Σερ. Σεφεριάδης, για το «νέο» στην Αριστερά –εκδήλωση «Ποδονίφτη» στη Ν. Ιωνία

14/11/2016
Comments off
1,472 Views
Παραθέτουμε στη συνέχεια την εισαγωγική ομιλία του σ. Σεραφείμ Σεφεριάδη, καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στην εκδήλωση (δείτε: xekinima.org-ekdilosi-podoni) που οργάνωσε ο Ποδονίφτης στη Ν. Ιωνία, την Πέμπτη 10 Νοέμβρη.

 

 

Δυο ψευδείς διαζεύξεις και μια αποκαλυπτική σύζευξη: για το «νέο» στην Αριστερά που παραμένει Αριστερά

 

Να ευχαριστήσω καταρχάς τους διοργανωτές τόσο για την πρόσκληση, όσο και την επινοητικότητά τους στην επιλογή αυτού του δύσκολου ‒όμως και εξαιρετικά σημαντικού‒ θέματος: «παλιό και νέο στην αντισυστημική Αριστερά»… Είναι ένα θέμα που σπάνια προσδιορίζουμε έτσι ρητά, αλλά που εντούτοις βρίσκεται ‒με τον έναν ή άλλο τρόπο‒ στο μυαλό και τους προβληματισμούς όλων.

Έχοντας τώρα πει, απολύτως ειλικρινά, αυτά τα καλά λόγια (και χωρίς ίχνος κακοπροαίρετης διάθεσης) επιτρέψτε μου όμως ‒προκειμένου ήσυχα-ήσυχα να μπω και στην ουσία του θέματος‒ να επερωτήσω λίγο τους όρους «νέο» και «παλιό», κυρίως ως προς το συναισθηματικό τους φορτίο, ως προς τους συνειρμούς που προκαλούν.

Λέμε βέβαια συχνά «παλιό καλό κρασί», ή «ο παλιός είν’ αλλιώς», όμως ας μη γελιόμαστε: ειδικά στην πολιτική (αλλά και γενικότερα, θα έλεγα οικουμενικά) τις εντυπώσεις τις κερδίζει κατά κανόνα το νέο ‒ακόμα κι όταν διατηρούμε γι’ αυτό επιφυλάξεις, ακόμα κι όταν του προσάπτεται ο κίνδυνος ή ο φόβος της ανωριμότητας· και επ’ αυτού δεν νομίζω να υπάρχει κανείς που να διαφωνεί.

Την πραγματικότητα αυτή εξηγεί ένας πολύ απλός λόγος που τον καταλαβαίνουμε όλοι: ότι, ενώ το παλιό, θέλει-δε θέλει, προοιωνίζεται το θάνατο (το τέλος) το νέο διατηρεί ακέραια την υπόσχεση του μέλλοντος (δηλαδή της ελπίδας) αφού, ακόμα και στις περιπτώσεις που το κρίνουμε με δυσπιστία ως ανώριμο, σκεφτόμαστε αμέσως μετά το απλό, ότι αν είναι ανώριμο, θα ωριμάσει, ενώ το παλιό, τα ψωμιά του πάει τα ’φαγε… Πρόκειται γι’ αυτό που λέμε «ανθρωπολογική δομή», κάτι βαθιά εμπεδωμένο μέσα μας, ριζωμένο στις ίδιες τις αντιληπτικές μας κατηγορίες.

Το «νέο», λοιπόν, έχει κατά κανόνα φορτίο θετικό, είναι «το καλό», το φωτεινό! Όμως ο λόγος που κάνω αυτές τις μακροσκελείς παρατηρήσεις είναι διότι θέλω αμέσως να υποστηρίξω ότι δεν είναι εκεί το θέμα. Το πρόβλημά μας, το θέμα της συζήτησής μας δεν είναι ‒και δεν πρέπει να είναι‒ εκεί. Πού είναι τότε; Ας δοκιμάσουμε να πιάσουμε το ζήτημα στη βάση του.

Αναλογιζόμενοι τον τρόπο με τον οποίο όλη αυτή η συζήτηση έρχεται (ή προσαρμόζεται) στο πολιτικό, εντύπωση προκαλούν δυο κυρίως στοιχεία:

το πρώτο, που με έναν τρόπο απορρέει από αυτά που μόλις έλεγα είναι η εν γένει ασάφεια του πράγματος.

  • Λέμε δηλαδή «νέο» (νέες μορφές δράσης, νέοι τρόποι σκέψης, νέα οράματα κτλ.), όμως αυτή η επίκληση συνήθως γίνεται με στόχο να επιβληθεί αυτό που έτσι χαρακτηρίζεται, μέσα από τους θετικούς συνειρμούς που προκαλεί ο όρος «νέο», και όχι μέσα από κάποια επαρκώς τεκμηριωμένη ανάλυση που να πείθει ‒πρώτον‒ ότι αυτό το κάτι, αυτό το «νέο» είναι πράγματι έτσι, ότι πράγματι είναι νέο χωρίς εισαγωγικά, και ‒δεύτερον‒ (και κυριότερο) ότι είναι πιο λειτουργικό και πιο αποτελεσματικό από το προϋπάρχον.

Πρόκειται βέβαια, όπως ο καθένας καταλαβαίνει, για πολύ σοβαρές αδυναμίες, και δε χρειάζεται να επεκταθώ.

  • Αδιάψευστο τεκμήριο της ύπαρξης και της λειτουργίας αυτής της ασάφειας (της πρακτικής του «επιβάλλομαι όχι έλλογα, αλλά μέσα από τους θετικούς συνειρμούς που προκαλεί το άκουσμα του όρου ‘νέο’») αποτελεί και μια δεύτερη συνθήκη που θέλω να επισημάνω: το γεγονός ότι αυτού του είδους η χρήση του «νέου» έχει μαζική, μαζικότατη απήχηση και χρήση: από τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά που κατηγορεί την Αριστερά για «σκουριασμένο κρατισμό», μέχρι τον αλήστου μνήμης ΓΑΠ, τον Τσίπρα και την περίφημη γενιά των σαραντάρηδων.

Κάτι παράξενο υπάρχει λοιπόν εδώ, το οποίο πρέπει νομίζω ευθύς εξαρχής να υπογραμμίσουμε: ότι αυτό που εύκολα και επικοινωνιακά αποκαλείται «νέο», ούτε υποχρεωτικά καινούργιο είναι, ούτε βεβαίως και πιο αποτελεσματικό: κάτι που, έχοντας δώσει πειστικές απαντήσεις στα προβλήματα του προϋπάρχοντος, καταθέτει τις εναλλακτικές του.

Όταν συνεπώς ακούμε ύμνους για «το νέο» (και δεν είναι διόλου παράξενο ότι το ακούμε συνέχεια) πρέπει να θυμόμαστε ότι πρόκειται για συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις που οι θιασώτες τους δεν επιλέγουν να τις προβάλλουν επικαλούμενοι τις αρετές τους επί της ουσίας (γι’ αυτό που πράγματι είναι) αλλά τις προωθούν βασιζόμενοι ή και κρυπτόμενοι πίσω από το θετικό συναισθηματικό φορτίο του όρου «νέο».

Ερχόμενοι τώρα στα καθ’ ημάς ‒στο άλλο σκέλος του τίτλου της συζήτησης‒ στις δράσεις και τις στρατηγικές επιλογές της Αριστεράς, ας το κρατήσουμε αυτό ως μια πρώτη διαπίστωση: ας σκεφτόμαστε ότι όταν βλέπουμε πολύ ψηλά τη σημαία του «νέου» κατά πάσα πιθανότητα κάτι ύποπτο συμβαίνει, κάποιο λάκκο έχει η φάβα…

Πρόκειται βέβαια για διαπίστωση η οποία μας επιφορτίζει με το δύσκολο καθήκον να υπερβούμε τις αόριστες επικλήσεις και να προσπαθήσουμε να μιλήσουμε συγκεκριμένα ‒δηλαδή επί του πρακτικού περιεχομένου (της υφής και της αποτελεσματικότητας) όλων αυτών που επιμένουν να αυτο-προσδιορίζονται ως «νέα».

Και στον τομέα αυτό, τα πράγματα ‒δυστυχώς‒ δεν είναι διόλου ευοίωνα. Αίσθησή μου είναι, αντίθετα, ότι αυτό που βαρύνει και παγιδεύει τις σχετικές συζητήσεις είναι τόσο ψευδείς διαζεύξεις (ψευδή διλήμματα), όσο και ‒το ακριβώς αντίθετο‒ ψευδείς συζεύξεις (ψευδείς συνενώσεις ή «τσουβαλιάσματα») . Θεωρώ ότι στο σύγχρονο διάλογο δεσπόζουν δυο τέτοιες διαζεύξεις και μια σύζευξη, και στο υπόλοιπο της εισήγησης σε αυτές θα σταθώ για να υποστηρίξω ότι, παρότι οι καταβολές τους είναι κατανοητές και τα κίνητρα αγαθά (τουλάχιστον τις περισσότερες φορές) το αποτέλεσμα είναι εντούτοις προβληματικό ‒και αν δεν το προσέξουμε μπορεί και να γίνει καταστρεπτικό: κάτι που, ενώ σε πρώτο χρόνο θα αποτελεί μιαν απλή φυγή από πράγματι υπαρκτά προβλήματα, στην πορεία, μπορεί να αφοπλίσει το χειραφετητικό εγχείρημα, τελικά υπονομεύοντας εκείνο ακριβώς το όραμα που επιδιώκει να υπηρετήσει.

Επειδή, όπως είπα και πριν, το θέμα είναι πολύπλευρο (και δε θέλω περαιτέρω να το επιβαρύνω με στριφνές ορολογίες) επιλέγω να το προσεγγίσω μέσα από μια αλληγορική ιστορία, την οποία όμως θα επιχειρήσω να αφηγηθώ χρησιμοποιώντας κάποιες κομβικές έννοιες της συζήτησης.

Φανταστείτε ότι βρισκόμαστε σε ένα οίκημα που έχει πιάσει φωτιά! Δεν είναι βέβαια μια ευχάριστη εικόνα, είναι όμως αρκούντως αναπαραστατική των συνθηκών που επικρατούν στο σύγχρονο καπιταλισμό της καταστροφής: μια κατάσταση πραγμάτων που τη βιώνουμε καθημερινά, και που οι κυριαρχούμενοι, οι «από κάτω», βιώνουν ‒με μεγαλύτερη ή μικρότερη ένταση‒ σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Προσπαθώντας να την αντιμετωπίσουμε, τι κάνουμε; Επινοούμε, πρώτα-πρώτα, τρόπους για να την κρατήσουμε μακριά. Απομακρύνουμε, λ.χ., οτιδήποτε εύφλεκτο πέφτει στην αντίληψή μας, και παίρνουμε υγρά αντικείμενα, π.χ., βρεγμένες πετσέτες και κομπρέσες, ή ό,τι άλλο τέλος πάντων βρούμε, προκειμένου να διατηρηθούμε ζωντανοί, για να μην αρπάξουμε κι εμείς μαζί με το οίκημα φωτιά. Προβαίνοντας στις πράξεις αυτές όμως, ο νους μας προφανώς παραμένει εστιασμένος στη λύση του προβλήματος: στο σβήσιμο της φωτιάς, στην υπέρβασή της. Αναζητούμε προστασία στα υγρά επιθέματα, ακριβώς για να σβήσουμε τη φωτιά· προσεγγίζουμε και αντιλαμβανόμαστε την πράξη αυτή ως εφαλτήριο για να σβήσουμε τη φωτιά, όχι ως υποκατάστατο ‒κι αυτό είναι κάτι πολύ εύλογο, κάτι που πολύ εύλογα όλοι καταλαβαίνουν.

Στη δύσκολη και πάντα επικίνδυνη προσπάθειά μας όμως, εμφανίζονται δυο παράξενοι τύποι ‒έτσι θα τους χαρακτηρίσω, «παράξενους»‒ που εισηγούνται δυο εξίσου παράλογα πράγματα:

Ο πρώτος μας ψέγει, υποστηρίζοντας ότι κακώς ψάχνουμε για τέτοια ταπεινά πράγματα ‒«σπαταλάτε τον καιρό σας ψάχνοντας για βρεγμένες κομπρέσες» μας λέει υποτιμητικά‒ διότι αυτό που θα πρέπει να μας απασχολεί είναι το σβήσιμο της φωτιάς, και τίποτε άλλο.

Μα καλά, τον ρωτούμε οι υπόλοιποι: Αν δεν προστατευτούμε απ’ τη φωτιά εδώ και τώρα, πώς θα καταφέρουμε να τη σβήσουμε; Δε θα καούμε προσπαθώντας το; Κι έπειτα, αν πράγματι θέλουμε να επιτύχουμε στο σβήσιμο, δεν θα πρέπει να επιδιώκουμε διαρκώς να έχει το σώμα μας υγρασία, πρώτα για να παίρνουμε κουράγιο, κι ύστερα για να διατηρούμε την αίσθηση και την προσδοκία μιας ζωής χωρίς φωτιά;

Ο παράξενος φίλος μας, όμως, δεν απαντά ‒δεν μας ακούει καν: είναι απασχολημένος όχι τόσο με το να σβήνει τη φωτιά όσο με το να καταγγέλλει (ή και να κυνηγάει) όσους εισφέρουν μέσα άμεσης προστασίας.

Ό,τι και να λέει, όμως, όσο κι αν προσπαθεί να μας πείσει ότι πρώτα πρέπει να σβήσουμε ολοσχερώς τη φωτιά κι ύστερα να αναζητήσουμε δροσιά και άμεση προστασία, ματαιοπονεί. Θέλει-δε θέλει, και εξ απολύτου ανάγκης, καθώς πάντα θα προσπαθούμε να σβήσουμε τη φωτιά, εμείς θα αναζητούμε τρόπους άμεσης ανακούφισης και εμψύχωσης.

Να λοιπόν μια πρώτη ψευδής διάζευξη: αυτή που ισχυρίζεται ότι το επιμέρους αντίκεται και εναντιώνεται στο συνολικό ‒ότι το «μικρό» δεν έχει καμία σοβαρή σχέση με το «μεγάλο». Πρόκειται βέβαια για στάση που στην Αριστερά την απαντούμε αρκετά συχνά. Είναι ο σεχταρισμός του ΚΚΕ (αλλά όχι μόνο του ΚΚΕ), είναι η άποψη ότι το παρόν βρίσκεται σε δομική ασυνάφεια με το μέλλον.

Έχει όμως ιδιαίτερη σημασία εδώ να παρατηρήσουμε και κάτι που φαινομενικά (αλλά μόνο φαινομενικά) είναι παράδοξο: ότι από αυτήν την ίδια τη λογική αυτής της στάσης απορρέει και γεννιέται ‒όπως ο γιος από τη μάνα‒ και η περίφημη θεωρία των σταδίων. Όπως, δηλαδή, ο θιασώτης αυτής της παραξενιάς θεωρεί την κατάληψη της εξουσίας προϋπόθεση για να εμπλακεί σε καθημερινούς αγώνες (αρνείται δηλαδή και υποτιμά την άμεση ανακούφιση από τη φωτιά αν πριν δεν έχει επέλθει η οριστική της κατάσβεση), έτσι ακριβώς αρνείται και την κατάσβεση (αρνείται την εξουσία) όταν κάποτε πειστεί ότι «ναι, η άμεση ανακούφιση είναι απαραίτητη».

Τότε ξαφνικά κάνει στροφή 180ο, κι αρχίζει να υποστηρίζει ότι «αφού τώρα ασχολούμαι με την άμεση ανακούφιση, δε θέλω ν’ ακούσω κουβέντα για σβήσιμο της φωτιάς ‒οι συνθήκες για κάτι τέτοιο δεν είναι ακόμη ώριμες! Από τη στάση αυτή, από αυτήν την άκρως ψευδή και παράλογη διάζευξη (που η προφανής απάντησή της είναι το γνωστό μας μεταβατικό πρόγραμμα ‒η οργανική δηλαδή σύνδεση του άμεσου με το στρατηγικό) το κίνημα των «από κάτω», το κίνημα για την ανθρώπινη χειραφέτηση, έχει βέβαια υποστεί τα πάνδεινα. Αν είναι κάτι που την προστατεύει από τη μαζική χλεύη είναι ότι, τουλάχιστον αυτή η διάζευξη (τουλάχιστον αυτός ο παράξενος) δε συνηθίζει να μιλά με όρους «νέου», ούτε και συνήθως να το επικαλείται.

Υπάρχει όμως και ο δεύτερος παράξενος, ο Παράξενος Νο 2.

Σε αντίθεση με τον πρώτο, αυτός μιλά κατά κόρον για το «νέο», αλλά για ισχυριστεί ευθύς εξαρχής (και με στόμφο) ότι κακώς μιλάμε για σβήσιμο της φωτιάς! Αυτός οραματίζεται και υποστηρίζει την πράγματι νέα ‒αλλά και εξαιρετικά παράδοξη (για να το πω ήπια) ‒ άποψη ότι, για να μην καούμε, δε χρειάζεται να σβήσουμε τη φωτιά! Εκτιμά πως αυτό είναι κάτι «ιστορικά ξεπερασμένο» και, εν πάση περιπτώσει, κάτι που δεν πρέπει και τόσο να μας απασχολεί, διότι και άλλοι στο παρελθόν προσπάθησαν να σβήσουν ανάλογες φωτιές, όμως δεν τα κατάφεραν. Διατείνεται, αντίθετα, ότι θα πρέπει να ρίξουμε όλο το βάρος μας στη μελέτη, την ερμηνεία και, ει δυνατόν, στην αναπαραγωγή όλο και περισσότερων μέσων άμεσης προστασίας στον εδώ και τώρα χρόνο, διότι αυτά «προεικάζουν», αποτελούν μια πρόδρομη μορφή της ζωής χωρίς τη φωτιά.

Μα καλά του απαντούμε. Όσα μέτρα άμεσης ανακούφισης και να πάρουμε, δε θα μας κάψει η φωτιά άμα δεν τη σβήσουμε; Κι έπειτα, αφού κι εσύ εναντίον της φωτιάς αγωνίζεσαι, γιατί κάνεις τόσο θόρυβο εναντίον του σβησίματός της;

Ο παράξενος αυτός ‒ο παράξενος Νο 2‒ που δείχνει (και μάλλον είναι) πιο ξύπνιος απ’ τον πρώτο, μάς δηλώνει «ανοιχτός στο διάλογο» (μας λέει, λ.χ., ότι δεν έχει απαντήσεις, έχει μόνο ερωτήσεις κτλ.) και ως εκ τούτου μας απαντά κυρίως δυο πράγματα: (1) ότι όποιος πάει να σβήσει τη φωτιά στο τέλος καίγεται και (2) ότι γι’ αυτό το λόγο ας αφήσουμε τέλος πάντων αυτή τη συζήτηση, ας ασχοληθούμε με τη μικρή «εναλλακτική πυρόσβεση» που επαγγέλλεται και υπόσχεται ‒τι;‒ το «νέο»!

Όσοι βέβαια βλέπουν τη φωτιά να καίει το ένα μετά το άλλο τα πρόχειρα προεικάσματα ενός μέλλοντος χωρίς φωτιά φυσικό είναι να αναρωτιούνται: μα τι λέει αυτός ο άνθρωπος;

Και εδώ έχουμε τη δεύτερη ψευδή διάζευξη που παραδόξως (αν, και πάλι, ίσως όχι και τόσο παραδόξως) μοιάζει πάρα πολύ με τις εμμονές του Παράξενου Νο 1, αλλά από την ανάποδη:

ο Νο. 1 δεν ενδιαφέρεται για το άμεσο αν δεν επιτευχθεί το στρατηγικό· ο 2, την ώρα που επιτελεί το προεικαστικό άμεσο αδιαφορεί (αν ευθέως δεν ψέγει) το στρατηγικό. Είναι φανερό ότι και στις δυο περιπτώσεις, η οργανική σχέση ανάμεσα στο άμεσο και το απώτερο διαρρηγνύεται.

Η εκφορά του «ξύπνιου» Παράξενου Νο 2 βέβαια διαφέρει: δεν παραδέχεται ρητά ότι το απώτερο δεν τον ενδιαφέρει (ίσα-ίσα, δηλώνει διαρκής και ασυμφιλίωτος πολέμιος της φωτιάς) αλλά δε μας πείθει καθώς υποστηρίζει πως

(α) είτε ότι το να ασχολείται κανείς με το στρατηγικό απώτερο εν τέλει υπονομεύει την προσπάθεια,

(β) είτε ότι αυτή εξυπηρετείται καλύτερα αν το ζήτημα αυτό (δηλαδή το ζήτημα της κατάληψης της εξουσίας) το αφήσουμε κατά μέρος.

Επιμένει πως αν, μέσα από τη συσσώρευση άμεσων εμπειριών, καταφέρουμε να φανταστούμε έναν κόσμο χωρίς φωτιά, τότε το σβήσιμο της φωτιάς δεν είναι και τόσο απαραίτητο. Και αυτή ακριβώς είναι η άποψη είναι παρουσιάζεται ως «νέο»…

Είναι η άποψη που επιμένει να βλέπει τις άμεσες δράσεις όχι ως εφαλτήριο για την εξάλειψη της εκμεταλλευτικής κοινωνίας, αλλά ως υποκατάστατό της.

Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου (και θέλω να το τονίσω), ταυτόχρονα για λάθος και για παραλογισμό! Δε θέλω να μακρηγορήσω, γι’ αυτό θα σταθώ εξαιρετικά συνοπτικά σε τρεις εκφάνσεις αυτής της καταστατικά ψευδούς διάζευξης:

  • την υπόσταση των λεγόμενων «νέων» κοινωνικών κινημάτων αντιπαραβολικά προς το ιστορικό εργατικό·
  • τις νέες μορφές αλληλεγγύης απέναντι στις παραδοσιακές διεκδικητικές, και τέλος
  • στο μείζον ζήτημα της κατάληψης ή μη της κρατικής εξουσίας.
  • Τα νέα κοινωνικά κινήματα επαγγέλθηκαν την ανάδειξη των εκφραστικών και βιωματικών αναγκών των ανθρώπων, ισχυριζόμενα ότι το ιστορικό εργατικό κίνημα αποσκοπούσε μόνο στη διατύπωση υλικών-εργαλειακών αιτημάτων. Πρόκειται όμως για ιστοριογραφικό και αναλυτικό λάθος (που αναδεικνύει κι αυτό που στην αρχή ανέφερα ‒πως ό,τι αυτο-χαρακτηρίζεται «νέο» δεν είναι και υποχρεωτικά νέο).

Όσοι, όπως ο υποφαινόμενος, μελετούν τις συλλογικές δράσεις (και κυρίως όσοι συμμετέχουν σε αυτές) γνωρίζουν ότι ιστορικά κινήματα όπως το εργατικό αλλά και όλα τα συλλογικά διεκδικητικά εγχειρήματα πάντα επιτελούσαν αμφότερες τις λειτουργίες: τόσο τις εκφραστικές-βιωματικές όσο και τις στρατηγικές.

Πάντοτε, με άλλα λόγια, και έψαχναν να βρουν πολύμορφους τρόπους για να προεικάσουν ένα αύριο χωρίς εκμετάλλευση, αλλά και να βρουν τις πρακτικές-στρατηγικές προϋποθέσεις για να το πραγματοποιήσουν: έψαχναν τρόπους και να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της φωτιάς στο εδώ και τώρα, αλλά και να τη σβήσουν.

Η ρητορική των «νέων» ήρθε να αλλάξει αυτή την οπτική του εφαλτηρίου με την οπτική του υποκατάστατου. Το πρόβλημα όμως δε λύθηκε, η φωτιά εξακολουθεί να κατακαίει και να απειλεί.

  • Λέγεται τελευταία κατά κόρον ότι οι πρόσφατες δράσεις αλληλεγγύης προς τους νέους φτωχούς (άνεργους και εργαζόμενους) και τους πρόσφυγες συνιστούν «νέα» μορφή δράσης. Πρόκειται και πάλι για πραγματολογικό και αναλυτικό σφάλμα.

Αρκεί επ’ αυτού να αναλογιστεί κανείς ότι ο ίδιος ο συνδικαλισμός ιστορικά προέκυψε ως κορύφωση και μετεξέλιξη των συνεργατικών αλληλοβοηθητικών σωματείων που ασκούσαν ακριβώς αυτό, την αλληλεγγύη. Ο διαχωρισμός, η διάζευξη είτε αλληλεγγύη είτε διεκδίκηση (δηλαδή αλληλεγγύη όχι ως εφαλτήριο, αλλά ως υποκατάστατο της διεκδίκησης) δεν υπήρξε ποτέ, και η νέα προσπάθεια να υπάρξει είναι πολιτικά υποβολιμαία.

  • Τέλος, για το Κράτος και την κατάληψη της εξουσίας, αρκούν νομίζω ένα-δυο ρητορικά ερωτήματα: Είναι ποτέ πράγματι δυνατόν να έχουμε κατάργηση των εκμεταλλευτικών σχέσεων χωρίς να καταληφθεί η εξουσία; Είναι ποτέ δυνατόν να αποφύγουμε τον κίνδυνο της φωτιάς χωρίς να τη σβήσουμε;

Αν, λ.χ., στήσουμε ένα αυτο-διαχειριζόμενο εγχείρημα θα καταφέρουμε να υπερβούμε την ιεραρχία και την καταπίεση; Επιστρέψτε μου, βέβαια, εδώ να ξεκαθαρίσω ότι κανείς εχέφρων άνθρωπος που οραματίζεται την ανθρώπινη χειραφέτηση δεν μπορεί να αντιτίθεται σε τέτοια εγχειρήματα ‒αν το έκανε, δεν θα διέφερε άλλωστε σε τίποτα από τον Παράξενο Νο 1 που καταπολεμά όποιον ζητά υγρά επιθέματα για να προστατευτεί την ώρα που προσπαθεί να σβήσει τη φωτιά.

Όμως εδώ ακριβώς βρίσκεται το θέμα: ότι όλα αυτά τα εγχειρήματα θα πέσουν στο κενό όχι τόσο γιατί αυτά δεν αντιπαλεύουν το αστικό Κράτος, αλλά γιατί το αστικό Κράτος (με τους νόμους του, τους ΕΝΦΙΑ του και τις πάνοπλες ομάδες καταστολής του) θα έρθει αυτό να τα συντρίψει.

Η απάντηση είναι λοιπόν κατά βάση απλή: Ναι! Ασφαλώς Ναι σε όλες τις «εναλλακτικές» προεικαστικές μορφές δράσης της Αριστεράς που παραμένει Αριστερά, όμως ‒και πάλι‒ όχι ως υποκατάστατα για την κατάληψη της εξουσίας, αλλά ως εφαλτήρια.

Η πρόσφατη ιστορική εμπειρία είναι άλλωστε στο τομέα αυτό πολύ πλούσια. Δεν έχουμε παρά να αναλογιστούμε, λ.χ., τι έγινε στο Μεξικό, όπου εξακολουθούν την ώρα που μιλούμε να εξαφανίζονται ή να δολοφονούνται δεκάδες αν όχι εκατοντάδες χιλιάδες…

Και για να μην παρεξηγηθώ, θέλω να προσθέσω εδώ ότι, υπό το φως των εγκλημάτων του Σταλινισμού και της απόλυτης ενσωμάτωσης της Σοσιαλδημοκρατίας, η εναγώνια αναζήτηση εναλλακτικών δρόμων είναι και κατανοητή και εύλογη. Όμως οι βασικοί φορείς των αντινομικών παραλογισμών στην αλληγορική μου ιστορία (αλλά στην Ιστορία, με το «ι» κεφαλαίο) είναι αυτοί οι δυο: ο Σταλινισμός και η Σοσιαλδημοκρατία. Υιοθετώντας τους παραλογισμούς τους, δεν αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα, απλώς το αναπαραγάγουμε -είτε (όπως είπα στην αρχή) με φυγή από αυτό, είτε με σιωπηλή αφομοίωση των πρακτικών που το συνέχουν.

Μίλησα όμως στην αρχή για δυο ψευδείς διαζεύξεις και μια ψευδή σύζευξη ‒και ενώ έχω ως τώρα αναφερθεί στις διαζεύξεις, δεν είπα ακόμη κουβέντα για τη σύζευξη (για την εσφαλμένη συνένωση ασύμβατων).

Δεν είναι παράξενο, καθότι η σύζευξη αυτή λειτουργεί υπόρρητα και κρυφά, οι φορείς της την αρνούνται με βδελυγμία και αν είναι ποτέ να την παραδεχτούν το κάνουν μόνο υπό πίεση. Ολοκληρώνοντας ό,τι έχω να πω, και για να την καταλάβουμε, ας επιστρέψουμε για μια τελευταία φορά στην αλληγορία μας. Το τελευταίο σημείο της διήγησης ‒εκεί που, αν θυμάστε, την αφήσαμε‒ ήταν όταν οι ακροατές του Παράξενου Νο 2 είχαν αρχίσει να αναρωτιούνται πώς είναι δυνατόν ο άνθρωπος αυτός να επιμένει ότι τα προεικάσματα αρκούν και να αδιαφορεί για το σβήσιμο της φωτιάς ενώ τη βλέπει να κατακαίει το ένα μετά το άλλο αυτά τα προεικάσματα.

Θα απαντήσω ‒και μ’ αυτό θα τελειώσω‒ μεταφέρνοντάς σας κάτι που άκουσα σ’ ένα πρόσφατο συνέδριο, σε μια συζήτηση περί εναλλακτικής οικονομίας.

Κάποιος από το ακροατήριο ρώτησε ακριβώς αυτό τον εισηγητή που υποστήριζε ότι η αλληλέγγυα οικονομία προεικάζει το μέλλον, λειτουργεί ενάντια στις εκμεταλλευτικές σχέσεις, είναι το κλειδί για έναν άλλο κόσμο. Τον ρώτησε, «Μα αρκούν αυτά για να νικηθούν στις αντιστάσεις του καπιταλισμού;» με τους όρους της αλληγορίας μας θα λέγαμε, φτάνουν οι κρύες κομπρέσες για να σβήσει η φωτιά;

Και η «νέα» απάντηση που πήρε ήταν η εξής: «όλη αυτή η ανάλυση περί καπιταλισμού είναι παλαιο-μαρξιστικές αγκυλώσεις»! Που, με άλλα λόγια, θα πει: Φωτιά; Ποια φωτιά; Πού την είδατε τη φωτιά; Το να υποστηρίζει κανείς ότι υπάρχει φωτιά (καπιταλισμός) που καταστρέφει, τον καθιστά περίπου παλαιοημερολογίτη.

Και εδώ έγκειται η υπόρρητη και άκρως αποκαλυπτική σύζευξη που έλεγα: ότι στην πραγματικότητα δεν απαιτείται τελικά υπέρβαση του καπιταλισμού, όλα μπορούν να γίνουν μια χαρά και μέσα στον καπιταλισμό: και αντι-καπιταλισμός δηλαδή, αλλά και καπιταλισμός· και προεικάσματα ενός κόσμου χωρίς φωτιά αλλά και τελική αποδοχή της συνύπαρξης με τη φωτιά. Και αστυφύλαξ και χωροφύλαξ…

Καθώς στο σημείο αυτό ο μουσικός λογικά «σηκώνει τα χέρια», όλοι εμείς οι «από κάτω» καλούμαστε να βγάλουμε συμπεράσματα, και εγώ, αφού απολογηθώ διότι μακρηγόρησα πρέπει να σταματήσω, και να σας ευχαριστήσω για την προσοχή σα