Σ. Σεφεριάδης: Η δημιουργία «σύγχυσης» είναι όπλο για την άσκηση ταξικής κυριαρχίας

Παραθέτουμε στη συνέχεια την ομιλία του συντρόφου Σεραφείμ Σεφεριάδη στις δύο εκδηλώσεις που οργάνωσε το «Ξεκίνημα» στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη για τα 50 χρόνια από το Μάη του ’68. Τις προηγούμενες μέρες δημοσιεύσαμε την ομιλία της συντρόφισσας Μαρί-Ζοζέ Ντουέ που είχε ζήσει και δράσει στο γαλλικό Μάη και της συντρόφισσας Νάγιας Νικολάου, που μίλησε εκ μέρους της Αριστερής Ριζοσπαστικής Κίνησης, ΑΡΚ.
_________________

 

Θέλω να ξεκινήσω καλωσορίζοντας, καταρχάς, την Μαρί-Ζοζέ που μας μεταφέρει αυτό το τόσο κρίσιμο μίγμα κριτικής μνήμης και ενεργού στράτευσης.

Προσπαθώντας να οργανώσω τις σκέψεις μου για την εισήγηση, μού ήρθε στο νου ένα απόφθεγμα που –δε θυμάμαι ακριβώς πού– άκουσα ή μπορεί και να σκέφτηκα ο ίδιος πρόσφατα, αλλά που θεωρώ ότι απόλυτα ταιριάζει στον τρόπο με τον οποίο κυρίως γίνεται (ή επιχειρείται να γίνει) η αποτίμηση του Μάη από τους κυρίαρχους κύκλους και μια διανόηση που, όχι μόνο αξιακά αμερόληπτη (όπως αυτοπροβάλλεται) δεν είναι, αλλά έχει απόλυτα υπαχθεί και βρίσκεται στρατευμένη στη λογική του συστήματος: ότι η σύγχυση είναι μέσο ελέγχου και, ως εκ τούτου, όπλο για την άσκηση κυριαρχίας!

Για να αναπαραχθεί η κυριαρχία, διαχρονικά, κινητοποιεί μαζικά μηχανισμούς σύγχυσης και αλλοίωσης της βιωμένης πραγματικότητας –μηχανισμούς που διαχέουν το ειδικό στο γενικόλογο και το συγκεκριμένο στο αόριστο.

Στην περίπτωση του Μάη νομίζω πως οι άξονες σύγχυσης (κι αξίζει νομίζω να τη σκεφτούμε την έννοια αυτή: τους εκάστοτε «άξονες σύγχυσης» της κάθε πραγματικότητας που απεργάζεται η εξουσία) είναι νομίζω τρεις. Σκέφτομαι πρώτα να τους αναφέρω και στη συνέχεια, στο κύριο σώμα της εισήγησης, να επιχειρήσω να τους ανασκευάσω.

Πού εδράζεται, λοιπόν, και πώς ακριβώς διαχέεται η συγκεκριμένη σύγχυση;

***

Πρώτος άξονας είναι η άποψη ότι ο Μάης ήταν ένα νεολαιίστικο ξέσπασμα –κάτι απ’ αυτά που κάνουν τη ζωή μας ενδιαφέρουσα και…πιπεράτη.

Όλοι το καταλαβαίνουν αυτό, κυρίως όσοι έχουν παιδιά: τα παιδιά είναι ανυπόμονα και κάνουν υπερβολές, όμως υμνούν το όνειρο και το ανεκπλήρωτο όπως μόνο αυτά ξέρουν και μπορούν. Ας αποδεχτούμε, λοιπόν, τις παρεκκλίσεις και τις υπερβολές τους –πάντα βέβαια ως σοβαροί γονείς∙ ας τις αποδεχτούμε ως κάτι αναπόφευκτο και ίσως ωραίο∙ ως κάτι όμως που, σε κάθε περίπτωση, μπορεί σχετικά εύκολα να τακτοποιηθεί στα ανάλεκτα του ανθρώπινου βίου.

Δεύτερος –και, χωρίς έκπληξη, συναφής– άξονας: ο Μάης ήταν «ουτοπικός»!

Αυτά που αναδύθηκαν ως αιτήματα και επιδιώξεις, στην πραγματικότητα δε γίνονται (αυτό θα πει «ουτοπικό» –από του ου-τόπος/nusquam) ούτε τότε –στη δεκαετία του ’60– ούτε, πολύ περισσότερο, σήμερα! Δεν υπάγονται παρά στη σφαίρα του ρομαντικά ονειρικού που μπορεί να τροφοδοτεί δημιουργικά τον τρόπο που ατενίζουμε την πραγματικότητα, όμως μέχρι εκεί, και μόνο έτσι: ως εκ φύσεως ανεκπλήρωτες φαντασιώσεις∙ ως ένα άλλο «ταξίδι στα Κύθηρα» (που ποτέ δε θα τα βρούμε για τον απλό λόγο ότι δεν υπάρχουν)∙ ως στιγμιαίες αρνήσεις της πραγματικότητας που, ενώ πρακτικά και λογικά δε στέκουν, δίνουν εντούτοις χρώμα και έμπνευση στη μικρή ζωή μας –και πρέπει, ως εκ τούτου, να τις αγκαλιάσουμε.

Από αυτά τα δυο προκύπτει και ο τρίτος –ίσως ο πλέον βασικός– άξονας, αυτός των καθηκόντων: Τι πρέπει να αναδείξουμε από το Μάη; Τι πρέπει να κρατήσουμε για το παρόν και το μέλλον μας; Και η απάντηση που δίνεται δεν κάνει άλλο παρά να επαναλαμβάνει την ερώτηση. Σύμφωνα με το σκεπτικό που προτείνεται, στόχος είναι να αναδείξουμε τις άπειρες όψεις της πραγματικότητας που είναι –τι άλλο;– «πολύπλοκη». Να την προβληματοποιήσουμε, να την επερωτήσουμε και να αμφισβητήσουμε τις συνεκτικές ερμηνείες της στο άπειρο και το διηνεκές, όπως λέγεται περισπούδαστα. Η πραγματικότητα δεν έχει άλλωστε ιεραρχήσεις (κύρια και δευτερεύοντα στοιχεία), όλα έχουν την ίδια σημασία και πάνε πακέτο. Δεν προκύπτουν συνεπώς και συμπεράσματα (με μια έννοια και η ίδια η λέξη «συμπεράσματα» είναι προβληματική) υπάρχουν μόνο ερωτήματα κι άλλα ερωτήματα –κάθε επετειακό χρόνο και περισσότερα. Πρέπει να τα βρίσκουμε και να τα θέτουμε, δεν πρέπει όμως ποτέ να τα απαντούμε.

Ελπίζοντας ότι δεν σας έχω ήδη προκαλέσει κατάθλιψη (και ας έχουμε υπόψη μας ότι αυτές είναι οι –δήθεν– ευμενείς αποδόσεις – διότι θα ξέρετε ότι, στο φόντο τους, τα τελευταία χρόνια ενισχύεται και η απολύτως αντιδραστική άποψη ότι ο Μάης ήταν απλώς ένα γιγάντιο παραβατικό φαινόμενο) επιτρέψτε μου τώρα να προχωρήσω σε επιγραμματικές ανασκευές.

Ι

Είναι βέβαια αλήθεια ότι ο Μάης ξεκίνησε, εξελίχτηκε και πήρε πάμπολλα χαρακτηριστικά του από τους φοιτητές (λ.χ., από την πρωτοβουλία 22 Μάρτη στη Ναντέρ και τη Σορβόννη). Όμως το ειδοποιό του γνώρισμα –αυτό που τον έκανε τον Μάη που μνημονεύουμε– ήταν η μαζική κίνηση της εργατικής τάξης (ήδη από την πρώτη «νύχτα των οδοφραγμάτων» στις 10 του μηνός και στη συνέχεια, από τις 13 και για ένα σχεδόν μήνα)∙ το γεγονός ότι αποτελεί την μεγαλύτερη στην ιστορία –σε διάρκεια και μαζικότητα– γενική εργατική απεργία διαρκείας. Μια απεργία που δεν την κινούσαν μόνο οικονομικά/κλαδικά, αλλά κυρίως πολιτικά αιτήματα, μια διάσταση που ο Λένιν συμπεριλάμβανε στις αναλυτικά απαραίτητες προϋποθέσεις, τις αναγκαίες συνθήκες, της επαναστατικής κατάστασης: τη γνήσια αναζήτηση ενός τρόπου οργάνωσης της παραγωγής και της ίδιας της ζωής πέρα –και αντίθετα– απ’ τον καπιταλισμό.

Πόσοι αλήθεια στέκονται (ή και απλώς αναφέρουν) το γεγονός ότι, στην κορύφωση της κινητοποίησης (στις 27 και 28/5) οι εργάτες απέρριψαν μαζικά τις προτάσεις της οδού Γκρενέλ-απόρροια των συνομιλιών μεταξύ της κυβέρνησης Πομπιντού και της κομμουνιστικής Συνομοσπονδίας, της CGT (υπό τον γραμματέα Ζωρζ Σεγκί) οι οποίες έδιναν αύξηση 35% στον κατώτατο μισθό και 10% αυξήσεις στον μέσο, καθώς και άλλες –για κανονικούς καιρούς αδιανόητες– παραχωρήσεις;

Γιατί τις απέρριψαν; Μα διότι επιδίωξή τους δεν ήταν κάτι καλύτερο στο σύστημα, ήταν ένα άλλο σύστημα.

Πρέπει λοιπόν να τονιστεί με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη έμφαση: ο Μάης ήταν ο Μάης που μνημονεύουμε λόγω της κίνησης της εργατικής τάξης που –στις περιστάσεις αδιαμεσολάβητα– ξεπέρασε το φόβο, θέτοντας προ των πυλών το ζήτημα της δημοκρατικής οργάνωσης της παραγωγής, το ζήτημα της κατάληψης της εξουσίας και του σοσιαλισμού. Πρόκειται για διαπίστωση που, όσες προσπάθειες κι αν γίνουν, δύσκολα κρύβεται, γι’ αυτό και επιστρατεύεται το δεύτερο στερεότυπο παραποίησης, το ότι –έτσι ή αλλιώς– όλα αυτά ανήκαν στη σφαίρα αυτού που δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί.

ΙΙ

Είναι όμως έτσι; Δεν ήταν αλήθεια δυνατόν να έχουμε ξεκίνημα της σοσιαλιστικής μετάβασης αρχής γενόμενης από τη Γαλλία του ’68; Έχουμε εδώ δυο ειδών ασάφειες και παρανοήσεις –κάποιες άδολες, κάποιες όμως ύπουλα εμπρόθετες και υποβολιμαίες.

Οι πρώτες δείχνουν να αγνοούν (ή να μη μπορούν να συνειδητοποιήσουν) το εξής κορυφαίο γεγονός: ότι, σε περιστάσεις όπου ο κατά τα άλλα άτεγκτος Ντε Γκολ δήλωνε στις 29 Μαΐου (πριν αναχωρήσει για το Μπάντεν-Μπάντεν προκειμένου να ζητήσει στήριξη από τα εκεί γαλλικά στρατεύματα, μια και δεν είχε πλέον εμπιστοσύνη σε όσα βρίσκονταν επί γαλλικού εδάφους) πως «τώρα το μέλλον εξαρτάται απ’ το Θεό», το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένας σοβαρός πολιτικός φορέας της Αριστεράς.

Τίποτε παραπάνω από αυτό δεν είναι το επαναστατικό κόμμα: ένας σοβαρός πολιτικός φορέας που επιτελεί τη λειτουργία για την οποία δημιουργήθηκε, να καθοδηγεί την εργασία στην πάλη της με το κεφάλαιο.

Αν υπήρχε, αυτός ο φορέας θα καλούσε για σύνδεση και συντονισμό των εργοστασιακών επιτροπών κατάληψης (των επιτροπών αγώνα) που είχαν ξεπηδήσει στα εργοστάσια σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, με στόχο τη συγκρότησή τους σε σώμα το οποίο θα μετατρεπόταν από όργανο πάλης σε όργανο που θα ασκούσε ταυτόχρονα νομοθετική και εκτελεστική εξουσία (άλλωστε στη Νάντη, και ενόσω διαρκούσαν οι συνομιλίες κυβέρνησης-συνδικάτων, ήδη είχε ξεπηδήσει ένα τέτοιο συντονιστικό, στις 26/5). Αλλά ήταν αυτός ακριβώς ο μόνος παράγοντας που έλειπε: ο σοβαρός αριστερός φορέας!

Τα συνήθη και τετριμμένα επιχειρήματα περί του αντιθέτου (ότι η εργατική τάξη δεν ήταν έτοιμη, ότι ο αντίπαλος ήταν πολύ ισχυρός, ή ότι τα μεσαία στρώματα ήταν απρόθυμα και η στιγμή δεν ήταν σωστή) τέθηκαν όλα και εξακολουθούν να τίθενται, όμως κανένα δεν αντέχει και στην παραμικρή κριτική αποτίμηση: Θυμηθείτε πως τα 10 εκατομμύρια απέρριψαν τις παροχές Γκρενέλ, θυμηθείτε πως οι μεσαίες τάξεις (επαγγελματίες, αγρότες, καλλιτέχνες, ακόμα και δημόσιοι λειτουργοί) είχαν όλες κερδηθεί στην εναλλακτική προοπτική –για όσο βέβαια αυτή εξακολουθούσε να υπάρχει– και πως ο κρατικός κατασταλτικός μηχανισμός έδειχνε σε όλο το δεύτερο δεκαήμερο του Μαΐου σημεία παράλυσης!

Γι’ αυτό και με ανεπαίσθητα βήματα, χρονιά τη χρονιά όλο και περισσότερα από τα επιχειρήματα αυτά αποσύρονται, με τη συζήτηση να διολισθαίνει στο χονδροειδώς αόριστο: ότι –πολύ απλά– αυτά τα πράγματα δεν γίνονται!

Όμως πρέπει να τονιστεί ότι, όχι μόνο γίνονται, αλλά και είναι ο μόνος τρόπος για να αποφευχθεί η διαρκής κατρακύλα στη βαρβαρότητα που βιώνουμε. Εκεί πρέπει να στρέψει το βλέμμα του όλος αυτός ο κόσμος που αναζητά διέξοδο και –όπως είπα άδολα– αποδέχεται αυτήν την «ουτοπική» ανάγνωση του Μάη.

Υπάρχει όμως και η άλλη ανάγνωση, που ενέχει συνειδητή παραποίηση. Είναι η ανάγνωση του συνειδητού σταλινο-ρεφορμιστικού πολιτικού πυρήνα, που αέναα μετασχηματιζόμενος διατρέχει πλειάδα αναλύσεων και στάσεων: είναι η λογική της ταξικής συνεργασίας, των Λαϊκών Μετώπων: της άποψης ότι –αν κρύψουμε τις επαναστατικές θέσεις (όταν και αν υπάρχουν)– αργά ή γρήγορα θα έρθει η στιγμή της δικαίωσης ως απόρροια της «υπεύθυνης, συστημικής» συμπεριφοράς και της αυτοσυγκράτησης.

Το πόσο αδιέξοδο και καταστρεπτικό είναι αυτό το σκεπτικό το έχουμε δει πολλές φορές στην ιστορία: το είδαμε τρεις ή τέσσερεις φορές στο Μεσοπόλεμο, το είδαμε στη Χιλή του ’73, το είδαμε και πολύ πρόσφατα στις χώρες του «νέου ρεφορμισμού», πάνω απ’ όλα στην Ελλάδα. Το είδαμε βέβαια περίτρανα και στο γαλλικό Μάη. Όντας πολιτικός και κοινωνικός ουραγός της εργατικής κίνησης, το ΚΚΓ προσπάθησε με τέτοια ακριβώς επιχειρήματα να φρενάρει το επαναστατικό ξέσπασμα: δεν είμαστε έτοιμοι για το σοσιαλισμό, χρειάζεται «σύνεση» προέχει το δυνάμωμα της οργάνωσης για το μέλλον και τα υπόλοιπα γνωστά. Πρέπει κανείς να υπενθυμίσει ότι, αν και αυτή η Αριστερά (το ΚΚΓ και το ιδεολογικά παρόμοιο ιταλικό ευρωκομμουνιστικό κόμμα της austerità giusta –της λεγόμενης «δίκαιης λιτότητας») έχει σήμερα ουσιαστικά διαλυθεί, τα επιχείρημα παραμένει και ανανεώνεται. Με εκδηλώσεις όπως η σημερινή μάς εναπόκειται διαρκώς να το εκθέτουμε και να το καυτηριάζουμε.

Να επαναλάβω λοιπόν, πως το ’68, όπως και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις που ανέφερα, το πέρασμα στο σοσιαλισμό –στη δημοκρατική οργάνωση και διαχείριση της κοινωνικής διαβίωσης– ήταν (και παραμένει) όχι μόνο εφικτό και ώριμο, αλλά και ο μόνος πραγματικά ρεαλιστικός τρόπος αντιμετώπισης και αξιοποίησης των προκλήσεων του παρόντος και του μέλλοντος. Σε πείσμα όλων των περισπούδαστων ακαδημαϊκών αναλύσεων, αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο του γνωστού συνθήματος «γίνε ρεαλιστής, ζήτα το αδύνατο» –Soyez réalistes, demandez l’impossible– ότι αυτό που μας έμαθαν πως είναι «αδύνατο» είναι η μόνη ρεαλιστική λύση. Η παρατήρηση με οδηγεί στο τρίτο και τελευταίο μέρος της σύντομης τοποθέτησής μου, που αφορά στα καθήκοντα.

ΙΙΙ

Η σύγχυση που η εξουσία –άμεσα και έμμεσα– αδιάκοπα διασπείρει για να αναπαράγεται, βρίσκει στον τομέα αυτόν –στα καθήκοντα της Αριστεράς– τον πιο άμεσο, τον πιο επώδυνο αντίκτυπό της (επώδυνο, εννοείται, για την Αριστερά –διότι για την εξουσία είναι αυτό ακριβώς που επιδιώκει).

Φοβάμαι, και τολμώ να πω, πως, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι επετειακές εκδηλώσεις του Μάη του ’68, τείνουν να αναπαραγάγουν και να διαχέουν αυτή τη σύγχυση. Σε τι συνίσταται αυτή;

Σε έναν αστερισμό απόψεων που περιλαμβάνουν, εκτός από τα συνήθη πολιτισμικο-ουτοπικά, τη θέση ότι το μέλλον βρίσκεται στην ασάφεια: στη θολή και ανεπεξέργαστη προβολή αφ’ εαυτού τους εύλογων συνθημάτων όπως «άμεση δημοκρατία», «αυτο-οργάνωση», ή απλώς «αυθόρμητες δράσεις»

  • χωρίς ιδιαίτερο –και συγκεκριμένο– στρατηγικό στίγμα και προσανατολισμό (μια κατάσταση πραγμάτων που μοιάζει να θέλει να παγιώσει μια λογική απροετοίμαστης συνέλευσης, όπως αυτή του Σταδίου Σαρλετί της 27ης Μαΐου στην οποία συμμετείχαν 50.000 εργάτες και φοιτητές χωρίς συγκεκριμένη πρόταση κλιμάκωσης με αποτέλεσμα την παραλυτική αμηχανία που στη συγκυρία ήταν καταστρεπτική)
  • χωρίς επισταμένη (επιστημονική) αποτίμηση του τι έλειψε από την προηγούμενη έφοδο και του τι χρειάζεται ώστε στο μέλλον να έχουμε νίκη και όχι ήττα,
  • χωρίς σχέδιο για το πώς διαχειριζόμαστε τα προβλήματα και τι ακριβώς προτείνουμε…

Αυτό που βέβαια δεν προβάλλεται είναι ότι στο γαλλικό Μάη όλα αυτά δοκιμάστηκαν, αλλά δεν ήταν αρκετά. Κι αν το σύνθημα «θέτω ερωτήματα, αλλά δεν δίνω απαντήσεις» έγινε πρόσφατα σύμβολο της πάλης ενάντια στο γραφειοκρατικό εκφυλισμό των κινηματικών οργανώσεων και των κομμάτων της Αριστεράς (το έκφρασε, λχ., ο κομαντάντε Μάρκος) πρέπει να συνειδητοποιήσουμε, ότι την ίδια στάση υιοθέτησαν όλες σχεδόν οι αποτυχημένες εξεγέρσεις καθώς επίσης και το ότι το χρησιμοποίησαν κατά κόρον και οι νέο-σταλινικοί του ΚΚΓ, όπως ο Σεγκί –που υποστήριζε πως δεν μπορούμε να πούμε στους εργάτες να γυρίσουν πίσω στις δουλειές τους, διότι δεν τους καλέσουμε εμείς να κάνουν κατάληψη!

Όμως δεν είναι αυτός ο ρόλος όσων ενεργοποιούνται στην πολιτική Αριστερά. Ρόλος τους είναι

  • να διαμορφώσουν ένα πειστικό μεταβατικό πρόγραμμα (που, εκκινώντας από υπάρχον επίπεδο συνείδησης, να το προχωρά παραπέρα)
  • με ευαισθησία και προσοχή να το υποβάλλουν στη βάση (κι αν χρειαστεί να το αναπροσαρμόσουν)
  • αλλά σε κάθε περίπτωση να το καταθέσουν.

Κάτι τέτοιο βέβαια απαιτεί την ύπαρξη εκείνης της αναγκαίας συνθήκης που τόνιζε ο Λένιν, και ξεχνούν οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί αναλυτές των επαναστάσεων ξεχνούν: το σοβαρό επαναστατικό κόμμα.

Αυτή είναι και η μεγάλη πρόκληση των καιρών. Σε μιαν ιστορική συγκυρία που, σε παγκόσμια κλίμακα, οι περισσότερες παραδοσιακές οργανώσεις της Αριστεράς, μετασχηματιζόμενες σε νεοφιλελεύθερα δεκανίκια, έχουν πρόδηλα εκλείψει, εναπόκειται σ’ όλους εμάς να συγκροτήσουμε, να προετοιμάσουμε και να προβάλλουμε αυτήν την απαραίτητη προοπτική. Η εμπειρία του γαλλικού Μάη είναι μια ακόμη ευκαιρία για να το σκεφτούμε. Και μέγιστο καθήκον μας, βέβαια, είναι να την αξιοποιήσουμε.