο για την κατανόηση των σημερινών εξελίξεων στον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ.

Ήδη από το 2001, είχε αρχίσει να διαφαίνεται πλέον ξεκάθαρα η προοπτική συνεργασίας και κοινής δράσης της ευρύτερης Αριστεράς (ανανεωτική, ριζοσπαστική και σοσιαλιστική) εξαιρουμένου βεβαίως του ΚΚΕ, το οποίο μετά την απομάκρυνση από τον ΣΥΝ, δεν ανοίγει το θέμα συνεργασιών.  Αυτή η προοπτική οδήγησε στην μετεξέλιξη του ΣΥΝ στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ. Το «φαινόμενο» ΣΥΡΙΖΑ αποτελείται από  ένα συνασπισμό αριστερών κομμάτων και οργανώσεων και τυπικά ξεκίνησε την ιστορία του στις εθνικές εκλογές του 2004. Για οκτώ έτη  λοιπόν, από το 2004 έως το 2012, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελούσε ενιαίο πολιτικό φορέα, αλλά μια συμμαχία κομμάτων και οργανώσεων με ηγετική θέση του Συνασπισμού της Αριστεράς των Κινημάτων και της Οικολογίας (ΣΥΝ) μεταξύ αυτών. Από το 2004 έως σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε μια αέναη διαδικασία τροφοδότησης του με νέα πρόσωπα και κόμματα-κινήματα, η οποία τον οδήγησε από το 3,3%  (6 έδρες) στις εκλογές του 2004 στο εντυπωσιακό 26,89% (71 έδρες) στις εκλογές του Ιουνίου 2012. Αξίζει να σημειώσουμε στο σημείο αυτό, ότι οι δεύτερες εκλογές του Ιουνίου 2012 δεν εκτόξευσαν μόνο τα εκλογικά ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά μετέβαλλαν μια αριστερή συμμαχία κομμάτων και οργανώσεων σε κόμμα εξουσίας, μιας και πλησίασε σε απόσταση αναπνοής την ΝΔ που εξελέγη πρώτο κόμμα με 29,6%. 

Συνεπώς, κάθε ανάλυση σχετική με τον ΣΥΡΙΖΑ, οφείλει να ξεκινά με την υπενθύμιση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ένα ενιαίο κόμμα, όσο και αν προσπαθεί να γίνει, όσο και αν θέλει να λέει ότι τα κατάφερε. Παραμένει μια ένωση κομμάτων και κινημάτων, με ποικίλες ιδεολογικές αφετηρίες. Επίσης, κάθε ανάλυση οφείλει να λαμβάνει υπόψη της το γεγονός ότι εντός του ΣΥΡΙΖΑ αντιμάχονται το «κυρίαρχο Ρεύμα» με το «Αριστερό Ρεύμα», το οποίο αντιστοιχεί στο 1/3 του κόμματος. Αυτό το «Αριστερό Ρεύμα», με βασικό εκφραστή τον Παναγιώτη Λαφαζάνη, έχει μεταφέρει τον παραδοσιακό δυισμό της ελληνικής Αριστεράς εντός του ΣΥΡΙΖΑ, και αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό τις διεργασίες της Ε.Ε., λόγος για τον οποίο συγκρούεται με την φιλοερωπαϊκή στάση του «κυριάρχου» ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτό που πρέπει να υπογραμμίσουμε στις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ περί κρίσης είναι ότι από τις εκλογές του 2012 και έπειτα, στα επίσημα κείμενα του έχει τηρήσει μια σταθερή γραμμή. Εδώ και 1.5 χρόνο σταθερά διατυπώνει τη θέση «ακυρώνουμε τα Μνημόνια και επαναδιαπραγματευόμαστε το χρέος», σταθερά αποφεύγει να τοποθετηθεί σχετικά με το εθνικό νόμισμα που θα υπερασπιστεί μετά από μια πιθανή εκλογή του. Τέλος, ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει ότι έχει βρει έναν βηματισμό στις προτάσεις εξόδου από την κρίση που καταθέτει, βηματισμό που στο ελάχιστο δεν είχε καταφέρει να αποκτήσει στο παρελθόν, όταν οι προτάσεις του περιγράφονταν με εκφράσεις όπως «λαϊκό ομόλογο» χωρίς καμία περαιτέρω ανάλυση.

ΣΥΡΙΖΑ, Μνημόνια και χρέος

Η θέση του ΣΥΡΙΖΑ για τα Μνημόνια και το χρέος, συνοψίζεται στη βασική θέση «ακύρωση του μνημονίου και επαναδιαπραγμάτευση της δανειακής σύμβασης», θέση που έχει προκαλέσει μεγάλη σύγχυση στην κοινή γνώμη. Για πολλούς, η έκφραση «ακύρωση του μνημονίου» παραπέμπει σε μια επαναστατική πράξη που θα απαλλάξει τη χώρα από την μέγγενη της Τρόικας, και αφήνει την απατηλή υπόσχεση ότι θα επαναφέρει κάποια από τα (αδικο)χαμένα δικαιώματα (δώρα, επιδόματα, φθηνότερο πετρέλαιο, περισσότερα σχολεία, καλύτερα νοσοκομεία κλπ) των τελευταίων χρόνων, μιας και η συρρίκνωση τους είχε παρουσιαστεί ως συνέπεια της κύρωσης των Μνημονίων.  Για τον ΣΥΡΙΖΑ από την άλλη πλευρά, η κατάργηση των Μνημονίων, είναι μια συμβολική κίνηση. Τα Μνημόνια ως κείμενα υπαγορευμένα από αλλότριες δυνάμεις θα καταργηθούν, για να αντικατασταθούν από ένα άλλο κείμενο, το οποίο θα στοχεύει στο ίδιο αποτέλεσμα, μέσα από κοινωνικά δικαιότερες διαδικασίες. Με τον τρόπο που περιγράφεται από τον ΣΥΡΙΖΑ η κατάργηση των Μνημονίων, μοιάζει με την κύρωση ενός νόμου που καταργεί ή τροποποιεί τον παλαιότερο.

Αυτό που αξίζει να επισημάνουμε στις τοποθετήσεις του ΣΥΡΙΖΑ είναι πρώτον, το γεγονός ότι προσπαθεί να περιγράψει δυο διαφορετικές, ανεξάρτητες διαδικασίες «κατάργηση μνημονίου» και «επαναδιαπραγμάτευση δανειακής σύμβασης», υποτιμώντας το γεγονός ότι το Μνημόνιο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της δανειακής σύμβασης και είναι ουσιαστικά αδύνατον να διαχωριστεί από αυτήν.  Δεύτερον,  την γενικότητα με την οποία περιγράφονται οι στόχοι της διαπραγμάτευσης της Δανειακής Σύμβασης.

Για να γίνουμε λίγο αναλυτικότεροι ως προς τα επιχειρήματα μας, θα παραθέσουμε κάποια αυτούσια παραδείγματα από τον λόγο του ΣΥΡΙΖΑ. Τον Μάιο του 2012 λίγες μέρες πριν από τις εθνικές εκλογές, στο πρόγραμμα του για την οικονομία, διαπίστωσε την θέση ότι «η «θεραπεία» του Μνημονίου αποδείχθηκε πιο καταστροφική από την ίδια την κρίση» και έκρινε ότι η λύση βρίσκεται σε μια

«νέα διάγνωση … στους αντίποδες του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος που επιχειρήθηκε να επιβληθεί από εγχώρια και διεθνή συμφέροντα».

Οι θέσεις του σχετικά με τα Μνημόνια και το χρέος συνοψίστηκαν σε δυο προτάσεις:

«αντικατάσταση του Μνημονίου με ένα σχέδιο ανόρθωσης της κοινωνίας, ανασυγκρότησης της οικονομίας και δίκαιης δημοσιονομικής σταθεροποίησης … ρύθμιση του συσσωρευμένου χρέους και των όρων της μελλοντικής χρηματοδότησης της ανάπτυξης, με διαγραφή μεγάλου μέρους του συσσωρευμένου χρέους, με ρήτρα εξυπηρέτησης του υπόλοιπου ανάλογα με τους ρυθμούς ανάπτυξης, και με την αναστολή πληρωμής των τόκων μέχρις ότου ανακάμψει η οικονομία»

Λίγους μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ καταθέτει προς συζήτηση ένα Σχέδιο Διακήρυξης, το οποίο μετά από ζύμωση με όλες τις συνιστώσες κατέληξε στην Απόφαση Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ (η Απόφαση ήταν ένα κείμενο μετριοπαθέστερο από το αρχικό Σχέδιο, αλλά θα σταθούμε λιγάκι στο Σχέδιο Διακήρυξης για να καταδειχθεί η επαναστατική ορμή που δεν ελευθερώνεται στα τελικά, «επίσημα» κείμενα). Στο Σχέδιο της Διακήρυξης αναφέρεται με σαφήνεια ότι ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να ακυρώσει

«τα μνημόνια και τους εφαρμοστικούς νόμους στη Βουλή όπου ψηφίστηκαν και να τα αντικαταστήσουμε με ένα εθνικό σχέδιο οικονομικής και κοινωνικής ανόρθωσης…»

και να καταγγείλει

«τις δανειακές συμβάσεις και να επαναδιαπραγματευθεί το δημόσιο χρέος σε ευρωπαϊκό επίπεδο … στόχος της επαναδιαπραγμάτευσης οφείλει να είναι η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του ενώ εκείνο που απομένει οφείλει να αποπληρωθεί, μετά από μια περίοδο χάριτος, με δικαιότερους όρους και μέσω μιας ρήτρας που θα συνδέει τον ρυθμό αποπληρωμής με τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας».

Ο ίδιος στόχος επαναλαμβάνεται και στην Πολιτική Απόφαση του Ιδρυτικού Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ (Ιούλιος 2013) στην οποία ο ΣΥΡΙΖΑ θεμελιώνεται ως ενιαίο κόμμα, όπου αναφέρεται ότι στόχος του είναι να ακυρώσει «τα μνημόνια και τους εφαρμοστικούς νόμους» και να εφαρμόσει «ένα πρόγραμμα οικονομικής, κοινωνικής ανόρθωσης, παραγωγικής και οικολογικής ανασυγκρότησης …».

Το σημείο που παρατηρούμε μετατόπιση από την ξεκάθαρη περιγραφή του Σχεδίου Διακήρυξης του 2012, είναι οι στόχοι της επαναδιαπραγμάτευσης καθώς δηλώνει πλέον, ότι

«Επαναδιαπραγματευόμαστε τις δανειακές συμβάσεις και ακυρώνουμε τους επαχθείς όρους τους, θέτοντας ως πρώτο θέμα τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, πραγματοποιώντας λογιστικό έλεγχο».

ΣΥΡΙΖΑ και εθνικό νόμισμα

Τον Μάιο του 2012, ο ΣΥΡΙΖΑ διατύπωσε στο επίσημο πρόγραμμα του, ότι η έξοδος από το ευρώ δεν είναι επιλογή του. Αντ’ αυτού πρότεινε  «μια νέα, έντιμη και δεσμευτική συμφωνία με τους θεσμούς και τους λαούς της Ε.Ε., η οποία θα επιτρέψει στην Ελλάδα να εφαρμόσει ένα σχέδιο ριζικών μετασχηματισμών και μεταρρυθμίσεων». Στο Σχέδιο Διακήρυξης (Νοέμβριος 2012), το ευρώ αναφέρθηκε ως 13ος (!!!) στόχος του κόμματος. Συγκεκριμένα ο 13ος στόχος περιέγραφε την ανάγκη διεκδίκησης

«ανατροπής της σημερινής μορφής ολοκλήρωσης της Ευρώπης, της σημερινής αρχιτεκτονικής του ευρώ και της νεοφιλελεύθερης λογικής που διέπει το κοινό νόμισμα ώστε να επαναθεμελιωθούν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί».

Ακριβώς η ίδια διατύπωση χρησιμοποιείται και στο κείμενο του ιδρυτικού Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ (Ιούλιος 2013) μόνο που αυτή τη φορά το θέμα του νομίσματος ιεραρχήθηκε στην 25η  (!!!) θέση.

Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω, διαπιστώνουμε ότι το ευαίσθητο σημείο στον πολιτικό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ, εξακολουθεί να είναι το νόμισμα που σκοπεύει να υπερασπιστεί ως μελλοντική κυβέρνηση. Μια πιθανή έξοδος από το ευρώ κόβει οριστικά τους δεσμούς της χώρας με την Ε.Ε. και θέτει κάθε διαπραγμάτευση σε νέα βάση. Η «επιλογή» του νομίσματος, είναι το σημείο όπου συγκρούεται η κυρίαρχη «ευρω-φιλική» τάση με την μειονότητα των «ευρω-φοβικών». Οι προβληματικές διεργασίες της Ε.Ε. καταγράφονται στα επίσημα κείμενα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά φαίνεται ότι τελικά επιβάλλεται η «ανανεωτική» άποψη, που ακόμη στοχεύει στην δημιουργία μιας ουτοπικής Ευρώπης των εθνών, όπως την είχαν οραματιστεί μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ξεκάθαρο ερώτημα του νομίσματος, συμπυκνώνει τον αιώνιο δυισμό της Αριστεράς, μόνο που αυτή τη φορά ο δυισμός εντοπίζεται σε ένα «ενιαίο» κόμμα, που για πρώτη φορά (στην Ελλάδα) είναι σε θέση να διεκδικήσει την εξουσία.