Σεξουαλικός προσανατολισμός και έκφραση φύλου: Οικονομική κρίση και αγώνες

11214088_10206351757130044_5875877040835530685_n-jpg
Δημοσιεύουμε εισήγηση της σ. Κατερίνας Κλείτσα στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Η συζήτηση είχε θέμα: «Φύλο, σεξουαλικός προσανατολισμός και έκφραση φύλου: Οικονομική κρίση, διακρίσεις και διεκδικήσεις». Ομιλήτριες ήταν η Ματίνα Πετρίδου εκ μέρους του RADical Pride, η Βούλα Τάκη από το «Χώρο αλληλεγγύης γυναικών – Πρωτοβουλία γυναικών ενάντια στο χρέος» και η Κατερίνα Κλείτσα εκ μέρους του «Ξ» 

 

Τα χρόνια της κρίσης έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μείγμα επίθεσεων στην κοινωνία αλλά και ανάπτυξης κινημάτων, ανάμεσά τους και το γυναικείο κίνημα που τα τελευταία χρόνια ξαναβρίσκει τα πατήματά του και αναπτύσσεται.

Στην Πολωνία και την Ιρλανδία είδαμε πολύ δυναμικά κινήματα ενάντια στην απαγόρευση των εκτρώσεων. Στην Πολωνία μάλιστα το κίνημα ήταν νικηφόρο, αναγκάζοντας την Κυβέρνηση να πάρει πίσω το νέο και πιο σκληρό νομοσχέδιο, ενώ στην Ιρλανδία το κίνημα βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη.

 

Untitled-1

Σε μια σειρά από χώρες είδαμε να αναπτύσσονται κινήματα κάτω από την «ομπρέλα» του συνθήματος «Ούτε μία λιγότερη» ενάντια στην βία και τις δολοφονίες γυναικών. Κίνημα που ξεκίνησε από την Αργεντινή και εξαπλώθηκε σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, στο Μεξικό, στις ΗΠΑ αλλά και σε Ισπανία, Ιταλία.

Παράλληλα είδαμε τις επετειακές κινητοποιήσεις των γυναικών στην Ισλανδία, που κάθε δέκα χρόνια απεργούν και κατεβαίνουν σε διαδηλώσεις διεκδικώντας ίσους μισθούς με τους άντρες, κίνημα που πρωτοξεκίνησε το 1975.

Και φυσικά ένας σημαντικός σταθμός για το γυναικείο κίνημα υπήρξε το κίνημα ενάντια στον Ντόναλντ Τραμπ, με περίπου 5 εκατομμύρια κόσμου να διαδηλώνει στις 21 Γενάρη με αφορμή την ορκωμοσία του νέου, σεξιστή, προέδρου των ΗΠΑ.

Και αν συχνά ακούμε ατάκες τύπου «Τί γκρινιάζετε για ισότητα; Την έχετε ήδη κατακτήσει. Δεν ζούμε πια στην δεκαετία του ’50», όλα τα παραπάνω κινήματα αποδεικνύουν περίτρανα ότι όχι μόνο δεν έχουμε πετύχει την ισότητα, αλλά ότι πολλά από τα αιτήματά μας έχουν να κάνουν με την επιβίωσή μας και το δικαίωμά μας στην ελεύθερη επιλογή για το πώς θα ζήσουμε τις ζωές μας.

Έκτρωση- το δικαίωμα στην επιλογή

Και στην Ιρλανδία και στην Πολωνία, είδαμε να αναπτύσσονται κινήματα κατά της νομοθεσίας που απαγορεύει τις εκτρώσεις εκτός ελαχίστων περιπτώσεων. Παρόλα αυτά, μπορούμε να πούμε ότι το ζήτημα της έκτρωσης είναι ζήτημα «ταμπού» και στις χώρες που η έκτρωση είναι νόμιμη. Έτσι, ενώ η πλειοψηφία του κόσμου θα συμφωνήσει π.χ. με το αίτημα των γυναικών για ίσους μισθούς, αν ανοίξει το θέμα της έκτρωσης, είναι πιθανό να δούμε από ένα κομμάτι του κόσμου να μαζεύεται, να γίνεται αρνητικό και να αναπαράγει την κλασική προπαγάνδα των συντηρητικών στρωμάτων για «την ζωή του αγέννητου παιδιού».

Το εντυπωσιακό με αυτήν την αντίληψη είναι ότι όσοι/ες την ενστερνίζονται, στην ουσία υπερασπίζονται τη «ζωή» ενός εμβρύου και την κατατάσσουν ψηλότερα από τη ζωή της γυναίκας, ενός ανθρώπου δηλαδή ολοκληρωμένου, με συνείδηση, επιθυμίες, όνειρα και σχέδια για το μέλλον.

Παράλληλα, η αντίληψη με την οποία μας μεγαλώνουν, ότι δηλαδή βασικός ρόλος μας είναι σε κάποια στιγμή στο μέλλον να γίνουμε μητέρες και ότι μόνο μέσω της μητρότητας θα ολοκληρωθούμε, δημιουργεί τόσο σε γυναίκες όσο και σε άντρες την αίσθηση ότι η διακοπή της κύησης είναι «κόντρα ρόλος» για τον προορισμό της γυναίκας.

Έτσι, η έκτρωση θεωρείται ντροπιαστική και άκαρδη πράξη και συχνά γεμίζει τις γυναίκες με τύψεις και ένα κομμάτι της κοινωνίας μετατρέπεται σε σκληρούς κριτές που αποκτούν το δικαίωμα να αποφασίσουν οι ίδιοι/ες το τί θα κάνει μία γυναίκα με το κορμί και τη ζωή της.

Εδώ θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι ο τρόπος που πρέπει να αντιμετωπίζουμε το ζήτημα της έκτρωσης είναι σαν δικαίωμα ελεύθερης επιλογής για την γυναίκα, αλλά ότι παράλληλα υπάρχουν μία σειρά από βήματα πριν την εγκυμοσύνη που θα έπρεπε να γίνουν όπως η δωρεάν πρόσβαση σε μεθόδους αντισύλληψης, η δωρεάν πρόσβαση σε γυναικολόγο με την/ον οποία/ο θα μπορούμε να συζητάμε και να επιλέγουμε την κατάλληλη μέθοδο αντισύλληψης ανάλογα με τις ανάγκες μας.

Αλλά αν μιλάμε για ταμπού σε σχέση με την έκτρωση, τότε θα πρέπει να πάμε λίγο πιο πίσω και να συζητήσουμε για ένα άλλο ταμπού, που ονομάζεται σεξουαλική διαπαιδαγώγηση και την παντελή της έλλειψη από τα σχολεία.

Είναι απαραίτητο μέσα από την εκπαίδευση να αποκτούμε γνώσεις σε σχέση με τα σώματά μας, αλλά όχι με έναν «στεγνό» τρόπο του στυλ «έτσι χρησιμοποιείται το προφυλακτικό ή το χάπι» κλπ, αλλά μέσα από μία διαδικασία που θα μαθαίνουμε να σεβόμαστε το σώμα μας και το σώμα του/ης συντρόφου μας, θα αποδεχόμαστε τον σεξουαλικό προσανατολισμό του καθένα/της καθεμίας και τις διαφορετικές ταυτότητες και εκφράσεις φύλου, θα μαθαίνουμε να σεβόμαστε και το δικό μας σώμα, να αναζητούμε τις ανάγκες και τις επιθυμίες του και να τις ικανοποιούμε. Να μαθαίνουμε τελικά να σεβόμαστε εξίσου τα δύο φύλα, τα ετεροφυλόφιλα και τα ΛΟΑΤ+ άτομα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι το να ξέρεις να χρησιμοποιείς το προφυλακτικό δεν αρκεί, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να σέβεσαι και να αντιμετωπίζεις ως ίση την γυναίκα δίπλα σου, είναι η τελευταία «μόδα» που κυκλοφορεί ανάμεσα σε άντρες, με οδηγίες και παρότρυνση να αφαιρέσουν το προφυλακτικό κατά τη διάρκεια της πράξης, χωρίς να το καταλάβει η γυναίκα, να ολοκληρώσουν όπως θέλουν και στη συνέχεια να περηφανευτούν για το κατόρθωμά τους.

Έτσι, στην περίπτωση μίας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης η ζωή και το σώμα της γυναίκας περνάνε σε δεύτερη μοίρα μπροστά στο υποτιθέμενο «αγέννητο παιδί», στην περίπτωση της σεξουαλικής πράξης, οι επιθυμίες της γυναίκας περνάνε σε δεύτερη μοίρα μπροστά στις επιθυμίες του άντρα.

Τα παραπάνω αποτελούν κάποια μόνο από τα περιστατικά στα οποία η γυναίκα καλείται να ζήσει με όρους και κανόνες για το πώς πρέπει να διαχειρίζεται το κορμί και κατ’ επέκταση και τη ζωή της.

Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο σκληρή και επικίνδυνη όταν πάμε να ανοίξουμε το ζήτημα της σεξουαλικής παρενόχλησης, της βίας και του βιασμού.

Σε περίπτωση που μία γυναίκα πέσει θύμα μίας τέτοιας κατάστασης, οφείλει να αποδείξει την αθωότητά της, ότι δεν ευθύνεται για ό,τι της συνέβη. Από τις περιπτώσεις παρενόχλησης και βιασμού όπου η γυναίκα κρίνεται για το τί φορούσε, πόσο αλκοόλ είχε πιει, το πόσο συχνά εναλλάσσει ερωτικούς συντρόφους κλπ, στη βία εναντίον της που επίσης με κάποιον τρόπο μπορεί να προκάλεσε (όπως για παράδειγμα ατάκες όπως: «αφού τον ξέρεις, είναι οξύθυμος, γιατί του αντιμίλησες;»), η γυναίκα βρίσκεται να απολογείται για την κακοποίηση την οποία έχει υποστεί.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της κουλτούρας του βιασμού είναι το πρόσφατο περιστατικό με τον παπά στο λεωφορείο, όπου η κοπέλα που τον κατήγγειλε δημόσια, βρέθηκε αντιμέτωπη με σχόλια όπως: «τον άναψες τον παπά καλοκαιριάτικα» και «έμεινες ψύχραιμη και τράβηξες φωτογραφία; Λες ψέματα!».

Για τέτοιους «σχολιαστές», ότι και να κάνει η συγκεκριμένη κοπέλα, δεν υπάρχει τρόπος να «αποδείξει» ότι αυτή είναι το θύμα.

Ενώ ταυτόχρονα, μία γυναίκα – θύμα κακοποίησης, συχνά καλείται και πάλι να βάλει την ζωή της σε δεύτερη μοίρα, αφού εφόσον καταγγείλει την κακοποίησή της, κινδυνεύει να αντιμετωπιστεί με αντιλήψεις όπως: «Μη διαλύσεις την οικογένειά σου», «Έκανε ένα λάθος, αξίζει να του καταστρέψεις την ζωή γι αυτό;», «Δεν σκέφτεσαι τα παιδιά σου;» κοκ.

Και ενώ οι γυναίκες διεθνώς αντιμετωπίζονται με αντίστοιχο τρόπο, στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς στην Αμερική, εκλέγεται Πλανητάρχης ένας τύπος που έχει πει δημόσια

«Ξέρεις με ελκύουν αυτόματα οι όμορφες γυναίκες. Αρχίζω απλά να τις φιλάω. Είναι σαν μαγνήτης. Απλά φιλάω. Δεν περιμένω. Και όταν είσαι σταρ σε αφήνουν να τα κάνεις αυτά. Μπορείς να κάνεις τα πάντα, να τις αρπάξεις από το μ@@@ι».

Και θερίζει θύελλες…

Στις 21 Γενάρη, ημέρα ορκωμοσίας του Ντόναλντ τραμπ, περίπου 5 εκατομμύρια βγήκαν στους δρόμους, στις μαζικότερες διαδηλώσεις των τελευταίων χρόνων. Νέες γυναίκες, γυναίκες που δεν είχαν διαδηλώσει ποτέ πριν και για κανέναν λόγο, κατέβηκαν στις διαμαρτυρίες ενάντια στον σεξιστή Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος στην πραγματικότητα είχε το θράσος να πει δημόσια όσα υφίστανται στα πλαίσια της ιδιωτικής σφαίρας εκατομμύρια γυναίκες καθημερινά.

Το κίνημα αυτό όμως, πέρα από αισιοδοξία, δημιούργησε και προβληματισμούς σε ένα κομμάτι κόσμου, που αναρωτήθηκε: «Πριν τον Τραμπ ήταν όλα καλά;», «Ήταν η Χίλαρι η λύση;», «Το κίνημα δεν ελέγχονταν από Δημοκρατικούς;».

Η σύντομη απάντηση είναι «Όχι» για όλα τα ερωτήματα.

Καταρχήν, πρέπει να έχουμε ξεκάθαρο ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ακριβώς πότε ένα κίνημα θα ξεσπάσει, με ποια αφορμή και τί χαρακτήρα θα πάρει. Κι επίσης ότι, όσοι/ες συμμετέχουν σε κινήματα, δεν έχουν υποχρέωση (κι είναι εξωφρενικό να το απαιτεί κανείς) να έχουν ξεκάθαρη αριστερή ιδεολογία, να έχουν διαβάσει Μαρξ ή θεωρητικούς, να έχουν ξεκάθαρη εικόνα ποιες είναι οι υγιείς συμμαχίες που πρέπει να αναπτυχθούν, τί θέλουν, πώς ακριβώς θα το διεκδικήσουν, πώς θα το κερδίσουν.

Αυτό είναι καθήκον του πιο ριζοσπαστικού κομματιού της κοινωνίας για να το υποδείξει – του κομματιού έχει βγάλει ήδη συμπεράσματα να συμμετέχει μαζικά και με διάθεση στα κινήματα που γεννιούνται, με σκοπό να δώσουν την κατεύθυνση και τις προτάσεις που θα βοηθήσουν το κίνημα να αναπτυχθεί και να νικήσει.

Όταν γυρνάς την πλάτη σου σε ένα κίνημα επειδή δεν έχει την ιδεολογική καθαρότητα που εσύ αναζητάς, γυρνάς την πλάτη σου στην ίδια την κοινωνία, απομονώνεσαι, δεν προσφέρεις. Και ταυτόχρονα εγκαταλείπεις το κίνημα στα χέρια των εκάστοτε «Δημοκρατικών» για να το σφετεριστούν.

Η καλύτερη απάντηση όμως στα παραπάνω ερωτήματα ήρθε από το ίδιο το κίνημα, όταν γνωστές ακτιβίστριες στις ΗΠΑ έκαναν κάλεσμα για 8/3 (Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας) που απευθυνόταν τόσο στις γυναίκες της Αμερικής, όσο και διεθνώς και τις καλούσε στις 8 Μάρτη να απεργήσουν και να βγουν στους δρόμους σε διαδηλώσεις ενάντια στον σεξισμό. Το ίδιο αυτό κάλεσμα απευθυνόταν και στο εργατικό κίνημα, τα ΛΟΑΤ+ άτομα, τις/ους μετανάστριες/ες και πρόσφυγες για να συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις. Αναφερόταν στον φεμινισμό του 99%, διαχωρίζοντας στην ουσία τις/ους εργαζόμενες/ους από το κεφάλαιο, καλούσε σε κοινούς αγώνες με όλα τα καταπιεσμένα στρώματα και έκανε σαφή επίθεση στο καπιταλιστικό σύστημα.

Το παραπάνω κάλεσμα αξίζει ιδιαίτερη αναφορά, αφού ζώντας τόσα χρόνια με σκληρή καταπίεση και διακρίσεις, η οργή ενός κομματιού του γυναικείου κινήματος τείνει να μεταφραστεί σε απόψεις αφοριστικές για το αντρικό φύλο και να βγουν στρεβλά συμπεράσματα ότι όλοι οι άντρες είναι καταπιεστές από την φύση τους, ότι δεν παίζουν και δεν μπορούν να παίξουν το ρόλο του συμμάχου στους αγώνες μας. Αντιθέτως, το παραπάνω κάλεσμα αναζητεί συμμάχους ανάμεσα στην εργατική τάξη, αναγνωρίζοντας ότι οι εργαζόμενες/οι, οι άνεργες/οι κλπ είναι αυτές/οι που καταπιέζονται καθημερινά από το καπιταλιστικό σύστημα.

Και ενώ οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι ο σεξισμός είναι ένα διαταξικό φαινόμενο, είναι οι γυναίκες της εργατικής τάξης και των φτωχότερων στρωμάτων αυτές που πρέπει και μπορούν να παίζουν ηγετικό ρόλο μέσα στο γυναικείο κίνημα.

Καταρχήν γιατί είναι περισσότερο ευάλωτες στο σεξισμό. Οι εργαζόμενες και φτωχές γυναίκες είναι αυτές που έχουν περισσότερες πιθανότητες να πέσουν θύματα του σεξισμού. Αυτές π.χ. μετακινούνται καθημερινά με τα λεωφορεία και κινδυνεύουν να παρενοχληθούν από ρασοφόρους ή μη, αυτές κινδυνεύουν να παρενοχληθούν στον χώρο εργασίας τους, αυτές βιώνουν την αδικία των χαμηλότερων μισθών.

Επίσης, τα φτωχότερα στρώματα έχουν λιγότερες ευκαιρίες διαφυγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απαγόρευση των εκτρώσεων στην Ιρλανδία. Είναι γνωστό ότι όταν μιλάμε για απαγόρευση των εκτρώσεων, μιλάμε για απαγόρευση των ασφαλών εκτρώσεων. Μία γυναίκα που θέλει να διακόψει μία εγκυμοσύνη, θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να τη διακόψει. Έτσι, πολλές Ιρλανδές αναγκάζονται να ταξιδέψουν στην Αγγλία για να μπορέσουν να κάνουν ασφαλή έκτρωση. Και ενώ είναι αυτονόητο πως καμία γυναίκα δεν θα έπρεπε να μπει σε τέτοια διαδικασία, η κατάσταση για τις φτωχότερες γυναίκες είναι ακόμα πιο δύσκολη, αφού εάν δεν μπορούν να ταξιδέψουν για οικονομικούς λόγους, θα αναγκαστούν να βρουν φτηνότερους και λιγότερο ασφαλείς τρόπους για να κάνουν έκτρωση. Στο θέμα της έκτρωσης όλες οι γυναίκες μπαίνουν σε μία επίπονη διαδικασία, οι φτωχότερες όμως, ίσως μπουν και σε πιο επικίνδυνη.

Και, τέλος, και σημαντικότερο, οι γυναίκες της εργατικής τάξης είναι αυτές που βιώνοντας πολύ εντονότερα την καταπίεση, έχουν και τα μέσα για να αντισταθούν μέσα από κοινούς ταξικούς αγώνες με τους άντρες συναδέλφους τους με στόχο το σύστημα που αναπαράγει αυτές τις αντιλήψεις. Οι γυναίκες της εργατικής τάξης απήργησαν στην Ισλανδία για ίσους μισθούς με τους άντρες, οι εργαζόμενες ήταν αυτές που απείχαν από την δουλειά τους στην Πολωνία ενάντια στο νομοσχέδιο για τις εκτρώσεις. Ενώ παράλληλα, οι εργαζόμενες γυναίκες είναι αυτές που συναντιούνται με τους άντρες συναδέλφους τους για να δώσουν από κοινού αγώνες για τα εργασιακά, τα κοινωνικά ή και τα περιβαλλοντικά ζητήματα.

Γιατί, η σύνδεση των κινημάτων για την ισότητα με την πάλη ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα είναι απαραίτητη, αφού είναι αυτό το καπιταλιστικό σύστημα που:

  • Μας διδάσκει ότι τα σώματά μας και οι ζωές μας δεν μας ανήκουν και ότι η υποταγή στους ανώτερους είναι αρετή
  • Ζει και αναπνέει μέσα από τους διαχωρισμούς και τις διακρίσεις όσων εκμεταλλεύεται, αφού όσο είμαστε διασπασμένοι/ες, τόσο λιγότερο αποτελούμε απειλή για αυτό
  • Βγάζει κέρδος από το διαχωρισμό μας: δημιουργεί εργαζόμενες/ους πολλών ταχυτήτων με χαμηλότερους μισθούς, μεγαλύτερη ανασφάλεια και άρα μεγαλύτερη εκμετάλλευση. Αλλά δημιουργεί και υλικά αγαθά που με ταμπέλα «γυναικείο» ή «αντρικό» και διαφορετική συσκευασία τα πουλάει σε διαφορετικές τιμές. (Σύμφωνα με έρευνα που έγινε στην Αγγλία, τα γυναικεία προϊόντα κοστίζουν 37% ακριβότερα σε σχέση με τα αντίστοιχα αντρικά. Έτσι π.χ. ένα παιδικό ποδήλατο θα κοστίζει ακριβότερα αν είναι ροζ, σε σχέση με ένα πανομοιότυπο χρώματος μπλε).

Ο αγώνας ενάντια στο σεξισμό λοιπόν, οφείλει να συνδυάζεται με τον αγώνα ενάντια στο σύστημα που κερδίζει από αυτόν. Και για να έχει προοπτικές νίκης πρέπει να αγκαλιάζεται από όλες και όλους όσοι/ες ζούμε τις συνέπειες της απληστίας του καπιταλιστικού συστήματος.

 

 

 


Σχετικά άρθρα