Σεφερλή, βαρεθήκαμε τα αηδιαστικά σου αστεία για τις «χοντρές» και τους «γκέι»

Ομοφυλόφιλοι «καρικατούρες» με ονόματα όπως «Ριρής», γυναίκες αδύνατες και ημίγυμνες που καλούνται να σκύψουν για να θαυμάσουν οι άντρες τα κάλλη τους, γυναίκες χοντρές και «άσχημες» που γίνονται αποδέκτριες χλεύης, βρισιών, φάσκελων και ενίοτε σφαλιάρας, που φυσικά τους αξίζουν ακριβώς γιατί είναι χοντρές και «άσχημες». Αλβανός που «κλέβει την παράσταση» σε ένα παλιομοδίτικο λογοπαίγνιο. Όχι, δεν μιλάμε για φτηνές επιθεωρήσεις της δεκαετίας του ‘80 και του ‘90. Μιλάμε για οποιαδήποτε θεατρική παράσταση του Μάρκου Σεφερλή τα τελευταία χρόνια!

Η συνταγή της επιτυχίας του Σεφερλή είναι απλή: επιλέγεις τις αδύναμες κοινωνικές ομάδες, βρίσκεις τα πιο συνηθισμένα στερεότυπα τις ακολουθούν, γράφεις τις πιο προφανείς και προσβλητικές ατάκες μπορείς να σκεφτείς, ρίχνεις ελάχιστη ποσότητα χιούμορ και το φτηνό και κακοποιητικό «αστείο» είναι έτοιμο!

Ούτε αστεία, ούτε ακίνδυνα

Μόνο που αυτά τα «αστεία» μας κάθονται στο στομάχι επειδή ούτε αστεία είναι, ούτε ακίνδυνα. Γιατί όταν μία στις τέσσερις γυναίκες στην Ελλάδα έχει δεχτεί σωματική ή σεξουαλική βία, το να παρουσιάζεις σαν αστείο μία γυναίκα που τρώει χαστούκι ή να της λες «σκύψε μωρή να δει ο κόσμος», δεν αποτελεί χιούμορ, αλλά μία υπενθύμιση για το ποια είναι η θέση της γυναίκας στην κοινωνία.

Όταν οι ομοφυλόφιλοι άντρες κινδυνεύουν να δεχτούν επίθεση απλά και μόνο λόγω του σεξουαλικού τους προσανατολισμού και τα τρανς άτομα ζουν στο περιθώριο της κοινωνίας με ανύπαρκτα δικαιώματα, το να προκαλείς το γέλιο του κόσμου με έναν ομοφυλόφιλο, ντυμένο γυναικεία, που είναι αφελής και αποτελεί «ντροπή» για τον χασάπη πατέρα, δεν είναι αστείο, αλλά απενοχοποίηση της χλεύης και των ρατσιστικών επιθέσεων απέναντι στα ΛΟΑΤ* άτομα.

Και φυσικά, όταν κάθε αναφορά σε μετανάστη συνοδεύεται με λογοπαίγνια και αναφορές σε κλοπές, δεν κάνεις σάτιρα. Ενισχύεις τις ρατσιστικές αντιλήψεις για τους ξένους που μας παίρνουν τις δουλειές, μας «ανοίγουν» τα σπίτια κοκ.

Το «ήθος» του Σεφερλή

Πρόσφατα μάλιστα, σε συνέντευξή του όπου προσπάθησε να υπερασπιστεί το «ήθος του σαν άνθρωπο και καλλιτέχνη», ο Μάρκος Σεφερλής απάντησε σε όσους του κάνουν κριτική και τον αποκαλούν ρατσιστή «με τις χοντρές, με τους γκέι» ότι όλες οι κωμωδίες στηρίζονται σε κουσούρια! Με άλλα λόγια: δεν είναι ο Σεφερλής ρατσιστής, οι ομοφυλόφιλοι και οι χοντρές έχουν κουσούρια!

Και δίνει και παραδείγματα: ο Ρίζος έχτισε καριέρα στο γεγονός ότι ήταν κοντός, η Βασιλειάδου σαν άσχημη, ο Χοντρός και ο Λιγνός με τα κιλά τους.

Καταρχήν, ας εξηγήσουμε στον Σεφερλή μία ουσιαστική διαφορά: οι παραπάνω έχτισαν όπως λέει καριέρα πάνω στα δικά τους, προσωπικά χαρακτηριστικά, τα οποία αγκάλιασαν και χρησιμοποίησαν υπέρ τους. Αυτό που κάνει ο Σεφερλής όμως είναι να ντύνεται, να βάζει περούκες και να μιμείται ανθρώπους με σκοπό να τους ξεφτιλίσει.

Αλλά ας κρατήσουμε κάτι ακόμα: η Βασιλειάδου και ο Ρίζος έχτισαν καριέρες δεκαετίες πριν, σε κοινωνίες με διαφορετική συνείδηση και πιο συντηρητικές αντιλήψεις. Δεκαετίες κατά τις οποίες το ξύλο στις γυναίκες ήταν συνηθισμένη εικόνα σε ταινίες, είδαμε τους πρώτους ρόλους ομοφυλόφιλων-καρικατούρων, κοκ. Τελικά το γεγονός ότι ο Σεφερλής για να μπορέσει να υπερασπιστεί το «καλλιτεχνικό» του έργο αναγκάζεται να ανατρέξει σε άλλες δεκαετίες, είναι η πιο μεγάλη απόδειξη ότι το υποτιθέμενο χιούμορ του είναι ξεπερασμένο και επιτέλους πρέπει να σταματήσει!

Ξεπερασμένες και οπισθοδρομικές

Ζούμε εξάλλου σε εποχή που υπάρχει πολύς κόσμος που αντιδρά στις παραστάσεις του Σεφερλή, ακριβώς επειδή είναι ξεπερασμένες και οπισθοδρομικές. Παρόλα αυτά, ένα από τα επιχειρήματα του ίδιου είναι το γεγονός ότι τα θέατρα γεμίζουν, ο κόσμος γελάει και άρα μάλλον κάτι κάνει σωστά. Προφανώς σε μία κοινωνία, υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα συνείδησης, και φυσικά υπάρχει ακόμα κόσμος που γελάει με τις «χοντρές» και τους «γκέι».

Γιατί όμως γελάει ένα μέρος του κόσμου με τέτοια αστεία; Αφενός γιατί στις καπιταλιστικές κοινωνίες διδασκόμαστε να υποτιμούμε τις κοινωνικά αδύναμες ομάδες. Αφετέρου ακριβώς επειδή δημόσια πρόσωπα, καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι κοκ αναπαράγουν αυτές τις αντιλήψεις, πατάνε στα πιο συντηρητικά ένστικτα και αντί να στοχεύουν στο να προχωράνε τις συνειδήσεις τους, στοχεύουν ακριβώς στο αντίθετο: να απενοχοποιούν το μίσος για κάθε διαφορετικό, να χλευάζουν ό,τι δεν καταλαβαίνουν, να διατηρούν τις ρατσιστικές αντιλήψεις. Και όλοι αυτοί που προωθούν με την δύναμη των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης αυτές τις αντιλήψεις, μετά εγκαλούν τον κόσμο, που τους αρέσει αυτό που τους σερβίρουν!

Η κριτική δεν είναι λογοκρισία

Συνήθως όταν γίνεται κριτική σε κάποια κωμωδία, είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο να ακούμε ατάκες του στυλ: «Στη σάτιρα δεν υπάρχουν όρια, αν υπήρχαν δεν θα ήταν σάτιρα!». Προφανώς και είμαστε ενάντια σε κάθε κρατική λογοκρισία οποιασδήποτε μορφής τέχνης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε το δικαίωμα της κριτικής σε πράγματα που λέγονται δημόσια, μόνο και μόνο επειδή έχουν σατιρική μορφή. Σεβαστό φυσικά το δικαίωμα του καλλιτέχνη να λέει αυτά που θέλει, αλλά αναφαίρετο είναι επίσης και το δικαίωμα της κοινωνίας να τα κρίνει.

Και φυσικά υπάρχουν όρια στην τέχνη, που τίθενται κάθε φορά από το επίπεδο ανάπτυξης της κοινωνίας. Παλιότερα ίσως κάποιος θα μπορούσε να κάνει σάτιρα με την παιδεραστία, ή με την κατάσταση των ανάπηρων ατόμων. Σήμερα δεν βλέπουμε πουθενά κάτι τέτοιο, προφανώς γιατί η κοινωνία προχώρησε και δεν θεωρεί πια ότι αυτά τα θέματα μπορούν να αποτελούν αντικείμενο σάτιρας. Κατά τον ίδιο τρόπο, και μέσα από μάχη, ήρθε η ώρα να προχωρήσουμε ως κοινωνία και σε σχέση με το κακοποιητικό χιούμορ κατά των γυναικών, των ΛΟΑΤ ανθρώπων ή των ανθρώπων με κιλά πάνω ή κάτω από το κοινωνικό πρότυπο.

Εξίσου συνηθισμένη είναι και η άποψη πως «Δε μπορούμε να λογοκρίνουμε την τέχνη! Αν δε σας αρέσει, μην πάτε να τον δείτε!». Καταρχήν, όταν ένας καλλιτέχνης παρουσιάζει δημόσια το έργο του, ο καθένας και η καθεμιά μας έχει δικαίωμα να το κρίνει και να εκφράσει την γνώμη του/της. Από πότε η διαφωνία με ένα έργο τέχνης αποτελεί λογοκρισία; Παράλληλα, η λύση απέναντι σε ρατσιστικές απόψεις ποτέ δεν ήταν απλά να κλείσουμε τα αυτιά μας για να μην τις ακούμε. Κανένα κοινωνικό πρόβλημα δεν λύθηκε ποτέ επειδή αποφασίσαμε να το αγνοήσουμε μέχρι να λυθεί από μόνο του. Έτσι και στο ζήτημα της ρατσιστικής και κακοποιητικής τέχνης, δεν αρκεί να μην αγοράσουμε εισιτήριο. Χρειάζεται να ανοίξουμε την συζήτηση και να αναδείξουμε πώς και γιατί οι παραστάσεις του -εκάστοτε- Σεφερλή κρύβουν κινδύνους. Γιατί αν δεν αντιδράσουμε στο όνομα της υποτιθέμενης υπεράσπισης της τέχνης από την λογοκρισία και την «οριοθέτησή» της, μένουν ανυπεράσπιστες οι ήδη αδύναμες και χτυπημένες κοινωνικές ομάδες.

Θεματικές

, ,